Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2021

Δημήτρης Βαρβαρήγος, Υπατία, εκδ. 24 γράμματα, 2021, σελ.460

 

https://24grammata.com/product/00390/

 

To πιο πολυδιαβασμένο -ίσως και το πιο αξιοπρόσεκτο- από τα βιβλία του γνωστού λογοτέχνη Δημήτρη Βαρβαρήγου το οποίο έχει γνωρίσει αλλεπάλληλες εκδόσεις μέχρι σήμερα είναι η Υπατία. Η παρούσα έκδοση είναι η 11η και κυκλοφόρησε το τρέχον έτος από τις εκδόσεις 24 γράμματα.

Πρόκειται για ένα ιστορικό μυθιστόρημα το οποίο αφηγείται τα τελευταία χρόνια από τη ζωή της Υπατίας, της γνωστής φιλοσόφου, μαθηματικού και αστρονόμου από την Αλεξάνδρεια. Η μεγάλη αυτή μορφή των γραμμάτων και της επιστήμης δολοφονήθηκε βιαίως από τον εξαγριωμένο χριστιανικό όχλο το 415μ.Χ.

Το βιβλίο δεν μπορεί να θεωρηθεί βιογραφία ως είδος, αφού ο συγγραφέας δεν μας μιλάει για τα παιδικά και τα νεανικά της χρόνια, αλλά, απεναντίας, επικεντρώνεται στα τελευταία έτη του βίου της και στην προσεκτική εξύφανση των χαλκευμένων κατηγοριών που κατασκεύασαν οι αντίπαλοί της προκειμένου να φτάσουν στη δολοφονία της.

Ο Βαρβαρήγος επικεντρώνεται αφενός στην ανάδειξη της προσωπικότητας της ίδιας της Υπατίας και της φιλοσοφίας της εποχής, αλλά αφετέρου, και στην αναπαράσταση της ζωής στην πολυπολιτισμική Αλεξάνδρεια του 4ου και του 5ου μεταχριστιανικού αιώνα.

Η Υπατία, μία ήρεμη, φλεγματική φυσιογνωμία  που υπερασπίζεται με πάθος το δίκιο των φτωχών και των κατατρεγμένων και διδάσκει τα αιρετικά δόγματα των παγανιστών, δεν θα αργήσει να βρεθεί στο στόχαστρο των συντηρητικών και μισαλλόδοξων εκπροσώπων της νεοσύστατης χριστιανικής κοινότητας της πόλης, η οποία κυβερνιέται από τον Πατριάρχη Κύριλλο. Γνωρίζουμε, εξάλλου, πως οι νεοπροσήλυτοι κάθε θρησκείας τείνουν να είναι πάντοτε εξαιρετικά φανατισμένοι και μισαλλόδοξοι εναντίον οποιουδήποτε άλλου δόγματος παρεκκλίνει από τα δικά τους πιστεύω.

Η Υπατία δεν ήταν εχθρός του χριστιανισμού. Δεν πίστευε στον Χριστό, -δικός της Θεός ήταν, εξάλλου η επιστήμη- δεν έκανε, όμως, παρ' όλα αυτά τίποτε που να αντιτίθετο στη νέα θρησκεία. Πολλοί από τους φίλους, τους μαθητές και τους οπαδούς της, μάλιστα, ήταν χριστιανοί. Δεν ήταν όμως δυνατόν να γλιτώσει από τα πυρά του Κυρίλλου και του προεξάρχοντα του εχθρικού όχλου που τη δολοφόνησε, του Πέτρου Αναγνώστη, αφού ήταν οπαδός του παγανισμού, μορφωμένη, ανύπαντρη και γυναίκα. Όλα αυτά ήταν κάτι παραπάνω από λογικό να ενοχλήσουν έναν εκπρόσωπο του συντηρητικού και αυστηρά πατριαρχικού κατεστημένου, όπως τον Κύριλλο.

Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος επιμένει ιδιαίτερα στην ανάλυση της φιλοσοφίας, των πιστεύω, της ψυχοσύνθεσης και της προσωπικότητας της Υπατίας, την οποία απεικονίζει γλαφυρότατα με τη μεστή διήγησή του. Το ίδιο συμβαίνει και με την εξαίρετη περιγραφή τόσο της ελληνιστικής Αλεξάνδρειας και της εποχής που ακροβατεί ανάμεσα στον παγανισμό και τον χριστιανισμό, αλλά και με την αποτύπωση των συναισθημάτων και των πιο μύχιων σκέψεων που περιβάλλουν την Υπατία και συμπρωταγωνιστούν στο βιβλίο: του Πατριάρχη Κυρίλλου, του φανατικού Αναγνώστη, του Έπαρχου Ορέστη, της εταίρας Αγαρίστης, του Συνέσιου του Κυρηναίου και τόσων άλλων προσώπων.

