Παρασκευή 2 Ιουνίου 2023

Μαρία Σαμπατακάκη, ΑΣΠΡΌ, οι αγελαδοτρόφοι του Ασπρόπυργου, εκδ. κέδρος

 

Πώς θα σας φαινόταν αν μαθαίνατε ότι το 1947, κατά τη διάρκεια του σφοδρότατου Ελληνικού Εμφυλίου, μία γαλακτοβιομηχανία με δεδηλωμένο τον αριστερής ιδεολογίας προσανατολισμό της, κατάφερνε να συμπεριληφθεί στην αμερικανική χρηματοδότηση του Σχεδίου Μάρσαλ; Εμένα προσωπικά δεν θα μου φαινόταν και πολύ πιθανό κάτι τέτοιο, η γνωστή ιστορικός, όμως, Μαρία Σαμπατακάκη έρχεται να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας το αληθές της παραπάνω υπόθεσης, μέσω μίας τεκμηριωμένης επιστημονικά ιστορικής μονογραφίας με τίτλο «ΑΣΠΡΟ, Οι αγελαδοτρόφοι του Ασπρόπυργου, Αριστερά και Σχέδιο Μάρσαλ».

 

Αν μη τι άλλο, η εν λόγω απόφαση τιμά το δίχως άλλο τους Αμερικανούς, οι οποίοι εν μέσω μίας εποχής με τέτοια τεράστια ιδεολογική πόλωση που έφτανε στα πρόθυρα ενός ακόμη παγκοσμίου πολέμου, επέλεξαν να αγνοήσουν τα γεγονότα και να εστιάσουν στην ανόρθωση της ελληνικής βιομηχανίας, η οποία είχε πληγεί ανεπανόρθωτα με τον πόλεμο.

 

Η μονογραφία αυτή της Σαμπατακάκη δεν φέρνει στο φως μονάχα το άγνωστο αυτό ιστορικό γεγονός, αλλά παράλληλα, μας ξεναγεί στον υπό ανάπτυξη κόσμο της ελληνικής βιομηχανίας τη δύσκολη δεκαετία του 1950. Η Σαμπατακάκη πρώτ’ απ’ όλα μας συστήνει τον ΑΣΠΡΟ τη βιομηχανία παστεριωμένου γάλακτος από αγελάδες του Ασπρόπυργου Αττικής, που ιδρύθηκε επισήμως το 1951 και ξεκίνησε τη ζωή και την επιτυχημένη πορεία της ως απλός Συνεταιρισμός αριστερής ιδεολογίας που, όμως, κατάφερε να πάρει την επιχορήγηση του Σχεδίου Μάρσαλ, να ορθοποδήσει και να μεγαλουργήσει για μία περίπου δεκαετία. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 άρχισαν οι κλυδωνισμοί και ο ανταγωνισμός με το φθηνότερο εισαγόμενο παστεριωμένο γάλα από το εξωτερικό. Εξίσου μεγάλα προβλήματα στη βιομηχανία δημιουργούν και οι αυξημένες δαπάνες για τις ζωοτροφές. Το 1962 ιδρύεται η Συνεταιριστική Εταιρεία Γαλακτοκομική Κτηνοτροφική Αττικής, η ΣΕΓΚΑ, αλλά ούτε αυτή μπορεί να διασώσει την ολοένα και περισσότερο επιδεινούμενη κατάσταση για τις ελληνικές βιομηχανίες γάλακτος και για την ΑΣΠΡΟ. Η καθοδική της πορεία συνεχίστηκε μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 1990, όταν η ΑΣΠΡΟ έβαλε τελικά λουκέτο. Κι όμως, το 1955, ο Συνεταιρισμός ΑΣΠΡΟ είχε φτάσει να αριθμεί τις τρεις με τρεισήμισι χιλιάδες αγελάδες. Αξίζει να σημειώσουμε όμως ότι η πρώτη βιομηχανία παστεριωμένου γάλακτος στην Ελλάδα δεν ήταν η ΑΣΠΡΟ, αλλά η ΕΒΓΑ, η οποία χρονολογεί την ύπαρξή της από το έτος 1934.

