Τρίτη 6 Μαΐου 2025

Ιωάννα Καρυστιάνη, Κορνιζωμένοι, εκδ. Καστανιώτης

 


Η πορεία ενός αντιήρωα-παιδοκτόνου στο δικό του τέλος…

 

Μία αρχαία τραγωδία δίχως κάθαρση αποτελεί το νέο πόνημα της Ιωάννας Καρυστιάνη, μιας από τις μεγαλύτερες φωνές της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Η συγκεκριμένη λογοτέχνιδα καταφέρνει πάντοτε να μας εκπλήσσει ευχάριστα με τα πονήματά της, είναι η αλήθεια, με διαφορετικό, όμως, κάθε φορά τρόπο.

Οι «Κορνιζωμένοι» μας αφηγούνται την ιστορία ενός πατέρα, του Στέλιου Σπούγια, κορνιζά στην Κρανιά της Θεσσαλίας-ενός μικρού χωριού στη Λάρισα που εδώ μετατρέπεται σε μεγαλύτερη πόλη για τις ανάγκες της αφήγησης- ο οποίος φτάνει στο σημείο να σκοτώσει τον ίδιο του τον γιο.

Το επάγγελμα του πατέρα δεν είναι τυχαίο, το δίχως άλλο. Ο ίδιος ο Στέλιος όμως δεν είναι παρά μία ταλαιπωρημένη ψυχή, η οποία υπέστη ψυχολογική κακοποίηση στα παιδικά του χρόνια από τον παππού και τον πατέρα του και εγκαταλείφθηκε από τη σύζυγό του, χάριν ενός άλλου άντρα. Οι πληγές αυτές του Στέλιου είναι βαθύτερες απ’  ότι η συγγραφέας αφήνει να φανεί εξαρχής. Για την ακρίβεια είναι εκείνες που θα τον οδηγήσουν τελικά στην αποτρόπαια πράξη του. Διότι ο Στέλιος είναι ένας άνθρωπος που αποζητά απεγνωσμένα τη φυγή του από τη δυστυχία. Ο Χρόνης, ο όμορφος και χαρισματικός μοναχογιός του από τη γυναίκα του που τον εγκατέλειψε και τον οποίο φαίνεται να υπεραγαπάει αρχικά, δεν μπορεί να τον παρηγορήσει. Αυτό που του λείπει, εν τέλει, κι ας μην το παραδέχεται, είναι η αγάπη.

«Ο Στέλιος Σπούγιας θα ήθελε να μην είναι κορνιζάς. Θα ήθελε να έχει πιο ψαγμένες απόψεις. Θα ήθελε να υπολογίζουν τη γνώμη του. Να μην αισθάνεται κάθε τρεις και δύο στριμωγμένος, μπερδεμένος, μηδαμινός. Να έχει οικονομική επιφάνεια που να μετράει στην πόλη. Να έχει πατρικό σπίτι σ’ ένα χωριό. Να έχει ταξιδέψει στον Βόρειο Πόλο. Να ξεχωρίζει για ένα ιδιαίτερο ταλέντο, στο ακορντεόν ή στο αργεντίνικο τανγκό, έστω στην πολιτική μύτη, να μυρίζεται τις κομπίνες της εξουσίας. Θα ήθελε μια στο τόσο να ενθουσιάζει αληθινά τον μοναχογιό του».

Επειδή, λοιπόν, ο Στέλιος Σπούγιας αδυνατεί να ενθουσιάσει και να εντυπωσιάσει επαρκώς τον μοναχογιό του, φτάνει στο σημείο να τον δολοφονήσει; Ποιος από εμάς, άραγε, δεν θα επιθυμούσε όσα αναφέρονται παραπάνω ως επιθυμίες του Στέλιου; Δόξα, χρήμα, φήμη, αναγνώριση, ταλέντο και ικανότητες είναι πράγματα επιθυμητά για όλους μας. Μόνο ο Στέλιος, όμως, θα φτάσει στο σημείο της παιδοκτονίας. Γιατί άραγε; Η συγγραφέας δεν φαίνεται να φωτίζει επαρκώς τα κίνητρα του δράστη. Προτιμά αντίθετα, τηρώντας τη ρήση ότι η λογοτεχνία είναι εφαλτήριο σκέψης, να αφήσει τον αναγνώστη να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα.

