Παρασκευή 16 Ιουλίου 2021

Κρίστοφερ Μ. Γουντχάουζ, Το Μήλον της Έριδος, Ελλάδα: Η ταραγμένη δεκαετία {1940-1949}, εκδ. Μίνωας, 2021, σελ.460


 https://minoas.gr/product/to-milo-tis-eridos/

Η ματιά ενός αυτόπτη μάρτυρα σε ιστορικά γεγονότα είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη, ιδιαίτερα αν πρόκειται για γεγονότα καθοριστικά και για μαρτυρία καθοριστικής σημασίας από ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής.

Τέτοια είναι  και η ματιά του συνταγματάρχη Κρίστοφερ Γουντχάουζ, Βρετανού στρατιωτικού και φιλέλληνα που έζησε από πρώτο χέρι, όντας ο ίδιος στην Ελλάδα, μία από τις πιο ταραγμένες δεκαετίες στην ιστορία μας: τη δεκαετία του '40, οπότε και συνέβησαν σπουδαία γεγονότα, όπως ο Ελληνοϊαταλικός πόλεμος, η γερμανική κατοχή και ο Εμφύλιος Πόλεμος.

Ο Κ.Γ. είχε συνεχή στρατιωτική παρουσία στη χώρα μας από το 1941 ως το 1945 και, κατόπιν, από το 1946 ως το 1951. Όντας αρχικά στην Κρήτη για να οργανώσει την αντίσταση κατά των Γερμανών, συμμετείχε στη συνέχεια στην ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου τον Νοέμβρη 1942 υπό τις διαταγές του επικεφαλής των βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, Έντι Μάγερς και γνώρισε προσωπικά τον Ναπολέοντα Ζέρβα και τον Άρη Βελουχιώτη, καθώς και άλλες σημαντικές μορφές της ελληνικής αντίστασης.

 Επιπλέον, μιλούσε άψογα την ελληνική γλώσσα και έτρεφε βαθιά αγάπη για τον ελληνικό λαό. Ήταν βαθύς γνώστης της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας κατά τη διάρκεια της ταραγμένης αυτής δεκαετίας, χωρίς να μεροληπτεί υπέρ κανενός συγκεκριμένου πολιτικού μορφώματος. Επομένως, όσο κι αν ο αναπόφευκτος αντικομμουνισμός και φιλοβρετανισμός του γίνεται φανερός αρκετές φορές μέσα από το έργο του, αποτελεί, κατά βάση, έναν αντικειμενικό εξωτερικό παρατηρητή του Εμφυλίου Πολέμου στην Ελλάδα, ο οποίος είναι και, μοιραία, πιο αποστασιοποιημένος από τα ελληνικά πάθη.

Το έργο του, λοιπόν, αποτελεί μία από τις καλύτερες πρωτογενείς μαρτυρίες για τη δεκαετία του '40 προκειμένου να καταλάβουμε γιατί η Ελλάδα αποτέλεσε το "μήλον της έριδος" μεταξύ του Τσώρτσιλ και του Στάλιν, με τον δεύτερο να επιλέξει τελικά να υποχωρήσει στη διαμάχη, προτιμώντας να κρατήσει την κυριαρχία στα υπόλοιπα Βαλκάνια.

Ο Κ.Γ. δεν κρύβει τη χαρά του για το γεγονός αυτό, θεωρώντας ότι η Ελλάδα υπήρξε τυχερή που γλίτωσε τελικά από την "κόκκινη λάβα του ερυθρού κρατήρα της Ανατολής". Ο ίδιος δεν αποφεύγει να παραδεχτεί επίσης, στην εισαγωγή του βιβλίου του, ότι προσπάθησε να δικαιολογήσει τη βρετανική πολιτική στην Ελλάδα- πώς θα μπορούσε άλλωστε να κάνει το αντίθετο όντας Βρετανός; Καταλήγει όμως, ότι καμία άλλη πολιτική δεν θα είχε επιτυχία υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες στην Ελλάδα εκείνη την εποχή. 

