Σάββατο 21 Αυγούστου 2021

Τατιάνα Αβέρωφ, Το ξέφωτο, εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ.520

 

https://www.metaixmio.gr/el/products/%CF%84%CE%BF-%CE%BE%CE%AD%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF


Το ξέφωτο της Τατιάνας Αβέρωφ είναι ένα ιδιαίτερο ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο κατά βάση αφηγείται τόσο την ιστορία του Μετσόβου στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, όσο και την ιστορία της οικογένειας Αβέρωφ.

Πρωταγωνίστρια είναι η Ιφιγένεια Αβέρωφ, κόρη του Νικόλαου Αβέρωφ, αδελφού του διάσημου ευεργέτη. Πρόκειται για πρόσωπο φανταστικό, το οποίο όμως η συγγραφέας επιδέξια τοποθετεί ανάμεσα σε πραγματικά ιστορικά πρόσωπα, τα τρία αδέλφια της Ιφιγένειας στην προκειμένη περίπτωση. Έτσι η συγγραφέας εξασφαλίζει μεν πλήρη ελευθερία κινήσεων για την πρωταγωνίστρια, αλλά από την άλλη  τοποθετεί την ηρωίδα της στο επιθυμητό ιστορικό πλαίσιο με κάθε σεβασμό στην ίδια την επιστήμη της Ιστορίας.

Ουσιαστικά το μυθιστόρημα παρακολουθεί τη ζωή της Ιφιγένειας κατά τα έτη 1875-1885, εκείνη την ταραγμένη, δηλαδή, δεκαετία, οπότε και σημειώθηκε η επανάσταση του 1875 σε Ήπειρο και Θεσσαλία, η οποία οδήγησε, όμως, τελικά μονάχα τη Θεσσαλία και τη Άρτα σε ένωση με τη μητέρα πατρίδα το 1881. Οι κάτοικοι του Μετσόβου, όπως και όλοι οι υπόλοιποι Ηπειρώτες πλην τους Αρτινούς, θα έπρεπε να περιμένουν ως το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων προκειμένου να απελευθερωθούν από τον τουρκικό ζυγό.

Αυτή την ταραχώδη περίοδο επιλέγει, λοιπόν, η συγγραφέας για να μας αφηγηθεί τα ήθη και τα έθιμα της Ηπείρου και να σκιαγραφήσει με επιτυχία την πατριαρχική και συντηρητική κοινωνία της εποχής. Η χρονική αφήγηση έχει ως άξονα το χριστιανικό εορτολόγιο, αλλά παρεμβάλλονται και κοινωνικά γεγονότα, σημαντικά για τη ζωή του τόπου, όπως γάμοι, αρραβώνες, κηδείες κτλ., τα οποία περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια. Έτος σταθμός στο βιβλίο είναι το 1908, τότε που η Ιφιγένεια, μεγάλη και παντρεμένη γυναίκα πλέον, επιστρέφει στο Μέτσοβο για την κηδεία της μητέρας της. Τότε αναπολεί τα παιδικά της χρόνια.

Η Ιφιγένεια είναι ένα ιδιαίτερο κορίτσι στο κατώφλι της εφηβείας. Ζωηρή, πεισματάρα και ισχυρογνώμων, είναι πάντοτε έτοιμη να ξεχωρίσει αλλά και να υπερασπιστεί το δίκιο της. Θα συναντήσει τον Τέγο, τον ταπεινό γιο ενός αγωγιάτη, με τον οποίο θα ζήσει τον πρώτο -και ανεκπλήρωτο-παιδικό της έρωτα. Μοιραία η ζωή και η κοινωνία θα τους χωρίσει, αλλά δεν θα ξεχάσουν εύκολα ο ένας τον άλλον.

Το μυθιστόρημα, δομημένο σε μια σειρά από αντιθέσεις, απεικονίζει εξαίσια τη ζωή στην τουρκοκρατούμενη Ήπειρο και τον κόσμο των γυναικών, των εργαζόμενων ανδρών, των παιδιών, ακόμη και των λήσταρχων που διαβιούσαν στα γύρω βουνά και σκορπούσαν τον τρόμο με τις απαγωγές και τις ληστείες τους.