Η έρευνα την οποία διεξήγε ο συγγραφέας για τη συγγραφή του παρόντος πονήματος είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Χωρίς να κουράζει τον αναγνώστη με ανούσιες ιστορικές λεπτομέρειες, επιλέγει, αντιθέτως να επικεντρωθεί στην ουσία, πετυχαίνοντας τον βασικό στόχο ενός ιστορικού μυθιστορήματος: να μας βάλει στο κλίμα της τόσο ταραγμένης αυτής εποχής, πάντοτε, όμως, σε συνδυασμό με την αρτιότητα του γραπτού λόγου.

Φιλοσοφικές αναζητήσεις που δίνουν τροφή για σκέψη, θρησκευτικός φανατισμός, το φθίνον πνεύμα της αρχαιοελληνικής σκέψης, έρωτες, φιλίες και λυκοφιλίες, διωγμοί ειδωλολατρών και Εβραίων, τα τερτίπια της εξουσίας, τα συμπόσια, τα θέατρα, οι αρματοδρομίες και οι διασκεδάσεις, όλα αυτά αποτελούν τον κόσμο του Δημήτρη Βαρβαρήγου και της Υπατίας στην Αλεξάνδρεια των αρχών του 5ου μεταχριστιανικού αιώνα.

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2021

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Χάθηκε βελόνι, εκδ.Μεταίχμιο, 2021, σελ.311

 


To Χάθηκε βελόνι αποτελεί για πολλούς το καλύτερο μυθιστόρημα που έχει γράψει μέχρι στιγμής ο νεότατος συγγραφέας Χρήστος Αρμάντο Γκέζος από τη Χιμάρα. Πρόκειται για ένα βιβλίο που θίγει το μείζον σήμερα πρόβλημα της μετανάστευσης και, πιο συγκεκριμένα εδώ, τη μεγάλη μετανάστευση Ελλήνων της Βορείας Ηπείρου αλλά και γνήσιων Αλβανών, η οποία έλαβε σημαντικές διαστάσεις στη χώρα μας κατά τις τελευταίες δεκαετίας του περασμένου αιώνα.

Ο, αρκετά παράξενος για πολλούς, τίτλος του πονήματος αποτελεί τον τίτλο από ένα νανούρισμα της Χιμάρας, της γενέτειρας του συγγραφέα. Αναμφίβολα, πρόκειται για έργο που περιέχει και αρκετά προσωπικά βιώματα του ίδιου του συγγραφέα, αφού και αυτός, όπως και ο πρωταγωνιστής του βιβλίου του Αλέξανδρος βρέθηκε στη δύσκολα θέση του μετανάστη από την Αλβανία στην Ελλάδα.

Κατά κάποιον τρόπο το Χάθηκε Βελόνι αποτελεί συνέχεια του μυθιστορήματος του Γκέζο Η λάσπη, μιας και συναντάμε και εδώ τον ίδιο ήρωα, τον Σάντο-Αλέξανδρο, την αφήγηση της ζωής του οποίου στην Ελλάδα επιχειρεί εδώ να συνεχίσει ο συγγραφέας.

Έτερος βασικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, το οποίο δομείται σε τέσσερα μέρη, είναι ο Πέτρος, ένας φίλος του Αλέξανδρου από τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα. Η μητέρα του Αλέξανδρου, Τέτα, κρατάει κι αυτή έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στο βιβλίο-όσο και σπαραχτικό-, το ίδιο και ο παππούς του Αλέξανδρου ο Βασίλης.

Το νήμα της αφήγησης ξετυλίγεται αρχικά στην Αλβανία, κατόπιν συνεχίζει στην Ελλάδα για να καταλήξει στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, τις ΗΠΑ εκεί όπου θα καταλήξει ο πρωταγωνιστής Αλέξανδρος προκειμένου να ανακαλύψει τον χαμένο αδελφό του. Εκεί θα επιλέξει να τερματίσει ο συγγραφέας το οδοιπορικό των ηρώων του.