Ιδού πως περιγράφει ο ίδιος την περίπλοκη πολιτική κατάσταση, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στη χώρα μας:

"Η Ελλάδα έγινε θέμα διαφωνίας, από την οποία, όποτε αυτή προέκυπτε, μπορούσε να εξαρτηθεί η απομάκρυνση της Μεγάλης Βρετανίας από τις ΗΠΑ και αμφοτέρων από την ΕΣΣΔ. Μήλον της έριδος ήταν η Ελλάδα. Η αντιζηλία μεταξύ πολιτικών έγινε ξαφνικά μια άμιλλα για τον ρόλο του Παρισιού. Η εσωτερική πολιτική κατάσταση της Ελλάδας αναπαρήγαγε σε μικρογραφία τον διεθνή ανταγωνισμό της ΕΣΣΔ, των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας. Η αντίθεση αυτή με την ευδαιμονία του 1941 είναι το δεύτερο περίπλοκο γεγονός."

Η δομή του βιβλίου έχει τη μορφή θεατρικού δράματος. Έτσι μετά τον πρόλογο και την εισαγωγή, ο Κ.Γ.  εξετάζει διεξοδικά το υπόβαθρο της σύγκρουσης, κάνοντας μία σύντομη αναδρομή στην Ελλάδα πριν από τον Πόλεμο, δηλαδή στην Ελλάδα του Μεταξά, και, κατόπιν παρουσιάζει τις σκηνές και τους χαρακτήρες του έργου. Τις σκηνές αποτελούν η Αθήνα, το Κάιρο και τα ελληνικά βουνά. Τα προαναφερθέντα αποτελούν τα τρία διαφορετικά μέρη τα οποία φιλοξένησαν τις τρεις μορφές της ελληνικής διακυβέρνησης κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στη χώρα, δηλαδή την κατοχική, του βασιλιά και όσων είχαν διαφύγει από τη χώρα, και των Ελλήνων ανταρτών.

Εν συνεχεία, εξετάζει διεξοδικά όλες τις ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις, το ΕΑΜ, τον ΕΔΕΣ, την ΕΚΚΑ, αλλά και πολλές μικρότερες μικρότερης εμβέλειας όπως  την ΕΟΚ (Εθνική Οργάνωση Κρητών) για παράδειγμα, καθώς και τα Τάγματα Ασφαλείας και τους Έλληνες πολιτικούς. 

Από τα παραπάνω, επομένως, γίνεται φανερό ότι η ιστορία του Γουντχάουζ είναι κατά βάση πολιτική και διπλωματική. Οπωσδήποτε, ελάχιστοι μόνο ξένοι, αλλά και Έλληνες θα γνώριζαν τόσο επισταμένα τα πολύπλοκα τερτίπια της ελληνικής, αλλά και της διεθνούς πολιτικής σκηνής κατά τη διάρκεια της ταραγμένης εκείνης εποχής.

Στη συνέχεια χωρίζει την αφήγηση του βιβλίου του σε τρεις μεγάλες πράξεις, την πρώτη από τον Απρίλη του 1941 ως τον Γενάρη του 1942, τη δεύτερη από τον Φλεβάρη του 1944 ως τον Γενάρη του 1945 και την τρίτη από τον Απρίλη του 1945 ως το τέλος του Εμφυλίου. Παρεμβάλλει, όμως, στο ενδιάμεσο, και τρία μικρότερα υποκεφάλαια για τις ενδιάμεσες περιόδους των τριών μεγαλύτερων φάσεων καίριας σημασίας.

Στην αυλαία, στο τέλος του βιβλίου, προβαίνει σε κρίσεις για όσα προείπε. Το πίσω μέρος του συγγράμματος περιλαμβάνει, επίσης, ορισμένα πολύ χρήσιμα στον μελετητή της Ιστορίας παραρτήματα. Αυτά παραθέτουν αυτούσια τα κείμενα των σημαντικότερων συνθηκών που υπογράφτηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου από την Ελληνική Κυβέρνηση, τους Βρετανούς και τους αντάρτες, όπως το Σύμφωνο των Εθνικών ομάδων το 1943, τη Σύσκεψη της Πλάκας το 1944, τον Χάρτη του Λιβάνου και τη Συμφωνία της Καζέρτας την ίδια χρονιά, καθώς και την περίφημη συμφωνία της Βάρκιζας στις αρχές του 1945, μία συμφωνία η οποία έγινε το έτερο "μήλον της έριδος" μεταξύ των δυνάμεων του ΚΚΕ και των πολιτικών στην Ελλάδα.

