Τρίτη 17 Ιουνίου 2025

Μορίς Λεμπλάν, Ο Τζέντλεμαν διαρρήκτης Αρσέν Λουπέν, εκδ. Gema

 

 

«Να ο Αρσέν Λουπέν. Η ουσία είναι να μπορεί να πει χωρίς τον φόβο ότι θα πέσει έξω: Αυτό το έκανε ο Αρσέν Λουπέν. Μερικές από αυτές τις πράξεις, μερικές από αυτές τις περιπέτειες προσπαθώ να ανασυνθέσω, σύμφωνα με όσα είχε την καλοσύνη να μου εκμυστηρευτεί, κάποια χειμωνιάτικα βράδια, στη σιωπή του γραφείου μου…»

 

            Ο Αρσέν Λουπέν είναι ίσως ο πιο διάσημος, αλλά και ο πιο ξεχωριστός διαρρήκτης του εικοστού αιώνα, εφεύρημα της φαντασίας του Μορίς Λεμπλάν, του Γάλλου συγγραφέα που έζησε από το 1864 ως και το 1941. Τα αστυνομικά μυθιστορήματα που έγραψε ο εν λόγω συγγραφέας με ήρωα αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο «αριστοκράτη» διαρρήκτη άρχισαν να εκδίδονται το 1905 και από τότε έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου.

Για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα οι εκδόσεις Gema επιλέγουν να εκδώσουν τις περιπέτειές του σε σκληρόδετου εξωφύλλου και μεγάλου μεγέθους βιβλίο, το οποίο συνοδεύεται και από την πολύ πληθωρική και καλαίσθητη εικονογράφηση του Βενσάν Μαλιέ.

 

«Ο Αρσέν Λουπέν έλυσε το πρόβλημα που έθεσε πρόσφατα ο Σαλβατόρ. Αφού απέκτησε όλα τα πρωτότυπα έγγραφα και τα σχέδια του μηχανικού Λουί Λακόμπ, φρόντισε να φτάσουν στα χέρια του Υπουργού Ναυτιλίας. Με την ευκαιρία, ανοίγει κατάλογο συνδρομητών με σκοπό την προσφορά στο κράτος του πρώτου υποβρυχίου που θα κατασκευαστεί σύμφωνα με τα σχέδια αυτά. Και εγγράφεται ο ίδιος πρώτος στον κατάλογο αυτό με το ποσό των είκοσι χιλιάδων φράγκων»

 

Ο Αρσέν Λουπέν αποτελεί, σε κάθε περίπτωση μία πολύ ιδιαίτερη περίπτωση στον χώρο του αστυνομικού μυθιστορήματος. Για πρώτη φορά πιο γνωστός είναι ο ίδιος ο διαρρήκτης για τις περιπέτειές του, αντί για τον αστυνομικό επιθεωρητή, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τις περιπέτειες του εξίσου, αν όχι περισσότερο, διάσημου επιθεωρητή Σέρλοκ Χολμς ή του Ηρακλή Πουαρώ. Αντιιθέτως, εδώ ο επιθεωρητής που ορκίστηκε να συλλάβει τον Λουπέν, ο Ιταλός Γκανιμάρο, δεν είναι σε καμία περίπτωση τόσο γνωστός όσο ο Λουπέν, ούτε ίσως τόσο δαιμόνιος, αφού, εν τέλει, ο Λουπέν, στο τέλος του βιβλίου εξακολουθεί να παραμένει ασύλληπτος.

Το πηγαίο χιούμορ του Μορίς Λεμπλάν στην αφήγηση είναι, αναμφίβολα, αυτό που θα κερδίσει τους αναγνώστες. Να σημειώσουμε εδώ ότι στις σελίδες του βιβλίου εμφανίζεται όχι ο γνωστός Σέρλοκ Χολμς, αλλά ο… Χέρλοκ Σολμς, σε έναν ευφυέστατο αναγραμματισμό στον οποίον προβαίνει ο συγγραφέας. Η γραφή του Μορίς Λεμπλάν είναι πάντοτε παιγνιώδης, ελαφριά, χιουμοριστική άλλα και ειρωνική από καιρού εις καιρόν, κατάλληλη για όλους και ευκολοδιάβαστη. Τη μετάφραση εδώ έχει πραγματοποιήσει εξαιρετικά η Γιούλα Σταθοπούλου.

 

«Το περιδέραιο της Βασίλισσας, το περίφημο κόσμημα που είχαν κλέψει παλιότερα από την οικογένεια ντε Ντρε-Σουμπίζ, βρέθηκε από τον Αρσέν Λουπέν. Ο Αρσέν Λουπέν έσπευσε να το επιστρέψει στους νόμιμους ιδιοκτήτες του. Δεν μπορούμε παρά να επικροτήσουμε αυτή τη γεμάτη αβρότητα και ιπποτισμό χειρονομία»

 

Τι ιδιότητες, όμως, διαθέτει ο τόσο ξεχωριστός αυτός διαρρήκτης; Κατ’ αρχάς, δεν διαθέτει προφίλ που να προσιδιάζει σε διαρρήκτη ή απατεώνα μεγάλου βεληνεκούς. Αντιθέτως διαθέτει ιπποτικά αισθήματα και ευγενικά ιδεώδη. Ντύνεται σαν αριστοκράτης και η εξυπνάδα του βάζει κάτι και τον καλύτερο αστυνομικό επιθεωρητή. Μπορεί να κλέψει τα τιμαλφή μιας κλειστής και φρουρούμενης αίθουσας από τη φυλακή, ενώ μπορεί να αποδράσει από την τελευταία δίχως να τον πάει κανένας είδηση.

Η αφήγηση των περιπετειών του ξεκινά με αντίθετη φορά από αυτήν που θα περίμενε κανείς: από τη σύλληψή του που λαμβάνει χώρα πάνω σε ένα κρουαζιερόπλοιο. Στο τέλος του βιβλίου, αντί να ξαναβρίσκεται ο Αρσέν Λουπέν στη φυλακή και ο επιθεωρητής διώκτης του να έχει θριαμβεύσει-όπως συμβαίνει συνήθως στα αστυνομικά μυθιστορήματα που τελειώνουν με τη σύλληψη του δράστη- εδώ, εντούτοις, ο Λουπέν απολαμβάνει την ελευθερία του και  υπόσχεται νέες περιπέτειες στους αναγνώστες.

Η κινηματογραφική του απόδραση από τη φυλακή της Σαντέ στο Παρίσι εξιστορείται εδώ, όπως και η συνάντησή του με τον επιθεωρητή Γκανιμάρι. Να προσθέσουμε εδώ ότι συν τοις άλλοις, εκτός από πανέξυπνος, ο Αρσέν Λουπέν είναι και άσσος στις μεταμφιέσεις. Τι θα γίνει άραγε με το περιδέραιο της Βασίλισσας Βικτωρίας; Με τον μυστηριώδη ταξιδιώτη του τρένου; Με το επτά κούπα; Με το μαύρο μαργαριτάρι; Και με το χρηματοκιβώτιο της κυρίας Εμπέρ; Όλα αυτά συναποτελούν κεφάλαια του βιβλίου και τις επιμέρους περιπέτειες του τζέντλεμαν διαρρήκτη που περιμένει να τις ανακαλύψουμε. Όπως είναι λογικό, η εικονογράφηση προσδίδει στην ανάγνωση άλλη διάσταση, τροφοδοτώντας τη φαντασία του αναγνώστη με  νέες εικόνες και επιλογές.

Το έργο αναντίρρητα προορίζεται να διαβαστεί από όλους τους λάτρεις της αστυνομικής λογοτεχνίας και της λογοτεχνίας μυστηρίου, αλλά και από νεαρότερους αναγνώστες, αφού η μεγάλης έκτασης εικονογράφησή του το καθιστά πολύ προσιτό στα παιδιά και σε εφήβους, στους οποίους η αστυνομική λογοτεχνία ασκεί, ούτως ή άλλως, μεγάλη έλξη ως λογοτεχνικό είδος.

1914-1922, Το χρονικό της μικρασιατικής καταστροφής σε κόμιξ, εκδόσεις Byzantine Tales

 

Καμιά φορά τα καλά βιβλία δεν ανήκουν σε κάποιον πολύ γνωστό συγγραφέα, ούτε σε κάποιον μεγάλο, απαραίτητα εκδοτικό οίκο. Όταν, όμως, υπάρχει κάποια όμορφη και τεκμηριωμένη ιστορικά δουλειά, αυτή οφείλει να προβάλλεται κατάλληλα έτσι ώστε να καθίσταται προσβάσιμη σε όλους τους βιβλιόφιλους, πόσο μάλλον όταν αυτή μπορεί να ενδιαφέρει και νεαρότερους αναγνώστες, οι οποίοι, ως γνωστός, έχουν απομακρυνθεί από τον χώρο του βιβλίου στη σημερινή εποχή. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και το παρακάτω γκράφικ νόβελ σε σενάριο του Θεοχάρη Σπύρου και σχέδια της Σακελλαροπούλου Χρυσαυγής, με τίτλο «1914-1922, Το χρονικό της μικρασιατικής καταστροφής σε κόμιξ».

Κάποιος, βέβαια, θα αναρωτηθεί εύλογα για ποιον ακριβώς λόγο πρέπει να είναι τόσο ξεχωριστό ένα πόνημα για μία θεματική τόσο συνηθισμένη για την οποία έχει χυθεί, κυριολεκτικά, άπειρο μελάνι από πάμπολλους και πασίγνωστους συγγραφείς. Πράγματι, για τη Μικρασιατική Καταστροφή και τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτήν υπάρχει, πραγματικά, τεράστια εργογραφία, τόσο από ιστορικά, όσο και από μυθιστορηματικά πονήματα, ακόμη και από γκράφικ νόβελ. Εγώ, όμως, που όντως, πηγαίνοντας με το ρεύμα, έχω στ’ αλήθεια διαβάσει πάμπολλα έργα που αφορούν το εν λόγω ζήτημα, οφείλω να ξεχωρίσω το συγκεκριμένο πόνημα για πολλούς λόγους.

Πρωτίστως, αυτό πρέπει να γίνει για την άριστη τεκμηρίωση των γραφομένων του, κάτι που φαίνεται ολοκάθαρα στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, αν διαβάσει κανείς την, όχι και τόσο εκτενή είναι η αλήθεια, αλλά εγκυρότατη, πάντως, ενδεικτική βιβλιογραφία. Δεύτερον, για την επιλογή που έκανε ο συγγραφέας σχετικά με το ποια γεγονότα ακριβώς επέλεξε να αφηγηθεί, που να δώσει βάση και τι να αφήσει απέξω. Διότι, δεν είναι διόλου εύκολη η επιλογή του τι θα εντάξει κανείς στο δικό του αφήγημα, όταν έχει στη διάθεσή του άπειρες, κυριολεκτικά, πηγές για να αντλήσει στοιχεία, αλλά και τόσο εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους απόψεις.  Ούτε είναι εύκολο, επίσης, να επιλέξει ο συγγραφέας που θα δώσει το βάρος στην αφήγησή του και τι θα προσπεράσει πιο επιδερμικά.

Τρίτος λόγος για τον οποίο οφείλουμε να ασχοληθούμε το συγκεκριμένο πόνημα είναι η πολύ αντικειμενική προσέγγιση που υιοθετεί ο συγγραφέας σχετικά με τις ευθύνες που πρέπει να αποδοθούν για την καταστροφή, κάτι καθόλου εύκολο. Το μερίδιο ευθύνης που ανήκει στον Βενιζέλο δεν αποσιωπάται, ορθώς, όμως, το μεγαλύτερο μέρος της επιρρίπτεται στους Αντιβενιζελικούς.

Και τέλος, τα εύσημα πρέπει να δοθούν και στην εικονογράφο, η οποία κατόρθωσε μέσα από μία πολύ ρεαλιστική απεικόνιση των προσώπων τα εποχής να αναπαραστήσει παραστατικότατα το όλο βαθύτατα ταραγμένο κλίμα της εποχής. Η εικονογράφηση, εξάλλου, βασίστηκε σε πρωτογενές οπτικό υλικό από φωτογραφίες της εποχής.

Εν κατακλείδι, επομένως, πρόκειται για ένα ευκολοδιάβαστο ανάγνωσμα που θα λύσει τις όποιες απορίες μας σχετικά με τη μεγαλύτερη συμφορά του ελληνισμού, θα διαφωτίσει κάποιες άγνωστες πτυχές της, και το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο από εκπαιδευτικούς στα σχολεία προκειμένου να προσεγγίσουν τα παιδιά ευκολότερα το, απεχθές, δυστυχώς όπως θεωρείται συνήθως, μάθημα της Ιστορίας. Σημειωτέον ότι το κόμιξ μπορεί να διαβαστεί άνετα από παιδιά μεγαλύτερα των δώδεκα ετών. Το πόνημα αφηγείται με λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα της πολιτικής ζωής στη χώρα, αλλά και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, από το 1914 μέχρι και το 1922.

Κώστας Ακρίβος, Όνομα πατρός: Δούναβης, εκδ. Μεταίχμιο

 

 

 


 

Παναΐτ Ιστράτι, ο άγνωστος στους Έλληνες ανατολίτης παραμυθάς

 

            Έναν άγνωστο, εν πολλοίς, λόγιο στους περισσότερους Έλληνες αναγνώστες, επιλέγει ο Θεσσαλός συγγραφέας Κώστας Ακρίβος να αναδείξει μέσα από τις σελίδες της νέας μυθιστορηματικής βιογραφίας του που τιτλοφορείται «Όνομα πατρός: Δούναβης». Ο λόγος για τον Ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, ο οποίος γεννήθηκε στη Βραΐλα της Ρουμανίας το 1884 και απεβίωσε το 1935 στο Βουκουρέστι σε ένα σανατόριο από φυματίωση. Ο λόγιος αυτός, ήταν γιος μιας Ρουμάνας πλύστρας ταπεινής οικογενειακής καταγωγής, της Ζωής Ιστράτι και-μάλλον- του Κεφαλλονίτη τυχοδιώκτη και εμπόρου Γιώργου Βαλασαμή, τον οποίο, όμως, δεν γνώρισε ποτέ. Για να μιλήσουμε, όμως, ορθά, ο Ιστράτι στην πραγματικότητα δεν ήταν γιος κανενός, αλλά πολίτης του κόσμου, όπως αποδεικνύεται από τον πλάνητα βίο και τις κοσμοπολίτικες απόψεις του.

Ο λόγιος αυτός, ο οποίος έγινε γνωστός και με το προσωνύμι «ο Γκόρκυ των Βαλκανίων» έζησε μία ταραχώδη, συναρπαστική και περιπετειώδη ζωή άξια λόγου προκειμένου να μεταπλαστεί μυθιστορηματικά. Αυτή την ευκαιρία αρπάζει και ο συγγραφέας και μας αφηγείται τη ζωή του με ευθύγραμμο και γραμμικό τρόπο, από τη στιγμή της γέννησής του, έως τον θάνατό του, χρησιμοποιώντας ως αρωγό και το έργο του ίδιου του Ιστράτι, το οποίο περιέχει πολλές αυτοβιογραφικές αναφορές. Τέτοια είναι τα έργα: «Ο Σφουγγαράς και άλλα διηγήματα»,  «Κυρά Καραλίνα», «Ο Μπάρμπ’ Αγγελής», «Νερατζούλα», «Ο Μιχαήλ» και άλλα.

Ο Ακρίβος δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη να καταστήσει ενδιαφέρουσα την υπόθεση του βιβλίου του. Η ζωή ενός τέτοιου κοσμοπολίτικου και ελεύθερου πνεύματος που συνδέθηκε μάλιστα με στενή φιλία με τον Νίκο Καζαντζάκη, ήταν αυτονόητο πως θα ήταν από μόνη της τόσο ενδιαφέρουσα ώστε να γίνει μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας, όμως, δεν αρκείται μονάχα στην εξιστόρηση της ζωής του, αλλά φροντίζει να θέσει και το ιστορικό πλαίσιο της εποχής και να εντάξει τον ίδιο τον συγγραφέα μέσα σε αυτό. Διότι πως θα μπορούσε, άραγε, να γίνει τόσο άπατρις και ανθρωπιστής στις απόψεις ένας συγγραφέας αν δεν είχε αλληλεπιδράσει και συναντηθεί με τις σημαντικότερες προσωπικότητες του καιρού του, όπως τον Ρομέν Ρολάν, τον Μαξίμ Γκόρκι , τον Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, τον Τζορτζ Όργουελ και τον Νικόλαο Καζαντζάκη, αλλά και αν δεν είχε βιώσει από κοντά κοσμοϊστορικά γεγονότα όπως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο ελληνισμός της Διασποράς, η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Οκτωβριανή Επανάσταση και άλλα.

«Είναι ένας άνθρωπος μόνος. Δεν έχει τίποτα που να του ανήκει ή να ανήκει αυτός: γονείς, απογόνους, φίλους, πατρίδα, γλώσσα. Απ’ όλα και για όλους είναι ένας ξένος. Τριάντα έξι χρονών και τίποτα δεν έχει δημιουργήσει σ’ αυτή τη ζωή. Είναι ένας αποτυχημένος. Ούτε, πάλι, βρήκε στους τόπους όπου ταξίδεψε μέχρι εκείνη τη μέρα τη χαρά που πρόσμενε από τους ανθρώπους. Να φύγει! Ναι. Αλλά να πάει πού; Πίσω στη Ρουμανία; Μα εκεί τον περιμένουν εικόνες και μνήμες θλίψης. Στην Αίγυπτο ξανά; Στην Ελλάδα; Τους δοκίμασε κι αυτούς τους προορισμούς, όμως το κενό δεν το γέμισαν ούτε τα ένδοξα μνημεία ούτε οι τωρινοί τους άνθρωποι. Τώρα πλέον, με αυτή την τελευταία και πιο οδυνηρή απώλεια, νιώθει να έχει στεγνώσει μέσα του κάθε ελπίδα και προσμονή. Αλλά και τι παράξενο, αισθάνεται σαν να είναι και κατά κάποιον τρόπο ελεύθερος».

            Ο Ιστράτι ήταν και παρέμεινε ανέκαθεν ένα ελεύθερο πνεύμα στον χώρο των ιδεών. Πολιτικά επηρεάστηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση και μπορεί να θεωρηθεί αριστερός στις απόψεις του, δεν δίστασε, όμως, προς τιμήν του, να καταδικάσει τα κακώς κείμενα του σταλινισμού. Πάντοτε συντάσσονταν  με τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους και η λογοτεχνία του αφορά πολλές φορές τις περιθωριακές κοινωνικές ομάδες.

Εν ολίγοις, το έργο του Ακρίβου αναδεικνύει τα μέγιστα τόσο τη ζωή του άγνωστου Ιστράτι ως λογίου, όσο και την εποχή του, αλλά και την ίδια την ελληνική λογοτεχνία με ένα τόσο καλογραμμένο πόνημα πρωτότυπης θεματικής.

Πέμπτη 12 Ιουνίου 2025

Monica Wood, Πώς να διαβάσεις ένα βιβλίο, εκδ. Κλειδάριθμος

 


 

            «Πώς να διαβάσεις ένα βιβλίο;» Υπάρχει, άραγε, ένας και παγιωμένος ορθός τρόπος ανάγνωσης ή αυτός διαφέρει από αναγνώστη σε αναγνώστη; Η Χάριετ, επικεφαλής μιας λέσχης ανάγνωσης που λειτουργεί στις γυναικείες φυλακές του Μέιν αναλαμβάνει να μας μάθει τον σωστό τρόπο ανάγνωσης μέσα από τις συναντήσεις της με τις καταδικασμένες σε φυλάκιση γυναίκες. Το μόνο σίγουρο είναι ότι τόσο η ποίηση, όσο και η λογοτεχνία γεμίζουν την ψυχή μας με δύναμη προκειμένου να συνεχίσουμε το ταξίδι της ζωής μας ευχάριστα…

Αυτόν τον τίτλο επιλέγει να δώσει η Αμερικανίδα συγγραφέας από το Πόρτλαντ του Μέιν, Monica Wood, βραβευμένη και πολυγραφότατη καθώς έχει συγγράψει ήδη τέσσερα μυθιστορήματα, βιογραφίες, αλλά και πολλά θεατρικά έργα. Ένα βιβλίο, επομένως, πρέπει να διαβάζεται αργά, έτσι ώστε να δίνεται χρόνος στον αναγνώστη να στοχαστεί πάνω σε αυτό, αλλά και να συζητήσει το περιεχόμενό του με άλλους. Σε αυτό, εξάλλου, δεν χρησιμεύουν και οι λέσχες ανάγνωσης, μεγάλη μόδα σήμερα παντού ανά την υφήλιο;

Η Βάιολετ, η εικοσιδυάχρονη πρωταγωνίστρια του βιβλίου, αποκόμισε πολλές καλές εμπειρίες μέσα από τη λέσχη φιλαναγνωσίας της φυλακής, με επικεφαλής τη συνταξιούχο φιλόλογο Χάριετ. Η Βάιολετ έκανε μία φορά στη ζωή της ένα τρομερό λάθος και το πλήρωσε πολύ ακριβά: δέχτηκε, όντας μεθυσμένη και η ίδια, να οδηγήσει το αμάξι του επίσης μεθυσμένου φίλου της, και έγινε η αιτία να σκοτωθεί μία μεσήλικας νηπιαγωγός. Έτσι καταδικάστηκε σε φυλάκιση είκοσι δύο μηνών, με το φοβερό τίμημα να αποκοπεί εντελώς από την εναπομείνασα οικογένειά της, την αδελφή της και τις θείες της, αφού η μητέρα της έχει πια πεθάνει όταν εκείνη θα αποφυλακιστεί και τον πατέρα της τον είχε χάσει ήδη όταν ήταν μικρή. Όταν, επομένως, βγει από τη φυλακή, η εναπομείνασα οικογένειά της δεν θα θέλει να την ξαναδεί ούτε ζωγραφιστή.

Ένα από τα κεντρικά θέματα του βιβλίου είναι, λοιπόν, ακριβώς αυτό: μπορεί άραγε ένας νέος άνθρωπος να προσδοκά να ζήσει ξανά ως κανονικός άνθρωπος μετά την αποφυλάκισή του αποβάλλοντας  το «στίγμα» του εγκληματία; Ή κοινωνία πάντοτε καταδικάζει τέτοιους ανθρώπους και δεν τους δίνει ποτέ μία δεύτερη ευκαιρία;

Είναι, όμως, όλοι οι καταδικασθέντες εγκληματίες; Η συγκεκριμένη κοπέλα φυσικά και δεν είναι, καθώς είναι ολοφάνερο ότι είχε μία άτυχη στιγμή εξαιτίας της νεανικής απερισκεψίας της. Είναι, λοιπόν, δίκαιο να πληρώνει μία ολόκληρη ζωή για ένα νεανικό λάθος της;

Άφθονη τροφή για σκέψη, θέτοντας τα παραπάνω ερωτήματα,  προσφέρει η Wood κατά την ανάγνωση του εν λόγω μυθιστορήματος, η συγγραφέας, όμως, δεν αρκείται στα παραπάνω, αλλά κάνει ακόμα πιο περίτεχνο το όλο ζήτημα της υπόθεσης με την προσθήκη του Φρανκ, ως έναν από τους βασικούς χαρακτήρες του έργου.

Να πούμε εδώ ότι η Χάριετ συναντά τη Βάιολετ όταν αποφυλακίζεται και τη βοηθά να ξεκινήσει και πάλι από το μηδέν. Ο Φρανκ είναι ο σύζυγος της αποθανούσας νηπιαγωγού και, ως εκ θαύματος, ενώ αγαπούσε τη σύζυγό του, δεν φαίνεται, εντούτοις, να κρατά καμία κακία στη Βάιολετ, όταν τυχαίνει να τη συναντήσει σε ένα βιβλιοπωλείο. Τότε οι ζωές των τριών τους θα πλεχτούν με απρόσμενο τρόπο. Ο Φρανκ είναι διατεθειμένος να συγχωρήσει την-ακουσίως- δολοφόνο της γυναίκας του, σε αντίθεση με την ενήλικη και ήδη παντρεμένη και μητέρα κόρη του, Κρίστι, η οποία δεν μπορεί να ξεχάσει το δυστύχημα και τη συνακόλουθη μνησικακία της απέναντι στη Βάιολετ…

Συν τοις άλλοις, όταν η Βάιολετ θα γίνει τελικά δεκτή για δουλειά σε ένα εργαστήρι παρατήρησης αφρικανικών γκρίζων παπαγάλων, η ζωή της θα αλλάξει προς το καλύτερο, μιας και λατρεύει τα ζώα και θα συμπαθήσει μέχρις αηδίας τον γενικά αντιπαθή σε όλους Ρώσο επιστήμονα που την ηγείται.

Η συγγραφέας εισάγει πολλά και διαφορετικά θέματα στην πλοκή του βιβλίου της με έξυπνο τρόπο, οδηγώντας τη, εν τέλει, σε ένα αναπάντεχο φινάλε. Η συγχώρεση, η ζωή μετά τη φυλακή, οι συνθήκες στις φυλακές, το ζήτημα των παράλληλων ερωτικών δεσμών για τους παντρεμένους, το ερώτημα αν όλοι οι καταδικασθέντες είναι εγκληματίες και αν αξίζει να φερόμαστε σε όλους αδιακρίτως ως τέτοιους, η αγάπη για τα ζώα και τη λογοτεχνία, η ανάγκη των ηλικιωμένων για συντροφικότητα, η αγάπη και η συμβίωση σε έναν γάμο, οι δεσμοί με τη βιολογική μας οικογένεια, η βοήθεια προς τον συνάνθρωπο, η εντύπωση που αφήνεται από την καταπληκτική ικανότητα μάθησης της αφρικανικών γκρίζων παπαγάλων, άγνωστη στους περισσότερους αναγνώστες, δημιουργεί ένα βιβλίο πολυθεματικό και ποικίλο που καθηλώνει τον αναγνώστη με τον γρήγορο ρυθμό του.

Η Wood προβαίνει σε πολλές αναδρομές στο βιβλίο της, αποκαλύπτοντάς μας σταδιακά τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να ανασυνθέσουμε το παρελθόν των τριών πρωταγωνιστών και να στοχαστούμε πάνω στα βαθιά αυτά ανθρώπινα ζητήματα, που τίθενται, όμως, επί τάπητος με τρόπο πρωτότυπο και ανάλαφρο. Ένα ιδιαίτερο βιβλίο ευρείας αποδοχής με στοιχεία που θα μας εκπλήξουν, στην πολύ εύρυθμη μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη.

 

Εγώ το έβαλα στα πόδια. Μιλάω μόνο για μένα. Καθώς η Λορέιν πέθαινε μόνη, εγώ έτρεχα προς το αυτοκίνητο του Τρόι που περίμενε, το αυτοκίνητο με το οποίο θα διαφεύγαμε, αλλά ήδη σταματούσαν άλλοι οδηγοί, καλοί Σαμαρείτες, έτρεχαν και φώναζαν, και ο κόσμος ξύπνησε, κι ήταν πια πολύ αργά για να μην κάνουμε το σωστό. Να μην κάνω. Πολύ αργά να μην κάνω εγώ το σωστό. Παντού καλοί Σαμαρείτες που έκαναν το σωστό

«Δεν ανέλαβα την ευθύνη για το αγόρι μου, Χάριετ. Ήμουν στο αντίθετο ρεύμα κι εκείνη έστριψε για να με αποφύγει»”.