Κοντά στον Στέλιο και τον γιο του υπάρχουν πολλοί άλλοι χαρακτήρες. Η αθώα και συμπαθητική Κλέα, η γυναίκα του άτυχου Χρόνη, που μένει να τον πενθεί αρειμανίως, η μητέρα του Χρόνη, η άπιστη Χιονία, και οι φίλοι και  ο περίγυρός τους, αφενός των νέων φοιτητών, φίλων της Κλέας και του Χρόνη, αλλά και οι γνωστοί του Στέλιου, αυτοί που τον επισκέπτονται ανήμερα της γιορτής του  για να του ευχηθούν, την Πέμπτη 26 Νοεμβρίου του 2015, όταν αρχίζει η εξιστόρηση της Καρυστιάνη στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται ως ο «Κωλόφαρδος μπαμπάς». Τελικά, βέβαια, ο μπαμπάς δεν αποδείχτηκε τόσο κωλόφαρδος ή επέλεξε ο ίδιος να πετάξει την τύχη του στα σκουπίδια. «Σε ορισμένες περιπτώσεις το παρελθόν είναι ο Μινώταυρος σε καρτέρι στο βάθος του λαβυρίνθου», μας λέει η συγγραφέας και έχει δίκιο, διότι αυτό ακριβώς το παρελθόν της συζυγικής απιστίας και της παιδικής ψυχολογικής κακοποίησης είναι που στοιχειώνει τον Στέλιο και δεν τον αφήνει να χαρεί τη ζωή.

Το επάγγελμα που κάνει, κορνιζάς, αναντίρρητα δεν είναι τυχαίο. Η θέασή του στις απλές καθημερινές πράξεις της ζωής που κορνιζώνει λειτουργούν μεταφορικά για τη δική του τη ζωή.

Πατέρας και γιος. Ψεύτικη ζωή στην κορνίζα και αληθινή ζωή. Συζυγική πίστη και ατυχία. Συλλογική ματιά της κοινωνίας στα γεγονότα και η ατομική ματιά του ίδιου του Στέλιου. Ζωή και θάνατος. Μια σειρά από αντιθέσεις δομούν αυτό το μυθιστόρημα στο οποίο η συγγραφέας επιλέγει να μην  λυτρώσει τον αντιήρωά της. Αντίθετα, τον καταδικάζει εμμέσως και τον αφήνει να πλανηθεί ολομόναχος, ώσπου να οδηγηθεί στο δικό του τέλος.

Η αφηγηματική τεχνική είναι  έξοχη για άλλη μία φορά, καθώς η συγγραφέας επιλέγει να κορυφώσει το θρίλερ στη μέση περίπου του βιβλίου, ανακοινώνοντας την εξαφάνιση του Χρόνη, αλλά σύντομα, κόντρα στη λογική των αστυνομικών μυθιστορημάτων, δεν διστάζει να μας αποκαλύψει γρήγορα το όνομα του δολοφόνου.

Ελάχιστες είναι οι πολιτικές αναφορές στο βιβλίο, η συγγραφέας, όμως, προσφέρει ορισμένες μικρές αιχμηρές και χιουμοριστικές πινελιές στις όψεις της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας μέσα από το μυθιστόρημά της. Και μέσα από τη μικρογραφία της  μικρής πόλης της Κρανιάς προβαίνουμε σε ένα καλό ζουμ πάνω σε ολόκληρη τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία.

Κυριακή 4 Μαΐου 2025

Αλέξις Μ. Ελευθερίου, Labirinto, εκδ. Βακχικόν

 

Άρωμα σικελικής μαφίας και πρόσωπα σε αδιέξοδο

 