Ο συγγραφέας εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα ήταν ελάσσονος σημασίας για τις Δυνάμεις του Άξονα σε σχέση με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, αλλά και για την ΕΣΣΔ. Καταλήγει, επίσης, στο συμπέρασμα ότι αν οι Βρετανοί είχαν στηρίξει περισσότερο τον ΕΛΑΣ, η Ελλάδα θα είχε γίνει, το δίχως άλλο, κομμουνιστική χώρα. Γι' αυτό, θεωρεί ο Γουντχάουζ, όσο διαιρετική κι αν ήταν αυτή τους η πολιτική, οι Βρετανοί ήταν υποχρεωμένοι να στηρίζουν, ως έναν βαθμό, και τις άλλες αντιστασιακές ομάδες της Ελλάδας. Διερευνά, επομένως, σε βάθος τις βρετανικές προθέσεις, τις οποίες "αγιοποιεί", ίσως, ως έναν βαθμό, αλλά δεν διστάζει να επιρρίψει και ευθύνες εκεί όπου κρίνει απαραίτητο.

Συμπερασματικά, το έργο αυτό του Άγγλου φιλέλληνα θα έπρεπε να διαβαστεί απ' όλους όσους ενδιαφέρονται να γνωρίσουν και μία έτερη προσέγγιση των πολιτικών γεγονότων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου στη χώρα μας. Ένα βιβλίο εξίσου χρήσιμο, τόσο στους απλούς εραστές της Ιστορίας όσο και στους εις βάθος μελετητές της.

ΚωνσταντίνοςΤσουκαλάς, Το πολιτικό στη σκιά της πανδημίας, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ.155

 

https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6885-7

 

Ένα ακόμη βιβλίο για την πανδημία; Μπορεί να είναι κι έτσι. Το μόνο σίγουρο, όμως, είναι ότι Το πολιτικό στη σκιά της πανδημίας δεν είναι σαν αυτά που έχουμε διαβάσει ως τώρα για το συγκεκριμένο θέμα. Ίσως αυτό το οποίο χαρακτηρίζει καλύτερα το νέο βιβλίο του κοινωνιολόγου Κωνσταντίνου Τσουκαλά, να είναι η φράση "κοινωνιολογική μελέτη της πανδημίας".

Οι λέξεις στην εποχή μας αποκτούν άλλο νόημα."Ακόμα και αν δεν μπορούμε να ζήσουμε δίχως αυτές, συχνά οι λέξεις μας προκαταλαμβάνουν". Έτσι μας λέει ο συγγραφέας θέλοντας να τονίσει τη σημασία που απέκτησαν τελευταία για τις ζωές μας λέξεις όπως απαγόρευση, πανδημία, κορονοιός, μάσκα, αποστάσεις, εμβόλιο, μέτρα κτλ.

Διότι οι ζωές όλων μας άλλαξαν με τον κορονοιό. Για την ακρίβεια ποτέ δεν συνέβη τέτοια αλλαγή στη ζωή μας από την εποχή του  Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ποτέ άλλοτε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν βρέθηκε η ανθρωπότητα αντιμέτωπη με μια κρίση τέτοιους βεληνεκούς, η οποία γέννησε πολλαπλές απρόβλεπτες συνέπειες και είχε πολλαπλές προεκτάσεις.

"Αν πατέρας των πάντων είναι η ειρωνεία, πατέρας τους παραμένει η σύμπτωση" μας λέει ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου του, παροτρύνοντάς μας να σκεφτούμε ότι ήμασταν εμείς οι "άτυχοι" που έζησαν στη σκιά αυτής της πανδημίας, μιας πανδημίας  η οποία μοιάζει να "έπεσε από τον ουρανό"-σε αντίθεση με τη δικτατορία της 21ης Απριλίου, η οποία κάθε άλλο παρά έπεσε από τον ουρανό, όπως μας λέει ο συγγραφέας σε έτερο βιβλίο του. 