Οι γυναίκες είναι μεν δέσμιες του φύλου τους και υποταγμένες στην πατριαρχική κοινωνία της εποχής, από την άλλη όμως είναι και δυναμικές. Το Μέτσοβο μπορεί να είναι υπόδουλο στους Οθωμανούς, αλλά χαίρει από παλιά ειδικών προνομίων. Οι άνθρωποί του ποθούν, παρ' όλα αυτά, την ελευθερία, αλλά η συνθήκη του 1878 δεν προβλέπει, τελικά, κάτι θετικό γι' αυτούς. Από τη μια, λοιπόν, είναι υπόδουλες περιοχές και από την άλλη η απελευθερωμένη Ελλάδα. Η Ιφιγένεια ανήκει στην "καλή" κοινωνία της εποχής, σε αντίθεση με τον Τέγο, ο οποίος ανήκει στους μη έχοντες. Η Αθήνα, με τις λαμπρές χοροεσπερίδες της, παρουσιάζεται σε αντιδιαστολή με την πιο "οπισθοδρομική" τότε επαρχία, την Ήπειρο, η οποία δεν ανήκε μάλιστα ούτε καν στην Ελλάδα. 

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί  συγγραφέας σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή. Είναι σύμφυτη της εποχής και περιέχει αρκετές τουρκικές λέξεις, αλλά κυρίως πολλές από το βλάχικο ιδίωμα. Οπωσδήποτε πρόκειται για καλοδουλεμένη γλώσσα που ρέει εντελώς φυσικά και αβίαστα, όπως τα ποτάμια της Ηπείρου.

Η οικογενειακή ιστορία των Αβέρωφ μπλέκεται με την Ιστορία της Ηπείρου. Οι παιδικές αναμνήσεις της Ιφιγένειας και της αδελφής της της Ευδοκίας με την ιστορία του Μετσόβου. Το εμπόριο με την καλλιέργεια της γης. Οι Τούρκοι με τους Έλληνες, που άλλοτε ζουν αγαστά κι άλλοτε όχι. Οι πρίγκιπες με την "πλέμπα". Όλα αυτά τα αλληλοσυμπληρούμενα, μεταξύ τους, σκηνικά, συνθέτουν τον πολύπλοκο κόσμο στο βιβλίο της Τατιάνας Αβέρωφ. Ένα βιβλίο στο οποίο οι ήρωες ψάχνουν το δικό τους ξέφωτο μέσα  στο, σκοτεινό, πολλές φορές, δάσος της ζωής, προκειμένου να καταφέρουν να πραγματοποιήσουν τα πιο τρελά όνειρα και τις επιθυμίες τους. 

Εν ολίγοις λοιπόν, Το ξέφωτο είναι ένα ιδιαίτερο ιστορικό μυθιστόρημα, το οποίο η συγγραφέας καταθέτει ως φόρο τιμής στην ιστορία της της γενέτειρας και της οικογένειάς της, γραμμένο με μεράκι και αγάπη τόσο για την Ιστορία, όσο και για τη Λογοτεχνία. Πάνω απ' όλα η ανάγνωσή του, θα αφήσει τον αναγνώστη με μία αίσθηση πληρότητας τόσο από άποψη απόλαυσης της Λογοτεχνίας, όσο και από άποψη σεβασμού για την Ιστορία.

"Πάνω από εκατό ονόματα ευεργετών ήταν καταγραμμένα στα αρχεία-Τοσίτσας, Στουρνάρης, Αβέρωφ, Φλόκας, Τούλης, Πίχτος, Φαρδής, Τσιουμάγκας και τόσοι ακόμα που φρόντιζαν για τον τόπο τους, με πρώτο και καλύτερο βέβαια τον μεγάλο Γεώργιο Αβέρωφ, που, από τότε που πλούτισε στην Αλεξάνδρεια, έστελνε κάθε χρόνο 750 χρυσές λίρες στο χωριό του για έργα κοινής ωφελείας κάθε  λογής, μα πάνω απ' όλα για ναούς και για σχολεία, για να κρατήσουν οι υπόδουλοι Έλληνες τη θρησκεία και τη γλώσσα τους ζωντανή.

