Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

Olivia Manning, Η τριλογία του Λεβάντε, εκδ. Μεταίχμιο, μεταφρ. Κ. Παπαμιχαήλ, 2021, σελ.861

 

https://www.metaixmio.gr/el/products/%CE%B7-%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BB%CE%B5%CE%B2%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5

 

Η Βαλκανική Τριλογία και η Τριλογία του Λεβάντε αποτελούν ένα από το πιο μνημειώδη και ευμεγέθη έργα που έχουν γραφτεί ποτέ για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, συνδυάζοντας αγαστά Λογοτεχνία και Ιστορία. Η αξία του έργου αυτού της Βρετανίδος συγγραφέως Olivia Manning αναγνωρίστηκε μετά τον θάνατό της, το 1980 και γυρίστηκε μάλιστα και ταινία στη μικρή οθόνη με τίτλο Fortunes of War και πρωταγωνιστές τους Κάνεθ Μπράνα και Έμμα Τόμσον, στους ρόλους του πρωταγωνιστικού ζεύγους Γκάι και Χάριετ Πρινγκλ.

Το ζευγάρι αυτό των Βρετανών ένωσε τις τύχες του λίγο πριν από το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η αρχή του βρίσκει το ζεύγος στην Ανατολική Ευρώπη, όπου ο Γκάι διδάσκει σε πανεπιστήμιο. Η διαμονή τους εκεί είναι το θέμα του πρώτου βιβλίου, της Βαλκανικής Τριλογίας-να σημειώσουμε εδώ παρνεθετικά ότι το κάθε βιβλίο αποτελείται από τρία επιμέρους μικρότερα βιβλία-. 

Η εισβολή των Γερμανών θα αναγκάσει τους Πρινγκλ να καταφύγουν από τη Ρουμανία στην Ελλάδα και από εκεί στην Αίγυπτο, όσο οι ναζί προελαύνουν. Ούτε στη Μέση Ανατολή θα γλιτώσουν, όμως από τον ναζιστικό κίνδυνο, καθώς τα γεγονότα της Τριλογίας του Λεβάντε διαδραματίζονται κατά τα έτη 1941-1942, ακριβώς τότε δηλαδή που η "αλεπού της ερήμου", ο Γερμανός πανέξυπνος στρατάρχης Ρόμμελ  προελαύνει στη Βόρειο Αφρική και σκορπά τον τρόμο στους Συμμάχους.

Η υπόθεση του βιβλίου εκτυλίσσεται σε τρεις κυρίως πόλεις: την Αλεξάνδρεια, το Κάιρο και τη Δαμασκό. Το νεαρό ζευγάρι πλαισιώνουν έντονες προσωπικότητες, όπως ο ηθοποιός Έινταν Σέρινταν και ο νεαρός αξιωματικός Σάιμον Μπόλντερστοουν και δυναμικές γυναίκες όπως η Αντζελίνα και η Εντουίνα.

Πέρα από την καθαρά ιστορική διάσταση του βιβλίου, το οποίο απεικονίζει έξοχα την καθημερινότητα των απλών πολιτών στις πόλεις της Μέσης Ανατολής, αλλά και των στρατιωτών στο μέτωπο, το βιβλίο καταγράφει τα ήθη και τα έθιμα της ζωής στην Ανατολή, αλλά και τα ήθη των αποικιοκρατών και της "καλής αγγλικής κοινωνίας". Η υπενθύμιση της στυγνής αποικιοκρατίας Γάλλων και Άγγλων στη Μέση Ανατολή είναι διαρκώς παρούσα, αφού η συγγραφέας βάζει συχνά πυκνά τους ντόπιους να εκφέρουν κρίσεις για τους "προστάτες" που έχουν καταλάβει τη χώρα τους.

