Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

Γκαζμέντ Καπλάνι, Μικρό ημερολόγιο συνόρων, εκδ. Επίκεντρο

 


 


 

Ένα από τα συγκλονιστικότερα βιβλία που έχουν γραφτεί ποτέ σχετικά με το θέμα της μετανάστευσης και της προσφυγιάς υπογράφει ο Αλβανός συγγραφέας Γκαζμέντ Καπλάνι. Το βιβλίο γνώρισε δικαίως μεγάλη επιτυχία και επανεκδόθηκε πρόσφατα, τώρα που το προσφυγικό και το μεταναστευτικό γνωρίζουν μεγάλη έξαρση.

 

Το «Μικρό ημερολόγιο συνόρων» είναι ένα έργο που εστιάζει στην ψυχολογία του μετανάστη και στα συναισθήματά του, είναι ένα έργο βαθιά ανθρώπινο από έναν συγγραφέα που έζησε στο πετσί του τις κακουχίες και την υποτίμηση που μπορεί να βιώσει ένας μετανάστης.

 

Ο Γκαζμέντ πέρασε στην Ελλάδα το 1991 και καταθέτει τη δική του εμπειρία τόσο από τα βιώματά του στην κομμουνιστική Αλβανία υπό το καθεστώς ανελευθερίας του Χότζα, όσο και από τη δεύτερη πατρίδα του, την Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο αυτό το έγραψε ο συγγραφέας όχι στα αλβανικά αλλά στα ελληνικά. Παρ’ όλα αυτά ο συγγραφέας συμαπεραίνει στο βιβλίο του, το οποίο ασχολείται κυρίως με τη μετανάστευση των Αλβανών στη χώρα μας κατά τη δεκαετία του 1990, ότι, δυστυχώς, οι Έλληνες δεν είναι λαός φιλικός προς τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

 

Σήμερα ο συγγραφέας ζει πλέον στην τρίτη του πατρίδα τις ΗΠΑ, μετά από είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια παρουσίας στη χώρα μας, επειδή η ελληνική πολιτεία αρνήθηκε να του χορηγήσει την ελληνική υπηκοότητα. Επομένως, ο Γκαζμέντ είναι ο πλέον κατάλληλος να μας μιλήσει για την ψυχολογία του μετανάστη.

 

Το βιβλίο αυτό είναι γραμμένο βασισμένο στις προσωπικές του εμπειρίες και μαρτυρίες, περιέχει τις σκέψεις του συγγραφέα σχετικά με το πως τον βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι στη χώρα υποδοχής και πως τον αντιμετωπίζουν, αλλά περιέχει και κρίσεις αποφθεγματικού τύπου  γι’ αυτό. Παράλληλα, ο συγγραφέας επιχειρεί να γράψει και ένα μυθιστόρημα με θέμα τη μετανάστευση.

 

Πέρα από τα παραπάνω που μας αφηγείται ο συγγραφέας στο βιβλίο του, δηλαδή εκείνα που αφορούν τις δυσκολίες προσαρμογής των Αλβανών μεταναστών στη χώρα μας αλλά και την υποτίμηση και την εχθρότητα με την οποία τους αντιμετωπίζουν συνήθως οι ντόπιοι, ο Γκαζμέντ παρουσιάζει και τις συνθήκες ζωής στην δικτατορική Αλβανία των τελών του εικοστού αιώνα, οι οποίες ήταν ιδιαιτέρως καταπιεστικές για τον αλβανικό λαό. Καταλήγει πάντως ότι, πάνω απ’ όλα, θέλει κότσια για να είναι κάποιος μετανάστης.

 

           Έργο άκρως συγκινητικό, παιχνιδιάρικο, πάντα επίκαιρο και, πολλές φορές αυτοσαρκαστικό, δηκτικό και χιουμοριστικό, σίγουρα θα μας βάλει σε σκέψεις σχετικά με τη δική μας στάση απέναντι σε τέτοιες ομάδες ανθρώπων. Το αποκάλεσαν επίσης πολύ επιτυχημένα ως είδος και «αυτοβιογραφικό διαλογισμό». Με δυο λόγια, εμείς θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε και ως «το βιβλίο της ξενιτιάς». Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελευταία αυτή παρούσα έκδοση περιλαμβάνει και μία συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο συγγραφέας στον εκδότη Πέτρο Παπασαραντόπουλο το 2018. Σε αυτήν ο συγγραφέας παραθέτει τη γνωστή ρήση του Στέφαν Τσβάιχ σχετικά με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες: «Κάποτε για να είσαι άνθρωπος ήταν αρκετό να έχεις ένα σώμα και μια ψυχή. Τώρα πρέπει να έχεις και διαβατήριο γιατί αλλιώς δεν σε θεωρούν άνθρωπο».