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2021

Γεώργιος Τζιτζικάκης, Ανεμόγερτος, εκδ. Κάκτος, 2021, σελ.362


 https://www.kaktos.gr/el/tzitzikakis-anemogertos-978-960-382-069-7.html

"...Βηματίζουμε τη ζωή πιστεύοντας ότι ζούμε αλλά δεν το κάνουμε   πράγματι, γιατί διαρκώς, αντί να ζήσουμε, ψάχνουμε εκείνο που, όπως νομίζουμε, μας λείπει για να συμπληρώσει την ευτυχία μας και λησμονούμε όσα ήδη έχουμε (και με αυτά μπορούμε μια χαρά να απολαύσουμε τη ζωή μας)".

Ανεμόγερτος είναι εκείνος που λυγίζει και γέρνει στο δυνατό φύσημα του ανέμου, σαν δεντράκι που χάνει τα φύλλα του, αλλά δεν πέφτει τελικά και διατηρεί τον κορμό του αλώβητο.

Ένας τέτοιος ανεμόγερτος είναι και ο Γιώργος στο ομότιτλο βιβλίο του Χανιώτη συγγραφέα Γεωργίου Τζιτζικάκη, μιας γνήσιας κατάθεσης ψυχής με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Πρόκειται για μία πρωτοπρόσωπη εξομολόγηση ιδιαιτέρως συγκινητική και γραμμένη με τρόπο που καθηλώνει τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας μας αφηγείται τη ζωή ενός ανθρώπου που αδικήθηκε από τη ζωή, αλλά δεν έπαψε να παλεύει και να αγωνίζεται για το καλύτερο.

Ο Γιώργος είναι κάτοικος Αθηνών και αντιμετωπίζει ένα χρόνιο πρόβλημα με τον υπερτροφικό θυροειδή του, ενώ, παράλληλα, δεν έχει σταθερή εργασία. Είναι παντρεμένος με μια γυναίκα που λατρεύει,- το πιο καλό πράγμα που έχει συμβεί στη ζωή του, όπως ομολογεί-αλλά τα οικονομικά και τα προβλήματα υγείας που τον ταλανίζουν, του αφαιρούν ενίοτε κάθε θετική διάθεση και τον φέρνουν, συχνά, αντιμέτωπο με το φάσμα της κατάθλιψης. Διότι, πράγματι, κάποιες φορές όλα φαίνονται να πηγαίνουν στραβά στη ζωή μας. Το σημαντικό, όμως, είναι ο τρόπος που θα ανταπεξέλθουμε τις δυσκολίες.

Ο Γιώργος θα ζήσει τραγελαφικές καταστάσεις, άλλοτε περισσότερο τραγικές και άλλοτε πιο κωμικές. Ταυτόχρονα, όμως, θα συναντήσει στη ζωή του ανθρώπους δύο ειδών: εκείνων που απομυζούν κάθε ικμάδα χαράς και ενέργειάς του με τη συμπεριφορά τους και συχνά θα θελήσουν να τον εκμεταλλευτούν και εκείνους που θα του τείνουν χείρα βοηθείας και θα του διδάξουν το δικό τους μάθημα ζωής μέσα από τις- χειρότερες πολλές φορές από τις δικές του- δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Διότι, όπως θα διαπιστώσει ο Γιώργος, τελικά πάντα υπάρχουν χειρότερα και μεγαλύτερα προβλήματα από τα δικά μας, όσο κι αν εμείς νομίζουμε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο!

Το βιβλίο περιλαμβάνει την αφήγηση αρκετών κωμικοτραγικών συμβάντων με γιατρούς, διαρρήκτες, αστυνομικούς και άλλους, διαλόγους με απατεώνες που εργάζονται σε αδίστακτες εταιρείες και γοητευτικά ταξίδια στη Λιθουανία και την Κρήτη που δίνουν την απαραίτητη νότα αισιοδοξίας.

