Πέμπτη 27 Αυγούστου 2020

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η ελληνική τραγωδία, εκδ. Πατάκη, 2020, σελ.283

  

"Οι δικτατορίες δεν πέφτουν από τον ουρανό. Αν η 21η Απριλίου 1967 αιφνιδίασε τη διεθνή κοινή γνώμη, η εγκαθίδρυση μιας στρατιωτικής δικτατορίας, για τον ελληνικό λαό, ήταν από καιρό ένα γεγονός ευεξήγητο και μάλιστα ενδεχόμενο."

 Έτσι ξεκινά τον πρόλογο του βιβλίου του ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, καθηγητής Κοινωνιολογίας και Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστημίο Αθηνών, κατατοπίζοντάς μας επακριβώς σχετικά με τη θεματική του βιβλίου του: αυτό αποτελεί μία απόπειρα, όχι τόσο αφήγησης των γεγονότων που οδήγησαν στα γεγονότα της 21ης Απριλίου, αλλά ερμηνείας. 

Πώς ακριβώς φτάσαμε λοιπόν στην ελληνική αυτή τραγωδία; Προκειμένου να προσφέρει στους αναγνώστες του επαρκείς επεξηγήσεις και τεκμηριωμένες ερμηνείες, ο συγγραφέας θεωρεί απαραίτητο να πιάσει το νήμα της αφήγησης ήδη από τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, δηλαδή από το 1821 και την Ελληνική Επανάσταση. Κάτι απολύτως λογικό δηλαδή, αφού όταν αναζητούμε τις βαθύτερες αιτίες των γεγονότων στην Ιστορία οφείλουμε να ανατρέχουμε αρκετές δεκαετίες πιο πίσω στο παρελθόν.

Ο Κ. Τ. επομένως μας προσφέρει με το εν λόγω πόνημα μία κατά βάση πολιτική ιστορία της Ελλάδας του 19ου και του 20ου αιώνα, επιμένοντας ιδιαίτερα στην εποχή του εμφυλίου (1944-1949), στην πιο κρίσιμη δηλαδή περίοδο της νεώτερης ελληνικής ιστορίας η οποία φόρτωσε την ελληνική κοινωνία με τη βαριά και επώδυνη κληρονομιά του διχασμού, κληρονομιά που ήταν ανιχνεύσιμη σε κάθε έκφανση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής τουλάχιστον ως τη Μεταπολίτευση.

Το βιβλίο αυτό δεν είναι τωρινό δημιούργημα του συγγραφέα, αντίθετα πρόκειται για επανέκδοση ενός έργου το οποίο είχε συγγράψει κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Παρίσι και ενόσω οι Συνταγματάρχες κατείχαν την εξουσία στη χώρα μας. Το πως προέκυψε η ιδέα για το εν λόγω πόνημα, αλλά και την περιπέτεια της συγγραφής του, μας αφηγείται ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρώτο πρόλογο του βιβλίου του.

Και εν τέλει, μετά από την έξοχη επεξηγηματική ανάλυση όλων των γεγονότων που σημάδεψαν την πολιτική ζωή της χώρας μας κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, ο συγγραφέας καταλήγει σχετικά με το που και σε ποιους θα έπρεπε να αποδοθούν οι ευθύνες για την ελληνική τραγωδία της 21ης Απριλίου. Φυσικά οι υπεύθυνοι είναι πολλοί και τα αίτια πολυσύνθετα, κάτι απολύτως λογικό αφού στην Ιστορία πάντοτε οι αιτίες των ιστορικών γεγονότων είναι πολυσύνθετες και, πολλές φορές, δυσερμήνευτες.

Τις πταίει λοιπόν; Οπωσδήποτε κάποιες ευθύνες βαρύνουν τον πολιτικό κόσμο της εποχής. Έπειτα ο φόβος του κομμουνισμού και ο τέως βασιλέας Κωνσταντίνος ο Β΄ έπαιξαν και αυτοί τον ρόλο τους μαζί με τον μεγάλο αμερικανικό δάχτυλο. Τέλος, και η κρίση που δημιούργησε το κυπριακό βοήθησε κι αυτή με τον τρόπο της στην εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας, η οποία ήταν το επιστέγασμα στην ανώμαλη πολιτική ζωή της χώρας μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο.

Συμπερασματικά, δεν πρόκειται για ένα απλό βιβλίο Ιστορίας αλλά  κυρίως για ένα βιβλίο ερμηνείας των γεγονότων από έναν έξοχο αναλυτή.

