Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Άννα Γαλανού, Στην πόλη των λυγμών, εκδ. Διόπτρα, 2021, σελ.422

 

https://www.dioptra.gr/vivlio/elliniki-logotexnia/stin-poli-ton-lugmon/

 

Στην Βασιλεύουσα, στη βασίλισσα του Βοσπόρου, στην πόλη των λυγμών, η οποία σπαράσσεται από την εικονομαχική έριδα, την Κωνσταντινούπολη, διαδραματίζεται το τελευταίο πόνημα της Άννας Γαλανού.

Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα το οποίο απεικονίζει γλαφυρότατα την καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο εν μέσω των φοβερών χρόνων της εικονομαχικής έριδας, μίας διαμάχης που συγκλόνισε τον βυζαντινό κόσμο και αποτέλεσε πηγή διχασμού για τον λαό, εξυπηρετώντας παράλληλα και πολιτικές σκοπιμότητες.

Από την άποψη αυτή, το μυθιστόρημα εξυπηρετεί τον καθεαυτό σκοπό ενός ιστορικού μυθιστορήματος: να μας ταξιδέψει, δηλαδή, στην εποχή στην οποία διαδραματίζεται και να καταγράψει, όχι τόσο την επίσημη πολιτική ιστορία, αλλά, κυρίως, την ιστορία της καθημερινότητας μέσα από την αφήγηση για τις ζωές απλών και άσημων ανθρώπων τους οποίους η δίνη της Ιστορίας συμπαρέσυρε στον διάβα της.

Η Γαλανού το πετυχαίνει αυτό εστιάζοντας σε πολλούς παράλληλους κόσμους του Βυζαντίου: Έτσι έχουμε από τη μία τον κόσμο των δολοπλοκιών, της αριστοκρατίας και των υψηλά ιστάμενων αξιωματούχων του Παλατιού και από την άλλη τον κόσμο των μοναστηριών, των εικονολατρών και των εικονομάχων.  Επίσης, παράλληλα με τους δύο παραπάνω, τον κόσμο των θεατρίνων, των νάνων και των κάθε λογής περιπλανώμενων "απόκληρων" της εποχής, αλλά και τον κόσμο που αντιπροσωπεύει ο απλός λαός της αγροτιάς και των βιοπαλαιστών.

Μέσα από αυτά τα τέσσερα παράλληλα σύμπαντα επιλέγει η Α.Γ. να μας αφηγηθεί την ιστορία της Αλεξίας, μιας πριγκιποπούλας στο Ιερόν Παλάτιον της Βασιλεύουσας, την οποία θα μπλέξει τόσο ο έρωτας όσο και η ίδια η Ιστορία στα γρανάζια της.

Η όλη δομή του βιβλίου δεν ακολουθεί παρά την κλασική δομή του παραμυθιού: η όμορφη και καλόψυχη ηρωίδα περνάει κυριολεκτικά, αδικημένη από τη ζωή και τους γύρω της, από σαράντα κύματα πριν καταφέρει στο τέλος να δικαιωθεί και να απολαύσει όσα η ίδια η ζωή της στέρησε.

Το παραμύθι όμως αυτό κάθε άλλο παρά απλοϊκό είναι. Αντιθέτως, συμβαδίζει απόλυτα με την ιστορική αλήθεια και με τους απαράβατους κανόνες του ιστορικού μυθιστορήματος. Δηλαδή, ό,τι δεν συνέβη στ' αλήθεια θα μπορούσε να είχε συμβεί, οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι αληθινά ιστορικά πρόσωπα, ενώ οι πρωταγωνιστές φανταστικά. Οι πράξεις των πρώτων συμβαδίζουν με την αληθινή Ιστορία, ενώ των δεύτερων με τη μυθοπλασία και-ως έναν βαθμό- και με την Ιστορία.

Επιπλέον η αφήγηση είναι καθηλωτική, όπως συμβαίνει συνήθως στα παραμύθια, και η πλοκή καταιγιστική, αιχμαλωτίζοντας την προσοχή του αναγνώστη ως το τέλος. Ο έρωτας της Αλεξίας με τον γενναίο στρατιώτη Βαρδή είναι εξίσου δυνατός και συγκινητικός.