Ο Ανεμόγερτος είναι ένα αυτοβιογραφικό, ψυχογραφικό και φιλοσοφικό δοκίμιο με απροσδόκητα τραγικό και συγκλονιστικό φινάλε, ένα μάθημα ζωής που απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, γραμμένο με άφθονο λυρισμό, αυτοσαρκασμό και κωμικοτραγική διάθεση. Ο τόνος είναι συχνά δηκτικός και ειρωνικός και άλλοτε τρυφερός και συγκινητικός. Πάντοτε, όμως, διατηρεί τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνεια που χαρακτηρίζει τον συγγραφέα. Ο αφηγητής δεν διατάζει να παραδεχτεί ευθέως τα λάθη του και να κάνει την αυτοκριτική του μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του. Δεν βιάζεται να πει αυτό που θέλει, απεναντίας αναλύει διεξοδικά τα συναισθήματά του.

Συνοψίζοντας σε μία μόνο φράση, ο Γεώργιος Τζιτζικάκης, αυτό που θέλει να περάσει στον αναγνώστη είναι το γνωστό μότο του Carpe Diem, δηλαδή άδραξε τη μέρα και μην την αφήνεις να πηγαίνει χαμένη. Στη ζωή λίγες θα είναι οι στιγμές της απόλυτης χαράς που θα βιώσουμε. Πρέπει, επομένως, να τις εκμεταλλευόμαστε και αν μην τα παίρνουμε όλα τοις μετρητοίς. Η ζωή είναι μικρή και δεν πρόκειται κανείς μας να ζήσει δεύτερη φορά. Σίγουρα δεν πρέπει να έχουμε έπαρση και να τα θεωρούμε όπλα δεδομένα. Μπορούμε όμως να συναναστρεφόμαστε με όσους αγαπάμε και μας αγαπούν και να λέμε όχι σε ό,τι μας καταπιέζει. 

Το θέμα δεν είναι, τελικά, αυτά που μας συμβαίνουν, αλλά πως εμείς θα τα αντιμετωπίσουμε, με χαμόγελο ή όχι. Εκείνο που μετράει είναι η θέλησή μας για ζωή και ο αγώνας μας να καταφέρουμε να σηκωθούμε και πάλι όρθιοι αν τελικά πέσουμε!

"Όλοι πέφτουμε κατά καιρούς, κι αν για να σηκωθούμε  χρειαζόμαστε ενίοτε κάποιον να μας σηκώσει, χρειαζόμαστε επίσης κάτι για να μας ξεδιψάσει ώστε να βρούμε τα κουράγια μας και να συνεχίσουμε το τρέξιμο της ζωής".

Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

Η πρόοδος της ιατρικής μετά τον Μεσαίωνα


  

Αναμφίβολα, η μεγάλη αλλαγή στην ιατρική επιστήμη προήλθε με την εφεύρεση του εμβολιασμού από τον Έντουαρντ Τζέννερ στα τέλη του 18ου αιώνα. Αυτή η πρακτική, μαζί με την πρόοδο στη χημεία και την υγιεινή, και συνάμα κάποιες άλλες εφευρέσεις, στάθηκαν η αιτία που οι γιατροί κατάφεραν να απελευθερωθούν από τον απόλυτο ενστερνισμό για τις ασθένειες του δόγματος της χυμοπαθολογίας του Γαληνού και του Ιπποκράτη. Η μακρά αυτή πορεία της αλλαγής, η οποία ξεκίνησε το 1796 με τον δαμαλισμό του Τζέννερ έφθασε στην κορύφωσή της με την ανακάλυψη της πενικιλίνης το 1928 από τον Αλεξάντερ Φλέμινγκ.