            Τρεις άντρες. Ένας ηλικιωμένος αστυνομικός επιθεωρητής από τη Γένοβα, ο Νικολό Μοράβια που ψάχνει τον χαμένο γιο του. Ο νεαρός όμορφος φοιτητής της ιατρικής, Χανς Λούτβιχ Καντ από το Βερολίνο, που αναζητά τον δολοφόνο του πατέρα του. Και ένας άντρας στην ακμή του, ο Σάλβο ντι Σκιάβι, ένας πληρωμένος δολοφόνος της σικελικής μαφίας, ένας ασσασίνος που δεν διστάζει να σκορπά τον θάνατο όταν του ζητηθεί. Οι τρεις τους θα βρεθούν στο μαγευτικό Παλέρμο της Σικελίας και θα αλληλεπιδράσουν με τον πιο παράδοξο τρόπο. Και οι τρεις του φαίνονται εγκλωβισμένοι σε έναν λαβύρινθο από τον οποίο δεν μπορούν να ξεφύγουν…

            Με τα προσωπικά αδιέξοδα που δημιουργούν παλαιά βιώματα και παλιές αμαρτίες ασχολείται, επομένως, η Αλέξις Μ. Ελευθερίου, σε αυτήν την πρώτη της νουβέλα που εκδίδεται με τίτλο Labirinto. Η Ελευθερίου τοποθετεί τους ήρωές της στο φωτεινό Παλέρμο της Σικελίας, αλλά και στη μεγαλούπολη του ιταλικού βιομηχανικού Βορρά, τη Γένοβα, και ακολουθεί μία τεχνική αφήγησης που κρατά σε αγωνία τον αναγνώστη μέχρι το τέλος και του αποκαλύπτει σταδιακά τη θέση όλων των κομματιών στο παζλ της ιστορίας της.

            Ανάμεσα στους τρεις άνδρες θα βρεθεί μία νεαρή γοητευτική εταίρα, η Μαρία, η οποία θα προσπαθήσει να κρατήσει τις ισορροπίες. Ο πρωταγωνιστής, Σάλβο ντι Σκιάβι, είναι ένας άνθρωπος που μεγάλωσε δίχως αγάπη, με αποτέλεσμα να στραφεί στην παρανομία. Εσωστρεφής και ιδιόρρυθμος, συχνά γίνεται ιδιαίτερα βίαιος, ξέρει, όμως, να αποκρύπτει εξαιρετικά τον σκοτεινό του ρόλο στη ζωή, να συλλέγει δηλαδή ψυχές και να σκορπά τον θάνατο μέσω ενός αόρατου εντολέα. Αλλά, όλα θα αλλάξουν στη ζωή του, όταν ένας νεαρός φοιτητής της ιατρικής θα τον επισκεφθεί, κυριολεκτικά από το πουθενά και θα του ζητήσει να μείνει στο σπίτι του. Συν τοις άλλοις, ένας άγνωστος ως τότε για τον ίδιο άντρας, που δηλώνει πατέρας του, θα εμφανιστεί στον δρόμο του, θα θελήσει να αλλάξει τη ζωή του και να αποκαταστήσει τις σχέσεις του μαζί του.

Το φινάλε θα είναι απρόβλεπτο. Οι τρεις άντρες, βασανίζονται από ενοχές και τύψεις, ο καθένας  για τους δικούς του λόγους. Και ο Σάλβο, ο οποίος φαίνεται τόσο απότομος και βίαιος, κρύβει τελικά μέσα του μία καλά θαμμένη ευαισθησία, την οποία τρέμει όμως να αφήσει ελεύθερη να φανεί. Όλοι οι ήρωες, πάντως, έχουν τα μυστικά τους.

Η αλληγορική και συμβολική αυτή νουβέλα είναι ιδιαίτερα ατμοσφαιρική, η γλώσσα καλοδουλεμένη και έντονα μεταφορική πολλές φορές και η συγγραφέας καταφέρνει να κρατήσει τον αναγνώστη. Κάπου είναι κινηματογραφική και καταιγιστική σε ό,τι αφορά τις εξελίξεις της, κάπου γίνεται τρυφερή και συγκινητική. Η ανατομία των ψυχών και των επιλογών τους από τη συγγραφέα είναι δεδομένη, αφού ρίχνει ιδιαίτερο βάρος στην απεικόνιση του ψυχισμού των ηρώων της. Ποιος από τους τρεις άντρες είναι, εν τέλει, το θηρίο στον λαβύρινθο; Και ποιος θα είναι τελικά αυτός που θα καταφέρει να βγει από τον λαβύρινθο;