Το βιβλίο ρίχνει μία καλή ματιά στα χρόνια της βασιλείας της δυναστείας των εικονομάχων Ισαύρων, από τον ικανότατο στρατηγό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Πέμπτο Κοπρώνυμο, ο οποίος βασίλεψε από το 741 ως το 775 και τον Λέοντα τον Τέταρτο (775-780), μέχρι τα ταραγμένα χρόνια της διακυβέρνησης της γυναίκας του, της αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας, μιας γυναίκας αυταρχικής και διψασμένης για εξουσία.

 Η Α.Γ. εστιάζει στον φανατισμό της σκοτεινότερης εποχής του Βυζαντίου και στο πως αυτός επηρέασε και άλλαξε πολλές φορές τις ζωές των απλών ανθρώπων. Αναμφίβολα πρόκειται για έναν ευκολοδιάβαστο και επιτυχημένο συνδυασμό Λογοτεχνίας και Βυζαντινής Ιστορίας, τον οποίο η συγγραφέας πέτυχε μελετώντας διεξοδικά, παρ' όλο που δεν τις κατονομάζει, τις ιστορικές πηγές της εποχής.

Βασίλι Γκρόσσμαν, Η κόλαση της Τρεμπλίνκα, εκδ. Άγρα, 2021, σελ.118

 

http://agrapublications.blogspot.com/2020/11/grossman-treblinka.html

 

Το βιβλίο Η κόλαση της Τρεμπλίνκα είναι, αν όχι η  πρώτη, σίγουρα μία από τις πρώτες μαρτυρίες στον κόσμο για ναζιστικό στρατόπεδο εξόντωσης. Γραμμένο το καλοκαίρι του 1944 από την πένα του διάσημου Σοβιετικού συγγραφέα και δημοσιογράφου Βασίλι Γκρόσσμαν, τότε πολεμικό ανταποκριτή του σοβιετικού στρατού, το δοκίμιο αυτό δικαίως πρέπει να λάβει καίρια θέση στην αποκαλούμενη στρατοπεδική λογοτεχνία ή τη λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος. Οπωσδήποτε πάντως, πρόκειται για κάτι διαφορετικό απ' όσα έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε για το συγκεκριμένο θέμα.

Το σύντομο κείμενο συνοδεύεται από μία κατατοπιστικότατη εισαγωγή της μεταφράστριας Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, η οποία θα βοηθήσει τον αναγνώστη να συλλάβει το έργο σε όλη του την έκταση και να το κατανοήσει. 

Στην εισαγωγή η μεταφράστρια προβαίνει σε συγκρίσεις του έργου του Γκρόσσμαν με το άλλο μεγάλο αριστούργημα της εποχής για το ίδιο θέμα, εκείνο του Πρίμο Λέβι με τίτλο Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος. Επίσης, συγκρίνει το έργο αυτό του Γκρόσσμαν με το άλλο μεγάλο έργο της ζωής του, το Ζωή και Πεπρωμένο το οποιο έγραψε αργότερα, όταν είχε απαρνηθεί πλέον τον κομμουνισμό.

Την περίοδο όμως της συγγραφής του δοκιμίου αυτού, ο τριάντα εννιάχρονος Β.Γ. ήταν ένας καθαρά σοβιετικός στρατευμένος συγγραφέας που απεχθάνεται τον ναζισμό, μια απέχθεια η οποία είναι εμφανέστατη στο έργο του. 

Εξαιτίας αυτή της στράτευσης, εξάλλου, ο συγγραφέας αποσιωπά σκόπιμα στο έργο του τον ρόλο των Ουκρανών πολιτών, χωρίς τη βοήθεια των οποίων το αποτρόπαιο έργο των Γερμανών ναζί δεν θα ήταν εφικτό.