Η αμφισβήτηση του γαληνισμού, ο οποίος πρέσβευε, εκτός από τη θεωρία των χυμών του Ιπποκράτη, και την προσήλωση στα συγγράμματα αντί για τη θεραπεία μέσω της παρατήρησης και της ψηλάφησης του αρρώστου, ξεκίνησε στα τέλη του Μεσαίωνα από τον Ελβετό αλχημιστή Παράκελσο ο οποίος πρέσβευε, σε αντίθεση με τον Ιπποκράτη, ότι η ασθένεια προκαλείται όχι εξαιτίας της ανισορροπίας των χυμών, αλλά εξαιτίας ενός περιβαλλοντικού εξωγενούς παράγοντα. Στη συνέχεια άνθρωποι όπως ο Φλαμανδός ανατόμος Αντρέας Βεσάλιος, ο Ουίλιαμ Χάρβεϋ με την ανακάλυψη της κυκλοφορίας του αίματος το 1628, αλλά και οι ανακαλύψεις  των χημικών Λαβουαζιέ, Πρίστλεϊ και Μπερζέλιους, οι οποίοι βρήκαν ότι τα στοιχεία δεν ήταν μονάχα τέσσερα, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης, αλλά περισσότερα, έθεσαν τις βάσεις για την επιστημονική επανάσταση του 19ου αιώνα.

 Έτσι, παράλληλα με τις ανακαλύψεις του Τζέννερ γύρω από τον εμβολιασμό, προχωρούν και τα νέα νοσοκομεία και οι νεκροτομές της Σχολής του Παρισιού κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Στα νέα νοσοκομεία και στις σπουδές των γιατρών, προτεραιότητα έχουν πλέον η παρατήρηση και η εξέταση των ασθενών, αν και η θεραπεία, χωρίς την ανακάλυψη των αντιβιοτικών, παραμένει ακόμη αναποτελεσματική σε αυτή τη φάση.

Τη σκυτάλη στην υγειονομική επανάσταση που ξεκίνησε στο Παρίσι, παίρνει κατόπιν το Λονδίνο, στο οποίο ο Έντγουιν Τσάντγουικ προσπάθησε να φέρει το τρεχούμενο νερό και την αποχέτευση σε όλα τα σπίτια, ρίχνοντας έτσι κατακόρυφα τον δείκτη μετάδοσης των λοιμωδών νοσημάτων. Σε αυτό του το έργο βοηθήθηκε από τον Τζορτζ Τζέννινγκς, ο οποίος το 1852 ανακάλυψε το καζανάκι. 

Χάρη στις υγειονομικές μεταρρυθμίσεις, επομένως, του Τσάντγουικ και των συνεργατών του, με τις πλακοστρώσεις των δρόμων και την αποχέτευση, οι οποίες μεταμόρφωσαν κυριολεκτικά τις αγγλικές πόλεις τον 19ο αιώνα από ρυπαρούς οχετούς σε βιώσιμες εστίες, η Μεγάλη Βρετανία έγινε η πρώτη χώρα στην οποία ως το 1860 είχε εξαλειφθεί η χολέρα. Επιπροσθέτως, μαζί με τη βελτίωση της διατροφής, οι γυναίκες άρχισαν να κατανονούν και να εφαρμόζουν στα σπίτια τους τις βασικές αρχές της καθαριότητας, με αποτέλεσμα τη γενικότερη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής. Μια σειρά από νέες ανακαλύψεις τώρα έμελε να οδηγήσει στην απόδειξη της ύπαρξης των μικρών παθογόνων οργανισμών, των μικροβίων, των βακτηριδίων και των ιών.

Η αρχή έγινε ήδη από τον 18ο αιώνα, χάρη σε έναν βιοτέχνη υφασμάτων, τον Ολλανδό Λέβενχουκ, ο οποίος ήθελε να εξετάζει καλύτερα την ποιότητα των υφασμάτων που πουλούσε από ότι μπορούσε να το κάνει με έναν μεγεθυντικό φακό. Έτσι, εφηύρε ο ίδιος έναν φακό ο οποίος μεγέθυνε το αντικείμενο 275 φορές περισσότερο από έναν κοινό μεγεθυντικό φακό. Επειδή ο Λέβενχουκ διακατεχόταν παράλληλα και από επιστημονικές ανησυχίες, παρατήρησε επίσης με τη νέα του εφεύρεση και διάφορους μονοκύτταρους οργανισμούς. Αυτοί δεν φαίνονταν με γυμνό μάτι,  και τους ονόμασε "ζωάρια". Ο Άγγλος γιατρός Τζον Σνόου συνέδεδε κατόπιν την ύπαρξη αυτών των "ζωαρίων" με την ύπαρξη και την εκδήλωση της χολέρας.

