Παρασκευή 4 Αυγούστου 2023

Γιάννης Σιώτος, Μάνα πατρίδα, κακιά μητριά, εκδ. Καστανιώτη


 

«Οι βενιζελικοί εισβάλουν στα καφενεία. Οι βασιλικοί έχουν λουφάξει. Η κερδοσκοπία φουντώνει. Βρίζουν τους πρόσφυγες που κοιμούνται στους δρόμους και σε σκηνές. Η στέγασή τους είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της κυβέρνησης. Τους αφήνουν στους δρόμους καθώς δεν χωρούν στα θέατρα, στις αποθήκες, στα σχολεία που έχει επιτάξει. Μια αυτοτροφοδοτούμενη κρίση που σε άλλη χώρα θα προκαλούσε επανάσταση, αλλά οι Αθηναίοι  δεν είναι ούτε κομμουνάροι ούτε μπολσεβίκοι, κι έτσι οι παλιοί πολιτικοί με καινούρια λεοντή παραμένουν κύριοι της χώρας».

 

Με τέτοιες σκληρές, ωμές, άκρως ρεαλιστικές  και περιγραφικές με άκρα λεπτομέρεια εικόνες, επιλέγει να μας αφηγηθεί την ιστορία της μικρασιατικής καταστροφής και το δράμα των προσφύγων ο συγγραφέας και οικονομικός συντάκτης Γιάννης Σιώτος στο βιβλίο του με τίτλο «Μάνα πατρίδα, κακιά μητριά». Με αυτόν τον εναλλακτικό τρόπο, που κινείται ανάμεσα στα όρια μεταξύ δημοσιογραφικής καταγραφής και ιστορικού μυθιστορήματος, ο Σιώτος προσφέρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα βιβλίο διαφορετικό για τη μικρασιατική καταστροφή.

 

Και λέμε διαφορετικό διότι  αυτό δεν έχει ως πρωταγωνιστές ούτε τους ίδιους τους πρόσφυγες που εκδιώχθηκαν βίαια από τη γη στην οποία γεννήθηκαν, ούτε τους στρατιώτες που πολέμησαν στην εκστρατεία, αλλά ούτε και τους γηγενείς κατοίκους της Ελλάδας και τους πολιτικούς. Οι ήρωες πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι, αντιθέτως από ότι συνηθίζεται, τρεις ξένοι δημοσιογράφοι οι οποίοι βρέθηκαν στη χώρα μας από τον Αύγουστο του 1922 μέχρι και το 1923, προκειμένου να καταγράψουν τη δική τους αλήθεια σχετικά με τα τραγικά γεγονότα της μεγαλύτερης καταστροφής που έζησε ο ελληνισμός κατά τον εικοστό αιώνα.

 

 Το βιβλίο είναι καρπός πολύχρονης έρευνας, κυρίως μέσα από αρχεία σχετικά με την καταστροφή, αλλά και μέσα από επιστημονικά άρθρα, αποκόμματα εφημερίδων έρευνες στατιστικών για την Ελλάδα της  εν λόγω περιόδου, διάφορα στατιστικά στοιχεία και βιβλιογραφικές μελέτες σχετικές με την περίοδο 1912-1923. Όπως μας λέει ο συγγραφέας στον επίλογο του βιβλίου του, δεν γράφει Ιστορία, ούτε Ιστορία με μυθοπλαστική αφήγηση, αλλά  μυθοπλασία, η οποία θεμελιώνεται με την Ιστορία. Κι αν μη τι άλλο, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η προοπτική της θέασης της καταστροφής μέσα από τα μάτια των ξέων, την οποία και υιοθετεί, η οποία είναι και, φυσικά, πιο αντικειμενική από οποιαδήποτε ελληνική ματιά, φορτισμένη συναισθηματικά. Αυτό το γεγονός, εξάλλου, είναι που κάνει το παρόν πόνημα να ξεχωρίζει, σε σχέση με άλλα ιστορικά μυθιστορήματα με όμοια θεματολογία.

 

Αν και γίνεται αναδρομή σε όλα τα  γεγονότα της περιόδου 1913-1922, εντούτοις, το βάρος της αφήγησης πέφτει στο δράμα που ζουν οι πρόσφυγες και στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες διαβίωσης που αντιμετωπίζουν στην Ελλάδα, όπως και στην περιφρόνηση και τον χλευασμό με τους οποίους τους φιλοδωρούν οι γηγενείς. Αυτές οι συνθήκες περιγράφονται πολύ με πολύ ζωντανές πινελιές και προσδίδουν στην ανάγνωση της αίσθηση της αμεσότητας και της εγγύτητας στα γεγονότα.