Το Παρίσι και η αποχώρηση των ναζί

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι περισσότερες πόλεις της Ευρώπης, και ιδίως της Γερμανίας, κείτονταν σε ερείπια. Την ίδια μοίρα θα είχε και το Παρίσι αν δεν υπήρχε ένας άνδρας με την ατσαλένια θέληση να αντιταχθεί στον Χίτλερ. 
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Ντίτριχ φον Χόλτιτς, τον οποίο όρισε ο Χίτλερ διοικητή της πόλης το Αύγουστο του 1944, καθώς οι συμμαχικές στρατιές βάδιζαν θριαμβευτικά προς το Παρίσι. Ο Χίτλερ τον διέταξε προτού  εκκενώσουν οι Γερμανοί την πόλη να την καταστρέψει ολοσχερώς με εκρηκτικά.
 Πράγματι, τις μέρες που προηγήθηκαν της αναχώρησης των Γερμανών, ο Χόλτιτς διέταξε να τοποθετηθούν εκρηκτικά κάτω από τον πύργο του Άιφελ, στην Παναγία των Παρισίων και στην Αψίδα του θριάμβου. Εξάλλου ο Χίτλερ είχε επιλέξει τον συγκεκριμένο άνδρα για αυτή την αποστολή ακριβώς επειδή του ήταν ακλόνητα αφοσιωμένος. 
Κι όμως, ο άνδρας αυτός ήρθε τελικά σε μυστικές διαπραγματεύσεις με τους αντιστασιακούς και έστειλε κρυφά μήνυμα στους Συμμάχους παρακαλώντας τους να εισβάλουν γρήγορα στην πόλη. Συγκεκριμένα τους ανέφερε ότι έπρεπε να έρθουν στην πόλη μέσα σε 48 ώρες, διαφορετικά ο ίδιος θα έπρεπε να εκτελέσει τις διαταγές του Φύρερ. 
Οι Σύμμαχοι, από την πλευρά τους, σχεδίαζαν να παρακάμψουν το Παρίσι. Όταν όμως ο στρατηγός Ομάρ Μπράντλεϋ πήρε το μήνυμα, διέταξε επειγόντως τα συμμαχικά στρατεύματα να αλλάξουν πορεία. Φυσικά η Ανώτατη γερμανική διοίκηση και ο ίδιος ο Χίτλερ έγιναν έξαλλοι όταν έμαθαν τα νέα, αυτό όμως δεν μπορούσε να αλλάξει κάτι: το Παρίσι και τα όμορφα μνημεία του είχαν σωθεί χάρη στην πρωτοβουλία ενός και μόνο άνδρα.
 ΠΗΓΗ: Rick Beyer, συναρπαστικές πολεμικές ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ, εκδ. Κλειδάριθμος

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Γιάννης Ζυγούλης, Οδηγίες χρήσεως της ελληνικής γλώσσας, τα λάθη στον γραπτό και τον προφορικό λόγο, εκδ. Ενάλιος, 2020, σελ.298

 

Παρ' όλο που το μικρό και εύχρηστο βιβλίο του δημοσιογράφου Γιάννη Ζυγούλη απευθύνεται κατ' αρχήν, όπως δηλώνει άλλωστε ο ίδιος, σε δημοσιογράφους, αποτελεί εξίσου πολύτιμο οδηγό και για συγγραφείς, στον οποίο θα μπορούν οι τελευταίοι να ανατρέχουν περιστασιακά για να λύνουν τυχόν απορίες λεξιλογικής και φιλολογικής φύσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της συγγραφής και της διόρθωσης των κειμένων τους.

Το εγχειρίδιο αυτό δεν είναι γραμματική, ούτε εστιάζει καταρχήν σε αυτήν, εκτός από ένα μικρό ένθετο στο τέλος του βιβλίου για ορισμένα βασικά πράγματα, όπως για παράδειγμα τη χρήση του τελικού ν στα άρθρα τον και την. 

Στον αντίποδα, το βιβλίο εστιάζει στα πιο συνηθισμένα λάθη που γίνονται εν τη ρύμη του λόγου προφορικά ή σε άρθρα εφημερίδων και εντύπων στον γραπτό λόγο. Τέτοια είναι συγχύσεις λέξεων, παρερμηνείες, παραφθορές, πλεονασμοί, ασάφειες και λοιπές αμφισβητήσεις, οι οποίες έχουν προκύψει τα τελευταία κυρίως χρόνια λόγω της εισβολής πολλών αγγλικών λέξεων στο λεξιλόγιό μας και της γενικότερης γλωσσικής παρακμής που χαρακτηρίζει τη σημερινή εποχή της προχειρότητας, της ευκολίας και της ταχύτητας.

Ιδιαίτερα χρήσιμο είναι επίσης το κεφάλαιο το οποίο αφορά φράσεις αρχαίες, βυζαντινές και λόγιες που έχουν κληροδοτηθεί στη νέα ελληνική. Αυτές, άθελά μας πολλές φορές, τις μεταχειριζόμαστε με τρόπο λανθασμένο, είτε επειδή δεν γνωρίζουμε την πραγματική τους σημασία, είτε επειδή δεν γνωρίζουμε τη σωστή γραμματική τους, χάνοντας έτσι την ευκαιρία να εμπλουτίσουμε και να ομορφύνουμε τον λόγο μας και τα γραπτά μας. 

Επωφελές κρίνεται ακόμα το κεφάλαιο που αφορά τα ξένα ονόματα και τις ελληνικές λέξεις οι οποίες έχουν παρεισφρήσει στην ελληνική και δημιουργούν σήμερα πολλά προβλήματα, τόσο στον γραπτό, όσο και στον προφορικό λόγο. Εδώ, ο συγγραφέας δίνει τις δικές του προτάσεις προς αποφυγή περαιτέρω συγχύσεων. Ακολουθεί  το κεφάλαιο με τα αρκτικόλεξα και με τις δοτικές που έχουν μείνει ακόμη εν χρήσει στη νέα ελληνική. 

Ο συγγραφέας προσφέρει, επιπροσθέτως, στους συναδέλφους του έναν σύντομο οδηγό σύνταξης σαφών και κατανοητών άρθρων και ρεπορτάζ, καθώς και έναν κατάλογο με ελληνικές λέξεις τις οποίες, δυστυχώς, συνηθίζουμε να αποφεύγουμε στον καθημερινό μας λόγο χάριν των ξενόφερτων. Τέλος, αυτό που κάνει το βιβλίο εύχρηστο είναι το αναλυτικό ευρετήριο - ή περιεχόμενα- που περιλαμβάνεται στην αρχή του βιβλίου με όλες τις λέξεις και τις φράσεις του και στο οποίο μπορούν να ανατρέξουν ανά πάσα στιγμή οι αναγνώστες.

Εν κατακλείδι, για να μιλήσουμε με τη γλώσσα του Γιάννη Ζυγούλη, αυτός δεν επιχειρεί να κομίσει γλαύκας εις Αθήνας, ούτε να καθαρίσει τον Κόπρο του Αυγείου, αλλά ούτε και να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου με το εν λόγω πόνημα. Αντιθέτως, χωρίς να παραπέμπει πολλά μείζονα ζητήματα που αφορούν τη γλώσσας μας στις καλένδες, επιχειρεί να δώσει μία λύση στο δήλιον πρόβλημα της ελληνικής γλώσσας σχετικά με την ορθή χρήση πολλών αμφισβητούμενων σημείων. Το κίνητρό του γι' αυτό είναι καθαρά η αγάπη του για την τόσο πλούσια γλώσσα μας, η οποία ομιλείται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης εδώ και χιλιάδες χρόνια και είναι απολύτως φυσικό να εξελίσσεται και να μεταλλάσσεται με το πέρασμα των αιώνων. 

Εύλογα, επομένως, μπορούν να αποδοθούν τα εύσημα στον δημοσιογράφο συγγραφέα για την προσπάθεια και την πρόθεσή του και ας ελπίσουμε ότι από δω και στο εξής θα ακούμε και θα διαβάζουμε λιγότερα "μαργαριτάρια"που κακοποιούν ανεπανόρθωτα τη γλώσσα μας!

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

Πασχαλία Τραυλού, Η γιατρίνα, εκδ. Διόπτρα, 2020, σελ.539

 Ένα βιβλίο έκπληξη, ένα βιβλίο που δεν είναι αυτό που φαίνεται. Δύσκολο να μιλήσεις γι' αυτό, δύσκολο να αφήσεις συγχρόνως απάτητα και άγνωστα μονοπάτια στους αναγνώστες, έτσι ώστε να μην αποκαλυφθούν πριν την ώρα τους οι εκπλήξεις που επιφυλάσσει η έμπειρη και πολυγραφότατη συνάμα συγγραφέας Πασχαλία Τραυλού. 

Το βιβλίο υφαίνει, ισορροπώντας επιδέξια μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, τον βίο και την πολιτεία της Σουζάνα Φαζέκας, μίας αινιγματικής Ουγγαρέζας με σκοτεινό και απροσδιόριστο παρελθόν, η οποία επιλέγει να μετοικήσει το 1911 κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες στη μικρή πόλη Ναγκιρέβ της τότε Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας και να κάνει εκεί μία νέα αρχή ως μαία και γιατρός.

 

Η πόλη μικρή, βουτηγμένη στη λάσπη, το περιβάλλον ασφυκτικά πατριαρχικό και συντηρητικό. Οι πράξεις των χριστιανών κατοίκων διακατέχονται όλες από τον "φόβο του Θεού", τον οποίο με μεγάλη προθυμία συντηρεί ο άκαμπτος και υπέρμετρα συντηρητικός παπάς της πόλης πάτερ Αμπρούς. Συχνά οι γυναίκες γνωρίζουν την κακοποίηση και την κακομεταχείριση, χωρίς έτερη δυνατότητα διαφυγής, έρμαια στα χέρια των συζύγων τους σε μία εποχή που το διαζύγιο δεν είναι νομικά ή κοινωνικά αποδεκτό.