Ξεχωριστή-όσο και άτυχη- περίπτωση στην ιστορία της ιατρικής αποτελεί ο Ούγγρος γυναικολόγος Σέμμελβαϊς. Αυτός δούλευε στα μέσα στο 19ου αιώνα στο Νοσοκομείο της Βιέννης και παρατήρησε κάτι πολύ σημαντικό σχετικά με τον επιλόχειο πυρετό στις λεχώνες, ο οποίος σκότωνε πολλές από αυτές. 

Στο νοσοκομείο αυτό, λοιπόν, οι γέννες γίνονταν σε δύο τμήματα: στο πρώτο τμήμα, όπου στους τοκετούς παρίσταντο γιατροί και φοιτητές ιατρικής οι οποίοι εκτελούσαν και νεκροτομές και στο δεύτερο τμήμα, όπου τους τοκετούς αναλάμβαναν μαίες. Ο Σέμμελαβαϊς παρατήρησε ότι το ποσοστό των γυναικών που νοσούσαν και κατέληγαν από επιλόχειο πυρετό στο πρώτο τμήμα ήταν 20%, ενώ στο δεύτερο μόνο 2%. Έτσι, συμπέρανε ότι οι οι γιατροί κουβαλούσαν μαζί τους κάποια άγνωστα ζωάρια από τα πτώματα, τα οποία μεταβίβαζαν στις γυναίκες, με αποτέλεσμα αυτές να μολύνονται και να πεθαίνουν μετά τη γέννα. Έβαλε, λοιπόν, τους γιατρούς να απολυμαίνουν τα χέρια τους προτού ξεγεννήσουν τις γυναίκες και η θνησιμότητα έπεσε κατευθείαν στο 1,3%.

Επειδή όμως δεν μπορούσε να προσδιορίσει ποια ακριβώς ήταν αυτά τα ζωάρια των πτωμάτων που ευθύνονταν για τις μολύνσεις, χλευάστηκε ως τσαρλατάνος και αποπέμφθηκε από το νοσοκομείο. Για την ιστορία να πούμε ότι ο Σέμμελβαϊς επέστρεψε στη Βουδαπέστη. Εκεί προσπάθησε να εφαρμόσει τις νέες μεθόδους του, αλλά πάντα μυστικά και με τον φόβο του χλευασμού από τους γύρω του, με αποτέλεσμα να πάθει νευρικό κλονισμό και να χάσει τη ζωή του σε άσυλο φρενοβλαβών μετά από ξυλοκόπημα που υπέστη από τους νοσηλευτές του.

Οι ιδέες του Σέμμελβαϊς βρήκαν, όμως, πρόσφορο έδαφος στα τέλη του 19ου αιώνα χάρη στον Βρετανό χειρουργό Τζόζεφ Λίστερ. Αυτός μετά από τις ανακαλύψεις του Κοχ και του Παστέρ, εφάρμοσε ευρέως την ιδέα της αντισηψίας στη χειρουργική, σώζοντας πολλούς ασθενείς από μετεγχειρητικές επιπλοκές που οφείλονταν σε μικροβιακή μόλυνση- η αναισθησία με αιθέρα και υποξείδιο του αζώτου εφαρμοζόταν ευρέως ήδη από το 1840-.

Τελειώνοντας, δεν γίνεται να μην αναφερθούμε σε δύο κορυφαίες μορφές της ιατρικής του 19ου αιώνα: στον Γερμανό Ρόμπερτ Κοχ, ο οποίος απομόνωσε τον βάκιλο της φυματίωσης το 1882 και διεξήγαγε εκτεταμένες έρευνες πάνω στην ασθένεια του άνθρακα που έπληττε κυρίως τα οικόσιτα ζώα, και στον Γάλλο Λουί Παστέρ ο οποίος εφηύρε τη  μέθοδο παστερίωσης των τροφίμων με θέρμανση σε κατάλληλη θερμοκρασία και απέδειξε περαιτέρω την ύπαρξη μικροοργανισμών ως υπεύθυνους για τις επιδημίες.