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2023

Νίκος Γκατζογιάννης, Αποστολές από την πατρίδα, εκδ. Καστανιώτη

 

 

Ο Νίκος Γκατζογιάννης, ένας υπερδραστήριος λογοτέχνης της ελληνικής διασποράς, είναι κυρίως γνωστός στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό από το βιβλίο του «Ελένη», στο οποίο αφηγείται τον θάνατο της μητέρα του στα χέρια αριστερών ανταρτών. Το βιβλίο είχε προκαλέσει σάλο όταν είχε πρωτοκυκλοφορήσει στην Ελλάδα, αφού την εποχή που πρωτοεκδόθηκε, τη δεκαετία του 1980, ήταν αδιανόητο να μιλήσει κάποιος στην Ελλάδα για τα εγκλήματα των ηττημένων αριστερών του εμφυλίου, καθώς επικρατούσε η άποψη ότι μονάχα οι νικητές δεξιοί είχαν διαπράξει εγκλήματα κατά την περίοδο του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου του 1945-1949. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η «Ελένη», η οποία έχει γυριστεί και σε ταινία, αποτελεί σταθμό στην ελληνική λογοτεχνία και δη στον τομέα των ιστορικών μαρτυριών.

 

Το νέο πόνημα του Γκατζογιάννη άπτεται περισσότερο της δημοσιογραφικής του ιδιότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, πως δεν σχετίζεται με την Ιστορία.  Το βιβλίο του με τίτλο «Αποστολές από την πατρίδα», σε πρόλογο του Αλέξη Παπαχελά, αποτελεί ένα απάνθισμα από δημοσιογραφικού τύπου κείμενά του, που έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο τύπο μεταξύ των ετών 1969 και 2022 κυρίως στους New York Times, αλλά και στο Town & Country, στο Vanity Fair, στο Parade, σε ένα βιβλίο της Diana Buitron-Oliver, και, τέλος, στην Καθημερινή στη χώρα μας. Σε αυτά συγκαταλέγονται άρθρα γενικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα, τη γλώσσα και τη γεωγραφία της, για την εγκληματική τρομοκρατική  οργάνωση «17 Νοέμβρη», για την ανακάλυψη του τάφου της Βεργίνας από τον αρχαιολόγο Μανώλη Ανδρόνικο, για την Αθηνά και τη Χριστίνα Ωνάση, ακόμη και για το κυκλοφοριακό χάος της πρωτεύουσας και  τη ρύπανση που απειλεί την Ακρόπολη. Εξαιρετικά ενδιαφέροντα είναι και τα άρθρα του που σχετίζονται με κάποιες προσωπικότητες του ελληνικού πολιτικού στίβου, όπως τον Αλέξη Τσίπρα, τον οποίο και θεωρεί δημαγωγό, σε αντίθεση με τον στιβαρό πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή τον γηραιότερο, ο οποίος, αν και δεν είναι ευρέως γνωστό, αναμόρφωσε τα οικονομικά της χώρας μας.

 

Στα κείμενά του συγκαταλέγεται ακόμη ένα εγκώμιο στο βιβλίο του Δημήτρη Σωητηρίου «Ουρανός απ’ άλλους τόπους», ένα άρθρο για το Πολυτεχνείο, ένα κείμενο για τον Γιώργο Μυλωνά και τον  Ελιάς Καζαντζόγλου, ένα κείμενο για τον τέως βασιλέα Κωνσταντίνο, ένα κείμενο για τους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αθήνα του 2004, αλλά και ένα κείμενο πιο προσωπικής φύσεως που μας μιλάει για τη γενέτειρά του, το χωριό Λια σε ένα δυσπρόσιτο σημείο της Ηπείρου.

 

Αποτέλεσμα των παραπάνω, είναι ένα βιβλίο ποικίλης θεματολογίας δημοσιογραφικής χροιάς που διαβάζεται ευχάριστα και αποσπασματικά, εφόσον το θελήσει κάποιος, με πολύ στρωτή ροή λόγου και χωρίς πλατειασμούς και μακροσκελείς περιττές περιγραφές.