Παράλληλα με την προσωπική ιστορία των πρωταγωνιστών ο Γκέζος διατρέχει ολόκληρη την ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, αλλά και, μερικώς, εκείνη της Αλβανίας.

Πέρα από το θέμα του, το βιβλίο αποτελεί έναν ιδιότυπο συγκερασμό διαφόρων αφηγηματικών στυλ και τεχνικών. Αυτό που δεν κρύβεται σε καμία από τις σελίδες του είναι το γεγονός πως ο Γκέζος είναι και παραμένει κατά βάθος πιστός οπαδός του ποιητικού λόγου. Καταξιωμένος ποιητής, δύσκολα εγκαταλείπει το ποιητικό του υπόβαθρο, στο συγκεκριμένο βιβλίο όμως επιδίδεται σε μία ιδιότυπη συρραφή πολλών αφηγηματικών ειδών, όπως την ημερολογιακή τριτοπρόσωπη καταγραφή, αλλά και την εξομολογητική πρωτοπρόσωπη, όλων γραμμένων με την χαρακτηριστική ντοπιολαλιά της Χιμάρας. Αυτή είναι εκείνη που δίνει το τόσο ιδιαίτερο χρώμα του βιβλίου και ο Γκέζος τη χειρίζεται με πρωτοφανή άνεση και μαεστρία, όπως, φυσικά, και την πένα του.

Οπωσδήποτε πρόκειται για το πιο λαμπρό επίτευγμα του συγκεκριμένου συγγραφέα και η άρτια τεχνική τόσο της γλώσσας όσο και της δομής του πονήματος, υπόσχεται, αναμφίβολα, μία εξίσου δυνατή συγγραφική συνέχεια.


George Mead, Η μυστική διδασκαλία του Νεοπλατωνισμού, εκδ. Δαιδάλεως, 2021, σελ.228, μετφ. Μ. Γκούντα


 Ο George Mead ήταν Άγγλος συγγραφέας, φιλόλογος και μελετητής της φιλοσοφίας και των Δυτικών Εσωτερικών Παραδόσεων, όπως του Ερμητισμού, του Νεοπλατωνισμού και του Γνωστικισμού. Η επιρροή που άσκησαν τα γραπτά του στον τομέα της μελέτης του αποκρυφισμού ήταν τεράστια, αλλά στην Ελλάδα το έργο του παραμένει εν πολλοίς άγνωστο.

Το κενό αυτό έρχεται να αναπληρώσει η έξοχη ελληνική μετάφραση της Μαριάννας Γκούντα, ενός από τα βιβλία του με τίτλο Χαλδαϊκοί Χρησμοί, Η μυστική Διδασκαλία του Νεοπλατωνισμού.

Πρόκειται για ένα πνευματικό κείμενο, προϊόν του ελληνιστικού συγκρητισμού, το οποίο απασχόλησε εκτενώς σημαντικούς εκπροσώπους του Νεοπλατωνισμού. Το αρχικό ποίημα αποδίδεται στον Ιουλιανό τον Θεουργό, έναν συγγραφέα του δεύτερου μεταχριστιανικού αιώνα, από αυτό όμως δεν έχουν σωθεί παρά ελάχιστα αποσπάσματα. Ποιοι ακριβώς, όμως, ήταν τελικά οι Χαλδαίοι, οι περίφημοι αυτοί αστρονόμοι και αποκρυφιστές της αρχαιότητας; Και τι ακριβώς είναι ο Νεοπλατωνισμός; Κυριότεροι νεοπλατωνιστές εκπρόσωποι θεωρούνται οι Πλωτίνος, Πορφύριος,  Ιάμβλιχος, Πρόκλος, Δαμάσκιος, αλλά και ο κάπως μεταγενέστερος βυζαντινός λόγιος Μιχαήλ Ψελλός.

Kaldy ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες τον λαό των Βαβυλωνίων, επομένως οι όροι αυτοί πρέπει να θεωρούνται ταυτόσημοι. Όσο για τον Νεοπλατωνισμό, αυτός δεν είναι παρά η μεταφυσική, ηθική και μυστικιστική φιλοσοφία που αναπτύχθηκε περίπου από το 200-600 μ.Χ. με αφετηρία την σκέψη του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου του Πλάτωνα, κατόπιν όμως εξελίχθηκε και διαφοροποιήθηκε πολύ από αυτήν. Οι Χαλδαϊκοί Χρησμοί, επομένως, περιέχουν την αρχαία εκείνη γνώση των Χαλδαίων και της σοφίας που αναπτύχθηκε στην Ανατολή.

