Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

Μπουλέντ Σένοτζακ,Σμύρνη, το αστέρι του Λεβάντε, Λεβαντίνοι, Έλληνες, Αρμένιοι και Εβραίοι, εκδ. Επίκεντρο, 2016,σελ.389


Τι να έχει άραγε να μας πει ένας Τούρκος για τη Σμύρνη; Για τους Έλληνες η Σμύρνη ήταν πάντοτε μία καθαρά ελληνική υπόθεση. Μόνο το άκουσμα του ονόματός της προκαλεί στους περισσότερους Νεοέλληνες μια αβάσταχτη αίσθηση απώλειας και πόνου. Κι όμως η Σμύρνη, το αστέρι του Λεβάντε, και ιδιαίτερα η πολυπολιτισμική Σμύρνη του παρελθόντος που χάθηκε πλέον ανεπιστρεπτί, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και για μια μεγάλη μερίδα των σύγχρονων Τούρκων που φαίνεται να νοσταλγούν την πρότερη πολυεθνική μορφή της.
Ο Σμυρναίος στην καταγωγή συγγραφέας Μπουλέντ Σένοτζακ αδιαμφισβήτητα είναι ένας από αυτούς, δηλαδή ένας από τους Τούρκους που θρηνούν για τη χαμένη πολυπολιτισμικότητα που κάποτε διέκρινε την ιδιαίτερη πατρίδα του, το αποκαλούμενο αστέρι του Λεβάντε.
Για τον Έλληνα αναγνώστη, με την προϋπόθεση ότι θα καταφέρει βέβαια να μπει στη θέση αυτού που είναι βαθιά ριζωμένος στη μνήμη μας ως προαιώνιος αντίπαλος κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, θα αποβεί εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου γραμμένο από έναν συγγραφέα της "άλλης" πλευράς, ο οποίος όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ειπωθεί ότι παραποιεί τα ιστορικά γεγονότα. Απεναντίας μάλιστα, τα γραφόμενά του στηρίζονται σε επισταμένη έρευνα. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο συγγραφέας μας δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του ότι ήρθε σε σύγκρουση με το κατεστημένο στην Τουρκία λόγω της διαφορετικής άποψης που παρουσιάζει στο εν λόγω πόνημα σχετικά με το πως ξεκίνησε η πυρκαγιά στη Σμύρνη τον Σεπτέμβρη του 1922. Όσο κι αν ξενίσει τον Έλληνα αναγνώστη η αναφορά στα γεγονότα του 1922 από την οπτική της άλλης πλευράς όχι σαν "η καταστροφή" της Σμύρνης, αλλά σαν "η απελευθέρωση", δεν θα μπορέσει να μην παραδεχτεί ότι, παρά την ατυχή κατάληξη που είχε τελικά για τους Έλληνες η μικρασιατική εκστρατεία, αυτή αρχικά δεν ήταν παρά ένας ακόμη κατακτητικός πόλεμος, επομένως οι Τούρκοι από την πλευρά τους είχαν κάθε δικαίωμα να τη βλέπουν σαν εισβολή στα εδάφη τους.
Το συγκεκριμένο συγγραφικό πόνημα όμως δεν επικεντρώνεται στα γεγονότα του 1922, αλλά κυρίως στο πως ήταν η ζωή στη Σμύρνη κατά τη διάρκεια του απόγειου της πολυπολιτισμικής της περιόδου, δηλαδή κυρίως στον 19ο και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Διότι πράγματι, η καταστροφή της Σμύρνης το 1922 δεν ήταν καταστροφή μόνο στη συλλογική ελληνική μνήμη, αλλά συγχρόνως και ένα γερό πλήγμα στον πολυεθνικό ιστό της πόλης.