«Τέντωσε το κορμί και ανακάθισε ακουμπώντας τα πέλματα στις αδρές σανίδες του πατώματος, σηκώθηκε και προχώρησε, γυμνός όπως ήταν, προς το παράθυρο. Συμμορίες από σκυθρωπά, μολυβένια σύννεφα συνωστίζονταν στον ορίζοντα και ενώνονταν με τις ορδές από τα αφηνιασμένα κύματα της θάλασσας, σμίγοντας μεταξύ τους, προσπαθώντας ν’ αφανίσουν το φως της αυγής που πάλευε να δραπετεύσει και να σωθεί από την επέλαση της θερινής καταιγίδας. Το καλοκαίρι πέθαινε. Την προηγούμενη μέρα είχε δει τα πρώτα νεκρά τζιτζίκια στη βεράντα, δίπλα από το νυχτολούλουδο. Ήταν δύο μικρές χρυσοκαφετιές ζωούλες που είχαν εκπνεύσει στις πλάκες της βεράντας του, αφού είχαν τραγουδήσει το τελευταίο τους αντίο στην παλερμιτάνικη βάμπα (κάψα) του Αυγούστου».

Αμάντα Μιχαλοπούλου, Το μακρύ ταξίδι της μιας μέσα στην άλλη, εκδ. πατάκη

 

"Μήπως μητέρα  είναι συναίσθημα; Από το ρήμα "μητερίζω"; Αρχίζω να υποψιάζομαι τι πλεκτό φτιάχνω. Μια κουρελού".

   Ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου της βραβευμένης συγγραφέως Αμάντας Μιχαλοπούλου "Το μακρύ ταξίδι της μιας μέσα στην άλλη" είναι εμπνευσμένος, όπως μας λέει η ίδια σε συνέντευξή της, από το γνωστό θεατρικό έργο του Ευγένιο Ο' Νιλ "Το μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα". Πρόκειται για ένα βιβλίο αφιερωμένο στις έννοιες της μητρότητας και της θηλυκότητας, ένα πολύ ιδιαίτερο μυθιστόρημα, το οποίο χρησιμοποιεί πολλές διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές και εγκιβωτίζει μέσα του τις εμπειρίες πολλών γυναικών, συμπεριλαμβανομένης και εκείνων της ίδιας της συγγραφέως.

    Ηρωίδα είναι μία γυναίκα στην εμμηνόπαυση, η οποία ταλαιπωρείται από αϋπνίες και ταχυκαρδίες. Εν πολλοίς πρόκειται για την ίδια τη συγγραφέα στο πιο αυτοβιογραφικό από όλα τα μέχρι τώρα βιβλία της. Η ηρωίδα αρχίζει να βλέπει αλλόκοτα και επαναλαμβανόμενα όνειρα με την Παναγία. Πρόκειται, όμως, για μία πολύ ιδιαίτερη μορφή της Παναγίας, η οποία παρουσιάζεται σε μία εντελώς αντισυμβατική μορφή, πλήρως εξανθρωπισμένη, ντυμένη με αλλοπρόσαλλα ρούχα και ενσαρκωμένη συχνά στο σώμα τραγουδιστριών, ηθοποιών ή και ποιητριών. Η Παναγία, ως άλλη Μεγάλη Μητέρα Θεά, ενσαρκώνει επίσης στο βιβλίο, αλλά και στη λογοτεχνία ως παρουσία γενικότερα, το αρχετυπικό πρότυπο της μητρότητας και της θηλυκότητας. Η συγγραφέας αναφέρεται στο βιβλίο της σε πολλές απεικονίσεις της Μαντόνας στην τέχνη, αλλά και στον ρόλο της Παναγίας στη χριστιανική θρησκεία.

    Η παράθεση των ονείρων γίνεται υπό μορφή ημερολογιακών καταγραφών και συμβάλει στην εξέλιξη της υπόθεσης, η οποία αποτελεί, στην ουσία, καταγραφή των εμπειριών της ίδια της συγγραφέως ως μητέρας, κόρης και αδελφής, αλλά και των εμπειριών ως κόρες και μητέρες και άλλων γυναικών ανά την υφήλιο. 

    Η συγγραφέας καταγγέλλει τη συνεχιζόμενη ανά τους  αιώνες πατριαρχία και τη διαρκή υποτίμηση των γυναικών ως υπάρξεων μέσα από τις καταγραφές της και προβαίνει στην άκρως παραστατική αναπαράσταση του ψυχικού κόσμου μίας γυναίκας στην εμμηνόπαυση και των σκέψεων που αυτή κάνει στην τόσο ιδιαίτερη για αυτή αυτή φάση της ζωής της. 

    Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου οι ημερολογιακές καταγραφές των ονείρων με την Παναγία σταματούν και δίνουν τη θέση τους στην παράθεση εμπειριών διαφόρων γυναικών ανά την υφήλιο. Μέσα από αυτές η ίδια η συγγραφέας και η πρωταγωνίστρια αγωνίζεται να κατανοήσει τη θέση της γυναίκας και της μητρότητας στον κόσμο μας.

    Αυτό που θα μας μαγέψει στο βιβλίο είναι, το δίχως άλλο, η πληθώρα των αφηγηματικών τεχνικών που χρησιμοποιεί η Μιχαλοπούλου, από την παράθεση παραμυθιών, αυτούσιων ρήσεων μεγάλων προσωπικοτήτων, ονείρων, ημερολογιακού τύπου καταγραφών, φιλοσοφικών αναφορών, μέχρι και τεστ γνώσεων. Το πόνημα ακροβατεί δε μεταξύ του μαγικού ρεαλισμού, υπερρεαλισμού και παραμυθιού, μεταξύ φιλοσοφικού, δοκιμιακού και υπαρξιακού πονήματος, αλλά και μεταξύ της ίδιας της αληθινής ζωής και της πραγματικότητας, μέσα από την παράθεση αληθινών εμπειριών και αναμνήσεων.

    Εν τέλει, πώς μας ορίζει ο χρόνος και η μητρότητα; Υπάρχει ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών σήμερα; Η σχέση μας με τη μητέρα μας καθορίζει την ύπαρξή μας; Όσο μεγαλώνουμε ανατρέχουμε συχνότερα στην παιδική μας ηλικία; Τέτοιου είδους ερωτήματα θέτει το νέο μυθιστόρημα της Μιχαλοπούλου χωρίς όμως να δίνει παγιωμένες απαντήσεις. Αντίθετα, φιλοδοξεί να αποτελέσει αφετηρία και πηγή προβληματισμού γύρω από τη μητρότητα και τη γυναικεία υπόσταση.

 

Σάββατο 3 Μαΐου 2025

Θεοδοσία Μπίτζου, Μις Σάλιβαν, εκδ. Βακχικόν

 

    "Άραγε, οι αράχνες αγαπούν; Είναι εκλεκτικές στο φαγητό τους; Εάν πάρω μία αράχνη και την πάω σε άλλο δωμάτιο, θα γυρίσει πίσω; Και, ιδίως, γιατί άραγε κάθε επιθυμία γίνεται τροφή μιας αράχνης και περιμένει υπομονετικά να πέσει στα δίχτυα της;"

    Τέτοιου είδους απορίες, μα και πολλές άλλες περί αραχνών και ψυχής, θέτει η Μις Σάλιβαν, η ηρωίδα της νουβέλας της πρωτοεμφανιζόμενης στον χώρο αρχιτεκτόνισσας και συγγραφέως Θεοδοσίας Μπίτζου. Χρησιμοποιώντας εντέχνως το μικρό αρθρόποδο ως αλληγορία, μα και ως διαρκή και επίμονη εικόνα στη νουβέλα της, η Μις Σάλιβαν, δια στόματος της συγγραφέως, αφωρμάται από αυτό προκειμένου να μας μιλήσει για το επώδυνο παρελθόν της, για τις ενοχές, τα λάθη της, αλλά και για βαθιές πληγές που δεν έκλεισαν ποτέ.