Απόστολος Σπυράκης, Ροζ παλ ντάλιες, εκδ. Γράφημα

 

Ο συγγραφέας και διηγηματογράφος από την Καβάλα Απόστολος Σπυράκης, τακτικός συνεργάτης του ηλεκτρονικού ενημερωτικού σάιτ για το βιβλίο και τον πολιτισμό, προσφέρει στους αναγνώστες του δεκαεννέα διηγήματα και μία μικρή μεσαιωνική νουβέλα στο νέο του βιβλίο- που δανείζεται τον τίτλο ενός από αυτά- «Ροζ παλ ντάλιες». Ο Σπυράκης θεωρείται πλέον -και δικαίως- αρκετά έμπειρος στον χώρο, αφού πολλά διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες συλλογές, ενώ η παρούσα συλλογή διηγημάτων του είναι η δεύτερη μετά «Το φιλί» που είχε εκδοθεί το 2011.

 

Τα διηγήματα του παρόντος τόμου εστιάζουν, κατά κύριο λόγο, στη σύγχρονη ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, συγκεκριμένα της Θεσσαλονίκης στην οποία και ζει, αλλά και γενικότερα ολόκληρης της Ελλάδας. Οι επιρροές του για τη γέννηση της συλλογής αυτής μπορούν να ανιχνευτούν τόσο στους μεγάλους κλασικούς συγγραφείς, τόσο Έλληνες όσο και ξένους,  όπως, π.χ. τον Τσέχωφ, τον Μωπασσάν, τον Παπαδιαμάντη και τον Κόντογλου, όσο και στη μυθολογία και την Ιστορία, όπως αποδεικνύουν οι τίτλοι πολλών από τα διηγήματά του. Οι κάπως ασυνήθιστοι τίτλοι τους συχνά παρουσιάζουν ένα μικρό, και πολλές φορές ασήμαντο, σημείο επαφής μόνο, καταδεικνύουν δε τη μεγάλη εφευρετικότητα και τη φαντασία του συγγραφέα. Στα διηγήματά του ο Σπυράκης δεν  αρέσκεται να περιγράφει τόσο τόπους και καταστάσεις, όσο σκέψεις και συναισθήματα. Τα κείμενά του αποτυπώνουν μεν τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, αλλά πάντοτε μέσα από τον λογοτεχνικό μεγεθυντικό φακό και ενίοτε μία υπερρεαλιστική ή μεταφυσική πινελιά ή ίχνη μαγικού ρεαλισμού.

 

Ο Σπυράκης εμμένει στα διηγήματά του σε ένα τέλος αλλόκοτο, ασυνήθιστο, καμιά φορά ακόμη και υπερφυσικό, που θα ξαφνιάσει τον αναγνώστη και θα τον εκπλήξει. Τα διηγήματά του είναι σύντομα, με καλή ροή λόγου και προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις. Τα περισσότερα δε από αυτά είναι γραμμένα σε τρίτο πρόσωπο-πλην ενός που είναι πρωτοπρόσωπο- και έχουν άντρες πρωταγωνιστές, ενώ παρατίθενται σε αυτά συχνά οι σκέψεις των ηρώων.

 

Θα φανεί παράδοξο ίσως στους αναγνώστες του το γεγονός ότι ο Σπυράκης φαίνεται να αγνοεί τον έρωτα, ως θέμα των διηγημάτων του. Θα έλεγε κανείς, δηλαδή, ότι οι ανησυχίες των πρωταγωνιστών του είναι περισσότερο κοινωνικής φύσεως, παρά συναισθηματικής.

 

Η μεσαιωνική νουβέλα που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου κινείται σε εντελώς άλλα μήκη κύματος από τα υπόλοιπα διηγήματα, αφού μας παραπέμπει σε κάστρα, πολεμιστές και γενικά σε εικόνες του Δυτικού Μεσαίωνα.

 

Μία κηδεία. Μία μάνα που θάβει το παιδί της. Οι σκέψεις ενός νεκροθάφτη. Ένα ενυδρείο με ένα ψάρι που το έλεγαν Τουταγχαμών. Μία ιδιωτική υπόθεση αρχαιοκαπηλίας. Συζητήσεις περί φαγητών, γλυκών, αλλά και Αλβανών μεταναστών. Η ιστορία ενός μασέρ και ενός πυγμάχου που δουλεύει σε φούρνο. Ένας αγαθός κλέφτης και η Θεσσαλονίκη του 1963, όλα αυτά και άλλα πολλά αποτελούν τον ετερόκλητο κόσμο της συλλογής «Ροζ παλ ντάλιες», ενός κόσμου που ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το υπερρεαλιστικό.