Η Σμύρνη πριν από το 1922 ήταν μία πόλη ξεχωριστή, πολύχρωμη, πολύγλωσση και ανεκτική απέναντι στο διαφορετικό. Αυτή τη Σμύρνη δυστυχώς δεν θα τη δει ο επισκέπτης του σήμερα, παρά μόνο, όπως άλλωστε συμβαίνει σήμερα και στην Θεσσαλονίκη, την Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη, σε ορισμένα ερείπια που μαρτυρούν το διαπολιτισμικό μεγαλείο του παρελθόντος της.
Κι όμως, παρά την ευρέως διαδεδομένη άποψη, οι Έλληνες, και όχι οι Τούρκοι, είναι εκείνοι που πρώτοι με τον κατακτητικό στρατό τους κατέστρεψαν το όνειρο της ελεύθερης και ανεκτικής συμβίωσης. Οι Τούρκοι του Κεμάλ στη συνέχεια, εξίσου φανατισμένοι λόγω της αναβίωσης του ελληνικού εθνικισμού, απλά ολοκλήρωσαν την καταστροφή και τη μετατροπή της πόλης από μία πολυπολιτισμική σε μία καθαρά εθνική πλέον πόλη. Πράγματι, σύμφωνα με μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων διαφόρων εθνικοτήτων, όλα άλλαξαν στην πόλη μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού τον Μάη του 1922. Το έως τότε χαρούμενο και φιλικό μεταξύ των μειονοτήτων κλίμα έδωσε τη θέση του στην καχυποψία και την εχθρότητα μεταξύ των διαφορετικών εθνών. 
Ο συγγραφέας πιάνει από την αρχή  το νήμα της ιστορίας της πόλης, από τα αρχαία ακόμη χρόνια, και αφηγείται με γλαφυρότητα το πως κατέληξε να γίνει η Σμύρνη ένα τόσο ξεχωριστό οικονομικό και εμπορικό κέντρο, αλλά και ένα κατεξοχήν χωνευτήρι λαών και πολιτισμών. Έμφαση δίνεται, όπως προειπώθηκε, στους αιώνες των νεότερων και των σύγχρονων χρόνων και στις τέσσερις πολυπληθέστερες κοινότητες της πόλης: τους Λεβαντίνους-δηλαδή τους ξένους Ευρωπαίους εμπόρους-, τους Αρμένιους, τους Έλληνες και τους Εβραίους.
Εξετάζονται λοιπόν διεξοδικά, αρχικά τα κτίρια που σχετίζονται με τις μειονότητες, όπως τα θέατρα, τα τυπογραφεία, οι βιοτεχνίες, οι αθλητικοί σύλλογοι, τα σχολεία και άλλες πτυχές του δημόσιου βίου που αφορούσε τις μειονότητες, και κατόπιν όλες οι μειονότητες χωριστά. Στο τέλος γίνεται μία ψύχραιμη επισκόπηση των γεγονότων του 1922 για να καταλήξει ο συγγραφέας στη διαπίστωση ότι θα έπρεπε επιτέλους οι Έλληνες με τους Τούρκους να ξεπεράσουν πλέον τις δυσκολίες του παρελθόντος και να επιχειρήσουν μία νέα αρχή στο όνομα της συναδέλφωσης των λαών και των άφθονων κοινών που οι δύο λαοί μοιράζονται ύστερα από αιώνες συμβίωσης.
Στο τέλος του βιβλίου περιλαμβάνεται έξοχο φωτογραφικό υλικό το οποίο συμπληρώνει την άριστη εικόνα του βιβλίου. Αναμφισβήτητα, απ' την πληθώρα των βιβλίων που κυκλοφορούν για τη Σμύρνη, αυτό σίγουρα ξεχωρίζει για την διαφορετική οπτική του, το θέμα στο οποίο επικεντρώνεται και για την εγκυρότητα των πληροφοριών του.

Η συμφωνία των ποσοστών

Πρόκειται για τη συμφωνία που σφράγισε τη μοίρα της Ελλάδας κατά τον αιματηρό εμφύλιο του 1945-49.
