Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

Εύα Μ.Μαθιουδάκη, Μέρες της Κηφισιάς, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ.213

 

https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6868-0

 

" Κάθε τόπος έχει παρελθόν, το ίδιο και οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι φτιάχνουν τους τόπους και την ιστορία τους."

Έτσι μας λέει η Εύα Μαθιουδάκη στις Μέρες της Κηφισιάς. Το μυθιστόρημα δεν είναι μόνο μία καταγραφή στον χρόνο από τις μέρες και νύχτες της Κηφισιάς. Περιέχει και τις μνήμες της, μνήμες μεταπολεμικές, της δεκαετίας του '50. Σκιαγραφεί επίσης τους ανθρώπους της Κηφισιάς. Τους μεγαλοαστούς γιατρούς, τους ευκατάστατους, όλους εκείνους δηλαδή που έχουν στις βίλες τους με τους υπέροχους κήπους ως υπηρέτες τους πρόσφυγες, τους βιοπαλαιστές, τους αμαξάδες, τις πλύστρες και τους εργάτες, όλους εκείνους δηλαδή που μοχθούν για το μεροκάματο.

Από αυτή την άποψη, το μυθιστόρημα της Εύας Μαθιουδάκη έχει κάτι από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του '60. Διότι, πάνω απ' όλα στις Μέρες της Κηφισιάς πρωταγωνιστεί, εκτός από την κεντρική ηρωίδα Ισμήνη, και η μεγάλη αντίθεση μεταξύ των κοινωνικών στρωμάτων της εποχής.

Η Ισμήνη Βλάμου, είναι κόρη ενός πρόσφυγα κηπουρού στη βίλα της οικογένειας Σωτηριάδη και της Ουρανίας από την Αμοργό, η οποία επίσης εργάζεται για την οικογένεια Σωτηριάδη, μένοντας σε ένα σπίτι στον κήπο της βίλας.

 Η πρωταγωνίστρια μεγαλώνει στην κόψη του ξυραφιού, ακροβατώντας από τη μια στον κόσμο της εργατιάς και της προσφυγιάς, τον οποίο αντιπροσωπεύουν οι γονείς της και από την άλλη στον κόσμο των ευκατάστατων αστών, που αντιπροσωπεύουν τα παιδιά της οικογένειας Σωτηριάδη με τα οποία αναπόφευκτα συγχρωτίζεται. Θα σπουδάσει παιδαγωγικά και θα παντρευτεί έναν γιατρό, καταφέρνοντας έτσι να πραγματοποιήσει τον πιο κρυφό πόθο της μάνας της και όλης της εργατικής τάξης εκείνης της εποχής: να ξεφύγει από τη φτώχεια και τη μιζέρια και να ζήσει μια άνετη ζωή μεταπηδώντας στη μεσοαστική τάξη.

Η Ε.Μ. όμως δεν αρκείται μονάχα στην εξιστόρηση της ζωής της Ισμήνης. Αντιθέτως, την πλαισιώνει με τις αφηγήσεις για τη ζωή του πατέρα, της μητέρας της, των παιδιών και των γονιών της οικογένειας Σωτηριάδη, του πρώτου της έρωτα, του δάσκαλου και ποιητή Λευτέρη και του γιατρού συζύγου της. Έτσι προκύπτει το πολυσύνθετο ανθρώπινο μωσαϊκό της εποχής. Διότι πάνω απ' όλα, πέρα από τα χρώματα και τα αρώματα της εποχής και της Κηφισιάς, το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα αφήγημα για τον ίδιο τον άνθρωπο.

Η αφήγηση δεν είναι γραμμική χρονικά, η γλώσσα όμως, αλλά και ο τρόπος της αφήγησης είναι, αναντίρρητα, από τα δυνατά σημεία του μυθιστορήματος. Ο αναγνώστης βυθίζεται κυριολεκτικά στις λέξεις, στη μεταπολεμική εποχή, αλλά και στους υπέροχους κήπους της Κηφισιάς, μιας Κηφισιάς και ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια, τουλάχιστον έτσι όπως απεικονίζεται στο βιβλίο.Το καλά κρυμμένο οικογενειακό μυστικό προσδίδει στο τέλος μία πικάντικη νότα στην κατά τα άλλα ήρεμη αφήγηση του βιβλίου και διαταράσσει ελαφρώς την ήρεμη θάλασσα που αποτελεί τις σελίδες του.

Όταν ο αναγνώστης φτάσει στην τελευταία σελίδα, αυτό που θα του μείνει είναι, αυτή η αίσθηση της ηρεμίας και του πράσινου που υπάρχει στο εξώφυλλο του βιβλίου και στους κήπους της Κηφισιάς. Σαν να βγαίνει από έναν κήπο και όχι από τις σελίδες ενός μυθιστορήματος εποχής...

 

Defne Suman, Πρωινά στα Πριγκηπόνησα, εκδ. Κλειδάριθμος, 2021, σελ.476

 

https://www.klidarithmos.gr/proina-sta-prigiponissa

 

 Η Κωνσταντινουπολίτισσα συγγραφέας είναι οπωσδήποτε η πλέον κατάλληλη για να γράψει ένα βιβλίο του οποίου η υπόθεσή να διαδραματίζεται στα Πριγκηπόνησα, αλλά, συγχρόνως, να περιλαμβάνει και κάποιες καλά συγκαλυμμένες κρίσεις για την πολιτική που ακολουθεί σήμερα η Τουρκία.

Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Πρίγκηπο, όταν τα μέλη μιας οικογένειας βρίσκονται στο σπίτι της, διάσημης για την καλλιτεχνική πορεία της ζωγράφου, Σιρίν Σακά, η οποία γιορτάζει τα εκατοστά της γενέθλια. Μαζί με τα μέλη της οικογένειας, βρίσκεται και ο δημοσιογράφος Μπουράκ, ο οποίος φιλοδοξεί να πάρει συνέντευξη από την πασίγνωστη ηλικιωμένη, καθώς και ο επίσης γηραιός υπηρέτης της, Σαντίκ ουστάς. Τα πράγματα, όμως, δεν είναι όπως φαίνονται και πολλά καλά κρυμμένα από χρόνια μυστικά, τα οποία σχετίζονται με το παρελθόν της οικογένειας, είναι ώρα να βγουν πλέον στην επιφάνεια. Μετά από μία έντονη συζήτηση, ο εγγονός της Σιρίν, Φικρέτ, εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Ο Μπουράκ αισθάνεται έναν λανθάνοντα έρωτα για την αδελφή του Φικρέτ, τη Νουρ. Και ο Σαντίκ ουστάς σχετίζεται με τη Σιρίν περισσότερο από την απλή σχέση που θα έπρεπε να έχει ένας υπηρέτης με την κυρία του.

Όλα αυτά συνθέτουν το περίτεχνο παζλ των μυστικών και των αναπάντεχων αποκαλύψεων. Η D.S. πρωτοτυπεί στο αφηγηματικό κομμάτι, παρουσιάζοντας όλη την ιστορία της μέσα από τις εναλλασσόμενες αφηγήσεις των τεσσάρων πρωταγωνιστών: του δημοσιογράφου Μπουράκ, της Νουρ, της ανιψιάς της Σελίν και του υπηρέτη Σαντίκ. Η κεντρική φιγούρα, η Σιρίν, ελάχιστα παρουσιάζεται και μιλάει κατ' ιδίαν στο βιβλίο. Όταν όμως γίνεται αυτό, τότε πράγματι έχει κάτι πολύ σημαντικό να μας πει. Η περιορισμένη παρουσία της, εξάλλου, στις σελίδες του μυθιστορήματος, είναι το κλειδί για τη λύση του μυστηρίου.

Όταν ο αναγνώστης καταφέρει, μετά από τις πρώτες σελίδες, να ξεμπλέξει το κάπως περίπλοκο κουβάρι της γενεαλογίας της οικογένειας, τότε θα μπορέσει να βυθιστεί στη μαγεία της ανάγνωσης και στην πολύ εσωτερική και συνάμα ρεαλιστική πένα της D.S. Η συγγραφέας καταθέτει υπό λογοτεχνικό μανδύα την προσωπική της άποψη  σχετικά με τη συντηρητική Τουρκία των διώξεων και των μακελειών του 20ου αιώνα, τα οποία δεν παραδέχεται, ενώ θέλει, παρ' όλα αυτά, να παρουσιάζεται ως χώρα ευρωπαϊκή και κοσμοπολίτικη στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου.

