Τρίτη 30 Ιουνίου 2020

Maja Lunde, Η ιστορία του νερού, εκδ. Κλειδάριθμος, 2020, σελ.383

    To νέο βιβλίο της Maja Lunde, της Ράκελ Κάρσον της εποχής μας, είναι ένα βιβλίο για το νερό και την ιστορία του, για το πόσο πολύτιμο μας είναι, κάτι που το καταλαβαίνουμε, δυστυχώς, μόνο από την έλλειψή του.
     Η συνέχεια της τετραλογίας του περιβάλλοντος μετά την εξαιρετικά επιτυχημένη "Ιστορία των μελισσών", δεν υπολείπεται ούτε στο ελάχιστο του πρώτου βιβλίου της Lunde σε καταιγιστική δράση, μεστό, καθαρό λόγο και άφθονα οικολογικά μηνύματα αφύπνισης. Οι χρόνοι αφήγησης είναι τρεις το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όπως γινόταν και στο πρώτο μέρος της τριλογίας. 
    Το παρόν αφορά τη Νορβηγία του 2017, όταν η εβδομηντάχρονη ακτιβίστρια Σίνε φεύγει με ένα σκάφος, κουβαλώντας ένα πολύτιμο, όπως θα αποδειχτεί, φορτίο για τη Γαλλία, προκειμένου να έρθει αντιμέτωπη με το επώδυνο παρελθόν της.
Μέσα από την αφήγηση του παρόντος, η Σίνε αναπολεί το παρελθόν της, τις δεκαετίες του '60 και του '70, τότε που η ίδια ήταν ακόμη παιδί και η ανεπανόρθωτη καταστροφή που θα συντελούταν στη φύση τα επόμενα σαράντα χρόνια βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα. Τότε το περιβαλλοντικό κίνημα άρχιζε να κάνει δειλά τα πρώτα του βήματα, ερχόμενο σε σφοδρή σύγκρουση με τα κατεστημένα οικονομικά συμφέροντα και την ολοένα και περισσότερο αυξανόμενη απληστία των ανθρώπων για κέρδος και ανάπτυξη. Η Ιστορία και η κλιματική αλλαγή μας έδειξαν ήδη ποιος κέρδισε σε αυτή τη διαμάχη, τα χειρότερα όμως δεν έχουν έρθει ακόμη. Διότι, μέσα σε είκοσι μόλις χρόνια από σήμερα, τα πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ χειρότερα και να αλλάξουν άρδην τη σχετικά ανέφελη- σε σχέση με το μέλλον- καθημερινότητά μας.
    Αυτό μας φέρνει στο μέλλον, τον τρίτο χρονικό άξονα του βιβλίου, το 2041, τότε που διαδραματίζεται η μία από τις δύο παράλληλες ιστορίες. Ο Νταβίντ και η μικρή του κόρη προσπαθούν απεγνωσμένα να διαφύγουν από τη νότια Γαλλία προς τον βορρά, αφού η νότια Ευρώπη πλήττεται από παρατεταμένη ξηρασία και ανομβρία. Σε έναν κόσμο όπου το νερό σπανίζει τόσο πολύ που θέτει σε κίνδυνο τις ζωές των ανθρώπων στην Ευρώπη και όχι μόνο στην Αφρική, η καθημερινότητα των αμέτρητων προσφύγων μετατρέπεται σε κόλαση μέσα σε καταυλισμούς όπου κυριαρχούν η βρωμιά, η έλλειψη νερού, ο χωρισμός των οικογενειών, η δυσεντερία λόγω της κατανάλωσης  μολυσμένου νερού και το συχνό ξέσπασμα πυρκαγιών. Οι άνθρωποι του 2041 νοσταλγούν την παλιά τους ζωή και τη θέλουν πίσω απεγνωσμένα. Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί αφού φρόντισαν γι' αυτό οι άνθρωποι του σήμερα, οι άνθρωποι του 2017 που είχαν ακόμη τα πάντα σε αφθονία. Το μόνο που δεν υπήρχε τότε σε πληθώρα ήταν οι φωνές που διαφωνούσαν με τις τότε αντιπεριβαλλοντικές και αναπτυξιακές πολιτικές, οι φωνές όπου τότε λοιδορούνταν ως οι εχθροί της προόδου. Όλα όμως μοιάζουν εντελώς διαφορετικά το 2041, τότε που σε αντίθεση με το 2017, όλα είναι πλέον λιγοστά, υλικά αγαθά και μη: η τροφή, η παροχή ιατρικής βοήθειας, η παιδική ηλικία, η χαρά, η ξενοιασιά, οι φίλοι,  η οικογένεια και, πάνω απ' όλα, το νερό.
    Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, εσωτερική, οι μνήμες των προσώπων από την προηγούμενη ζωή τους διάχυτες και έντονες και η συγγραφέας μας επιτρέπει να γίνουμε κοινωνοί των πιο μύχιων σκέψεων τόσο της ηλικιωμένης Σίνε, όσο και του Νταβίντ, του τραγικού πατέρα που αγωνίζεται για την επιβίωση του παιδιού του σε έναν κόσμο ολοένα και πιο εχθρικό προς αυτούς. Η έντονη αντίθεση μεταξύ των δύο χρονικών περιόδων κάνει την έλλειψη του νερού να φαντάζει ακόμη πιο ανυπόφορη και το μήνυμα που θέλει να περάσει η συγγραφέας με το παρόν πόνημα γίνεται ακόμη πιο δυνατό: ας δράσουμε τώρα, προτού να είναι αργά για όλους μας. Μία ηχηρή προειδοποίηση ανάλογη με εκείνη που μας είχε υποβάλει ήδη το 1962 με τη Σιωπηλή Άνοιξη η Κάρσον.
    Πρόκειται για ένα βιβλίο καλογραμμένο που διαβάζεται απνευστί και υπόσχεται να κάνει τους αναγνώστες  να βιώσουν τα πιο δυνατά συναισθήματα: πόνο, θλίψη, απέχθεια, συμπόνια, ακόμη και χαρά ενίοτε, κυρίως όμως οργή για την επιμονή ορισμένων ανθρώπων, τότε και σήμερα, να μην συνειδητοποιούν πόσο σημαντική, αλλά και πόσο εύθραυστη, είναι η αρμονική συνύπαρξη με τον πλανήτη που μας φιλοξενεί.