 

Στην ίδρυση του εν λόγω Συνεταιρισμού πρωτοστάτησαν ο γνωστός Μετσοβίτης ευεργέτης Γεώργιος Αβέρωφ και ο άγνωστος Αρβανίτης γεωπόνος Γεώργιος Καλλέργης. Ο Συνεταιρισμός ιδρύθηκε το 1936 και η ζωή του ήταν εξαρχής συνυφασμένη με την κομμουνιστική ιδεολογία. Ο Συνεταιρισμός κέρδισε την εμπιστοσύνη των αγελαδοτρόφων, θα παρακμάσει, όμως, αναπόφευκτα την περίοδο της ναζιστικής κατοχής.

 

Μία άγνωστη και εν πολλοίς περίεργη ιστορία της ελληνικής βιομηχανίας, την οποία η Σαμπατακάκη εξιστορεί με γλαφυρότητα και σαφήνεια σε μία ευχάριστη και μικρή ιστορική μονογραφία που διαβάζεται σε μία μόλις ημέρα.

William Gardner Smith, Πρόσωπο από πέτρα, εκδ. Στερέωμα

 

"Πρόσωπο από πέτρα" είναι το μισητό πρόσωπο του ρατσισμού. Ένα τέτοιο πρόσωπο κρύβουμε, κατά βάθος, όλοι μέσα μας. Αυτό το πρόσωπο καλείται να αντιμετωπίσει ο Σίμιον Μπράουν, ένας Αφαμερικανός, τυφλός από το ένα μάτι που θα μεταναστεύσει από τις ΗΠΑ στη Γαλλία το 1961 προκειμένου να μπορέσει να ζήσει χωρίς φόβο και κυρίως για να μην μπει στον πειρασμό να δολοφονήσει κάποιον από τους βασανιστές μας, όπως μας λέει ο ίδιος.

Αυτός είναι ο βασικός πυρήνας της υπόθεσης στο αντιρατσιστικό πόνημα του Αφροαμερικανού συγγραφέα Γουίλιαμ Γκάρντνερ Σμιθ, που γεννήθηκε, όπως και ο ήρωάς του, σε μία εργατική γειτονιά μαύρων στη Νέα Φιλαδέλφεια. Δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι το μυθιστόρημα του Γκάρντνερ με τίτλο "Πρόσωπο από πέτρα" στερείται αυτοβιογραφικών στοιχείων, αν σκεφτεί κανείς ότι ο συγγραφέας βίωσε τον ρατσισμό από πρώτο χέρι από πολύ μικρή ηλικία-όπως και ο ήρωάς του-, ότι μετανάστευσε στο Παρίσι- όπως και ο ήρωάς του-  και ότι έζησε την εποχή ακριβώς κατά την οποία διαδραματίζεται το μυθιστόρημά του.

Ο Σίμιον έχει δεχτεί δύο ρατσιστικές επιθέσεις προτού πάρει την απόφαση να  εγκαταλείψει τη γενέτειρά του. Πρώτα χάνει το μάτι του όταν ήταν έφηβος και, λίγα χρόνια αργότερα δέχεται ξυλοκόπημα από λευκούς αστυνομικούς. 

Ο Σίμιον θεωρεί ότι στη Γαλλία θα αντικρίσει έναν κόσμο χωρίς στεγανά και όρια φυλετικού χαρακτήρα. Πράγματι, για λίγο καιρό μετά από την άφιξή του στη χώρα, διαπιστώνει ότι το χρώμα του δέρματός του δεν έχει, ευτυχώς γι' αυτόν, καμία σημασία για τον κόσμο που τον περιβάλλει και για τους ανθρώπους τους οποίους συναναστρέφεται. Μάλιστα, δια μέσου ενός επίσης μαύρου γνωστού μετανάστη, θα γνωρίσει και τον έρωτα της ζωής του, τη Μαρία μια Πολωνοεβραία, επιζήσασα των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης που κουβαλάει κι αυτή τα δικά της τραύματα, φλέγεται όμως, συγχρόνως, από την επιθυμία να γίνει διάσημη ηθοποιός.