Πράγματι, ο αναγνώστης θα εκπλαγεί από το γεγονός ότι οι άντρες των Γερμανών SS στην Τρεμπλίνκα δεν αριθμούσαν πάνω από είκοσι με τριάντα άτομα και ότι όλο το υπόλοιπο προσωπικό του στρατοπέδου αποτελούταν από Ουκρανούς.

Ο Β.Γ. περιγράφει λεπτομερώς τη διαδικασία μεταφοράς των Εβραίων με τα τρένα, αλλά και του χώρου των στρατοπέδων και τη σαδιστική συμπεριφορά των φρουρών. Χαρακτηρίζει όσα είδε ως "ιμάντα παραγωγής θανάτου" και αφηγείται και τις προσπάθειες συγκάλυψης του εγκλήματος που έγιναν μετά από την εξέγερση των κρατουμένων στο στρατόπεδο 1-το 2 ήταν μόνο για εξόντωση-στις 2 Αυγούστου το 1943.

Το συμπέρασμα του συγγραφέα είναι ότι η κόλαση του Δάντη ωχριά μπροστά στην κόλαση της Τρεμπλίνκα.

Οι εναργείς περιγραφές κάνουν τον αναγνώστη να βλέπει ολοζώντανη τη φρίκη μπροστά του- τα βλέμματα απόγνωσης των κρατουμένων, να την αφουγκράζεται- τις κραυγές και τις οιμωγές των μελλοθάνατων, να την οσφραίνεται-τη δυσωδία και την αποφορά των πτωμάτων και να την ακουμπά- τα στριμωγμένα στους θαλάμους αερίων κορμιά.

Το λογοτεχνικό χάρισμα του συγγραφέα είναι εμφανέστατο ήδη από την πρώτη σελίδα. Το ύφος κινείται ανάμεσα στην τραγικότητα, την ειρωνεία και το φιλοσοφικό απόφθεγμα.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι το βιβλίο περιλαμβάνει και ορισμένες φωτογραφίες-ντοκουμέντα της εποχής του ίδιου του συγγραφέα και του χώρου του στρατοπέδου.

Σωτήρης Ριζάς, Οι Μεγάλες Δυνάμεις και η επανάσταση, Από το Λάιμπχ ως το Ναβαρίνο, εκδ. Μεταίχμιο, 2021, σελ.169

 

https://www.metaixmio.gr/el/products/%CE%BF%CE%B9-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CF%82-%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7

 Χωρίς την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, λένε κάποιοι, δεν θα είχε υπάρξει ελληνικό κράτος. Λάθος, αντιφάσκουν κάποιοι άλλοι, χωρίς τον ελληνικό αγώνα και την αυτοθυσία πολλών Ελλήνων δεν θα είχε υπάρξει ελληνικό κράτος. Και, όπως συμβαίνει συνήθως, η αλήθεια μεταξύ των δύο αυτών ρήσεων βρίσκεται κάπου στη μέση.

Για το πόσο ακριβώς, επομένως, επέδρασαν και έπαιξαν ρόλο οι Μεγάλες Δυνάμεις στον σχηματισμό του νεοελληνικού κράτους, μας μιλάει ο έγκριτος ιστορικός Σωτήρης Ριζάς στο βιβλίο του "Οι Μεγάλες Δυνάμεις και η επανάσταση", έναν ακόμη τόμο από την επετειακή σειρά των εκδόσεων Μεταίχμιο για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση.

Ο Σ. Ρ. περιγράφει εναργώς το κλίμα που υπήρχε στην Ευρώπη το 1815, δηλαδή το συντηρητικό κλίμα της Ιεράς Συμμαχίας ενάντια σε κάθε επαναστατική κίνηση ή πολιτειακή μεταβολή που είχε επιβάλει ο καγκελάριος της Αυστρίας Μέττερνιχ και το πως αυτό κατέληξε τελικά να μεταστραφεί από το 1822 και μετά, όταν Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας έγινε ο Γεώργιος Κάνινγκ.