Η Σουζάνα θα έρθει σε σύγκρουση με το κατεστημένο οριζόμενη αυτόκλητα ως "ο φύλακας άγγελος των κακοποιημένων και βασανισμένων γυναικών". Μοδίστρα και γιατρός ταυτόχρονα, άγγελος και διάβολος, αδικημένη και φιλόδοξη, θα προσπαθήσει να αλλάξει ο,τιδήποτε φαντάζει ως αδικία στα δικά της μάτια κάτω από το ασφαλές περίβλημα που της προσφέρει το ψεύτικο όνομα Αντζέλικα Κλεμέντ. Η συγγραφέας σκόπιμα περικλείει την πρωταγωνίστρια με ένα πέπλο μυστηρίου, υπονοώντας ότι κουβαλά ένα αινιγματικό και σκοτεινό παρελθόν το οποίο όμως δεν αποκαλύπτεται παρά στο τέλος του βιβλίου. Έξυπνο αφηγηματικό τέχνασμα της συγγραφέως το δίχως άλλο, το οποίο καταφέρνει να ανεβάσει στο ζενίθ την περιέργεια του αναγνώστη και να τον κάνει να μην θέλει να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του.

Η Σουζάνα-Αντζέλικα όμως δεν είναι αυτή που φαίνεται... Για την ακρίβεια κανένας από τους χαρακτήρες του έργου δεν είναι αυτός που φαίνεται αρχικά. Ο καλόκαρδος και συντηρητικός Γκιόρκι, η τσατσά Άγκνες, η ανιψιά της η Μπλάνκα, ο αστυνόμος Στέφαν, όλοι έχουν κάτι να κρύψουν, ακόμη και ο χαρακτήρας καταλύτης του έργου, ο Κομοτηναίος γιατρός Στράτος Κεκέρογλου, ο οποίος έρχεται στην πιο δραματική στιγμή του βιβλίου, λίγο πριν από το τέλος, για να δώσει τη λύση στο εντεινόμενο δράμα και αδιέξοδο της Σουζάνας.

Παράλληλα με όλα αυτά, οι Σέρβοι εθνικιστές που ζητούν την ανεξαρτησία τους, το μακεδονικό ζήτημα, η δολοφονία του Φραγκίσκου Φερδινάνδου από τον Γκαβρίλο Πρίντσιπ και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος που ακολούθησε, δίνουν στο βιβλίο την ιστορική του διάσταση, τοποθετώντας τα γεγονότα στον χώρο και τον χρόνο.

Ποια είναι τελικά στ' αλήθεια η Σουζάνα Φαζέκας; Ποιο ακριβώς είναι το αινιγματικό παρελθόν που κουβαλάει και πόσο αυτό την επηρέασε στην επιλογή των κατοπινών της πράξεων; Οι σκέψεις και οι απόψεις για το επάγγελμα του γιατρού και της μαίας και το πως αυτά ορίζονται ακριβώς είναι πολλές και διαφορετικές. Ποια είναι άραγε τα όρια της ηθικής; Ο σκοπός αγιάζει τελικά τα μέσα; 

Τελικά αποδεικνύεται ότι μονάχα η αλήθεια είναι αυτή που λυτρώνει, ακόμη και στον θάνατο. Γιατί το παρελθόν μας, ειδικά το ένοχο, το κουβαλάμε πάντοτε μέσα μας και δεν μπορούμε να το διαγράψουμε όσο κι αν το θέλουμε. Η συγχώρεση πάντα αποδεικνύεται καλύτερη απ' την εκδίκηση, αυτό όμως η πρωταγωνίστρια θα το καταλάβει όταν πια θα είναι αργά...

Βιβλίο με πολλές δυνατές στιγμές που προσφέρει άφθονη τροφή για σκέψη και προβληματισμό σχετικά με ηθικά διλήμματα της εποχής μας, όπως το αν μπορούν να δικαιολογηθούν ή όχι κάποιοι φόνοι με γνώμονα το κίνητρό τους, το αν η συγκάλυψη ενός φόνου θεωρείται συνέργεια σε αυτόν, το ζήτημα των εκτρώσεων, της ομοφυλοφιλίας, της παιδικής και συζυγικής κακοποίησης, του ηθικού καθήκοντος του γιατρού κ.α., όλα αυτά είναι που κάνει το βιβλίο της Πασχαλίας Τραυλού να ξεχωρίζει, μαζί με τους καλοδουλεμένους διαλόγους και τη γρήγορη πλοκή που θα καθηλώσει τον αναγνώστη.