Η κανονικότητα στις ζωές μας είναι ακόμα μακριά, αλλά πλέον έχει αλλάξει το ίδιο το περιεχόμενο του όρου κανονικότητα. Ήρθε, λοιπόν, ο κορονοιός για να τα αλλάξει και να τα ανατρέψει όλα, αλλά και να καταφέρει ένα ισχυρό πλήγμα στην αισιοδοξία μας. Επιβεβαιώνεται έτσι ο πρακτικός ανορθολογισμός του 18ου αιώνα.

Η ανομοιομορφία στην αντιμετώπιση της πανδημίας δείχνει, το δίχως άλλο, την αδύναμη κοινωνική συνοχή των κοινωνιών μας. Η πανδημία συγκλόνισε τον απανταχού φιλελευθερισμό και έφερε πρωτόγνωρη παντοδυναμία στο κράτος. Κρίση του φιλελευθερισμού, επομένως, και προβάδισμα στο ιδιωτικό κεφάλαιο; Ίσως. Από την άλλη, η αστυνόμευση και τα μέτρα, είναι, ως έναν βαθμό, αναγκαία, προκειμένου να ξεπεραστεί όλη αυτή η ανωμαλία. Ως τώρα, πάντως, κανείς σε μια δυτική δημοκρατία δεν είχε σκεφτεί  ότι θα αναγκαζόταν να περιοριστεί στον χώρο του και να βγαίνει μόνο με ειδική άδεια. Ακόμη και το δικαίωμα έκφρασης τίθεται σε επιτήρηση σε τέτοιες περιστάσεις.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι ανατέλλει η εποχή του homo potetnalis-του εν δυνάμει ανθρώπου-, ενώ μέχρι τώρα είχαμε μονάχα τον homo economicus και τον homo politicus. Άραγε η κοινωνία και το κράτος βρίσκονται σε αγαστή συνεργασία ή σε διαπλοκή; Η αναλογία της τρελής εποχής μας με την επίσης ασταθή εποχή  του Μεσοπολέμου είναι εύλογη.

Η "απόσταση" και η "εγγύτητα" παίρνουν τώρα, την εποχή του κορονοιού, νέο περιεχόμενο. "Το σύνθημα "Τηρείτε τις αποστάσεις σας" εξελίσσεται σε συνώνυμο της ευρύτερης παραίνεσης "Μην εμπιστεύεσθε παρά μόνον τον εαυτό σας{...}Την προαιώνια τάση όλων μας να απολαμβάνουμε τις κάθε λογής σωματικές επαφές θα πρέπει λοιπόν να την ξεχάσουμε ή να τη θέσουμε εντός παρενθέσεως".

Πέρα από όλα αυτά, η πόλωση και η διχογνωμία είναι πάντοτε παρούσες. Πού θα καταλήξει, λοιπόν, όλο αυτό; Η ρήξη με το παρελθόν αποβαίνει αναγκαία. Ο συγγραφέας  μετά από ενδελεχή ανάλυση καταλήγει να εναποθέσει στη νέα γενιά τις ελπίδες του.

Ο Κωσνταντίνος Τσουκαλάς μας προσφέρει, επομένως, με το παρόν πόνημα ένα δοκίμιο κατανόησης του σύγχρονου πολιτικού και  κοινωνικού τοπίου στη σκιά της πανδημίας.

Θανάσης Πέτρου, 1922-το τέλος ενός ονείρου, εκδ. Ίκαρος, σελ.109

 

https://ikarosbooks.gr/980-1922.html

 

 Είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο καλύτερος τρόπος για να μάθει ένα παιδί ή ένας ενήλικας Ιστορία δεν είναι  μέσω της οθόνης της τηλεόρασης ή του υπολογιστή, ούτε και μέσω ενός ιστορικού βιβλίου, αλλά μέσω ενός ιστορικού graphic novel.

Μία τέτοια ακριβώς περίπτωση είναι το νέο graphic novel του Θανάση Πέτρου 1922 το τέλος ενός ονείρου, στον οποίο ανήκει η πατρότητα τόσο των εικόνων, όσο και των κειμένων του βιβλίου.