Μοιραία, λοιπόν, ο συγγραφέας υπεισέρχεται και σε λεπτομέρειες γεωπολιτικής φύσεως και στρατηγικής προκειμένου να εξηγήσει τις επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων, της Γαλλίας, της Βρετανίας και της Ρωσίας στην Ανατολική Μεσόγειο και την αντιπαλότητα μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Ρωσίας, η οποία έπαιξε μέγιστο ρόλο στην αλλαγή της πολιτικής τους.

Αναλύει τις συνέπειες των Ναπολεόντειων πολέμων και της Γαλλικής Επανάστασης και εξετάζει διεξοδικά τον ρόλο του Ιωάννη Καποδίστρια στη διεθνή διπλωματική σκηνή.

Έτσι, καταφέρνει να εξηγήσει τελικά στον αναγνώστη πως οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες ήταν τόσο αρνητικά διακείμενες απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση στο συνέδριο του Λάυμπαχ το 1821, κατέληξαν να καταφέρουν μία πανηγυρική νίκη ενάντια στον οθωμανικό στόλο χάριν της ελληνικής υπόθεσης.

Επισημαίνει, επιπροσθέτως, ότι η Μεγάλη Βρετανία ήταν πράγματι το πιο φιλελεύθερο κράτος της εποχής της  και αναλύει μερικώς τον αντίκτυπο της Ελληνικής Επανάστασης και σε άλλες επαναστάσεις την ίδια περίπου εποχή.

Καλογραμμένο, μικρό σε μέγεθος και εύληπτο, αποτελεί μία ακόμη καλή αναγνωστική πρόταση για το 1821.

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί, εκδ. Κέδρος, 2021, σελ.166

 

https://www.kedros.gr/product/9051/kalytero-exei-symbei.html

 

Το νέο βιβλίο του πολυγραφότατου Βαγγέλη Ραπτόπουλου "Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί" δεν είναι αυτοβιογραφία. Δεν είναι όμως ούτε δοκίμιο, ούτε μυθιστόρημα, αλλά ούτε και πολιτική ή φιλοσοφική σάτιρα. Είναι, όπως το ονομάζει και ο ίδιος, μία επιλεκτική αυτοβιογραφία του, η οποία περιέχει 100% Βαγγέλη Ραπτόπουλο. Επίσης, εξαιτίας του μικρού μεγέθους της, χαρακτηρίζεται ακόμη από τον συγγραφέα ως μία παρωδίας αυτοβιογραφίας.

Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο αποδεικνύει για άλλη μία φορά ότι η ζωή ενός συγγραφέα και τα προσωπικά του βιώματα αποτελούν την καλύτερη πρώτη ύλη για τις όποιες συγγραφικές του απόπειρες.

Αυτό που περιγράφει καλύτερα το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι παρά η φράση "Η ομορφιά της απλότητας ", αφού ο Β.Ρ. καταφέρνει να πει πολλά μέσα από την απλή, κομψή, όσο και εύληπτη γραφή του και τα τριάντα έξι σύντομα αυτοβιογραφικού τύπου κείμενά του. Σε αυτά περιέχονται πάμπολλες αποφθεγματικές κρίσεις και υπέροχες σκέψεις για διάφορα θέματα, παιδικές και νεανικές, αλλά κυρίως λογοτεχνικές και συγγραφικές αναμνήσεις.

Δεν είναι, φυσικά, περίεργο το γεγονός ότι πρωτοστατούν στο βιβλίο οι σκέψεις και οι αναμνήσεις που έχουν να κάνουν με τη συγγραφή, και μάλιστα οι σκέψεις ενός ανθρώπου που είναι επαγγελματίας στο είδος και βιοπορίζεται, επιπλέον, από τη συγγραφή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, όμως, το γεγονός, ότι ο Β.Ρ. δεν διστάζει να επικρίνει τα κακώς κείμενα γύρω του, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του, όπου το κρίνει απαραίτητο, και μάλιστα αυστηρά. 