    Η Μις Σάλιβαν κατοικεί ολομόναχη στη γιγάντια ερειπωμένη και αραχνιασμένη έπαυλή της, ένα κτίριο το οποίο βρίσκεται προφανώς σε παρακμή, όπως και η ιδιοκτήτριά του άλλωστε. Η ηλικία της δεν προσδιορίζεται επακριβώς, είναι όμως σαφές ότι πρόκειται για μια ηλικιωμένη γυναίκα. Η Μις Σάλιβαν δεν έχει να κάνει και πολλά πράγματα, ούτε και να περιμένει κάτι από το μέλλον της. Αναπολεί, λοιπόν, διαρκώς τα περασμένα και αναλώνει τον χρόνο της στην ενδελεχή παρατήρηση των έτερων μικρών ενοίκων του αρχοντικού της: των πολυάριθμων αραχνών που έχουν ριζώσει για τα καλά στο σπιτικό της και έχουν κεντήσει παντού στους τοίχους και τα έπιπλά του ιστούς. Όχι πως μπορεί εύκολα να απαλλαγεί από αυτούς και τις αράχνες... Όπως μας ομολογεί η ίδια, αν και διέλυσε κάποια στιγμή τους ιστούς τους και σκότωσε τις αράχνες, αυτές εντούτοις, σύντομα ξαναγύρισαν στο σπίτι της με κάποιον μαγικό, θαρρείς, τρόπο και ξεκίνησαν και πάλι από την αρχή το έργο τους, σαν να μην είχε μεσολαβήσει ποτέ η εξόντωσή τους από τη μοναχική ηλικιωμένη γυναίκα. 

"Αγαπητοί, 

Απευθύνομαι σ' εσάς  γιατί γνωρίζω ότι είστε ένα κοινό αξιόλογο, άνθρωποι μορφωμένοι, κάποιοι είστε επιστήμονες βιολόγοι που θ καταλάβετε και ίσως-γιατί όχι;-θα δώσετε απαντήσεις στα ερωτήματα που με απασχολούν.

Όλη μέρα κλεισμένη σε αυτό το σπίτι, ένα παλιό αρχοντικό, κινούμαι αργά στα σβηστά παράθυρα, την αγκυρωμένη πόρτα, τις άδειες κάμαρες.

Συανντώ σε γνωστές γωνίες αράχνες που περιμένουν το επόμενο θύμα τους ή άλλες που φιλότιμα ανεβαίνουν και κατεβαίνουν πλέκοντας δίχτυα.

Και ερωτώ, ξέρουν ότι ζουν μόνο γιατί εγώ το επιτρέπω;"

    Έτσι επιλέγει να αρχίσει τη νουβέλα της η Μπίτζου, εισάγοντάς μας κατευθείαν σε αυτό το μυστηριακό κλίμα της σήψης και της παρακμής. Το έργο της είναι χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια τα οποία αποτυπώνουν κατά κύριο λόγο σκέψεις. Τα περισσότερα από αυτά καταλήγουν σε κάποιο υπαρξιακό ερώτημα το οποίο αφορά είτε τις αράχνες, είτε την ίδια, κατ' επέκταση, όμως, όλους μας.

    Η ξαφνική επιστροφή του Πιτ θα διακόψει κάπου κάπου την περιήγηση στα μοναχικά και σκοτεινά δωμάτια του σπιτιού-και στις σκοτεινές σκέψεις της ενοίκου του. Το ίδιο και οι αναφορές στην Εστέλλα και στον μακρινό εκείνο συγγενή που ταξίδεψε ως τη Μαδαγασκάρη προκειμένου να βρει και να σκοτώσει τη μεγαλύτερη αράχνη του κόσμου.

    Η Μις Σάλιβαν εκπέμπει κραυγές αγωνίας. Άραγε θα εισακουστούν; Το κύριο ερώτημα που τίθεται συνοψίζεται στο απόσπασμα:

"Πώς η αγάπη καταλήγει τόσο μόνη; Πείτε μου, τα κύτταρα της εφυΐας του ανθρώπου έχουν τόση δύναμη να καταστρέφουν αυτό που πιο πολύ αγαπήσαμε στη ζωή μας;"

  Μια γυναίκα και ένα σπίτι, επομένως, σε απόλυτη παρακμή. Μία ζωή σε απόλυτη παρακμή, μια ζωή χαμένη. Μία υπαρξιακή νουβέλα για τα λάθη του παρελθόντος,για τις ευκαιρίες που χάθηκαν, αλλά για την αναζήτηση της δικαίωσης. Το τέλος της καλογραμμένης αυτής νουβέλας θα αποβεί λυτρωτικό για την ηρωίδα του.