Θεματικά, εκτός από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την ηθογραφία της κοινωνίας της εποχής, η Manning επιμένει στην εναργή αποτύπωση της γυναικείας ψυχολογίας μιας εκπροσώπου της ανώτερης μεγαλοαστικής αγγλικής τάξης. Η Χάριετ είναι μία γυναίκα δυναμική,γεμάτη ενέργεια και όρεξη για ζωή, την οποία όμως ο σύζυγός της αφήνει διαρκώς μόνη. Το αποτέλεσμα είναι να αισθάνεται παραμελημένη και να θελήσει να κάνει και η ίδια, κάποια στιγμή, την επανάστασή της με τον τρόπο της. Αγάπη υπάρχει φυσικά μεταξύ του ζεύγους, όμως η Χάριετ ξέρει πολύ καλά ότι αυτό δεν αρκεί. Και ο Γκάι αγαπάει τη γυναίκα του, αγαπάει, όμως, ίσως λίγο περισσότερο τη δουλειά του, δηλαδή τη διδασκαλία των φοιτητών, με την οποία δηλώνει ερωτευμένος. 

Τα πρόσωπα που πλαισιώνουν το ζευγάρι είναι προσεκτικά διαλεγμένα από τη Manning, έτσι ώστε καμία πτυχή της κοινωνίας του '40 να μην μείνει απέξω από τις σελίδες του βιβλίου. Τίποτε δεν είναι τυχαίο, όλα είναι προσεκτικά σχεδιασμένα σε μία αφήγηση κινηματογραφική και ρεαλιστική, που δεν επιμένει τόσο σε αποτύπωση συναισθημάτων και λεπτομερειών, δεν λησμονεί όμως συγχρόνως και την ωραιότητα των περιγραφών στα σημεία που είναι απαραίτητο. 

Το ανδρόγυνο βιώνει στιγμές έντασης, αλλά και αγάπης. Η αρρώστια της Χάριετ θα είναι εκείνη που θα κρίνει τελικά το μέλλον της σχέσης της με τον Γκάι. "Αυτός είναι ο γάμος. Το να ξέρεις υπερβολικά πολλά για τον άλλον". Αυτό μονολογεί η Χάριετ, θέλοντας να ξορκίσει τις άσχημες στιγμές της με τον Γκάι. Από τη μία νοσταλγεί τον τόπο της, από την άλλη, όμως, δεν θέλει να επιστρέψει μονάχη στην πατρίδα της. Πολλές φορές ευχόταν να είναι άντρας. Αυτό και μόνο δείχνει την συγκαλυμμένη καταπίεση που υφίσταντο πολλές γυναίκες, ιδίως των αστικών τάξεων, εκείνη την εποχή από τους συζύγους τους, οι οποίοι τις αντιμετώπιζαν πολλές φορές μονάχα ως διακοσμητικά "μπιμπελό".

Ο πόλεμος ρίχνει τη βαριά σκιά του σε ένα βιβλίο που κρύβει αρκετές αφηγηματικές εκπλήξεις καθώς προχωρά ο αναγνώστης την ανάγνωση. Ο φόβος για τον θάνατο, η αβεβαιότητα για το αύριο και η αγωνία για την τύχη των αγαπημένων προσώπων, καθώς και ο πόνος της απώλειας πρωτοστατούν. "Θεέ μου, τι κάνουμε στις χώρες των άλλων ανθρώπων!" αναφωνεί ο Σάιμον σε μια φράση που καταφέρνει να συμπυκνώσει όλη τη φρίκη του πολέμου.

Εν ολίγοις, η Τριλογία του Λεβάντε είναι ένα έργο κλασικό. Είναι γραμμένο με την ευαισθησία που μονάχα μία γυναίκα θα μπορούσε να δείξει στην αποτύπωση των πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων, όσο και στην απεικόνιση της γυναικείας ψυχολογίας με τρόπο που θυμίζει ίσως τις αδελφές Μπροντέ. Περιγράφει, επίσης, έξοχα το πως τα γυρίσματα της Ιστορίας επηρεάζουν τις τύχες των απλών ανθρώπων. Και φυσικά, αυτό είναι κάτι το οποίο ισχύει στον μέγιστο βαθμό για ένα γεγονός τόσο μεγάλης κοσμοϊστορικής σημασίας όπως ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Βασίλης Βασιλικός, Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα, εκδ. Κέδρος, 2021, σελ.538

 

https://www.kedros.gr/product/9031/mnimi-epistrefei-lastixenia-pedila-aytobiografia.html

 