Οι έννοιες που περιέχει και τα θέματα που θίγει το εν λόγω πόνημα ακροβατούν μεταξύ των ρευμάτων του νεοπλατωνισμού, του γνωστικισμού, της μεσαιωνικής αλχημείας, του ορφισμού, αλλά και των διδασκαλιών της Ανατολής, όπως οι ινδικές Βέδες και η Γιόγκα.

Πώς πρέπει να ερμηνεύεται τελικά η Ανάσταση; Άραγε ο Ηνίοχος ή Ιθύνων Νους προσιδιάζει στον αρχαίο Θεό Ήλιο; Ποια ήταν η Αγία Τριάδα των Χαλδαίων; Ποια είναι η διαφορά του Νου και της Ψυχής; Τελικά πόση ομοιότητα-και πόση διαφορά- υπάρχει μεταξύ αυτών των διδασκαλιών και των παραδοσιακών διδασκαλιών του χριστιανισμού; Πώς αποδίδεται στις διδασκαλίες αυτές η έννοια της ειμαρμένης; Από τι υλικά αποτελείται το Σύμπαν;

Ο συγγραφέας παραθέτει τους Χρησμούς, τους ερμηνεύει και τους σχολιάζει ενδελεχώς. Πολλά από τα γραφόμενα πρέπει, το δίχως άλλο, να ερμηνευτούν συμβολικά. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης θα παρατηρήσουμε τη γόνιμη σύζευξη που συνέβη μεταξύ της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και της σοφίας της Ανατολής.

Στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται οι Χαλδαϊκοί Χρησμοί από το πρωτότυπο καθώς και παράρτημα με τους υπόλοιπους Χρησμούς τους οποίους ο Mead δεν συμπεριλαμβάνει στο έργο του.

Οπωσδήποτε δεν πρόκειται για εύκολο ανάγνωσμα και εγώ δεν μπορώ να πω πως το κατανόησα πλήρως, αφού οι έννοιες και οι φιλοσοφικές αναλύσεις που περιέχει θα γίνουν ευκολότερα αντιληπτές από όσους ασχολούνται χρόνια με το εν λόγω αντικείμενο. Ωστόσο, η ανάγνωσή του αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της κατανόησης του αποκρυφισμού και του μυστικισμού και προσφέρεται για τα ανήσυχα πνεύματα και για όσους λατρεύουν τη φιλοσοφία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αν ο αναγνώστης δείξει υπομονή, θα αποζημιωθεί ως το τέλος και θα μπορέσει να διαβάσει ευκολότερα στο μέλλον παρόμοιας θεματολογίας πονήματα. Οπωσδήποτε πάντως, μία δεύτερη ή ακόμη και μία τρίτη, ενδεχομένως, ανάγνωση θα βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση των νοημάτων που περικλείει το βιβλίο.

Χρίστος Γούδης, Brasil Bresileiro, Ένα ταξίδι στη Βραζιλία των ονείρων μας, εκδ. Κάκτος, 2021, σελ.235

 

https://www.kaktos.gr/el/goudis-christos-brasil-brasileiro-978-960-352-038-2.html


Στην μακρινή και εξωτική Βραζιλία μας ταξιδεύει με το νέο του πόνημα ο ποιητής, πανεπιστημιακός και λογοτέχνης Χρίστος Γούδης, το Brasil Brasileiro. O τίτλος αυτός είναι δανεισμένος από ένα ποίημα του Βραζιλιάνου Κάρλος Ντρουμμόντ ντε Αντράδε.

 Όπως μας εξομολογείται ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου του, η ιδέα για τη σύνθεση του παρόντος τόμου του ήρθε μετά από ένα ταξίδι που πραγματοποίησε το 2009 στη χώρα αυτή, όταν εκπροσώπησε τη χώρα μας ως Πρόεδρος της Εθνικής Αστρονομικής Επιτροπής στην 27η Γενική Συνέλευση της Διεθνούς Αστρονομικής Ένωσης, η οποία έλαβε χώρα στο Ριο. 