Στις 9 Οκτωβρίου 1944 ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο πρωθυπουργός της Βρετανίας, ταξίδεψε στη Μόσχα προκειμένου να συναντήσει τον κυριότερο αντίπαλό του στο ευρωπαϊκό πεδίο κυριαρχίας, τον Ιωσήφ Στάλιν. Η επικείμενη ήττα του Αδόλφου Χίτλερ που ήταν επικίνδυνα κοντά, έκανε τους δύο ηγέτες να θελήσουν να καθορίσουν μία ώρα αρχύτερα τις τύχες και τις σφαίρες επιρροής της μεταπολεμικής Ευρώπης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Η κίνηση οφειλόταν καθαρά σε βρετανική πρωτοβουλία και, παρά την επιμονή του Αμερικανού προέδρου Φράνκλιν Ρούσβελτ, ο πρέσβης των ΗΠΑ στη Μόσχα, Έιβερελ Χάρριμαν δεν προσκλήθηκε στη συνάντηση.
Η συνάντηση αυτή στη Μόσχα, μεταξύ ενός δικτάτορα και ενός κοινοβουλευτικού πρωθυπουργού, έμεινε στη ιστορία ως συμφωνία των ποσοστών, αφού με αυτήν καθορίστηκαν εντελώς κυνικά οι σφαίρες επιρροής της ΕΣΣΔ και της Βρετανίας στο σημείο που ήταν το μήλον της έριδος ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις: τα Βαλκάνια. 
'Ετσι, η ΕΣΣΔ συμφώνησε ότι η Ελλάδα ανήκε παραδοσιακά, καθ' όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, στη βρετανική σφαίρα επιρροής. Δεν υπήρχε λόγος να αλλάξει κάτι και επομένως το ποσοστό κυριαρχίας της Βρετανίας σε αυτήν ορίστηκε στο 90%, ενώ της ΕΣΣΔ στο 10%. Ακριβώς το ανάποδο ποσοστό ίσχυε για τη Ρουμανία, η οποία πάντοτε ανήκε στη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Πρόβλημα υπήρξε σχετικά με τη μοιρασιά της Γιουγκοσλαβίας και τελικά οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να την μοιράσουν ακριβώς στη μέση, έχοντας η κάθε μία σε αυτήν 50% επιρροή. Αγκάθι ήταν επίσης η περίπτωση της Βουλγαρίας και της Ουγγαρίας. Εκεί, μετά από πολλές διαφωνίες, οι δύο δυνάμεις συμφώνησαν να μοιράσουν την Ουγγαρία και πάλι στη μέση , ενώ στη Βουλγαρία να κρατήσει ο Τσόρτσιλ μόνο το 25% της επιρροής.
Στην πράξη, γνωρίζοντας τι επακολούθησε, βλέπουμε ότι ο Στάλιν σεβάστηκε απόλυτα το μέρος της συμφωνίας που αφορούσε την Ελλάδα, κάνοντάς μας να σκεφτούμε ότι ο αγώνας των Ελλήνων ανταρτών στον εμφύλιο ήταν χαμένος από πρώτο χέρι, αλλά στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας η συμφωνία δεν τηρήθηκε κατά γράμμα, αφού, μέσω του κομμουνιστή ηγέτη Τίτο, η χώρα εντάχθηκε τελικά πλήρως στη σοβιετική σφαίρα επιρροής.
Πάντως, την εποχή που υπογράφτηκε, η συμφωνία καθησύχασε τον Τσόρτσιλ σχετικά με την επιρροή της Βρετανίας στην ανατολική Μεσόγειο. Στην πράξη ο πρωθυπουργός είχε υποσχεθεί ότι θα ενημέρωνε αναλυτικά τους Αμερικανούς για τη συμφωνία αυτή, κάτι που όμως δεν έγινε τελικά ποτέ.