Μέχρι που, μια μέρα, ο Σίμιον θα εμπλακεί άθελά του σε κάποιο επεισόδιο με κάποιους Αλγερινούς μετανάστες και θα διαπιστώσει, προς μεγάλη του φρίκη, ότι η γαλλική αστυνομία επιφυλάσσει  στους Αλγερινούς την ίδια μεταχείριση που οι αστυνομικοί των ΗΠΑ επιφυλάσσουν σε νέγρους σαν και αυτόν. Η αποκάλυψη αυτή θα του προκαλέσει σοκ, όπως και τα πικρά, μα αληθινά, λόγια που θα του απευθύνει ένας από αυτούς:

"Λοιπόν, λέγε, πώς νιώθεις τώρα; Υπέροχα, έτσι; Εδώ πέρα στη Γαλλία, στον ελεύθερο κόσμο. Μακριά από την πνιγηρή ατμόσφαιρα των ΗΠΑ, ε; Μπορείς να πας παντού, να κάνεις τα πάντα. Σπουδαίο αυτό. Θυμάμαι πώς ήταν η Αμερική εκείνα τα χρόνια. Αν ένας λευκός τσακωνόταν με μαύρο, ο μαύρος ήταν ένοχος, ο λευκός αθώος. Έτσι απλά. Το θυμάμαι. Πώς νιώθεις τώρα που οι ρόλοι αντιστράφηκαν ε; Πώς νιώθεις τώρα που έτσι, για αλλαγή, είσαι εσύ ο λευκός;"

Τα λόγια αυτά του Αλγερινού μετανάστη θέτουν επί τάπητος, εκτός από το ζήτημα του ρατσισμού, και το ζήτημα της αποικιοκρατίας. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η υπόθεση του μυθιστορήματος διαδραματίζεται το 1961, τότε δηλαδή που ο αγώνας των Αλγερινών για ανεξαρτησία βρισκόταν στην κορύφωσή του.

Το μυθιστόρημα επιλέγει ως κατακλείδα τα βίαια επεισόδια της 17ης Οκτωβρίου του 1961, όταν σε μία πορεία διαμαρτυρίας των Αλγερινών σχετικά με την απαγόρευση της κυκλοφορίας που τους είχε επιβληθεί, η αστυνομία άνοιξε πυρ και σκότωσε δεκάδες διαδηλωτές. Μισό χρόνο περίπου αργότερα, τον Μάρτη του 1962, η Γαλλία θα αναγκαστεί να παραχωρήσει την πολυπόθητη ανεξαρτησία στους Αλγερινούς. Τότε όμως θα είναι πλέον αργά και για τον ίδιο τον Σίμιον, που, απογοητευμένος από τον τόπο φιλοξενίας του, θα ανοίξει και πάλι πανιά για τη γενέτειρά του, προσδοκώντας σε ένα καλύτερο αύριο...

Αν κατακλείδι πρόκειται για ένα θαρραλέο και ρωμαλέο μυθιστόρημα που στέλνει ένα δυνατό αντιρατσιστικό μήνυμα, πάντοτε επίκαιρο.

Audrey Magee, Η αποικία, εκδ. Διόπτρα

 

Ένα αρκετά ιδιαίτερο, ατμοσφαιρικό και «εναλλακτικό» βιβλίο αποτελεί η μυθοπλασία, βασισμένη όμως σε αληθινά γεγονότα της Ιρλανδής συγγραφέως Audrey Magee με τίτλο «Η αποικία». Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα εποχής που μας μιλάει για το τραύμα της αποκιοκρατίας, ένα μυθιστόρημα ιδεών το οποίο διαδραματίζεται το θέρος του 1979, κατά την εποχή, δηλαδή, κατά την οποία οι τρομοκρατικές επιθέσεις του IRA (του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού) βρίσκονταν στο απόγειό τους.

 

Το θέρος, επομένως του 1979, επισκέπτονται ένα μικρό νησί στα ανοιχτά των δυτικών ακτών της Ιρλανδίας δύο ξένοι: ένας Βρετανός ζωγράφος, ο κύριος Λόιντ και ένας Γάλλος γλωσσολόγος ο Ζαν-Πιερ Μασόν. Ο μεν πρώτος επισκέπτεται το νησί προκειμένου να ζωγραφίσει τα όμορφα τοπία του και να εμπνευστεί και ο μεν δεύτερος προκειμένου να μελετήσει τη γαελική-ιρλανδική γλώσσα και να τη διασώσει. Επόμενο είναι, λοιπόν, οι δύο άντρες να έχουν τις δικές τους προκατασκευασμένες ιδέες και μία εντελώς διαφορετική αντίληψη περί της αγγλικής κυριαρχίας στο νησί, όχι μόνο εξαιτίας του επαγγέλματός τους, αλλά και εξαιτίας της διαφορετικής καταγωγής τους.