Ο Γούδης εξεπλάγη από τον πλούτο των ελληνικών ονομάτων που συνάντησε εκεί σε ονόματα πόλεων, επαρχιών, ομάδων και προσώπων και από τη θερμή υποδοχή που του επιφύλαξαν οι κάτοικοι όταν μάθαιναν την ελληνική καταγωγή του. Αποφάσισε λοιπόν να ανταποδώσει το ενδιαφέρον των κατοίκων για τη χώρα μας και να μεταφράσει βραζιλιάνικα λογοτεχνικά δοκίμια και ποιήματα, αφού είναι γνώστης της πορτογαλικής, προκειμένου να γνωρίσει καλύτερα και στους Έλληνες την τόσο ιδιαίτερη αυτή χώρα. Το αποτέλεσμα των μεταφραστικών αυτών προσπαθειών περικλείεται στον παρόντα τόμο, ο οποίος, συν τοις άλλοις, περιέχει και πληθώρα φωτογραφικού υλικού, τόσο από τις φωτογραφίες που τράβηξε ο ίδιος ο συγγραφέας κατά την επίσκεψή του εκεί, όσο και από άλλες παλαιότερες που ανακάλυψε μετά από έρευνα.

Η Βραζιλία είναι μία χώρα ιδιαίτερη, τόσο εξαιτίας του μεγέθους και του εξαίρετου φυσικού κάλλους της, όσο και εξαιτίας του φυλετικού πλουραλισμού του πληθυσμού της. Χαρακτηριστική είναι η ποικιλία σε ανθρώπινους τύπους δέρματος, σε θρησκείες, σε πολιτιστικά περιβάλλοντα και φυσικά τοπία που φιλοξενεί στα εδάφη της.

Ο Γούδης ξεκινά με μία ενδελεχή επισκόπηση της ιστορίας της χώρας και των γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών της στην εισαγωγή του βιβλίου και προχωρά σε μια σύντομη εξέταση των συνηθειών των κατοίκων και των όσων χαρακτηρίζουν τη χώρα, όπως το ποδόσφαιρο, την ντόπια πολεμική και χορευτική τέχνη του καποέιρα και το καρναβάλι, αλλά όχι και τον καφέ, ο οποίος επίσης, κατ' εμέ, αποτελεί σήμα κατατεθέν της χώρας.

Συνεχίζει, έπειτα, με την παράθεση ποιημάτων που υμνούν την ομορφιά της χώρας, όπως και μελοποιημένα ποιήματα του πιο γνωστού Βραζιλιάνου συνθέτη, του Έκτορ Βίλλα Λόμπος, αλλά και με μία πληθώρα δημοσιογραφικών άρθρων ποικίλης θεματολογίας. Αυτά αφορούν το έργο διάσημων Βραζιλιάνων λογοτεχνών, όπως τον Ευκλείδη ντα Κούνια,, τον Ζοσέ ντε Αλενκάρ, τον Αντράδε, τον Ζοσέ ντε Μπαντέιρα και άλλες γνωστές προσωπικότητες της χώρας, οι οποίες όμως είναι συνήθως άγνωστες για τον μέσο Έλληνα αναγνώστη.

Αναφέρεται επίσης ο αρχιτέκτονας Όσκαρ Νιμάγιερ και ο ζωγράφος Κάρολος Όσβαλντ και οι απεικονίσεις του της Παρθένου Μαρίας. Ακολουθούν κάποια άρθρα που διερευνούν την ύπαρξη τεκτονικών στοών στη Βραζιλία, αλλά και την άγνωστη, στους περισσότερους από εμάς, δράση του Ιταλού αρχιτέκτονα της ελευθερίας, του Τζουζέπε Γαριβάλδι, που είχε επισκεφθεί τη χώρα το 1834.

 Στο σύνολό του πρόκειται για ένα ιδιαίτερο πόνημα, το οποίο εκπληρώνει τους δύο βασικούς στόχους που θέτει ο οποιοσδήποτε για την ανάγνωση ενός βιβλίου: την τέρψη και την πληροφόρηση. Μπορεί να μπορέσουμε να πάμε ποτέ στη Βραζιλία κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Ωστόσο, μετά από την ανάγνωση του εν λόγω πονήματος, σίγουρα θα αισθανθούμε μεγαλύτερη εγγύτητα με τη γιγαντιαία αυτή χώρα της Νοτίου Αμερικής.