Βέβαια, ακόμη και η ανακάλυψη των μικροβίων δεν βοήθησε πρακτικά στη θεραπεία των λοιμωδών νόσων, όπως έγινε άμεσα στη χειρουργική. Μέχρι την ανακάλυψη των αντιβιοτικών, και αν εξαιρέσει κανείς τις ασθένειες που καταπολεμούνταν με εμβολιασμό, οι γιατροί παρέμεναν ουσιαστικά ανίσχυροι μπροστά σε έναν άνθρωπο που έχανε τη ζωή του από χολέρα, δυσεντερία, πανώλη και άλλες τέτοιες φοβερές ασθένειες που στοιχειώνουν τη συλλογική μνήμη ως τις μέρες μας.


Μπεν Μπλούσι, Οθέλλος, ο Αράπης του Αυλώνα, εκδ. Βακχικόν, 2021, σελ.383

 

https://ekdoseis.vakxikon.gr/shop/ekdoseis/vakxikon-peza/othelos-o-arapis-tou-avlona/


Ένας αλλιώτικος Οθέλλος, διαφορετικός, αλλά συγχρόνως και τόσο ίδιος με εκείνον του Σαίξπηρ, μας συστήνεται στο βραβευμένο βιβλίο του μεγαλύτερου Αλβανού συγγραφέα, του Μπεν Μπλούσι με τίτλο Οθέλλος, ο Αράπης του Αυλώνα.

Ο Μπεν Μπλούσι, έχοντας ως αφετηρία τους ήρωες και την υπόθεση του γνωστού ομότιτλου θεατρικού έργου του Σαίξπηρ, τον Οθέλλο, δημιουργεί μία διαφορετική ιστορία, η οποία θυμίζει μεν στις ιδέες και στο βασικό νόημα εκείνη του Σαίξπηρ αλλά είναι, συνάμα, διαφορετική.

Η ζήλια και η αγάπη πάντως, παραμένουν και εδώ τα βασικά ζητήματα. Ο Οθέλλος θα ερωτευτεί και πάλι τη Δυσδαιμόνα, η οποία, όμως, αυτή τη φορά θα έχει πράγματι δεσμό με τον Κάσιο. Ο Ιάγος και πάλι θα είναι ο κακός και ο ζηλιάρης τη υπόθεσης, ενώ ο Οθέλλος μονάχα στο τέλος θα αποδειχθεί εξίσου ζηλόφθονος, έτσι ώστε να καταλήξει το φινάλε του έργου να είναι παρόμοιο με εκείνο του ομώνυμου θεατρικού έργου.

Ιδού, επομένως το σκηνικό της τραγωδίας: Ο Οθέλλος είναι ένας Μαυριτανός μαύρος σκλάβος που αγοράζεται από τον ευγενή της Βενετίας Αλμπάνο Κονταρίνι, έναν πλούσιο χήρο με τρία παιδιά: τη Δυσδαιμόνα, την Αιμιλία και τον Ιάγο -διόλου τυχαία η επιλογή του ονόματος φυσικά.

Ο Οθέλλος θα ερωτευτεί τη Δυσδαιμόνα, διατηρώντας, όμως, την αγάπη του σε πλατωνική μορφή ως το τέλος σχεδόν του βιβλίου. Θα βρεθεί τελικά, από ένα γύρισμα της τύχης, στην Αλβανία και συγκεκριμένα στην υπό τουρκική κυριαρχία Αυλώνα. Εκεί θα γνωρίσει τον ξακουστό αντιρατσιστή και "αιρετικό" για την εποχή του στις θρησκευτικές απόψεις γιατρό, τον Στέφανο Γκίκα. 