Η συμφωνία άφηνε απόλυτα ικανοποιημένο και τον σοβιετικό δικτάτορα, αφού του άφηνε ελεύθερο το πεδίο στην ανατολική Ευρώπη.
 ΠΗΓΗ: Plokhy, Γιάλτα, το τίμημα της ειρήνης, εκδ. Πατάκη, 2020

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Κatherine Anne Porter, Το πλοίο των τρελών, εκδ. Κλειδάριθμος, 2020, σελ.635


Ένα αριστούργημα της κλασικής αμερικανικής λογοτεχνίας στη δυνατή μετάφραση της Έφης Τσιρώνη που το καθιστά προσεγγίσιμο στο ελληνικό κοινό, αποτελεί το ανάγνωσμα "Το πλοίο των τρελών", ένα βιβλίο που η συγγραφέας του, η Katherine Anne Porter, δούλευε επί είκοσι δύο συναπτά έτη.
Η ιδέα για το έργο αυτό, όπως ομολογεί η ίδια η συγγραφέας, στηρίζεται στο ηθικοπλαστικό, αλληγορικό ποίημα του Σεμπάστιαν Μπραντ Das Narrenschiff το οποίο γράφτηκε στα τέλη του 15ου αιώνα.
Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται στο πλοίο των τρελών, όπως μας λέει και ο τίτλος, το υπερωκεάνιο Βέρα που εκτελεί το δρομολόγιο από τη Βερακρούς του Μεξικού προς το Μπρέμερχαφεν της Γερμανίας εν έτει 1931. 
Το βιβλίο χωρίζεται σε τρεις θεματικές ενότητες που συμπίπτουν με το ταξίδι του πλοίου: τον απόπλου, την ανοιχτή θάλασσα και τα λιμάνια, με το δεύτερο μέρος να καταλαμβάνει φυσικά και το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου.
Το πλοίο αποτελεί ένα ζωντανό μωσαϊκό λαών, κουλτουρών και γλωσσών, αφού σε αυτό επιβαίνουν άνθρωποι πολλών διαφορετικών εθνικοτήτων. Αυστηροί Γερμανοί με έναν σκύλο που παθαίνει ναυτία, δύο άτακτα παιδιά, Κουβανοί φοιτητές ιατρικής, ένας ρατσιστής πλοίαρχος, ένα ζευγάρι που μαζί δεν κάνει και χώρια δε μπορεί, ένας πονόψυχος γιατρός και ένας καχύποπτος Εβραίος είναι μερικοί μόνο από τους χαρακτήρες που πλαισιώνουν τις σελίδες του βιβλίου.
Οι επιβάτες, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, βλέπουν ταινίες, τρώνε, γελούν, ανταλλάσσουν απόψεις, διαπληκτίζονται, χορεύουν, γευματίζουν. Τα σχόλια για την πολιτική, τη φιλοσοφία, την Ευρώπη του Μεσοπολέμου και τις ανθρώπινες σχέσεις είναι σκόρπια σε όλη την έκταση του βιβλίου, παράλληλα με την εξέταση της πλοκής. Το πλοίο έτσι μετατρέπεται σε μία μικρή πόλη, μία μικρογραφία της ανθρώπινης κοινωνίας της εποχής.
Η ιδιοφυΐα της συγγραφέως ξετυλίγεται σε όλη της την έκταση χάρη στην αριστοτεχνική ύφανση τόσων πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων σε ένα και μόνο μυθιστόρημα καθώς και στην επιτυχημένη ενσωμάτωση των στοιχείων που χαρακτηρίζουν την εποχή του Μεσοπολέμου: ο αντισημιτισμός, οι νωπές μνήμες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η απειλητική σκιά του ναζισμού και του φασισμού, οι μεγάλες ταξικές διαφορές μεταξύ εκείνων που ταξιδεύουν στην πρώτη και αυτών που ταξιδεύουν στην τρίτη θέση.