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

Θάνος Κονδύλης-Γράμματα από τη Σμύρνη, εκδ. Ψυχογιός

 

Ο Θάνος Κονδύλης, επαγγελματίας ιστορικός, εφόσον διδάσκει Ιστορία στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, αλλά και εραστής της συγκεκριμένης επιστήμης, αφού έχει εκδώσει ως τώρα μία πληθώρα ιστορικών μυθιστορημάτων, είναι συγχρόνως και ένας εξαιρετικός μυθοπλάστης, συνδυάζοντας τα πεδία της Λογοτεχνία και της Ιστορίας στα πονήματά του.

 

Με το θέμα της Μικρασιατικής Καταστροφής είχε ασχοληθεί ενεργά  το 2010 όταν εξέδωσε το βιβλίο «Η αρχόντισσα της Σμύρνης». Τώρα επιστρέφει με ένα βιβλίο, ίδιο θεματικά με το προηγούμενό του από ιστορική άποψη, αλλά εντελώς διαφορετικό από μυθοπλαστική.

 

Η αλήθεια είναι ότι οι κεντρικοί χαρακτήρες που πλάθει, από τη μία η γιαγιά Πελαγία, αυτή που έζησε, δηλαδή, την Καταστροφή το 1922 όσο, από την άλλη, και η εγγονή της που ζει στο σήμερα, παρουσιάζονται αρκετά εξωραϊσμένοι, σχεδόν παραμυθένιοι ως άνθρωποι, δίχως ελαττώματα και αδυναμίες. Αυτό ακριβώς όμως είναι που κάνει και το βιβλίο λιγότερο ιστορικό και περισσότερο παραμυθένιο στο κυρίως σώμα του. Αυτό βέβαια δεν  σημαίνει ότι τα γεγονότα της Καταστροφής που περιγράφει ο συγγραφέας, αλλά και η εικόνα που παρουσίαζε η ίδια η Σμύρνη, δεν είναι πιστότατες αναπαραστάσεις της πραγματικότητας μέσα από ενδελεχή μελέτη των ιστορικών πηγών. Απεναντίας μάλιστα, το βιβλίο είναι εξόχως τεκμηριωμένο από ιστορικής απόψεως. Απλά ο συγγραφέας δεν θυσιάζει τη Λογοτεχνία χάριν της Ιστορίας σε καμία περίπτωση. Στο βιβλίο βέβαια θα συναντήσει κανείς περιγραφές της πόλης όπως την παρακάτω, ακόμη και την παράθεση γνήσιων  σμυρναίικων συνταγών, εμβόλιμες στο κυρίως σώμα του κειμένου:

 

«Στη Σμύρνη μπορώ να πω ότι η κάθε εθνότητα  λίγο πολύ γνώριζε τη θέση της. Για παράδειγμα, σε γενικές γραμμές οι Ρωμιοί ασχολούμασταν με το εξωτερικό κυρίως εμπόριο και είχαμε και κτήματα στα χωριά. Οι Τούρκοι κατείχαν κυρίως τις δημόσιες θέσεις, είχαν μεγάλα κτήματα έξω από τη Σμύρνη κι έκαναν εμπόριο κυρίως στο εσωτερικό της χώρας. Οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι ασχολούνταν με το εσωτερικό εμπόριο και άλλα μικροεπαγγέλματα. Οι λεβαντίνοι είχαν εργοστάσια, ορυχεία, ασχολούνταν με το εξωτερικό εμπόριο και άλλα πολλά».

«Με την ευκαιρία να πω εδώ σύντομα πως φτιάχνουμε τα κουλουράκια.  Γιατί στη Σμύρνη καφές χωρίς κουλουράκια ήταν σαν φαγητό χωρίς αλάτι. Σε μια γαβάθα βάζουμε σταδιακά κι ανακατεύουμε μισή οκά αλεύρι, 30 δράμια λάδι, άλλο τόσο λευκό κρασί…»

 

Η Πελαγία του σήμερα είναι γιατρός και φτάνει στη Σμύρνη κατ’ εντολή της γιαγιάς της προκειμένου να ερευνήσει το παρελθόν της. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου όμως αφορά την ιστορία της γιαγιάς Πελαγίας, εκείνης που αγάπησε παράφορα έναν γιατρό και έζησε από κοντά τα τραγικά γεγονότα που σημάδεψαν την μετέπειτα πορεία του μικρασιατικού ελληνισμού.