Εκεί θα πολεμήσει, θα κάνει φίλους, αλλά και εχθρούς και ο Στέφαν θα τον γιατρέψει από τους κοιλιακούς πόνους που τον βασανίζουν. Στην Αλβανία, ακόμη, θα πολεμήσει τελικά τους Τούρκους, πριν αποφασίσει να επιστρέψει στη Βενετία και τη μεγάλη του αγάπη, τη Δυσδαιμόνα. Ένα μαντήλι θα παίξει κι εδώ τον ρόλο του στην επανένωσή τους, αλλά δεν πρόκειται να γίνουν αντρόγυνο, όπως συμβαίνει στο θεατρικό. Το φινάλε, πάντως, θα είναι παρόμοιο με εκείνο του Σαίξπηρ, αλλά πιο αινιγματικό και διφορούμενο. Ο αναγνώστης όμως, καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, δύσκολα θα ξεφύγει από τη σαιξπηρική σκιά η οποία είναι διαρκώς παρούσα στις σελίδες της, μαζί με τις έννοιες της αγάπη και της ζήλια.

"Παρότι ο Οθέλλος δεν ήξερε την αγάπη, η καρδιά του είχε το σωστό μέγεθος για να τη χωρέσει και την απαραίτητη υπομονή για να την περιμένει. Όταν ζούσε στην έρημο ήταν μικρός, όταν έφτασε στη Βενετία ήταν μόνος, ενώ στον Αυλώνα ήταν τρομαγμένος. Σε αυτά τα τρία ταξίδια της ζωής του, δεν είχε σκεφτεί την αγάπη, γιατί, όταν είσαι μικρός, όταν είσαι μόνος και τρομαγμένος, σκέφτεσαι μόνο τα πιο απλά πράγματα όπως η χαρά, η φιλία και η ηρεμία. Η αγάπη, όμως, μεγαλώνει μαζί με την καρδιά του ανθρώπου".

"Οι άνθρωποι πιστεύουν πως η ζήλια είναι αρρώστια. Αν είναι αλήθεια, τότε όλοι είναι κάπως άρρωστοι. Στη ζωή κάθε άντρα και κάθε γυναίκας υπήρξε μία μέρα που η ζήλια τρύπησε την καρδιά τους σαν μαχαίρι. Παρότι θεωρείται ασθένεια, εμπίπτει στην κατηγορία των απαραίτητων ασθενειών. Χωρίς τα ρίγη της ζήλιας, η  αγάπη δεν τρέχει. Αυτό που ισχύει όμως για τις ασθένειες, ισχύει και για τη ζήλια. Μπορεί να θεραπευτεί. Υπάρχουν άνθρωποι που, αφού υπέφεραν για καιρό εξαιτίας της, κλείνουν την καρδιά τους για να μη δηλητηριαστεί το αίμα τους. Υπάρχουν άλλοι που αρρωσταίνουν τόσο βαριά, που η καρδιά τους βυθίζεται για πάντα στο δηλητήριό της. Ακόμα κι αν σωθούν, ξεχνούν να αγαπούν. Υπάρχουν όμως και καποιοι που γεννιούνται και πεθαίνουν χωρίς να ερωτευτούν ποτέ. Αυτοί αντικαθιστούν την ευχαρίστηση της αγάπης με η ζήλια. Μη γνωρίζοντας τη αγάπη, θέλουν να εμποδίσουν και όλους τους άλλους να τη γευτούν". 

Επιπρόσθετο ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι το βιβλίο διαδραματίζεται στον κόσμο των Βενετών γύρω στο 1400. Παρουσιάζεται η ναυτική δύναμη της Βενετίας, ο κόσμος των ευγενών, ο θάνατος του φημισμένου Βενετού ζωγράφου Μπελίνι και, γενικότερα, η Μεσόγειος κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα.

Εν ολίγοις, πρόκειται για εναλλακτική αναγνωστική πρόταση με εφαλτήριο στην έμπνευσή της το διάσημο έργο του μεγαλύτερου θεατρικού συγγραφέα όλων των εποχών. Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι το βιβλίο τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2014.