Μετά το εξίσου επιτυχημένο graphic novel  του Οι όμηροι του Γκαίρλιτς στο οποίο αφηγείται και εικονογραφεί μία άγνωστη ιστορία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στο 1922 το τέλος ενός ονείρου ο συγγραφέας ασχολείται με την πορεία προς την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 στη Σμύρνη.

Μέσω της αφήγησης δύο στρατιωτών του Γιώργη Αμπατζή και του αρχαιομαθή Κωνσταντίνου Νικολάου, ο Θ.Π. μας εξιστορεί τα γεγονότα της ατυχής μικρασιατικής  εκστρατείας από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών και μετά και, πιο συγκεκριμένα, από τις νικηφόρες μέρες της προέλασης του ελληνικού στρατού στα βάθη της Ανατολίας το θέρος και το φθινόπωρο του 1920.

Όλα αλλάζουν, όμως, μετά από την ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Ο εθνικός διχασμός, ο οποίος έδινε πάντα το παρόν και στο ελληνικό στράτευμα, ακονίζει για τα καλά τα δόντια του μετά από την ήττα του Βενιζέλου, διχάζοντας ακόμη περισσότερο τους ήδη τσακισμένους από τις δυσκολίες της εκστρατείας στρατιώτες. Πολεμώντας τόσο μακριά από τις γραμμές ανεφοδιασμού του ελληνικού στρατεύματος στη Σμύρνη, ο ελληνικός στρατός σταματά την προέλασή του στον ποταμό Σαγγάριο, λίγο πιο έξω από την Άγκυρα, την άνοιξη του 1921. Έκτοτε, η αμηχανία και η απουσία σχεδίου των Αντιβενιζελικών, οι οποίοι έχουν επανέλθει στην εξουσία, εξανεμίζουν την εναπομείνουσα αισιοδοξία των Ελλήνων στρατιωτών. Η επάνοδος στον θρόνο του βασιλέα Κωνσταντίνου και η διοίκηση του στρατού από τους άπειρους στρατηγούς Παπούλα και Χατζηανέστη, δυσχεραίνουν ακόμη περισσότερο τα πράγματα.

Έτσι, όταν ο Κεμάλ ανασυντάσσει τις δυνάμεις του και αντεπιτίθεται, το σκηνικό για την πιο μεγάλη καταστροφή  της νεοελληνικής ιστορίας έχει ήδη στηθεί. Ο ελληνικός στρατός αρχίζει να υποχωρεί από τον Αύγουστο του 1921, έναν χρόνο ακριβώς πριν από τη μεγάλη καταστροφή. Οι βιαιοπραγίες, οι βιασμοί και οι πυρπολήσεις τις οποίες διαπράττει ο ελληνικός στρατός κατά την υποχώρησή του αποτελούν αδιαμφισβήτητο γεγονός και δεν αποκρύπτονται από τον συγγραφέα που επιλέγει να θέσει τα γεγονότα επί τάπητος όπως ακριβώς έγιναν, χωρίς εξωραϊσμούς.

Εντύπωση κάνει στον αναγνώστη το γεγονός ότι η αφήγηση διακόπτεται απότομα με την αναχώρηση των εναπομεινάντων τμημάτων του ελληνικού στρατού, ελάχιστες μέρες πριν από τη μεγάλη σφαγή του πληθυσμού της και την πυρπόληση της πόλης. Άραγε ο συγγραφέας δεν ήθελε να αφηγηθεί τα γεγονότα της σφαγής ή απλά επέλεξε να μας εξιστορήσει και να εικονογραφήσει μονάχα την πορεία προς την ήττα και την υποχώρηση;

Όπως και να 'χει, ως τότε το κόμικ διαβάζεται κυριολεκτικά με κομμένη την ανάσα. Άκρως βοηθητικά για την ανάγνωση, ιδιαίτερα όσων δεν έχουν καλή προηγούμενη γνώση της Ιστορίας, είναι το ιστορικό σημείωμα στο τέλος του κόμικ, καθώς και ο χάρτης της  Μικράς Ασίας. Ο Θ.Π. καταφέρνει με μεγάλη γλαφυρότητα να αποτυπώσει στα σύγχρονου τύπου σκίτσα του όλη τη φρίκη και τη βαρβαρότητα του πολέμου, ενώ η πλούσια βιβλιογραφία που παραθέτει στο τέλος του πονήματός του, μαρτυρά την ιστορική ακρίβεια των γραφομένων του. Τέλος, οι διάλογοι των ηρώων είναι ιδιαίτερα προσεγμένοι, με τους απλούς στρατιώτες να χρησιμοποιούν λαϊκότερη γλώσσα από τους υψηλά ιστάμενους του στρατεύματος.

Όπως κάθε ιστορικό graphic novel, έτσι και το πόνημα του Θανάση Πέτρου αποτελεί την καλύτερη επιλογή προκειμένου να έρθουν τα παιδιά μας σε επαφή με την Ιστορία. Μπορεί, επομένως, να χρησιμοποιηθεί και στο σχολεία ως επικουρικό βοήθημα διδασκαλίας της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας.

 

Γιάννης Κυριόπουλος, Μια πόλη μια γυναίκα, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ. 197

 

https://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-6888-


Είναι, άραγε, δυνατόν, τριάντα έξι μικρά διηγήματα να απαρτίζουν μία μυθιστορία; Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι το βιβλίο του γιατρού και λογοτέχνη Γιάννη Κυριόπουλου Μια πόλη, μια γυναίκα. Οι τριάντα έξι μικρές ιστορίες που το αποτελούν έχουν όλες τους έναν κεντρικό πρωταγωνιστή, τον Κυριάκο, έναν αριστερό εκ πεποιθήσεως συγγραφέα και παρολίγον γιατρό. Μέσα από ιστορίες αφιερωμένες όχι σε αυτόν, αλλά στα πρόσωπα που τον περιβάλλουν, μαθαίνουμε για τον ίδιο, τη ζωή, αλλά και την εποχή του, εκείνη της μεταπολεμικής, δηλαδή, Ελλάδας.

Προφανώς, όπως συμβαίνει άλλωστε και σε κάθε βιβλίο, θα υπάρχει κάποια άντληση των περιγραφών της εποχής και των εμπειριών του πρωταγωνιστή Κυριάκου από τα προσωπικά βιώματα του ίδιου του Γιάννη Κυριόπουλου. Πραγματικά, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου διαφαίνεται η άριστη γνώση του συγγραφέα σχετικά με την απεικόνιση της μεταπολεμικής Ελλάδας, τόσο της υπαίθρου, όσο και της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων.

Η ποικιλία των τόπων και των προσώπων είναι εκείνη που προσδίδει το μεγαλύτερο αναγνωστικό ενδιαφέρον στο βιβλίο. Τα πρόσωπα με τα οποία συγχρωτίζεται ο Κυριάκος είναι συνήθως αριστερών φρονημάτων ή γυναίκες με τις οποίες συνδέεται ερωτικά σε κάποια φάση της ζωής του. Συχνά, η ιστορία την οποία επιλέγει να αφηγηθεί ο συγγραφέας δεν σχετίζεται άμεσα με τη ζωή του Κυριάκου, αλλά με εκείνη κάποιου φίλου ή συγγενή του. Τέτοια είναι, για παράδειγμα, η ιστορία του φίλου του  Κωνσταντή και της Ρωσίδας Ραΐσας, αλλά και του υπαρξιστή θείου Τζων. Σχετιζόμενες με τις γυναικείες κατακτήσεις του είναι οι ιστορίες που αφορούν τη Μάγδα την αρχαιολόγο, την παράνομη σχέση του με τη Σοφία, την πρώτη αγαπητικιά του τη Φωτεινή και πολλές άλλες.

Εν ολίγοις, πρόκειται για σχέσεις παράνομες, μα συνάμα τρυφερές, οι οποίες συνεχίζονται συχνά επ' αόριστον, για άτυχους γάμους, για κρυφές οικογενειακές ιστορίες και για έρωτες που αντέχουν στον χρόνο.