 

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας είναι λυρική και ποιητική και οι διάλογοι γράφονται χωρίς εισαγωγικά σύμφωνα με την απόδοσή τους σε μία μοντέρνα εκδοχή που χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα στις μέρες μας. Υπάρχουν άφθονοι εσωτερικοί μονόλογοι που αποδίδουν σκέψεις και ιδέες στο βιβλίο, αλλά και κομμάτια που δίδουν ιστορικές πληροφορίες σχετικά με τη γαελική γλώσσα και την ιστορία του νησιού. Εν ολίγοις σύντομες ποιητικές φράσεις και μικροί διάλογοι, εναλλάσσονται με μακροσκελείς μονολόγους.

 

Αξιοσημείωτη είναι επίσης η προσθήκη εμβόλιμων κειμένων στην καθεαυτό μυθιστορία της Magee αμιγώς ιστορικών κομματιών που παραθέτουν τρομοκρατικές επιθέσεις του IRA και παρεμβάλουν μία εικόνα βίας στο κατά τα άλλα εντελώς ειρηνικό και ήρεμο κλίμα του βιβλίου. Η μόνη διαφωνία που φιλοξενείται στις σελίδες του είναι η εμφανέστατη διαφωνία των δύο ξένων και ο εντελώς διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης που επιφυλάσσουν στους ντόπιους του νησιού.

 

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο που ασχολείται με το θέμα της ταυτότητας και το αγιάτρευτο τραύμα της αποικιοκρατίας, αλλά και για ένα  βιβλίο που μας μιλάει για την τέχνη και, κυρίως, για τη γλώσσα. Πώς φτάσαμε, επομένως, στο να κινδυνεύει να χαθεί πλέον η ιρλανδική γλώσσα;

 

«Μονόγλωσσα ιρλανδικά ποιήματα έγιναν βαθμιαία δίγλωσσα, καθώς οι ποιητές χρησιμοποιούσαν ιρλανδικά και αγγλικά στην ίδια πρόταση ή άλλαζαν γλώσσα από στροφή σε στροφή, δημιουργώντας έτσι ανάμεικτα έργα, μιας και είχαν κάποια άνεση και στις δύο γλώσσες και έγραφαν για ένα κοινό στα μέσα του 18ου αιώνα που διέθετε τουλάχιστον κάποια ικανότητα κατανόησης των αγγλικών».

 

Τέλος, να αναφέρουμε ότι η  μετάφραση είναι του εμπειρότατου στον τομέα του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη και καταφέρνει να διατηρήσει τον ρυθμό του λόγου που χρησιμοποιεί η συγγραφέας στην αγγλική γλώσσα.

Γρηγόρης Νικηφ. Κοσσυβάκης, Ο Μάρκος Μπότσαρης αφηγείται, Αθήνα 2023

 

 

Για τον πασίγνωστο ήρωα του 1821 Μάρκο Μπότσαρη από το Σούλι γνωρίζουμε αρκετά πράγματα σχετικά με τη δράση του κατά τα χρόνια της επανάστασης και τον ηρωικό θάνατό του στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου στις 8/9 Αυγούστου του 1823. Σχετικά όμως με τη δράση του κατά τα προηγούμενα από την επανάσταση χρόνια δεν έχουν γραφτεί πολλά πράγματα.

 

Το κενό αυτό στην ιστοριογραφία για τη ζωή του Μάρκου Μπότσαρη έρχεται να αναπληρώσει η ιστορική μονογραφία του Γρηγόρη Νικηφ. Κοσσυβάκη, ενός αποφοίτου της Νομικής Σχολής Αθηνών με ιστορικά ενδιαφέροντα και αρκετή σχετική με την Ελληνική Ιστορία βιβλιογραφική παραγωγή. Ο Γρηγόρης Νικηφ. Κοσσυβάκης αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι ανέπτυξε μεγάλη αντιδικτατορική δράση κατά τα χρόνια της Χούντας.