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Gerald Durell, Η οικογένειά μου και άλλα ζώα, εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2015, σελ.403

Ένα εξαιρετικά ασυνήθιστο βιβλίο εν είδει ημερολογίου έρχεται να μας χαρίσει ο Άγγλος φυσιοδίφης Τζέραλντ Ντάρελ.
Ο Άγγλος επιστήμονας γεννήθηκε το 1925 στις Ινδίες και πέθανε το 1995. Όταν ήταν μόλις δέκα ετών η οικογένειά του αποφάσισε να αφήσει την Αγγλία και να εγκατασταθεί στην Κέρκυρα. Εκεί ο Ντάρελ μπόρεσε να ασχοληθεί με τη φύση και να καλλιεργήσει τα ενδιαφέροντά του. Το απόσταγμα λοιπόν των εμπειριών του από την παραμονή του στο ελληνικό νησί στα μέσα του 20ου αιώνα είναι αυτό που επιλέγει να μας αφηγηθεί με το εν λόγω πόνημα.
Η οικογένειά του, η οποία και πρωταγωνιστεί στις προσωπικές του αφηγήσεις μαζί φυσικά με τα ζώα, αποτελείται από τη Μητέρα- πάντοτε αποκαλείται έτσι, χωρίς όνομα,-και από τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του Τζέρλαντ: τον εικοσιτριάχρονο Λάρυ, έναν υποψήφιο λογοτέχνη, τον δεκαεννιάχρονο Λέσλι, φανατικό κυνηγό και τη δεκαεπτάχρονη Μάργκο, μία ελευθεριάζουσα και ευαίσθητη νεαρά.
Όλες οι ημερολογιακού τύπου αφηγήσεις είναι σε α΄ πρόσωπο και είναι δοσμένες με πολύ χιούμορ από τον, αναμφισβήτητα, δεινό αφηγητή Τζέραλντ. Οι περιγραφές της φύσης στο νησί, αλλά και των προσώπων δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτε από εκείνες των μεγάλων λογοτεχνών και θα ξαφνιάσουν ευχάριστα τον αναγνώστη.
Ο Ντάρελ επιλέγει να μας αφηγηθεί ξεκαρδιστικά, πολλές φορές, επεισόδια από τη διαμονή της οικογένειας στο νησί με βασικό άξονα τη γνωριμία του ίδιου με τον Κερκυραίο γιατρό Θεόδωρο Στεφανίδη, τους δασκάλους που του έφερνε η Μητέρα του κατά καιρούς και, κυρίως, τα ζώα που ο ίδιος περιμάζευε για να τα παρατηρήσει και τις περιπέτειες στις οποίες ενέπλεκαν τελικά αυτά την οικογένεια. Έτσι συναντάμε όντα κάθε λογής, από περιστέρια, γλάρους, αράχνες, φίδια και κουκουβάγιες μέχρι βατράχους, χελώνες, σκύλους, καρακάξες κ.α.
Το αξιοσημείωτο στον τρόπο διήγησης, πέρα φυσικά από το χιούμορ και τη φλεγματικότητα με την οποία αντιμετωπίζει η Μητέρα τα γεγονότα, είναι η απόλυτη απουσία του ίδιου του Ντάρελ από τους διαλόγους που παραθέτει στο βιβλίο και η τοποθέτησή του στα γεγονότα ως εξωτερικού παρατηρητή. Ποτέ δεν θα μεταφέρει στον αναγνώστη τα λόγια που είπε ο ίδιος, αλλά θα παραθέσει απλά τις πράξεις του μαζί με τα λεγόμενα των άλλων. Έτσι ο ίδιος ο συγγραφέας είναι μεν ο πρωταγωνιστής του βιβλίου αλλά κατά έναν τρόπο παραμένει λιγάκι μυστηριώδης και απρόσιτος στον αναγνώστη.
Το βιβλίο, πέρα από τη λογοτεχνική και επιστημονική του αξία σχετικά με τις ζωολογικές παρατηρήσεις, παρουσιάζει μεγάλο λαογραφικό και ιστορικό ενδιαφέρον, αφού απεικονίζει με ενάργεια την κερκυραϊκή κοινωνία της εποχής, τις συνήθειές τους, την κοινωνία, αλλά και τον αγγλικό τρόπο ζωής.
ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟ: το χιούμορ και οι εκπληκτικές περιγραφές του, όσο και τα ασυνήθιστα γεγονότα που περιγράφει που σχετίζονται με την άγνωστη και μυστική σε μας πολλές φορές ζωή των ζώων.
ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ: οι λογοτέχνες για τις εκπληκτικές περιγραφές του, οι ασχολούμενοι με τις φυσικές επιστήμες, οι ιστορικοί και οι λαογράφοι για τον πλούτο των πληροφοριών του και όλοι οι υπόλοιποι για να περάσουν ευχάριστα την ώρα τους με ένα ευχάριστο, ξεκαρδιστικό πόνημα. Μπορεί επίσης να διαβαστεί από παιδιά των μεσαίων τάξεων του δημοτικού και άνω, αφού πραγματικά πρόκειται για ένα βιβλίο που απευθύνεται σε όλους.