Ιστορίες, λοιπόν, οι οποίες περιστρέφονται είτε γύρω από μία πόλη, είτε γύρω από μία γυναίκα. Οι γυναίκες προέρχονται από όλα τα κοινωνικά στρώματα και συνήθως είναι νεαρές. Οι πόλεις εμφανίζουν μεγάλη ποικιλία, από την Πάτρα, την Αθήνα και την Καλαμάτα, μέχρι τα χωριά της Μεσσηνίας, το Παρίσι και το Αμβούργο.

Ο πρωταγωνιστής Κυριάκος και οι έτεροι ήρωες διακατέχονται συχνά από υπαρξιακή αγωνία και συναντούν δυσκολίες εξαιτίας των πεποιθήσεών τους, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της χούντας. Ουδέποτε, όμως, παρεκκλίνουν τελικά από τις ιδέες του. Παραμένουν αμετανόητοι ιδεολόγοι, περισσότερο αιθεροβάμονες παρά ρεαλιστές. Τίποτε, όμως, δεν απεικονίζει πραγματικά καλύτερα τη μεταπολεμική Ελλάδα από την αέναη πάλη μεταξύ αριστεράς και δεξιάς και από τις ανεπούλωτες πληγές του Εμφυλίου.

Η μετανάστευση, η φτώχεια, η πατριαρχία στην ύπαιθρο, η αστικοποίηση, όλα αυτά παρουσιάζονται επίσης ανάγλυφα μέσα στις μικρές αφηγήσεις. Τα πολιτικά γεγονότα όπως ο πόλεμος του Βιετνάμ, η έλευση της χούντας ή η εξορία στη Μακρόνησο δεν παραλείπονται, ούτε και αυτά τα οποία αφορούν τον πολιτισμό και σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή, όπως τα ρεμπέτικα, τα τραγούδια του Καζαντζίδη, τα θέατρα, τα τραγούδια του κόμματος και το μπουζούκι του Χιώτη.

Στους μεγαλύτερους ηλικιακά αναγνώστες όλα τα παραπάνω θα είναι ασυνήθιστα οικεία, το ίδιο και η εικόνα από τη μικρή ΕΒΓΑ της γειτονιάς μας. Πρόσφυγες, ρεμπέτες, καλλιτέχνες, ιδεολόγοι αριστεροί λογοτέχνες και ζωγράφοι, γοητευτικές γυναίκες, όλοι αυτοί αποτελούν τα πρόσωπα του δράματος και περιβάλλουν τον κεντρικό ήρωα τον Κυριάκο.

Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ο Κυριάκος ζει πολλές διαφορετικές ζωές μέσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Θα προλάβαινε, άραγε, ο αληθινός Κυριάκος να είχε ζήσει σε τόσο πολλούς και διαφορετικούς τόπους και να είχε γνωρίσει τόσες πολλές γυναίκες και φίλους; Ίσως ναι, ίσως όχι. Εδώ ακριβώς, επομένως, έρχεται η μυθοπλαστική διάσταση του βιβλίου να συναντήσει την ιστορική. Και τελικά, τι είναι αυτό που μένει; 

Ας δούμε τι αναπολεί και τι πιστεύει ο Κυριάκος προς τη δύση του βίου του:

"Τι μπορεί να είναι η ζωή μας; Μια σειρά από παρεξηγήσεις και λάθη. Μια συνάντηση που δεν έγινε, ένα δρομολόγιο τρένου που ματαιώθηκε ή ένα ξεκούρδιστο ρολόι που ήταν η αιτία να χαθεί μια δουλειά.

Τι είναι η ζωή μας; Λίγα πράγματα και μερικά τυχαία συμβάντα. Τα βιβλία που μας σημάδεψαν, τα καφενεία με κληματαριά των φοιτητικών μας χρόνων και οι άδοξοι έρωτες της νεότητας".

Τα παραπάνω λόγια του Γιάννη Κυριόπουλου, δια στόματος του Κυριάκου, δεν θα μπορούσαν να περιγράψουν με καλύτερο τρόπο, τόσο την ίδια τη ζωή, όσο και το ίδιο το βιβλίο του.