 Οι χαρακτήρες είναι πλασμένοι με μεγάλη δόση χιούμορ, υπερβολικοί θα έλεγε κανείς, αυτό όμως εξυπηρετεί τα μέγιστα τον σκοπό της συγγραφέως: δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μιλάμε για το πλοίο των τρελών, όχι για ένα οποιοδήποτε πλεούμενο. Στην αντίθετη περίπτωση, αν οι επιβάτες δηλαδή ήταν συνηθισμένοι, καθημερινοί χαρακτήρες, δεν θα υπήρχε κανένα πλοίο τρελών, οπότε το ανάγνωσμα δεν θα ήταν παρά κάτι το συνηθισμένο. Η συγγραφέας θέλει να εξετάσει ενδελεχώς την ανθρώπινη φύση και να καταδείξει τις πολλές και διαφορετικές εκφάνσεις των ανθρώπινων χαρακτήρων.
Η διάθεση της σε ό,τι αφορά την περιγραφή των χαρακτήρων και την εξέταση των συναισθημάτων και των σκέψεών τους είναι σατυρική, ειρωνική, αλλά και άκρως αναλυτική. Καμία βιασύνη δεν υπάρχει στην περιγραφή των στιγμών, αντιθέτως καθεμία από τις φράσεις και τις περιγραφές είναι αριστοτεχνικά δουλεμένη.
Από την άλλη, οι πολλές και διαφορετικές κουλτούρες εξασφαλίζουν την ποικιλία και την εναλλαγή στους αναγνώστες που έρχονται σε επαφή με τη συντηρητική εβραϊκή κουλτούρα, την αυστηρή γερμανική, τη θορυβώδης ισπανική και λατινοαμερικανική και την πιο τυποποιημένη και ψύχραιμη και υπολογιστική αμερικανική. Επιπροσθέτως, οι ταξικές διαφορές, οι διαφορετικές πολιτικές απόψεις και τα διαφορετικά επαγγέλματα όλων αυτών των ανθρώπων που συγχρωτίζονται στους κοινούς χώρους του πλοίου συμπληρώνουν την εξαίρετη τοιχογραφία μιας εποχής που διαδραματίζεται σχεδόν εξολοκλήρου-με την εξαίρεση κάποιων λιμανιών, όπως της Κούβας και της Τενερίφης- πάνω στο κατάστρωμα και στις στενές κουκέτες του υπερωκεάνιου.
Οι επιβάτες ταλανίζονται από διάφορα διλήμματα σε ό,τι αφορά τις επιλογές τους. Δεν είναι σίγουροι για αυτά που πρόκειται να πράξουν και γι' αυτά που θα γίνουν, ακόμη κι όταν το πλοίο θα φτάσει στον τελικό του προορισμό. Ο αναγνώστης, επομένως, μένει με την αίσθηση της απορίας σχετικά με τις τύχες των επιβατών του πλοίου. Άλλοι θα συνεχίσουν τη μονότονη ζωή τους ακριβώς όπως ήταν και πριν από τον απόπλου, άλλοι όμως δεν θα διστάσουν τελικά να αναθεωρήσουν αρκετά μετά από αυτό το ταξίδι. Σε κάθε περίπτωση ο αναγνώστης θα είναι ελεύθερος να φανταστεί την κατάληξη που θα επιθυμούσε ο ίδιος σχετικά με κάθε έναν από τους χαρακτήρες του βιβλίου ή εκείνη που έρχεται σε συμφωνία με το κλείσιμο του βιβλίου από την ίδια τη συγγραφέα. Εν τέλει πάντως, αυτό που μένει στον αναγνώστη από το εξαίρετο ψυχογράφημα της Porter εκτός από την αίσθηση της απεραντοσύνης του ωκεανού καθώς το πλοίο λικνίζεται απαλά στα νερά του, είναι μία αίσθηση πληρότητας από την ανάγνωση και τον άρτιο λόγο μίας πραγματικά μεγάλης λογοτέχνιδας.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Werner Eck, Η εποχή του Αυγούστου, εκδ. Πεδίο, 2014,μεταφρ. Α.Ν. Μιχαλόπουλος


Μία εποχή τόσο μακρινή από τη δική μας, η περίοδος διακυβέρνησης του Αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου, είναι μία εποχή που σηματοδότησε την απαρχή του αυτοκρατορικού μεγαλείου της Ρώμης, το οποίο έφτασε ως εμάς τους Έλληνες μέσω της βυζαντινής συνέχειας της Ρώμης. Πρόκειται για μία εποχή αναμφίβολα γοητευτική, μεταβατική και γεμάτη ίντριγκες και συνωμοσίες που πάντα θα έλκει τους εραστές της ιστορίας.