 

Η Πελαγία μένει ορφανή από νωρίς στη ζωή της και τη μεγαλώνει ο θείος της, ένας ευκατάστατος Σμυρνιός έμπορος. Ο έρωτάς της για τον Αλέξανδρο Καλλέργη, τον όμορφο γιατρό, θα έρθει νωρίς στη ζωή της, αλλά ο γάμος τους θα αργήσει να γίνει. Κι όταν τελικά γίνει, η καταστροφή που είναι προ των πυλών, απειλεί να τους καταστρέψει την ευτυχία. Θα τα καταφέρουν, άραγε, οι δύο νέοι να ζήσουν μαζί τη ζωή που ονειρεύονται ή η ίδια η Ιστορία θα μετατρέψει τα όνειρά τους σε ερείπια;

 

Πρόκειται για ένα πόνημα καλογραμμένο, εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο και με πολλές ανατροπές στην υπόθεση για όσους θέλουν να γνωρίσουν και πάλι εκείνη την πολυπολιτισμικής Σμύρνη που χάθηκε για πάντα ανεπιστρεπτί, μέσα από τις σελίδες ενός λογοτεχνικού βιβλίου.

Τρίτη 2 Αυγούστου 2022

Stephanie Land, Οικιακή βοηθός, εκδ. Κλειδάριθμος

 

Stephanie Land, Οικιακή βοηθός, εκδ. Κλειδάριθμος

 


 

Ένα βιβλίο που έχει γίνει σειρά στο Νetflix, έχει μεταφραστεί ήδη σε δεκαεπτά γλώσσες, προτείνεται από τον πρώην Πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία παγκοσμίως, δεν μπορεί παρά να κάνει ορισμένους οπαδούς της Λογοτεχνίας να το βλέπουν κάπως καχύποπτα, καθώς συχνά τέτοιου είδους βιβλία θεωρείται από πολλούς ότι  στερούνται μίας κάποιας λογοτεχνικής αξίας.

 

Τέτοιου είδους βιβλίο, θεωρώ ότι είναι και το «Οικιακή βοηθός» της πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέα Stephanie Land. Ένα βιβλίο όμως δεν πρέπει να κρίνεται μονάχα για τον τρόπο γραφής του και τη σχετιζόμενη με αυτή λογοτεχνική του αξία, αλλά παράλληλα και για την πρωτοτυπία του θέματος, για το πόσο εύκολα διαβάζεται κι αν καθηλώνει τον αναγνώστη, τα συναισθήματα που δημιουργεί σε όσους το διαβάζουν, αλλά και για το θέμα το οποίο πραγματεύεται. Και το «Οικιακή βοηθός» είναι βιβλίο το οποίο πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις. Όποιος αναγνώστης θελήσει, επομένως, να του αφιερώσει τον πολύτιμο χρόνο του, δεν θα μπορέσει παρά να συγκλονιστεί από τη συνταρακτική ιστορία της Stephanie, μιας γυναίκας με απαράμιλλη θέληση και δύναμη ψυχής.

 

Το  βιβλίο μας αφηγείται την προσωπική ιστορία της συγγραφέως σε τόνο εξομολογητικό, χωρίς παρωπίδες και εξωραϊσμούς. Είναι, πάνω απ’ όλα μία γνήσια κατάθεση ψυχής που διακατέχεται από αυθορμητισμό. Και αυτός ακριβώς ο αυθορμητισμός είναι που του προσδίδει τη λογοτεχνική του αξία. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που ήθελε να γίνει συγγραφέας από γεννησιμιού της και που μεγάλωσε την κόρη της ολομόναχη, δουλεύοντας πλήρες ωράριο και χωρίς να περιμένει βοήθεια από κανέναν, ούτε από τον πρώην άντρα της, ούτε και από συγγενείς της. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που πάλεψε και αγωνίστηκε για να κερδίσει ένα καλύτερο μέλλον για την κόρη της και την ίδια και το πέτυχε με σκληρή δουλειά, αδάμαστη θέληση, υπομονή και επιμονή.