Jared Diamond, Όπλα, μικρόβια και ατσάλι, Οι τύχες των ανθρώπινων κοινωνιών, εκδ. Κάτοπτρο,2006, σελ.574

Το βιβλίο αυτό άπτεται μίας μεγάλης θεματικής κυρίως από τον χώρο της ιστορίας, της ιστορικής γεωγραφίας, αλλά και της εξελικτικής βιολογίας, της ανθρωπογεωγραφίας και της εθνογραφίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μία ιστορία του κόσμου από τις απαρχές της εμφάνισης των πρώτων ανθρωπιδών  στη γη ως τη σύγχρονη εποχή, η οποία όμως δίνει έμφαση σε ερωτήματα που συνδέονται με τον ερωτηματικό σύνδεσμο γιατί.
Το κυρίαρχο ερώτημα που απασχολεί τον συγγραφέα είναι γιατί άραγε κάποιοι πολιτισμοί επικράτησαν έναντι κάποιων άλλων στη μακρόχρονη ιστορία του πλανήτη μας. Στόχος του είναι να καταρρίψει τις θεωρίες περί ανωτερότητας κάποιων φυλών-π.χ. των λευκών ή των Ευρωπαίων-, οι οποίες συχνά προτείνονται ως απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, και να αναδείξει τη σημασία άλλων παραγόντων για την ακμή και την παρακμή αυτοκρατοριών και πολιτισμών, όπως την υπεροχή των όπλων, την εκτεταμένη εγγραμματοσύνη, την παρουσία εξημερωμένων μεγάλων ζώων και-πάνω απ' όλα- την επίδραση του φυσικού περιβάλλοντος και της γεωγραφίας στο σχηματισμό και τη διαμόρφωση των ανθρώπινων κοινωνιών.
 Με εκτεταμένη μακροχρόνια έρευνα, ο συγγραφέας συγκέντρωσε στοιχεία για όλες τις ηπείρους του πλανήτη καθ' όλες τις χρονικές περιόδους και κατορθώνει να απαντήσει επαρκέστατα στο ερώτημα γιατί η Δύση υπερείχε πολιτισμικά και οικονομικά στον πλανήτη, υπεροχή που διατηρεί έως σήμερα.
Η αφήγηση ξεκινά από τα χρόνια που οι άνθρωποι ζούσαν ως τροφοσυλλέκτες και κυνηγοί και το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι γιατί σε ορισμένες περιοχές του πλανήτη μας η μετάβαση από το τροφοσυλλεκτικό στάδιο στο κτηνοτροφικό-γεωργικό έγινε νωρίτερα απ' ότι σε άλλες, καθώς επίσης και γιατί σε ορισμένες περιοχές η μετάβαση αυτή καθυστέρησε τόσο πολύ-μέχρι και τη σύγχρονη εποχή κάποιες φορές.
Ο συγγραφέας παρακολουθεί την πορεία του Sapiens Sapiens από την Αφρική μέχρι την Πολυνησία και την Αμερική προσφέροντας στους αναγνώστες ένα σωρό άγνωστες εν πολλοίς πληροφορίες οι οποίες σχετίζονται με την επίδραση του κλίματος στις κατά τόπους ανθρώπινες κοινωνίες και στη σχέση του ανθρώπου με τα μεγάλα θηλαστικά- πώς, αν και γιατί κάποια από αυτά εξημερώθηκαν τελικά και γιατί άλλα όχι. Επιπροσθέτως, αναλύει την περιπέτεια της εξημέρωσης των φυτών και το πόσο πολύ έχουν διαφοροποιηθεί σήμερα πολλοί από τους καρπούς που θεωρούνταν βρώσιμοι από τόσο παλιά. Κατόπιν, επεξηγεί αναλυτικά την γεωγραφική, πολιτισμική και πολιτική ποικιλομορφία που χαρακτηρίζει την Πολυνησία, όπως και την κατάκτηση της αμερικανικής ηπείρου από τους Ευρωπαίους και τη γενοκτονία των εκεί ιθαγενών, εξηγώντας τον ρόλο που έπαιξαν τα μικρόβια σε αυτό.
Εν συνεχεία, εστιάζει σε όλους τους πολιτισμικούς θύλακες του πλανήτη και τις αντιθέσεις τους, όπως αυτές στην Αφρική, τη Νέα Γουινέα και την Αυστραλία, καθώς και την Κορέα, την Κίνα και την Ιαπωνία.
Γιατί άραγε, ενώ στην Ιαπωνία παρουσιάζεται η παλαιότερη κεραμική του κόσμου, αναπτύχθηκε η γεωργία πρώτα στη Γόνιμη Ημισέληνο και στην Κίνα και όχι εκεί; Γιατί στην Αμερική και την Αφρική οι τεχνολογικές εφευρέσεις δεν διαδόθηκαν τόσο εύκολα όσο μεταξύ Ευρώπης-Κίνας; Πώς επηρέασε η εξημέρωση των ζώων (και των μικροβίων τους) τις τύχες των διαφόρων φυλών; Γιατί οι φυλετικές κοινωνίες στην Αυστραλία και τη Νέα Γουινέα διέφεραν τόσο πολύ καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας ως σήμερα; Και γιατί ενώ η Γόνιμη Ημισέληνος ανέπτυξε πρώτη πόλεις και συγκεντρωτική οργάνωση έχασε  τελικά τον αποικιοκρατικό αγώνα από τις χώρες της Ευρώπης;
Πάμπολλα τέτοια ερωτήματα θέτει το βιβλίο, προσφέροντας τροφή για γόνιμη σκέψη σε ατραπούς που ο νους του αναγνώστη δύσκολα θα βάδιζε διαφορετικά.
ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟ: η πληθώρα περίεργων και πρωτότυπων πληροφοριών που θα καταπλήξει τον αναγνώστη και η στρωτή αφήγηση που δεν τον μπερδεύει, παρά τον τεράστιο όγκο και την ποικιλομορφία του θέματος.
ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ: όλοι προκειμένου να κατανοήσουν τον κόσμο μας και γιατί αυτός είναι έτσι όπως είναι σήμερα.

Flower Duet from Lakme, Delibes

O Λεό Ντελίμπ (1836-91) ήταν Γάλλος συνθέτης όπερας και μπαλέτου. Την γνωστότερη τρίπρακτη όπερά του την Λακμέ τη συνέθεσε το 1881-2 και πρωτοπαρουσιάστηκε το 1883 στο Παρίσι. Η όπερα αυτή αποτυπώνει όλη την ατμόσφαιρα της λάγνας ανατολής, όπως ήταν στη μόδα τον 19ο αιώνα. Το διάσημο ντουέτο των λουλουδιών όπως αποκαλείται είναι παρμένο από την πρώτη πράξη της όπερας. Εδώ το ακούμε από την Άννα Νεντρέμνκο και την Ελίνα Γκαράνκα σε φεστιβάλ γκαλά όπερας στο Μπάντεν Μπάντεν το 2007.
https://www.youtube.com/watch?v=Vf42IP__ipw