Τόσο ο συγγραφέας Werner Eck, όσο και ο μεταφραστής Α.Ν. Μιχαλόπουλος του παρόντος πονήματος "Η εποχή του Αυγούστου" είναι γνωστοί λατινιστές, ο πρώτος Καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο τη Κολωνίας και ο δεύτερος Αναπληρωτής Καθηγητής Λατινικής Φιλολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Σ΄αυτή τη μελέτη ο Eck παρουσιάζει με ενάργεια όλη την πορεία του μεταρρυθμιστή Αυτοκράτορα Αυγούστου, από την ανάρρησή του στο τιμόνι της ηγεσίας της ρωμαϊκής Συγκλήτου και τον αυτοκρατορικό θώκο, ως και τον θάνατό του στις 19 Αυγούστου του 14 μ.Χ και τη διαδοχή του από τον θετό γιο του τον Τιβέριο.
Έτσι ο αναγνώστης παρακολουθεί όλη την πορεία μετασχηματισμού της ρωμαϊκής res publica από δημοκρατία σε μοναρχία, το αποκαλούμενο principatus της εποχής του Αυγούστου.
Στο τέλος παρατίθενται αυτούσιες σε πρώτη ελληνική μετάφραση οι περίφημες Res Gestae του Αυγούστου, δηλαδή οι αυτοβιογραφικές καταγραφές που επιχείρησε ο ίδιος στο τέλος της ζωής του και που παρουσιάζουν, σίγουρα κάπως μεροληπτικά μεν αλλά πάντως βασισμένα σε αληθινά γεγονότα, όλα τα επιτεύγματα του μεγάλου Ρωμαίου αυτοκράτορα.
Και πράγματι αυτά δεν ήταν λίγα. Από τις κατακτήσεις του σε Δύση και Ανατολή, τις μεταρρυθμίσεις στον στρατό και τις επιχειρήσεις του ενάντια στις γερμανικές φυλές του Δούναβη και του Ρήνου μέχρι τις αλλαγές στη διοίκηση, τη νίκη του επί του Αντώνιου, την καθιέρωση της περίφημης ρωμαϊκής ειρήνης, της pax augusta, και την ανέγερση δημοσίων κτιρίων στη Ρώμη, όλες οι ενέργειες του Οκταβιανού μαρτυρούν άνθρωπο της δράσης που ήθελε να αφήσει το στίγμα του στη Ρώμη και πράγματι το κατάφερε. Οι τέσσερις αρετές του για τις οποίες εξυμνήθηκε από τη Σύγκλητο, δηλαδή η ανδρεία, η επιείκεια, η ευσέβεια και η δικαιοσύνη, ήταν οι μέγιστες αρετές για τον ρωμαϊκό κώδικα τιμής.
Στο σύνολό του πρόκειται για ένα αξιοπρόσεκτο έργο που θα μεταφέρει νοερά τον αναγνώστη σε έναν άλλον κόσμο, αυτόν της αρχαίας Ρώμης και του πρώτου της μεγάλου αυτοκράτορα και θα τον ξεναγήσει στις γοητευτικές ατραπούς της ρωμαϊκής ιστορίας.