Οποιοσδήποτε άλλος συγγραφέας ή κριτικός θεωρώ ότι θα ένιωθε έναν κάποιον δισταγμό όταν επιχειρεί να γράψει οτιδήποτε για έναν συγγραφέα του διαμετρήματος του Βασίλη Βασιλικού. Έχουν πει γι' αυτόν ότι έχει γράψει περισσότερα βιβλία από όσα θα διαβάσει ο μέσος Έλληνας στη ζωή του- ας αφήσουμε απλώς στην άκρη το γεγονός ότι έχει ασχοληθεί με όλα σχεδόν τα είδη του αφηγηματικού και του έμμετρου λόγου.- 

Επιπροσθέτως, στη λίστα της αγγλικής εφημερίδας The Guardian με τα 1.000 βιβλία που πρέπει να διαβάσει κάποιος οπωσδήποτε, περιλαμβάνονται και δύο μονάχα ελληνικά βιβλία: Ο βίος και η πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη και το Ζ του Βασίλη Βασιλικού. Τι μπορούμε να πούμε, επομένως, για την "οριστική αυτοβιογραφία" του, όπως ο ίδιος τη χαρακτήρισε, το βιβλίο Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα; Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι μνήμες πάντοτε επιστρέφουν στον νου μας-με λαστιχένια πέδιλα ή χωρίς...-

Σε αναλογία με το επίσης βιογραφικό έργο του Καζαντζάκη, σαφώς θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Η μνήμη επιστρέφει με λαστιχένια πέδιλα μας εξιστορεί τον βίο και την πολιτεία του Βασίλη Βασιλικού. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα κείμενο το οποίο ο Βασιλικός ξεκίνησε να το γράφει το 1992, το επεξεργάστηκε το 1997 και του έδωσε την οριστική του μορφή στην παρούσα έκδοση. Βέβαια, είναι αυτονόητο πως η αυτοβιογραφία ενός ανθρώπου τόσο πολυσχιδούς και πολυδιάστατου όπως ο Βασιλικός, κάθε άλλο παρά συνηθισμένη αυτοβιογραφία θα ήταν, τόσο στη μορφή όσο και και στο περιεχόμενό της. 

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η τεχνική της "εγκιβωτισμένης" αφήγησης μέσα στη δικιά του, του alter ego του Βασιλικού, της επίσης, δηλαδή, αυτοβιογραφικής αφήγησης του κυρίου Μαρούλη, του συγγραφέα με τον παπαγάλο και την κριτική ματιά στα τεκταινόμενα της ζωής του. Ο Βασιλικός με το τέχνασμα της δημιουργίας του προσώπου αυτού, δημιουργεί πολύ επιτυχημένα έναν εξωτερικό παρατηρητή της δικής του ζωής, ο οποίος συγχρόνως είναι-αλλά και δεν είναι- ο ίδιος ο συγγραφέας! Αυτή η έτερη και παράλληλη με την πρώτη αφήγηση δίνει έναν μυθιστορηματικό και κάπως σουρεαλιστικό τόνο σε μία, κατά τα άλλα, ρεαλιστική και ειλικρινής αφήγηση. Επιπροσθέτως, η αφήγηση αυτή προσθέτει αυτό το κάτι διαφορετικό και ξεχωριστό που μπορεί να έχει μία αυτοβιογραφία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την αφηγηματική τεχνική της.

Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, ούτε τίθεται μέσα σε αυστηρά καθορισμένα χρονολογικά πλαίσια. Αντιθέτως, είναι περισσότερο θεματική με τον συγγραφέα να επιμένει περισσότερο σε θέματα που επιλέγει ο ίδιος να δώσει μεγαλύτερη σημασία. Και αυτά δεν είναι άλλα από τα βιβλία του- τη διαδικασία της συγγραφής τους και τις αφορμές που τον οδήγησαν σε αυτήν,- αλλά και τους ανθρώπους που γνώρισε και συναναστράφηκε κατά τη διάρκεια της πολυτάραχης ζωής του, με έμφαση, όπως είναι φυσικό, στους κάθε λογής καλλιτέχνες, τους ανθρώπους του θεάτρου, τους μουσικούς, τους σκηνοθέτες, τους ζωγράφους και τους συνάδελφους λογοτέχνες και λιγότερο τους πολιτικούς- οι οποίοι βέβαια δεν ήταν λίγοι-. Ο Βασιλικός σωστά υποθέτει ότι τα θέματα αυτά-τα βιβλία του και οι διάσημοι καλλιτέχνες τους οποίους γνώρισε- θα ήταν και εκείνα τα οποία θα ενδιαφεραν περισσότερο τους αναγνώστες του. Και πράγματι πετυχαίνει διάνα. Τα ταξίδια του-στα οποία επίσης γνώρισε πολλές σπουδαίες προσωπικότητες- και κυρίως εκείνα στη Ρώμη, το Παρίσι και την Αμερική, επίσης καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου.

Ο συγγραφέας δεν επιμένει ιδιαίτερα στην αφήγηση των παιδικών και των νεανικών του χρόνων, αλλά επιλέγει, αντ' αυτού, να εστιάσει σε συναντήσεις και σε σημαντικά συμβάντα της δικής του ζωής. Το βιβλίο αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, επιπλέον, ως μία αυτοβιογραφία "εγωιστική", με την έννοια ότι αφιερώνει και άφθονο χώρο για τους άλλους στις σελίδες της.

Ο Βασιλικός εκφέρει που και που συγκαλυμμένες κρίσεις σχετικά με την τωρινή πολιτική επικαιρότητα και εκείνη των τελών του 20ου αιώνα, όπως μόνο αυτός ξέρει να κάνει χωρίς να προκαλέσει, αλλά δίνοντας μονάχα στον αναγνώστη την ευκαιρία να σκεφτεί και να προβληματιστεί. Από την άλλη, πουθενά δεν μας δίνει την εντύπωση ότι απολογείται ή ότι ντρέπεται για τις ιδέες, τις απόψεις του ή για το γεγονός ότι είναι απλά αυτός που είναι. Επομένως, πρόκειται για μία αυτοβιογραφία πηγαία, φυσικά, αυθόρμητη, όσο και ρεαλιστική.

Η περίοδος κατά την οποία ο συγγραφέας εργάστηκε ως δημοσιογράφος στα Νέα, τον Ταχυδρόμο και την Ελευθεροτυπία εξετάζεται μονάχα επιδερμικά, αφού ο ίδιος ο Βασιλικός αισθάνεται περισσότερο συγγραφέας παρά δημοσιογράφος. Περισσότερα είναι τα σχόλια σχετικά με την περίοδο της Χούντας και της Μεταπολίτευσης και σχετικά με ανθρώπους που σημάδεψαν τον συγγραφέα με την προσωπικότητα και το έργο τους, ανθρώπους όπως ο Μένης Κουμανταρέας, ο Αλέκος Παναγούλης, ο Στρατής Μυριβήλης, ο Μάνος Χατζηδάκης, ο Ζυλ Ντασσέν και τόσοι άλλοι, όπως εξάλλουκαι η σύζυγός του, η γνωστή υψίφωνος Βάσω Παπαντωνίου.

Οι μνήμες του Εμφυλίου και του διχαστικού κλίματος μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς που επικράτησε στη χώρα μας επανέρχονται περιοδικά σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, αν και ο ίδιος ο συγγραφέας, όπως έχει δηλώσει, είναι περισσότερο ένας "οργανικός διανοούμενος" παρά ένας "οργανωμένος αριστερός".

 Σε κάθε περίπτωση, η αυτοβιογραφία του Βασιλικού είναι ένα κείμενο το οποίο ενδιαφέρει όλους τους Έλληνες. Πρωτίστως, φυσικά, τους λογοτέχνες, τους ανθρώπους του θεάτρου και, γενικότερα, τον καλλιτεχνικό κόσμο της χώρας μας για λόγους προφανείς. Επιπλέον τους πολιτικούς, καθώς ο Βασιλικός συγχρωτίστηκε με ανθρώπους όλων των πολιτικών παρατάξεων και γνώρισε από κοντά πολλούς σπουδαίους πολιτικούς τόσο από τον χώρο της Αριστερά όσο και της Δεξιάς. Και ακριβώς εξαιτίας αυτής της συναναστροφής και της εμπειρίας του οι κρίσεις και τα σχόλιά του, μπορούν να αποβούν ιδιαιτέρως χρήσιμα σε όλους τους σημερινούς ανθρώπους της εξουσίας. Ενδιαφέρει, επίσης, τους δημοσιογράφους, ως ομότεχνός τους επί πολλά χρόνια, αλλά και όλους τους εραστές της ανάγνωσης, αφού το βιβλίο του προσφέρει, πάνω απ' όλα την αναγνωστική απόλαυση από έναν επιδέξιο χειριστή της ελληνικής γλώσσας.

Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

Γιάννης Δ. Μπάρτζης, Κρινολίνο και γιαταγάνι, εκδ. Καστανιώτη, 2021, σελ.449


 https://www.kastaniotis.com/krinolino-kai-giatagani-978-960-03-6869-7-c.html

 "Με νευρικότητα συνεπαρμένου από ταραχή ψυχής, ετοίμασα τα πράγματα που θα έπαιρνα μαζί μου. Πέρα απ' τα βασικά απαραίτητα, διάλεξα ρούχα και στολίδια που θα έκαναν την παρουσία μου ξεχωριστή. Η γυναικεία ματαιοδοξία με κυρίευσε ή μήπως η ανασφάλεια; Δεν ήξερα πως ζει και με ποιες αγαπιέται στην πατρίδα του ο ήρωάς μου. Δεν πήγαινα μονάχα να βιώσω εκεί την για αιώνες ξεχασμένη Ελλάδα των Ολύμπιων θεών, να αναγεννηθώ εσωτερικά από την αύρα των αρχαίων φιλοσόφων, να αισθανθώ την αρμονία του τοπίου που ενέπνευσε τους ποιητές. Δεν θα τριγύρναγα όλη μέρα στα μαρμάρινα ερείπια... Η προσδοκία που μου έδινε φτερά και μ' έκανε να αψηφώ τις δυσκολίες και τον κίνδυνο ήταν η στιβαρή του αγκαλιά, το σφρίγος του ανατολίτικου κορμιού του και το ρίγος που η δική μου σάρκα λαχταρούσε. Διπλό το πάθος που κεντούσε της καρδιάς τα βάθη: ο έρωτας της Ελλάδας κι ο έρωτας ο Έλληνας!"

Με αυτά τα λόγια μας εξομολογείται μία δούκισσα της αγγλικής αριστοκρατίας τα πάθη και τους έρωτές της, έναν για την Ελλάδα ως κοιτίδας του πολιτισμού και έναν για τον γεροδεμένο Έλληνα αγωνιστή της Ελληνικής Επανάστασης, τον Λάμπρο. Εκείνη είναι το κρινολίνο, το οποίο αντιπροσωπεύει τις γυναίκες και τον κόσμο των Φιλελλήνων και των διπλωματικών παρασκηνίων του Αγώνα και εκείνος το γιαταγάνι, το οποίο εκπροσωπεί τον κόσμο των ανδρών και των πολεμιστών που θυσιάστηκαν για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό.

Κρινολίνο και γιαταγάνι λοιπόν, είναι το αντιθετικό αυτό ζεύγος των ουσιαστικών, το οποίο συνθέτει τον τίτλο του νέου ιστορικού μυθιστορήματος του συγγραφέα και εκπαιδευτικού Γιάννη Μπάρτζη. 

Πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει ως βασικό ιστορικό άξονα την Ελληνική Επανάσταση, κυρίως όπως την είδαν οι ξένοι, Φιλέλληνες και μη, και ως λογοτεχνικό τον ανεδαφικό έρωτα μιας πλούσιας Αγγλίδας, χήρας και δούκισσας, για έναν γενναίο αγωνιστή, τον Λάμπρο.

Η αρχή του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στην Αγγλία και ο αναγνώστης παρακολουθεί το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης και το αναπτυσσόμενο κίνημα του Φιλελληνισμού. Φυσικά δεν ήταν όλοι οι Ευρωπαίοι υπέρ του ελληνικού αγώνα. Αυτό ακριβώς το κλίμα της αρχικής δυσπιστίας των Ευρωπαίων κατά των Ελλήνων, το οποίο οφείλεται στην αυστηρή πολιτική που διατηρούσε ο Μέττερνιχ κατά των επαναστάσεων γενικά, το αποδίδει γλαφυρότατα ο Μπάρτζης στο βιβλίο του. 

Η μεταστροφή της αγγλικής πολιτικής πρώτα, και κατόπιν της γαλλικής, σημειώθηκε μετά από την άνοδο του Γεωργίου Κάνινγκ  στο αξίωμα του Υπουργού των Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, επειδή ο διορατικός αυτός πολιτικός διέκρινε τα οφέλη που θα είχε η εμπλοκή της χώρας του για τους ίδιους τους Βρετανούς στο αποκαλούμενο Ανατολικό Ζήτημα.

 Κατά τη διάρκεια της σύναψης του πρώτου αγγλικού δανείου, όταν η ελληνική επιτροπή θα επισκεφθεί το Λονδίνο γι' αυτό τον σκοπό, θα γνωρίσει η δούκισσα τον Λάμπρο. Η σχέση τους, φυσικά, δεν συνεπάγεται καμία αυτονόητη συνέχεια, ωστόσο ο συγγραφέας επιλέγει να δώσει ένα απρόσμενο φινάλε στη σχέση τους μετά από την κάθοδο της δούκισσας στη χώρα μας μετά την απελευθέρωση, κατά τη διάρκεια της ηγεσίας του Καποδίστρια.

Ο Μπάρτζης θα ελιχθεί λογοτεχνικά το ίδιο επιδέξια με τα φιλελληνικά κομιτάτα που έβγαιναν προς άγραν χρημάτων, για να μας αφηγηθεί την ιστορία του Φιλελληνισμού στην Αγγλία και το χρονικό της μεταστροφής του κλίματος ιδιαίτερα μετά από την καταστροφή της Χίου και μετά. Ο αναγνώστης θα διαβάσει για τη δράση διάσημων Φιλελλήνων, όπως του Χάου, του Μπάυρον και του Κάνινγκ, όπως και λιγότερο γνωστών, όπως του Ουάσινγκτον και του ζεύγους Λήβεν.

Δεν θα διστάσει, παράλληλα, να εκθέσει την πικρή αλήθεια για τα γεγονότα που αφορούν την Ελληνική Επανάσταση: τις αποτρόπαιες εμφύλιες έριδες, την απληστία των τραπεζών και τα συμφέροντα των χωρών που θυσιάζουν ολόκληρους λαούς στο όνομα της δικής τους ευημερίας.

Πέρα από τις περιγραφές για κάποια σημαίνοντα γεγονότα του Αγώνα, ο Μπάρτζης προσφέρει στον αναγνώστη μία καταπληκτική εικόνα της ερειπωμένης μετά από την Επανάσταση Αθήνας, αλλά και της πολιτικής του Καποδίστρια. Η δούκισσα ηρωίδα του θα συναντήσει όλες τις μεγάλες προσωπικότητες της εποχής από κοντά και θα συνομιλήσει μαζί τους, τον Κάνινγκ, τον λόρδο Μπάυρον, τον Καποδίστρια, ακόμη και τον Κολοκοτρώνη.

Το δυνατό σημείο του βιβλίου είναι, αναμφίβολα, η πληθώρα των ιστορικών πληροφοριών που περιέχει, δοσμένες όμως με τρόπο ανάλαφρο στον αναγνώστη και η πρωτοτυπία με την οποία ο Μπάρτζης προσεγγίζει ένα τόσο πολυσυζητημένο τη φετινή χρονιά θέμα, ρίχνοντας το βάρος στην οπτική των Ευρωπαίων στην Ελληνική Επανάσταση και όχι στα γεγονότα αυτά καθεαυτά. Καλογραμμένο, με άφθονους διαλόγους, το Κρινολίνο και γιαταγάνι αποτελεί ένα από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν φέτος για την επέτειο της Παλιγγενεσίας μας.

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021

Οι οικονομικές επιπτώσεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ο λιμός της Βεγγάλης


  

Ο θλιβερός απολογισμός του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στα πεδία των μαχών περιλαμβάνει αριθμούς νεκρών που κυμαίνονται ανάμεσα σε 40 με 60 εκατομμύρια. Ξέρουμε ότι στους αριθμούς αυτούς συμπεριλαμβάνονται και πολλοί άμαχοι, κυρίως λόγω των βομβαρδισμών, αλλά και νεκροί από τον λιμό που ενέσκηψε σε πολλές χώρες κατά τη διάρκεια του πολέμου, όπως στην Ελλάδα, τη Ρωσία, την Ουκρανία, την Πολωνία, την Ιαπωνία και την Ολλανδία. Συνολικά ανά τον κόσμο, 20 εκατομμύρια περίπου άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από πείνα κατά τη διάρκεια του Πολέμου.

Κανένας, όμως, λιμός δεν συγκρίνεται σε αριθμούς με τον λιμό της Βεγγάλης στην Ινδία το 1943, λιμός ο οποίος κόστισε τη ζωή σε 4-5 εκατομμύρια Ινδούς. Το τραγικό στην περίπτωση αυτή είναι ότι υπήρχαν αποθέματα τροφίμων, αλλά αυτοί που τα κατείχαν δεν ήταν πρόθυμοι να τα πουλήσουν σε τιμές προσιτές σε αυτούς που είχαν ανάγκη. Οπωσδήποτε, πέρα από τους κερδοσκόπους μεγαλοεπιχειρηματίες και οι Βρετανοί δεν είναι άμοιροι ευθυνών για τον λιμό αυτό, αφού, λόγω του πολέμου, ανεφοδίαζαν πλημμελώς την περιοχή.

Οι λιμοί αυτοί δεν οφείλονταν, επομένως, τόσο σε έλλειψη τροφίμων, όσο στην κακή διαχείριση. Ενώ όλος ο κόσμος στις ΗΠΑ είχε πρόσβαση στη ζάχαρη μόνο με δελτίο, ολόκληρα αποθέματα ζάχαρης έμεναν αδιάθετα στις Δυτικές Ινδίες. Παράλληλα, η Αργεντινή χρησιμοποιούσε καλαμπόκια για καύσιμα.

Πάντως, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η ολόκληρη παγκόσμια οικονομία ανατράπηκε κατά τα έτη 1939-1945 και στην ουσία χρειάστηκε μία νέα επανεκκίνησή της μετά τον Πόλεμο. Ο πληθωρισμός έγινε από τότε μόνιμος συνοδός της οικονομίας όλων των χωρών.

Στους μεγαλύτερους χαμένους του πολέμου από οικονομική άποψη συγκαταλέγονται, φυσικά, η ηττημένη Γερμανία και η Ιαπωνία. Η Γαλλία, η Ολλανδία, η Ταϊβάν, η Νότια Κορέα, οι Φιλιππίνες, αλλά και η Ελλάδα είδαν τις οικονομίες τους να μειώνονται στο μισό μέγεθος κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η μεγαλύτερη χαμένη, όμως, ήταν η Μεγάλη Βρετανία, ενώ η μεγαλύτερη κερδισμένη χώρα οι ΗΠΑ. 

Η οικονομία των ΗΠΑ σχεδόν διαπλασιάστηκε μετά από το τέλος του πολέμου, εξασφαλίζοντας την πρωτοκαθεδρία της χώρας στον μεταπολεμικό κόσμο. Ο εμπορικός στόλος της είχε υπερτετραπλασιαστεί σε μέγεθος και η χώρα διέθετε περισσότερα πλοία από ότι όλες οι υπόλοιπες χώρες του κόσμου μαζί. 

Κερδισμένες, όμως, βγήκαν, όπως ήταν αναμενόμενο, και οι ουδέτερες χώρες, όπως η Ελβετία και η Σουηδία. Ωφελήθηκαν ακόμη, η Νότια Αφρική, ο Καναδάς, η Ισλανδία, η Αίγυπτος, η Παλαιστίνη, το Ιράκ, το Ιράν, ακόμη και η Ινδία ως σύνολο, αν εξαιρέσουμε την περιοχή της Βεγγάλης.

Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε  και μία θετική επίπτωση: άμβλυνε το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών σε γενικές γραμμές-κι αν εξαιρέσουμε, φυσικά, και πάλι την περιοχή της Βεγγάλης. Αυτό συνέβη επειδή οι πλούσιοι έχασαν μέρος του πλούτου τους κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά και επειδή φορολογήθηκαν περισσότερο μετά από το τέλος του.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Stephen Weir, Οι χειρότερες αποφάσεις της Ιστορίας και οι άνθρωποι που τις πήραν, εκδ. Κλειδάριθμος

-Keith Lowe, Ο φόβος και η ελευθερία, εκδ. Ψυχογιός