 

Το βιβλίο ξεκινά με τον πρόλογο του φιλολόγου, βυζαντινολόγου και συγγραφέα Ηλία Μπάκου. Ο Μπάκος μας αναλύει τους λόγους για τους οποίους ο συγγραφέας επέλεξε να ασχοληθεί με την ιστορική προσωπικότητα του Μάρκου Μπότσαρη. Πρώτον, διότι ο ήρωας αυτός υπήρξε πραγματικά μία μοναδική προσωπικότητα και ένας πανάξιος εκπρόσωπος της πολύπαθης γης του Σουλίου. Δεύτερον, επειδή υπάρχει η βαριά και ένδοξη οικογενειακή του καταγωγή-κληρονομιά των Κοσσυβακαίων σε συνδυασμό με τη διάθεση και την έφεση του συγγραφέα στην ιστορική έρευνα. Και τέλος, εκτός από τη συγγενική σχέση  Μποτσαραίων και Κοσσυβακαίων, η οποία έπαιξε ρόλο στην επιλογή της συγκεκριμένης προσωπικότητας από τον συγγραφέα, σημαντική ήταν και η ανεύρεση της επιστολής της «Σωτήραινας» της αδελφής του Μάρκου Μπότσαρη, η οποία δεν ήταν άλλη από τη μικρούλα Μάρω Μπότσαρη που διασώθηκε από τη σφαγή του Σέλτσου.

 

Ακλουθεί έπειτα μία εισαγωγή από τον ίδιο τον συγγραφέα στην οποία μας καταθέτει ορισμένες προσωπικές αναμνήσεις του από το χωριό του, τη Μεγαλόχατη Άρτας, καθώς και τη σχέση του με τον ιστορικό Σαράντο Καργάκο.

 

Έπειτα παρατίθενται τα δεκαπέντε κεφάλαια του βιβλίου, όλα γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο από τον συγγραφέα, ο οποίος μιλάει στους αναγνώστες ωσάν να είναι ο ίδιος ο Μάρκος Μπότσαρης. Και, όπως είναι λογικό, αυτή η πρωτοπρόσωπη καταγραφή της Ιστορίας από την πλευρά του ίδιου του Μάρκου προσδίδει μία καλοδεχούμενη αμεσότητα στο κείμενο. Στο τέλος κάθε κεφαλαίου ο συγγραφέας απεκδύεται τον ρόλο του αφηγητής Μπότσαρη και προσθέτει ορισμένες σημειώσεις σχετικές με τα όσα προειπώθηκαν από τον Μάρκο.

 

Ο συγγραφέας βάζει τον Μπότσαρη να μας αφηγηθεί λεπτομερώς την καταγωγή των Μποτσαραίων, τη σχέση τους με τον Γεώργιο Καστριώτη, τον εποικισμό του Σουλίου, τη σχέση των Σουλιωτών με τους Αρβανίτες, τη δράση του Τούσια Μπότσαρη στη Ρωσία την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης και άλλα πολλά. Καταλήγει δε, στους αγώνες των Σουλιωτών ενάντια στον πανίσχυρο Αλή Πασά των Ιωαννίνων και στην εκδίωξή τους από το Σούλι τα χρόνια πριν από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Ο συγγραφέας παρακολουθεί με κάθε λεπτομέρεια την πορεία της οπισθοχώρησής τους προς την ακτή του Ιονίου.

 

Στα επιλεγόμενά του στο τέλος του βιβλίου, ο συγγραφέας μας αναλύει τα γεγονότα σχετικά με το Νότη Μπότσαρη και τον χαλασμό στο μοναστήρι του Σέλτσου και μας μιλάει για τη «Σωτήραινα» την διασωθείσα αδελφή του Μπότσαρη και για τις επόμενες γενιές των Κοσσυβακαίων και των Μποτσαραίων. Καταλήγει δε σε έναν επίλογο σχετικά με το παρόν πόνημα. Εν συνεχεία παρατίθεται η βιβλιογραφία, το Υστερόγραφο και ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό.