Τρίτη 29 Ιουλίου 2025

Θεόφιλος Γιαννόπουλος, Το μυστικό του Λέοντα, εκδόσεις Έξη

 


 


 

            Το λογοτεχνικό είδος που ορίζεται ως «περιπέτεια-Ιστορία-μυστήριο» έχει ελάχιστους εκπροσώπους στη χώρα μας, σε αντίθεση με αυτό που ορίζουμε ως «αστυνομικό-μυστηρίου-περιπέτεια» τύπου βιβλίο. Τέτοιες περιπέτειες, τύπου «Ιντιάνα Τζόουνς», ελάχιστοι Έλληνες συγγραφείς έχουν αποπειραθεί να γράψουν. Ο Θεόφιλος Γιαννόπουλος είναι ένας από αυτούς που το έχουν επιχειρήσει και όχι μία, μάλιστα, αλλά τρεις φορές.

Η πρώτη συγγραφική απόπειρα του Θεόφιλου Γιαννόπουλου έγινε το 2017 όταν εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα που εντάσσεται στις κατηγορίες Ιστορία-περιπέτεια-μυστήριο με τίτλο «Το αγκάθινο Στέμμα». Ακολούθησε τρία χρόνια αργότερα το βιβλίο με τίτλο «Χρυσό αίμα» στο ίδιο αφηγηματικό στυλ. 

Τώρα ο Γιαννόπουλος επανέρχεται με «Το μυστικό του Λέοντα» ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα με καταιγιστική δράση, καταδιώξεις και άφθονο μυστήριο που έχει ως πρωταγωνιστές τους ίδιους ήρωες με τα προηγούμενα βιβλία του. Κι αν τα τρία βιβλία διαβάζονται ανεξάρτητα, εντούτοις το τέλος σε αυτό το βιβλίο υπόσχεται και συνέχεια…

Εδώ θα συναντήσουμε πάλι τον συμπαθέστατο Άγγελο και τη γυναίκα του, την Αλεξάνδρα, με την οποία μαζί θα προσπαθήσουν να λύσουν το μυστήριο, όπως και στα προηγούμενα βιβλία της σειράς.

Αυτή τη φορά όλα ξεκινούν όταν ο Κωνσταντίνος, φίλος του Άγγελου και μέλος της οργάνωσης Φρουροί του Φωτός, μιας οργάνωσης που έχει ως στόχο να προστατέψει την ιστορική κληρονομιά της ανθρωπότητας, βρίσκεται άσχημα τραυματισμένος στην εντατική, στην πόλη της Κωνσταντινούπολης. Προτού βρεθεί σε αυτή την κατάσταση στέλνει μήνυμα στον φίλο του Άγγελο γνωστοποιώντας του τα ευρήματά του από την πιο πρόσφατη αποστολή που είχε αναλάβει να εξιχνιάσει: το «Μυστικό των Μυστικών», το μυστήριο που είχε μείνει ως εκκρεμότητα για διαλεύκανση ήδη από το προηγούμενο βιβλίο του συγγραφέα. Τότε ο Άγγελος φαινόταν ότι δεν ήθελε να ασχοληθεί άλλο, τώρα, όμως, με τον φίλο του στην εντατική, δεν θα διστάσει διόλου να ακολουθήσει τις οδηγίες του και να τρέξει στα πιο απίθανα μέρη προκειμένου να βρει τη σύνδεση που μπορεί να υπάρχει μεταξύ του Αγίου Όρους, των Δελφών, της Κρήτης και της Αιγύπτου. Διότι, απ’ ότι φαίνεται, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Απόλλωνας και ο Θεός Ρα των αρχαίων Αιγυπτίων έχουν περισσότερα κοινά από όσα φαίνεται να έχουν εκ πρώτης όψεως... Η υπόθεση του μυθιστορήματος, επομένως, διαδραματίζεται και στα τέσσερα παραπάνω μέρη.

Οι κακοί, όμως, καραδοκούν,-και πως αλλιώς; αφού διαφορετικά δεν υπάρχει σασπένς!-όπως ο Τζακ, ένας επικίνδυνος ψυχοπαθής με ταραγμένη παιδική ηλικία, αλλά και ο μυστηριώδης Ευαγγέλου, αστυνομικός επιθεωρητής. Και, συν τοις άλλοις, κάποιος άλλος μυστηριώδης ισχυρός άγνωστος που βρίσκεται πίσω από αυτούς θέλει πάση θυσία να αποκτήσει πρόσβαση στα ευρήματα της έρευνα του Άγγελου που αφορά το «Μυστικό των Μυστικών». Θα τα καταφέρουν άραγε; Και θα μείνουν ασφαλείς άραγε ο Άγγελος και η Αλεξάνδρα;

Ο Γιαννόπουλος για άλλη μία φορά, αφορμώμενος από κάποιες ιστορικές αλήθειες σχετικές με ιστορικά μνημεία και την Ιστορία της αρχαιότητας γενικότερα, χτίζει ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα μυστηρίου που θα συναρπάσει τους αναγνώστες με τις αναφορές του σε κρυφές παγίδες, υπόγειες στοές, κρυμμένα από αιώνες  αντικείμενα, όπως δαχτυλίδια, δίσκους και αγαλματίδια, κρυμμένους θησαυρούς και άλυτους γρίφους, που όλα τους περιμένουν να βγουν στο φως. Μπόλικο κυνηγητό, κίνδυνοι, ανθρώπινη απληστία, εκδικητικότητα αλλά και αγάπη δίνουν τον τόνο του μυθιστορήματος για άλλη μία φορά. Η μία ανακάλυψη οδηγεί στην άλλη, το μυστήριο, όμως, θα περιμένει το επόμενο βιβλίο του συγγραφέα για να λυθεί οριστικά…

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2025

Μάνος Κοντολέων, Κόντρα ρόλος, εκδ. Πατάκη

 

Έναν ρόλο έξω από τα συνηθισμένα, έναν κόντρα ρόλο, αντίθετο, δηλαδή, από τα αναμενόμενα επιφυλάσσει ο αγαπημένος  μυθιστοριογράφος και παραμυθάς παιδιών και μεγάλων, Μάνος Κοντολέων, για τους ήρωες του νέου του βιβλίου με τον ομώνυμο τίτλο. Το νέο του αυτό μυθιστόρημα, που απευθύνεται σε ενήλικες αναγνώστες, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα μυθιστορηματικού τύπου ψυχογράφημα με αντικείμενο την ανελέητη επέλαση του χρόνου, δηλαδή τα νιάτα που χάνονται σιγά σιγά και τα γηρατειά που παίρνουν τη θέση τους, τον έρωτα, την αγάπη, τη μοιχεία, τη δημιουργία οικογένειας, αλλά και τις γονεϊκές σχέσεις.

Πρόκειται για ένα ψυχογράφημα γραμμένο με παιχνιδιάρικη, αλληγορική, φιλοσοφική, αλλά και σατυρική, πολλές φορές, διάθεση, του οποίου η ιστορία παρουσιάζει πολλές αναλογίες με το γνωστό θεατρικό έργο «Φαίδρα» του γνωστού Γάλλου θεατρικού συγγραφέα του 17ου αιώνα, του Ρακίνα, το οποίο αναφέρεται στη διάσημη Φαίδρα της Ελληνικής Μυθολογίας. Η ηρωίδα αυτή ήταν η σύζυγος του Θησέα και είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με τον Ιππόλυτο, τον γιο του Θησέα από προηγούμενο γάμο του.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι λυρική και ποιητική, πολλές φορές δε γίνεται μεταφορική, αμφίσημη και αλληγορική. Η αφήγηση λαμβάνει χώρα από την πλευρά του παντογνώστη αφηγητή και εμμένει τόσο στη δημιουργία εικόνων όσο και στην αναπαράσταση των συναισθημάτων και των πιο μύχιων σκέψεων των ηρώων. Οι περιγραφές είναι, πολλές φορές, εξαιρετικά γοητευτικές και καλοδουλεμένες, όπως η παρακάτω:

«Δέρμα ελαφρώς σκουρόχρωμο σε τόνους που δεν τους είχε προσφέρει μόνο ο ήλιος. Τριχοφυΐα διακριτικά πυκνή κάπου στη βάση του λαιμού κι από εκεί απλωνότανε  προς τους ώμους ,κάλυπτε μέρος-ίσως και όλο- το στήθος. Μαλλιά πλούσια, μαύρα με λαμπερές- σχεδόν σε βαθύ μπλε- αποχρώσεις, αγγίζουν τη βάση του λαιμού και τα μάτια του τόσο σκοτεινά γαλάζια όσο δύο στάλες από βραχώδεις ακτές της  Μεσογείου. Μάγουλα ισχνά, ελαφρώς αξύριστα, χαράζονται συχνά από αχνές ρυτίδες όταν το βλέμμα επιβάλλει στις σχισμές των ματιών να στενέψουν. Και χείλη σαρκώδη, κατακόκκινα. Στις άκρες τους δύο λακκάκια. Κι ένα άλλο στο πηγούνι. Απροσδιόριστη ηλικία- κάπου στα σαράντα;-κι είναι τα δάχτυλα που ίσως να θέλουν κάτι να μαρτυρήσουν. Ξερό το δέρμα τους και ένα πλέγμα από φλέβες οργώνει το πάνω μέρος της κάθε παλάμης. Αρσενικό μείγμα διαφορετικών φυλών-σίγουρα όλες του Νότου».

Αυτός ο νεαρός, που περιγράφεται παραπάνω, είναι ο γιος του πρωταγωνιστή στο βιβλίο ονόματι Λάμπρου Αρνή. Ο νεαρός αυτός θα ενσαρκώσει τον ρόλο του Ιππόλυτου στο βιβλίο.

Ο Λάμπρος είναι ένας εξαιρετικά επιτυχημένος κριτικός θεάτρου και βιβλίων, ο οποίος πλέον όμως ανήκει  στους δύοντες αστέρες του χώρο λόγω ηλικίας, αλλά και λόγω των νέων αντιλήψεων που δείχνουν να επικρατούν στον χώρο της τέχνης.  Ερωμένη του και σύντροφός του επί δέκα συναπτά έτη είναι η ηθοποιός που ανέδειξε ο ίδιος, η Αντρίνα Λεμονή με καταγωγή από την πανέμορφη και ακριτική Σκόπελο. Η Αντρίνα και ο Λάμπρος, όμως, έχουν πολύ μεγάλη διαφορά ηλικίας, εκείνος εξήντα έξι, εκείνη τριάντα πέντε, η  οποία, όσο περνούν τα χρόνια, γίνεται όλο και πιο εμφανής. Η Αντρίνα θα ενσαρκώσει τον παραλληλισμό με τη Φαίδρα του Ρακίνα και ο Λάμπρος θα είναι ο, παροπλισμένος πλέον, Θησέας.

Αρχικά θα μας εκπλήξει το γεγονός ότι, παρά την τεράστια διαφορά ηλικίας, εκείνος που φαίνεται ότι θέλει να τερματίσει την ανορθόδοξη αυτή σχέση δεν είναι η Αντρίνα, όπως θα περίμενε εύλογα κανείς, αλλά ο ίδιος ο Λάμπρος, ο οποίος έχει πλήρη ενσυναίσθηση της σωματικής του κατάστασης και της ηλικίας του παρά το γεγονός ότι φυσικά αγαπάει την όμορφη νεαρή ηθοποιό. Αυτά διαφαίνονται τουλάχιστον μέσα από τις εξαιρετικά αποκαλυπτικές συζητήσεις του με  τον Εβραίο γιατρό και φίλο του, τον Ερρίκο Εσκενάζυ.

Ο καταλύτης, όμως, στη σχέση τους, θα αποδειχθεί η ύπαρξη ενός φαντάσματος από το ξεχασμένο παρελθόν του στο Παρίσι: ο γνωστός φωτογράφος Πασκάλ Ομάν, ο γιος του, για του οποίου την ύπαρξη δεν γνώριζε τίποτε μέχρι πρότινος ο Λάμπρος. Αυτός ήταν ο καρπός του έρωτά του με τη Σιμπέλ Ομάν, μία Γαλλοαλγερινή κεραμίστρια την οποία είχε γνωρίσει κατά τη διάρκεια μίας νεανικής του παραμονής στην πόλη του Φωτός. Ο ερχομός του Πασκάλστη ζωή του ζευγαριού θα φέρει κυριολεκτικά τα πάνω κάτω στη μεταξύ τους σχέση, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο βλέπει καθένας από αυτούς τη γονεϊκότητα ή την πατρότητα αντίστοιχα, αλλά και την ερωτική σχέση. Η ύπαρξή του θα αποδειχθεί η κινητήριος δύναμη του μύθου, αλλά και αυτός που θα δώσει το οριστικό φινάλε τόσο στη σχέση τους, όσο και στο μυθιστόρημα.

Εν κατακλείδι πρόκειται για ένα ψυχογράφημα που απευθύνεται σε  όλους τους ενήλικες αναγνώστες, μία γοητευτική ιστορία που εκτυλίσσεται μεταξύ Ιουνίου του 2023 και Γενάρη του 2024, και θα μας προσφέρει άφθονη τροφή για σκέψη και περισυλλογή.


Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, Από μένα αυτά…, εκδ. Πατάκη

 

φ.jpg

 

«Από μένα αυτά…» Έτσι επέλεξε να τιτλοφορήσει την τόσο διαφορετική αυτή «αυτοβιογραφία» της η διάσημη Βυζαντινολόγος και πρώτη γυναίκα πρύτανης του πανεπιστημίου της Σορβόννης Ελένη Γλύκατζη -Αρβελέρ. Το βιβλίο διαθέτει ως υπότιτλο «Συνομιλίες με τον Μάκη Προβατά και την Έφη Βασιλοπούλου» και είναι πράγματι αυτό ακριβώς που υποδηλώνει: μία αυτοβιογραφική απόπειρα της Ελένης Γλύκατζης-Αρβελέρ και της καταγραφής των απόψεών της για διάφορα θέματα μέσα από τις δεκαπέντε συζητήσεις που έλαβαν χώρα  στην Αθήνα και, κυρίως, στους  Δελφούς μεταξύ τον Νοέμβριο του 2021 και τον Αύγουστο του 2022.

Η ιδέα για τη συγγραφή του εν λόγω πονήματος ανήκει στον γνωστό δημοσιογράφο Μάκη Προβατά, ο οποίος έχει πάρει πάνω από 400 συνεντεύξεις από Έλληνες πανεπιστημιακούς, επιστήμονες και καλλιτέχνες. Η ίδια η Αρβελέρ επέλεξε να έχει κοντά της στο εγχείρημα  και την αγαπημένη της συνεργάτιδα από το 1993 στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών Έφη Βασιλοπούλου. Οι δυο τους, επομένως, ρωτούσαν και η Αρβελέρ απαντούσε με τρόπο τόσο αυθόρμητο που, αν χρειαζόταν να απαντήσει ξανά στις ίδιες ερωτήσεις θα έδινε άλλες απαντήσεις! Έτσι μας λέει τουλάχιστον στο τέλος της μακριάς αυτής σε έκταση συνέντευξης.

 Πρόκειται, επομένως, για μία συζήτηση εφ’ όλης της ύλης που περιλαμβάνει αυτοβιογραφικές αναφορές σχετικές με την οικογένεια της διάσημης Βυζαντινολόγου, τις σπουδές, τα παιδικά της χρόνια, τον σύζυγο, την κόρη της και τη ζωή της, τα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης, τη μικρασιατική καταγωγή της, αλλά και τη δουλειά της και τις προσωπικές της συνήθειες και προτιμήσεις, τόσο στη Γαλλία, όσο και στην Ελλάδα.

 Πρόκειται, όμως, και για μία ανθολόγηση των απόψεών της σχετικά με την Ιστορία, το Βυζάντιο, την εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας και της σχέσης της με την Ευρώπη, τον πόλεμο στην Ουκρανία, την πανδημία, τον σχολικό εκφοβισμό, τα παιδιά και τους νέους, την ελληνική συνέχεια στην Ιστορία, τα τραύματα του 1453 και του 1922, τον Ερντογάν, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον  Φρανσουά Μιτεράν, τη μητρότητα και ένα σωρό άλλα.

Η έκδοση συμπληρώνεται από 14 ποιήματά της στο τέλος του βιβλίου, 10 αδημοσίευτα εξ αυτών, και 4 δημοσιευμένα, τα οποία οφείλω να ομολογήσω πως ήταν πραγματικά υπέροχα. Για να είμαι ειλικρινής  έχω διαβάσει πολλά βιβλία της Αρβελέρ και πάντοτε τη θαύμαζα για το ιστορικό της έργο, ποτέ όμως δεν μπορούσα να φανταστώ, κα πραγματικά ξαφνιάστηκα τα μάλα, όταν έμαθα ότι όχι μόνο γράφει υπέροχα ποιήματα αλλά είναι σε θέση να απαγγείλει από στήθους και ένα σωρό ακόμη διάσημα ποιήματα του Ρεμπώ, του Ρίλκε, του Σεφέρη, του Σολωμού και άλλων.

Επιβεβαιώνεται, επομένως, μέσα από τοις σελίδες της ιδιότυπης αυτής βιογραφίας της ότι η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, εκτός  από διάσημη Βυζαντινολόγος είναι και ένα πνεύμα πολύπλευρο και ανήσυχο, αλλά και ένας άνθρωπος με πολλά ταλέντα. Η ίδια μας λέει, επιπροσθέτως, ότι κατάφερε να γίνει όλα όσα έγινε μέσα από σκληρή δουλειά, αλλά και μέσα από το πείσμα της να κυνηγήσει το όνειρό της.

Το βιβλίο διαβάζεται εύκολα, σαν μυθιστόρημα, ενώ συνοδεύεται και από φωτογραφίες της αφηγήτριας σε πολλά στιγμιότυπα από τη ζωή της. Εμείς, πάντως,  μπορούμε να κρατήσουμε το μήνυμα που υπογράφει η ίδια για τους αναγνώστες στην αρχή του βιβλίου της: «Με τα μάτια στον ουρανό και τα πόδια στη γη κυνήγα αδιάκοπα το όνειρό σου».

Ανδρέας Μήτσου, Δυο παράξενα πλάσματα, εκδ. Καστανιώτη

 

 

Αλληγορία και μεταμορφώσεις σε μία υπερρεαλιστική νουβέλα

 

«Μήπως είμαι σήμερα «ζωντανή» επειδή σταμάτησα να τραγουδάω, επειδή έπαψα να φοβάμαι; μήπως γύρισα πίσω στη ζωή σαν μια βαλσαμωμένη μούμια, σαν το καμένο κούτσουρο του δάσους μετά την πυρκαγιά; Μήπως δεν είμαι παρά  ένα ξόανο χωρίς αισθήματα και τίποτα δεν με φοβίζει πλέον; Ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος; Μην τυχόν δεν είμαι αλήθεια ζωντανή;»

            Ποιητικά χρώματα, μπόλικος λυρισμός, ενδελεχής ενδοσκόπηση, κλίμα μαγικού ρεαλισμού και άφθονες υπαρξιακές αγωνίες χαρακτηρίζουν τη σύντομη και πολύ ιδιαίτερη νουβέλα του βραβευμένου συγγραφέα Ανδρέα Μήτσου με τίτλο «Δυο παράξενα πλάσματα».

            Ο συγγραφέας θίγει με πολύ έξυπνο τρόπο σύγχρονα υπαρξιακά, αλλά και κοινωνικά  προβλήματα μέσα από μια δυνατή αλληγορία ζωγραφισμένη αδρά με έντονες πινελιές μαγικού ρεαλισμού και σουρεαλισμού.

Γιατί έπαψα να τραγουδάω; Γιατί έπαψα να ζω; Πότε ακριβώς συνέβη αυτό και παραιτήθηκα από τη ζωή; Και κυρίως γιατί; Είναι πράγματι ο θάνατος το τέλος της ζωής; Είμαστε οι ίδιοι με αυτούς που ήμασταν ως παιδιά ή γινόμαστε διαφορετικοί καθώς μεγαλώνουμε; Γιατί στρουθοκαμηλίζουμε και κλείνουμε τα μάτια μπροστά στις ατυχίες και τις αδικίες της ζωής; Και γιατί, τέλος, ανατρέχουμε διαρκώς στην παιδική μας ηλικία για να βρούμε τις απαντήσεις σχετικά με τον εαυτό μας, σχετικά με το ποιοι είμαστε τελικά και προς τα πού οδεύουμε;

«Όποιος αγαπάει είναι παιδί, δεν είναι γέρος, κατάλαβες; Εκείνου που δεν αγαπούν, εκείνοι μεγαλώνουν, εκείνοι γερνάνε, κείνοι μισούν και δεν συγχωρούν όσους μένουν παιδιά. Γιατί ξέρουν μόνο να μετρούν στη ζωή τους, κι ως την τελευταία στιγμή τους, ως τον θάνατο, ετούτο θα κάνουν. Θα μετρούν».

Ένα από τα πιο όμορφα και λυρικά σημεία της νουβέλας, στο οποίο ο συγγραφέας μας μεταφέρει μεγάλες αλήθειες δια του στόματος της Ευτέρπης που συμβουλεύει την προστατευόμενη ανιψιά της είναι το παραπάνω, ανάμεσα σε πολλά άλλα.

Η Ευτέρπη είναι η θεία ενός από τα δύο παράξενα πλάσματα που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο, της Ελένης. Αυτή είναι η αφηγήτρια και η κεντρική ηρωίδα του έργου. Μας αφηγείται, ως γιαγιά τη ζωή της κοντά στη θεία της που την μεγαλώνει και κοντά στο αγαπημένο της, μαγικό κατοικίδιο: τον Στρούθο, μία αρσενική στρουθοκάμηλο η οποία έχει την περίεργη ικανότητα να μικραίνει και να μεγαλώνει κατά βούληση. Όταν η Ελένη τραγουδά με τη στεντόρεια φωνή της, πολλές φορές μεγαλώνει. Οι δυο τους κινδυνεύουν από τον κακό επιστάτη, τον κυρ-Θανάση. Οι δυο τους πάντως έχουν έναν δεσμό που θα μας συγκινήσει.

Τι γίνεται, όμως, όταν μια μέρα η εξάχρονη Ελένη ξυπνάει σε μία ερημική παραλία της Νισύρου, αναζητώντας απεγνωσμένα το κατοικίδιό της και ευρισκόμενη ανάμεσα σε πτώματα μεταναστών που έχει ξεβράσει η θάλασσα; Η Ελένη νιώθει ότι πέθανε ακριβώς τότε- και ότι αναστήθηκε αμέσως μετά άραγε;. Κι όμως, στα ενενήντα έξι της χρόνια βρίσκεται και πάλι ζωντανή για να μας αφηγηθεί την ιστορία της. Ήταν όνειρο αυτό που έζησε ή μήπως ένας απαίσιος εφιάλτης; Μήπως ήταν μονάχα μία ψευδαίσθηση; Μήπως δεν συνέβη ποτέ; Ή μήπως η Ελένη ποτέ δεν μεγάλωσε; Ή, ακόμη χειρότερα, μήπως ποτέ δεν έζησε; Τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο; Μήπως, τελικά, η Ελένη και ο Στρούθος δεν είναι απλά παράξενοι, αλλά μονάχα διαφορετικοί;

«Ο θάνατος καταργείται μόλις νικηθεί ο φόβος και γίνει τραγούδι, και γίνει χορός, και γίνει ιστορία».

            Ο θάνατος, η ζωή, η νιότη, τα γηρατειά, το καλό και το κακό. Η νουβέλα ακροβατεί διαρκώς ανάμεσα σε αυτές τις αντιφατικές έννοιες. Κι ο Μήτσου θα αφήσει πίσω του έναν αναγνώστη βαθιά σκεπτόμενο. Ήταν άραγε τυχαία η επιλογή του ηφαιστειογενούς νησιού που επέλεξε ως σκηνικό της ιστορίας του; Ή του τόσο ασυνήθιστου αυτού πουλιού στη χώρας μας, το οποίο έχει μάλιστα τη συνήθεια να θάβει το κεφάλι του στην άμμο, έτσι ώστε να μην βλέπει τα κακώς κείμενα; Μήπως οι αναφορές στην επιδημία και στο πρόβλημα των μεταναστών και της διαφορετικότητας και όλων αυτών τω υπαρξιακών αγωνιών διόλου τυχαίες δεν είναι; Και μήπως τελικά η πραγματικά αληθινή αγάπη έχει ως μοναδικό της αποδέκτη τη διαφορετικότητα;

«Τότε θέλησα να μάθω, αν ο κόσμος το αγαπάει το διαφορετικό πλάσμα, κι έμαθα πως, αντίθετα, οι πολλοί μισούνε ό,τι δεν τους μοιάζει, επειδή έχουν τον εαυτό τους για μέτρο, επειδή πιστεύουν πως όποιος είναι διαφορετικός, όποιος δεν είναι όμοιος μ’ αυτούς, τους αναιρεί, ότι τους απειλεί.{…}Οι πραγματικές διαφορές κρύβονται και δεν τις βλέπουμε παρά με τα μάτια της ψυχής. Μόνο όποιος είναι ο ίδιος ξεχωριστός μπορεί να δει τη μοναδικότητα του άλλου. Και γι’ αυτόν τον λόγο τον ερωτευόμαστε, τον κάνουμε δικό μας. Επειδή εμείς μπορούμε να το διακρίνουμε».