Αναμφίβολα, λυπάται- και έχει απόλυτο δίκιο- που τόσο πολλοί άνθρωποι γύρω μας σήμερα δεν αγαπούν αυτό που κάνουν-ή δεν κάνουν ό,τι αγαπούν -και ο ίδιος δηλώνει τυχερός που κατάφερε να ζήσει από αυτό το οποίο γέμιζε την ψυχή του: τη συγγραφή. Και δεν κατατάσσει τον εαυτό του, ούτε στους συστεμικούς, αλλά ούτε και στους ανατρεπτικούς συγγραφείς.

"Επιπλέον, είχα την ελευθερία να λέω σχεδόν ό,τι ήθελα και να ασχολούμαι με τα ενδιαφέροντά μου (κυρίως πολιτιστικά θέματα). Πόσοι σ΄αυτήν τη ζωή, και στην  εποχή μας κάνουν ό,τι πραγματικά αγαπάνε- ή, αλλιώς, αγαπάνε ό,τι κάνουν;"

Από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα είναι, αναντίρρητα, εκείνα που μας φανερώνουν τις λογοτεχνικές προτιμήσεις και τις επιρροές στη μακρά λογοτεχνική του πορεία, ήτοι Καζαντζάκης, Εμπειρίκος, Κάρβερ, Βερν, Μπουκόφσκι και άλλοι. Περιέχονται, όμως, και ένα σωρό άλλες ετερογενείς και αποσπασματικές πληροφορίες όπως για τα σπίτια τα οποία έμενε, τις Κυριακές του, τη γνωριμία του με τον Μένη Κουμανταρέα,  τη σχέση του με τα ανέκδοτα, τους γονείς, το φαινόμενο Στίβεν Κινγκ, τη σύζυγο και την κόρη του,  τη ζωή του στη Στοκχόλμη και τόσα άλλα. Δηλώνει, επίσης, απερίφραστα ότι το καλύτερο που του έχει συμβεί στη ζωή του είναι η κόρη του, το γράψιμο και το κολυμβητήριο, μια δραστηριότητα την οποία ανακάλυψε πρόσφατα.

Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι τα σημεία που ο Β.Ρ. συμβουλεύει νέους συγγραφείς και προτείνει στους λογοτέχνες τι μπορούν να κάνουν με τις κακές κριτικές που τυχόν λαμβάνουν κατά καιρούς.

"Οι αρνητικές κριτικές, έστω κι αν πρόκειται για σαρκασμούς και χελυασμούς, όπως εκείνοι που δέχτηκε ο Σμαραγδής, μπορεί να σημαίνουν δύο πράγματα. Είτε το έργο σου είναι επιεικώς μέτριο και γεμάτο αδυναμίες είτε είσαι αληθινά πρωτοπόρος και δεν σε καταλαβαίνουν. Και στις δύο περιπτώσεις δεν γίνεται να κάνεις και πολλά: η κριτική είναι αναγκαίο κακό (ή καλό).

Όπως έγραψε και ο Μπαρούχ Σπινόζα: "Ούτε να κλαψουρίζεις ούτε να εξοργίζεσαι. Φρόντισε να καταλάβεις". Οι υπόλοιπες αντιδράσεις δεν έχουν νόημα. Όχι μόνο επειδή είναι αδύνατον να ελέγξεις πως θα αντιμετωπίσουν το έργο σου. Αλλά κυρίως επειδή η κριτική, όντας εκ φύσεως θνησιγενής, είναι καταδικασμένη να ξεχαστεί. Το θέμα είναι να μην ξεχαστεί μαζί της και το έργο σου".

Τι μένει λοιπόν από ένα τόσο ποικίλο, πολύχρωμο-και δεν αναφέρομαι στο εξώφυλλο- όσο και πολυθεματικό βιβλίο; Μία καλή γεύση από ολόδροση γραφή, από την ελληνική και την παγκόσμια λογοτεχνία και από την ελληνική κοινωνία του 20ου-21ου αιώνα με μεγάλες δόσεις αυτοσαρκασμού, αυτοαξιολόγησης, αυτοεξομολόγησης και χιούμορ!