Εντύπωση θα κάνει  στον Έλληνα αναγνώστη ότι η ζωή των Τούρκων πρωταγωνιστών ομοιάζει πάρα πολύ με τη ζωή όπως τη γνωρίζουμε στη χώρα μας. Αν ο αναγνώστης δεν ήξερε εξαρχής ότι η υπόθεση διαδραματίζεται στην Πρίγκηπο και αν τα ονόματα δεν ήταν τουρκικά, πραγματικά θα μπορούσε κάλλιστα να πιστέψει ότι η όλη ιστοροία  εκτυλίσσεται σε ένα ελληνικό νησί. Τα έπιπλα, οι συνήθειες των ανθρώπων, τα φαγητά, οι νοοτροπίες, όλα αυτά αποδεικνύουν πόσο πολύ μοιάζουμε τελικά με τον απλό λαό της γείτονας χώρας, κι ας μην θέλουμε πολλές φορές να το παραδεχτούμε.

Η εικόνα της νήσου της Πριγκήπου με τις άμαξές της, τα ποδήλατα, το γαλάζιο πέλαγος που την περικλείει, τα ανθισμένα λουλούδια της και τις μωβ βουκαμβίλιες, δίνει τον γλαφυρό τόνο στο μυθιστόρημα. Η μικρή παρενθετική ιστορική πινελιά τον ρεαλισμό και το μυστήριο. 

 

 

"Θα 'θελα να είχα μια απάντηση να της δώσω. Να της πω κάτι αστείο, κάτι νόστιμο, όπως "θα σε προστάτευα εγώ, μωρό μου". Ήταν μανιώδης αναγνώστρια χιουμοριστικών περιοδικών. Προσπάθησα να θυμηθώ κάτι που είχα διαβάσει σε κάποιο από αυτά. Δεν μου άρεσε καμία από τις φράσεις που μου ήρθαν στον νου. Θα μπορούσα να παίξω τον ρόλο του νεαρού μάγκα που μεγάλωσε σε ψαροχώρι. "Εμείς, κυρία μου, δεν μεγαλώσαμε στο Νισάντας όπως εσείς!" Ούτε αυτό ταίριαζε."

Θάνος Κονδύλης, Γυναίκα από πέτρα και φως, εκδ. Ψυχογιός, 2021, σελ.429


https://www.psichogios.gr/el/gynaika-apo-petra-kai-fws.html

Mια γυναίκα από πέτρα και φως είναι η κεντρική ηρωΐδα στο νέο μυθιστόρημα του Θάνου Κονδύλη το οποίο διαδραματίζεται στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης.

Η γυναίκα αυτή δεν είναι άλλη από μία μαρμάρινη Αφροδίτη, ένα άγαλμα το οποίο είχε κλέψει ο λόρδος Έλγιν από την Ελλάδα και εν συνεχεία χάθηκε για να το ανακαλύψει μετά από πολλές περιπέτειες ο έτερος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο Μπέντζαμιν Μπλακ, Άγγλος γιατρός και φιλέλληνας.

Ο ήρωας του Θ.Κ., λοιπόν, ενώ σπουδάζει ιατρική στο Λονδίνο, μαθαίνει για την ύπαρξη ενός αγάλματος το οποίο απεικονίζει μια Αφροδίτη. Στην αρπαγή του από την Ελλάδα έχει συμμετάσχει ο περίφημος αρχαιοκάπηλος, ο λόρδος Έλγιν. Αυτή η Αφροδίτη θα γίνει στον Μπέντζαμιν έμμονη ιδέα και θα αποφασίσει να επιχειρήσει το μακρινό ταξίδι ως διπλωματικός ακόλουθος και γιατρός σε Κωνσταντινούπολη και Ελλάδα, προκειμένου να το βρει πάση θυσία. 

Πίσω του θα αφήσει την αγαπημένη του Σούζαν, η λάγνα όμως ανατολή, κρύβει κι άλλες εκπλήξεις, αλλά και πολλές γοητευτικές αιθέριες υπάρξεις για τον νεαρό γιατρό, ο οποίος, πάντως, θα καταφέρει να μείνει προσηλωμένος στον στόχο του.

Ο Θ.Κ., συγγραφέας με μεγάλη εμπειρία στον χώρο του ιστορικού μυθιστορήματος, γράφει τη δική του ξεχωριστή μυθιστορία για την Ελληνική Επανάσταση, συγχωνεύοντας μύθο και Ιστορία, με κινηματογραφική δράση και γρήγορη πλοκή.

Δεν ακολουθεί, πάντως, την γνωστή πεπετημένη οδό, αλλά, αντιθέτως, ο συγγραφέας επιλέγει να πρωτοτυπήσει με διάφορους τρόπους. Πρώτα απ' όλα, με τη διάρκεια του μυθιστορήματός του. Αυτή δεν καλύπτει μόνο τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και αρκετά χρόνια επιπλέον, τόσο πριν από το ξέσπασμά της, όσο και μετά το τέλος της. Επίσης, η υπόθεση δεν διαδραματίζεται μονάχα στην επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και στο Λονδίνο και την Κωνσταντινούπολη. 

Ένας άλλος λόγος για τον οποίο το μυθιστόρημα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και πρωτοτυπία, είναι εξαιτίας των προσεγγίσεων για τα γεγονότα που πραγματοποιεί ο συγγραφέας και των ασυνήθιστων οπτικών. Μία τέτοια οπτική, που παραλείπεται συνήθως σε μυθιστορήματα που εκτυλίσσονται στην Ελλάδα της Επανάστασης είναι εκείνη των Άγγλων πρέσβεων της Κωνσταντινούπολης για τα ελληνικά και τα οθωμανικά πράγματα, των πρέσβεων δηλαδή εκείνων παρά τους οποίους υπηρετεί και ο ίδιος ο Μπέντζαμιν, καθώς και τα περίπλοκα κατασκοπευτικά και διπλωματικά παιχνίδια τους. 

Επιπλέον, η αρχή της επανάστασης βρίσκει τον πρωταγωνιστή στην Κωνσταντινούπολη και όχι στην Πελοπόννησο. Έτσι μαθαίνουμε από πρώτο χέρι πως ακριβώς είδαν την Ελληνική Επανάσταση οι Έλληνες, οι Τούρκοι, αλλά και οι ξένοι της Πόλης κατά το αρχικό ξέσπασμά της. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του συγγραφέα, οι Άγγλοι γνώριζαν την ύπαρξη της Φιλικής Εταιρείας και το επικείμενο ξέσπασμά της.

Τέλος, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο κύριος πρωταγωνιστής της υπόθεσης δεν είναι Έλληνας, αλλά Άγγλος φιλέλληνας. Έτσι, βλέπει τα γεγονότα της Επανάστασης πιο αντικειμενικά μέσα από τα μάτια ενός φιλέλληνα, ο οποίος θα έρθει, όμως, σε επαφή με πολλές γνωστές προσωπικότητες της εποχής, από τον Καποδίστρια και τον Κολοκοτρώνη, μέχρι τη Δούκισσα της Πλακεντίας και τον Τούρκο στρατηγό Κιουταχή. 

Πέρα από αυτά τα σημαντικά πρόσωπα τα οποία θα γνωρίσει, θα λάβει μέρος και στην πολιορκία της Ακρόπολης και θα ζήσει από κοντά τις αγγλικές δολοπλοκίες των πρέσβεων στην Κωνσταντινούπολη, τις συνέπειες από την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, τους Εμφυλίους, αλλά και τη σύσταση του ελληνικού κράτους και τον ερχομό του Καποδίστρια.

Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα ιδιαίτερο και πρωτότυπο μυθιστόρημα για την Ελληνική Επανάσταση, το οποίο μας ταξιδεύει όχι μόνο στα πεδία των μαχών, αλλά και στα σαλόνια της Κωνσταντινούπολης και του Λονδίνου, καθώς και στον κόσμο των ελληνικών αρχαιοτήτων και της αρχαιοκαπηλίας τον καιρό της Ελληνικής Επανάστασης.

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Άννα Γαλανού, Στην πόλη των λυγμών, εκδ. Διόπτρα, 2021, σελ.422

 

https://www.dioptra.gr/vivlio/elliniki-logotexnia/stin-poli-ton-lugmon/

 

Στην Βασιλεύουσα, στη βασίλισσα του Βοσπόρου, στην πόλη των λυγμών, η οποία σπαράσσεται από την εικονομαχική έριδα, την Κωνσταντινούπολη, διαδραματίζεται το τελευταίο πόνημα της Άννας Γαλανού.

Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα το οποίο απεικονίζει γλαφυρότατα την καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο εν μέσω των φοβερών χρόνων της εικονομαχικής έριδας, μίας διαμάχης που συγκλόνισε τον βυζαντινό κόσμο και αποτέλεσε πηγή διχασμού για τον λαό, εξυπηρετώντας παράλληλα και πολιτικές σκοπιμότητες.

Από την άποψη αυτή, το μυθιστόρημα εξυπηρετεί τον καθεαυτό σκοπό ενός ιστορικού μυθιστορήματος: να μας ταξιδέψει, δηλαδή, στην εποχή στην οποία διαδραματίζεται και να καταγράψει, όχι τόσο την επίσημη πολιτική ιστορία, αλλά, κυρίως, την ιστορία της καθημερινότητας μέσα από την αφήγηση για τις ζωές απλών και άσημων ανθρώπων τους οποίους η δίνη της Ιστορίας συμπαρέσυρε στον διάβα της.

Η Γαλανού το πετυχαίνει αυτό εστιάζοντας σε πολλούς παράλληλους κόσμους του Βυζαντίου: Έτσι έχουμε από τη μία τον κόσμο των δολοπλοκιών, της αριστοκρατίας και των υψηλά ιστάμενων αξιωματούχων του Παλατιού και από την άλλη τον κόσμο των μοναστηριών, των εικονολατρών και των εικονομάχων.  Επίσης, παράλληλα με τους δύο παραπάνω, τον κόσμο των θεατρίνων, των νάνων και των κάθε λογής περιπλανώμενων "απόκληρων" της εποχής, αλλά και τον κόσμο που αντιπροσωπεύει ο απλός λαός της αγροτιάς και των βιοπαλαιστών.

Μέσα από αυτά τα τέσσερα παράλληλα σύμπαντα επιλέγει η Α.Γ. να μας αφηγηθεί την ιστορία της Αλεξίας, μιας πριγκιποπούλας στο Ιερόν Παλάτιον της Βασιλεύουσας, την οποία θα μπλέξει τόσο ο έρωτας όσο και η ίδια η Ιστορία στα γρανάζια της.

Η όλη δομή του βιβλίου δεν ακολουθεί παρά την κλασική δομή του παραμυθιού: η όμορφη και καλόψυχη ηρωίδα περνάει κυριολεκτικά, αδικημένη από τη ζωή και τους γύρω της, από σαράντα κύματα πριν καταφέρει στο τέλος να δικαιωθεί και να απολαύσει όσα η ίδια η ζωή της στέρησε.

Το παραμύθι όμως αυτό κάθε άλλο παρά απλοϊκό είναι. Αντιθέτως, συμβαδίζει απόλυτα με την ιστορική αλήθεια και με τους απαράβατους κανόνες του ιστορικού μυθιστορήματος. Δηλαδή, ό,τι δεν συνέβη στ' αλήθεια θα μπορούσε να είχε συμβεί, οι δευτερεύοντες χαρακτήρες είναι αληθινά ιστορικά πρόσωπα, ενώ οι πρωταγωνιστές φανταστικά. Οι πράξεις των πρώτων συμβαδίζουν με την αληθινή Ιστορία, ενώ των δεύτερων με τη μυθοπλασία και-ως έναν βαθμό- και με την Ιστορία.

Επιπλέον η αφήγηση είναι καθηλωτική, όπως συμβαίνει συνήθως στα παραμύθια, και η πλοκή καταιγιστική, αιχμαλωτίζοντας την προσοχή του αναγνώστη ως το τέλος. Ο έρωτας της Αλεξίας με τον γενναίο στρατιώτη Βαρδή είναι εξίσου δυνατός και συγκινητικός.

Το βιβλίο ρίχνει μία καλή ματιά στα χρόνια της βασιλείας της δυναστείας των εικονομάχων Ισαύρων, από τον ικανότατο στρατηγό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Πέμπτο Κοπρώνυμο, ο οποίος βασίλεψε από το 741 ως το 775 και τον Λέοντα τον Τέταρτο (775-780), μέχρι τα ταραγμένα χρόνια της διακυβέρνησης της γυναίκας του, της αυτοκράτειρας Ειρήνης της Αθηναίας, μιας γυναίκας αυταρχικής και διψασμένης για εξουσία.

 Η Α.Γ. εστιάζει στον φανατισμό της σκοτεινότερης εποχής του Βυζαντίου και στο πως αυτός επηρέασε και άλλαξε πολλές φορές τις ζωές των απλών ανθρώπων. Αναμφίβολα πρόκειται για έναν ευκολοδιάβαστο και επιτυχημένο συνδυασμό Λογοτεχνίας και Βυζαντινής Ιστορίας, τον οποίο η συγγραφέας πέτυχε μελετώντας διεξοδικά, παρ' όλο που δεν τις κατονομάζει, τις ιστορικές πηγές της εποχής.