 

Η Stephanie δούλευε ως οικιακή βοηθός, «… γυαλίζοντας την ύπαρξη των άλλων ώστε να δείχνει τέλεια» όπως μας λέει στο βιβλίο, καθαρίζοντας τα σπίτια των πλουσίων και ρίχνοντας ένα φευγαλέο βλέμμα στις αστραφτερές ζωές τους. Ξεκινά την αφήγησή της από τη στιγμή που βρέθηκε ολομόναχη με ένα μωρό παιδί στην αγκαλιά σε ένα καταφύγιο αστέγων. Κατόπιν εξηγεί στους αναγνώστες τη διαδρομή της στη μοναχικότητα και την αβάσταχτη φτώχεια, καθώς και το πώς βρήκε δουλειά καθαρίστριας σε μια Εταιρεία Καθαρισμού. Η συγγραφέας-αφηγήτρια προσδιορίζει πολύ επιδέξια τα σπίτια στα οποία καθαρίζει, δίνοντάς τους ονόματα του τύπου το Σπίτι του Σεφ, το Σπίτι με τις Γάτες, το Πορνόσπιτο, το Θλιβερό Σπίτι, το Σπίτι με τα Φυτά, το Αγροτόσπιτο κ.α.

 

Τέλος, μας εξιστορεί πως κατάφερε τελικά να βγει από τον πάτο του πηγαδιού και να διεκδικήσει μία καλύτερη ζωή για εκείνην και την κόρη της κάνοντας παράλληλα πραγματικότητα το όνειρό της να γίνει συγγραφέας.

 

Ίσως κάποιοι θεωρήσουν τετριμμένη την ιστορία της και το happy end. Η αλήθεια είναι όμως πως λίγα βιβλία απεικονίζουν με τόση ενάργεια την οδύσσεια των γυναικών που μεγαλώνουν τα παιδιά τους μόνες τους και ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, μέσα στην αμφιβολία και την αβεβαιότητα. Δύσκολα επίσης θα βρει κανείς βιβλίο που να ρίχνει μία τόσο αντικειμενική ματιά στις συνθήκες εργασίας της εργατικής τάξης στις ΗΠΑ σήμερα, αλλά και να περιγράφει καλύτερα την αφόρητη πολλές φορές ντροπή του να είναι κάποιος φτωχός και να θυσιάζει καθημερινά την αξιοπρέπειά του. Γι’ αυτό και μόνο αξίζει κανείς να διαβάσει το παρόν πόνημα. Και η αλήθεια είναι πως η ιστορία της Stephanie διαβάζεται κυριολεκτικά απνευστί. Και ο αναγνώστης σχεδόν δεν θα πιστεύει πως τα κατάφερε η Stephanie, οπότε δεν θα μπορέσει παρά να θαυμάσει τις, ορισμένες φορές, υπεράνθρωπες ικανότητές της.

 

«Ήμουν ασφαλής και ποτέ δεν το αμφισβήτησα μέχρι που έπαψα να είμαι ασφαλής», μας λέει η Land υπενθυμίζοντάς μας ότι ο καθένας από εμάς μπορεί να βρεθεί κάποια στιγμή της ζωής του σε μια τέτοια θέση εξ’ αιτίας κάποιας ατυχίας που θα βρεθεί απρόσκλητη στον δρόμο της ζωής του.

 

Η συγγραφέας περιγράφει ακόμη πόσο πολύ δυσκόλεψε η ζωή όσων έπαιρναν κρατικά επιδόματα λόγω φτώχειας στις ΗΠΑ μετά από την κρίση του 2008, αλλά και η ζωή των μεταναστών μετά την άνοδο της ακροδεξιάς τα τελευταία χρόνια:

 

«Αλλά οι απόψεις ότι οι μετανάστες έρχονταν για να μας κλέψουν εξαπλώνονταν και το στίγμα έμοιαζε με εκείνο με το οποίο βρισκόταν αντιμέτωπος οποιοσδήποτε βασιζόταν σε κρατικά επιδόματα για να ζήσει».

 

Εν κατακλείδι πρόκειται για ένα ιδιαίτερο βιβλίο στην κατηγορία non- fiction, το οποίο θα συγκινήσει αναμφισβήτητα όλους τους γονείς που αγωνίζονται να προσφέρουν ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά τους.

Αθηνά Μπίνιου, Αλυσίδα γυναικών, εκδ. Πατάκη

 

 

«Αναρωτιέμαι αν η επιστροφή είναι χρέος του πηγεμού…»

 

Αυτό είναι το ερώτημα της Άρτεμης, όταν αυτή αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα μετά από πολλά χρόνια ξενιτιάς στη μακρινή Βραζιλία. Η Άρτεμη είναι η πρωταγωνίστρια του βιβλίου της Αθηνάς Μπίνιου με τίτλο «Αλυσίδα γυναικών». Επειδή ο πατέρας της είναι δηλωμένος κομμουνιστής που δεν έχει στον ήλιο μοίρα στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’50, θα μεταναστεύσουν οικογενειακώς στη Βραζιλία, πρώτα στην πόλη του Σάντος και κατόπιν στο Σάο Πάολο. Η Άρτεμη ήταν τότε στο κατώφλι της εφηβείας, δεκατεσσάρων ετών, και κάπως έτσι περιγράφει η συγγραφέας αυτά που ένιωθε στο μακρινό της ταξίδι με το καράβι για τον Νέο Κόσμο:

 

«Μεσουρανούσε ο ήλιος όταν τράβηξε τη ρότα του να βγει απ’ τη Μεσόγειο, να γνωρίσει μαζί μας τον ωκεανό. Απολαμβάναμε το μπλε της θάλασσας, το βουητό του ανέμου, τους αφρούς στ’ απόνερα της πρύμης. Το στραφτάλισμα των κυμάτων έκανε τα μάτια μας να κλείνουν και τις περασμένες αγωνίες να χάνονται μες στην ευδαιμονία. Πλάταινε ο κόσμος, βάθαινε!»

 

Η Άρτεμη θα σπουδάσει χημικός στη Βραζιλία, θα παντρευτεί εκεί και θα αποκτήσει τρία παιδιά, προτού αποφασίσει να επιστρέψει τελικά στην Ελλάδα. Οι δυσκολίες που θα συναντήσει η οικογένειά της στη Βραζιλία στην αρχή, θα είναι ανάλογες με εκείνες που είχε βιώσει στην Ελλάδα ο πατέρας της ως σεσημασμένος κομμουνιστής. Όταν όμως η οικογένεια θα προσαρμοστεί στην εκεί ελληνική παροικία, η Βραζιλία θα γίνει εν τέλει για την Άρτεμη μια δεύτερη αγαπημένη πατρίδα.

 

Το γεγονός ότι και η ίδια η συγγραφέας επαγγέλεται χημικός και ότι έζησε και αυτή στη Βραζιλία, μας κάνει δικαίως να θεωρήσουμε ότι τουλάχιστον ένα μεγάλο κομμάτι του βιβλίου θα είναι αυτοβιογραφικό. Πρόκειται επομένως για μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, γραμμένη σε πρώτο ενικό πρόσωπο υπό μορφή απομνημονευμάτων και με μία γραφή τόσο φυσική και ρέουσα που προκαλεί τον αναγνώστη να το διαβάσει.

 

Η Μπίνιου όμως, εκτός από τη βιογραφία της πρωταγωνίστριάς της, επιλέγει να μας αφηγηθεί στο ακέραιο και ιστορίες των παππούδων και των γιαγιάδων της οικογένειας από την καταστροφή της Σμύρνης, τη Γερμανική Κατοχή και  τον Εμφύλιο, καθώς και ιστορίες από τη Μάνη και τη Θεσσαλονίκη, τόπους καταγωγής της Άρτεμης-αλλά και της συγγραφέως- στην πατρίδα. Η Άρτεμη-Αθηνά, επομένως, είναι μία γυναίκα η οποία διατηρεί όχι μία, αλλά τρεις πατρίδες καλά κλεισμένες μέσα στην καρδιά της.

 

Μέσα από τις αφηγήσεις των γυναικών, οι οποίες συνεχίζουν τη μακρά γραμμή διαδοχής της οικογένειας-κάτι πρωτότυπο, αφού συνήθως η γενεαλογική γραμμή μιας οικογένειας ανάγεται στους άνδρες- η Μπίνιου ξεναγεί τον αναγνώστη με συναρπαστικό τρόπο στην ελληνική Ιστορία του εικοστού αιώνα, στην άγονη Μάνη, τη Θεσσαλονίκη της πυρκαγιάς του 1917, αλλά και στην εξωτική Βραζιλία.

 

Η αφήγησή της Μπίνιου ακροβατεί πολύ επιτυχημένα ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον συναισθηματικό κόσμο της ηρωίδας, ανάμεσα στη λεπτομέρεια που εμβαθύνει στα σημεία που χρειάζεται και την αδρή περιγραφή όσων κρίνει απαραίτητο και ανάμεσα στις αφηγήσεις που αφορούν την ίδια την πρωταγωνίστρια και εκείνες που μιλούν για τα συγγενικά της πρόσωπα.

 

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο ξεχωριστό, διαφορετικό, που θα μας ταξιδέψει στην αμερικανική ήπειρο, αλλά και μέσα στις ατραπούς της Ιστορίας, μέσα από μία συναρπαστική και αληθινή, εν μέρει, μυθιστορία.