Τρίτη 1 Αυγούστου 2023

Giuliano da Empoli, Ο μάγος του Κρεμλίνου, εκδ. Κέδρος

 

"Ο μάγος του Κρεμλίνου" είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα βιβλία της φετινής αναγνωστικής χρονιάς. Κέρδισε το μεγάλο βραβείο μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας τη χρονιά που μας πέρασε και αποτέλεσε μέγα εκδοτικό γεγονός στη Γαλλία, αν και ο συγγραφέας του, Τζουλιάνο ντα Έμπολι, δηλώνει Ιταλοελβετός στην καταγωγή. Ο συγγραφέας είναι καθηγητής πολιτικών επιστημών και αρθρογραφεί τακτικά στον ιταλικό τύπο, ενώ διετέλετε και αντιδήμαρχος Πολιτισμού στη Φλωρεντία και  πολιτικός σύμβουλος του πρωθυπουργού Ματέρο Ρέντσι. 

Το βιβλίο αποτελεί ένα έξοχο χρονικό της ανόδου του Βαλντίμιρ Πούτιν στην εξουσία της Ρωσίας, καθώς και μία τοιχογραφία της πολιτικής και κοινωνικής ζωής στη Ρωσία μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Περιέχει, όμως, και πάμπολλες αναφορές στο πως ακριβώς ήταν η ζωή στη Ρωσία και επί της κομμουνιστικής δικτατορίας.

Το όχημα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας για την περιήγησή του αυτή είναι η αφήγηση ενός φανταστικού προσώπου, του Βαντίμ Μπαράνοφ, ενός επιτυχημένου σκηνοθέτη και τηλεοπτικού παραγωγού που γίνεται από τυχαίο λόγο στενός πολιτικός σύμβουλος του Πούτιν και στηρίζει ακραιφνώς την αυταρχική πολιτική του. Εντούτοις, αν και το πρωταγωνιστικό πρόσωπο είναι φανταστικό-το ίδιο και ο Γάλλος στον οποίο υποτίθεται ότι ο Μπαράνοφ αφηγείται τη ζωή του, έναν ρόλο τον οποίο ενδύεται ο ίδιος ο συγγραφέας - πολλά από τα άλλα πρόσωπα που εμφανίζονται στο βιβλίο είναι πραγματικά όπως ο Μπορίς Μπερεζόφκσι, ένας επιχειρηματίας ο οποίος τόλμησε να αντιταχθεί στις αυταρχικές πολιτικές του Πούτιν  και βρέθηκε απαγχονισμένος στο διαμέρισμά του το 2013.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί έναν αυλοκόλακα, τον Μπαράνοφ, προκειμένου να παρουσιάσει τα πράγματα από τη δική του σκοπιά, από την οπτική γωνία των οπαδών του Πούτιν δηλαδή. Αυτό είναι το καλύτερο μέσο για να καταδείξει τη δική του αντίθεση στις κυβερνητικές πρακτικές του Πούτιν. Η ειρωνεία αποκαλύπτεται σε όλο της το μεγαλείο στο σημείο που ο Πούτιν συζητά με τον Μπαράνοφ και του λέει πόσο πολύ θαυμάζει τον Στάλιν- ο οποίος, παρεμπιπτόντως, παραμένει ακόμη εξαιρετικά δημοφιλής μεταξύ των Ρώσων παρά τις πολυάριθμες σφαγές που διέπραξε.

"Νομίζετε ότι ο Στάλιν είναι δημοφιλής παρά τις σφαγές. Ε, λοιπόν, κάνετε λάθος, είναι δημοφιλής λόγω των σφαγών. Επειδή εκείνος τουλάχιστον ήξερε πως να φερθεί στους κλέφτες και στους προδότες".

Για ποιον λόγο όμως άραγε το βιβλίο αυτό προκάλεσε τόσον μεγάλο ντόρο; Ο λόγος είναι το κατά πόσον αυτό αποτελεί έναν ύμνο στον απολυταρχικό κυβερνήτη της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν ή μία συγκαλυμμένη καταδίκη του. Οι κριτικοί δεν έχουν αποφασίσει ακόμη, εγώ πάντως, μετά την ανάγνωση κλείνω προς τη δεύτερη άποψη, καθώς ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μία καλά κρυμμένη ειρωνεία όταν αναφέρεται στον Ρώσο Πρόεδρο που αποκαλούν συνήθως Τσάρο.