Τετάρτη 6 Απριλίου 2022

Soloup, Αϊβαλί, εκδ. Κέδρος, Ε΄έκδοση 2022, σελ.443


 https://www.kedros.gr/product/8413/aibali-graphic-novel.html

 Ένα γκράφικ νόβελ όχι για τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής αυτής καθεαυτής, αλλά για έναν τόπο μνήμης, το Αϊβαλί, υπογράφει ο γνωστός μετρ των ιστορικών κόμικ, ο Αντώνης Νικολόπουλος, γνωστός με το προσωνύμι Soloup.

Το γκράφικ νόβελ "Αϊβαλί", είναι ένα χρονικό τεσσάρων μαρτυριών από ανθρώπους που έζησαν από κοντά τα τραγικά γεγονότα του 1922 και την επώδυνη ανταλλαγή των πληθυσμών, πλαισιωμένων από έναν πρόλογο και έναν επίλογο-μαρτυρία ενός ανθρώπου του σήμερα για τα γεγονότα με τη χρονική απόσταση των εκατό, πλέον, χρόνων από την Καταστροφή.

Ο αφηγητής είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος του σήμερα, ένας τουρίστας, ο οποίος πραγματοποιεί ένα ταξίδι μνήμης στη Λέσβο και το Αϊβαλί. Βλέπει τα πράγματα αποστασιοποιημένος από εθνικισμούς, χωρίς όμως να κρύβει την πικρία του για τον πόνο όλων εκείνων των ανθρώπων, Ελλήνων, αλλά και Τούρκων, που αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς και δείχνει ειλικρινή διάθεση κατανόησης και συμφιλίωσης με την απέναντι πλευρά.

Μετά τον πρόλογο και την επίσκεψη του αφηγητή αρχικά στη Λέσβο, ακολουθεί η μαρτυρία του ίδιου του συγγραφέα και ζωγράφου Φώτη Κόντογλου, διασκευασμένη στα λόγια και εικονογραφημένη από τον ίδιο τον συγγραφέα. Αυτός μας αφηγείται το χρονικό της ίδρυσης των Κυδωνιών, μας δίνει την τοπογραφία του και περιγράφει τη ζωή των κατοίκων εκεί, μιας πόλης με αμιγή, σχεδόν, ελληνικό πληθυσμό μια Κυριακή ενός ξέφρενου ξεφαντώματος, μια Κυριακή της Αποκριάς πριν από την Καταστροφή.

Τη σκυτάλη παίρνει ακολούθως ο Ηλίας Βενέζης, ο συγγραφέας που επέζησε των φονικών ταγμάτων εργασίας. Μας αφηγείται την φυλάκισή του, δίνοντας το χρονικό των γεγονότων πριν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, μαζί με όλο τον ανδρικό πληθυσμό της πόλης, μεταξύ δεκαοκτώ και σαράντα πέντε χρονών.

Κατόπιν, η ίδια η αδελφή του Ηλία, η Αγάπη Βενέζη-Μολυβιάτη θα αφηγηθεί τις προσπάθειες  που έκανε η ίδια να σώσει τον αδελφό της, υπό την προστασία ενός καλόκαρδου Τούρκου στρατιωτικού που προστάτεψε την ίδια και τον πατέρα της από τους φονικούς τσέτες.

Τελευταία και πιο συγκλονιστική απ' όλες- τουλάχιστον για όποιον έχει καταγωγή από την Κρήτη, όπως εγώ- είναι η μαρτυρία του Τουρκοκρητικού Χασάν, αποδομένη μέσα από τα μάτια του Αχμέτ Γιορουλμάζ, δεύτερης γενιάς Τουρκοκρητικού. Ο Χασάν αναγκάστηκε να φύγει από το χωριό όπου διέμενε πριν το 1897 στην Κρήτη και να μετοικήσει στα Χανιά. Θα χάσει τελικά τον πατέρα και τον αδελφό του στα βίαια επεισόδια μεταξύ Τουρκοκρητικών και Ελλήνων, πριν αναγκαστεί τελικά να πάρει κι αυτός τον δρόμο της προσφυγιάς μετά από την ανταλλαγή των πληθυσμών.

 Η ενσωμάτωση αυτής της τελευταία μαρτυρίας στο βιβλίο έχει ιδιαίτερη αξία, αφού αναδεικνύει και την άποψη της"αντίπαλης" πλευράς, κάτι το οποίο συνήθως τείνουμε να ξεχνάμε εμείς οι Έλληνες. Η αλήθεια είναι όμως ότι η ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν μία πολύ επώδυνη πρακτική, η οποία δυστυχώς έγινε η αφετηρία και για άλλες τέτοιες απάνθρωπες συνθήκες στα κατοπινά χρόνια από τη Γερμανία και την Πολωνία μέχρι το Κόσοβο, όχι μόνο για τους ενάμισι εκατομμύριο Έλληνες πρόσφυγες αλλά και για τους 500.000 μουσουλμάνους, και ιδιαίτερα τους Τουρκοκρητικούς, που άφησαν και εκείνοι για πάντα τις πατρίδες τους.

Το βιβλίο, σεβόμενο τα ιστορικά γεγονότα, είναι περισσότερο ένα οδοιπορικό μνήμης στο Αϊβαλί που εστιάζει στο δράμα της προσφυγιάς, παρά ένα χρονικό των γεγονότων του 1922. Ο συγγραφέας παραθέτει στο τέλος του βιβλίου τις κυριότερες από τις πηγές του που τον βοήθησαν στην ανασύνθεση της μνήμης, δεν διστάζει όμως να προβεί και σε κρίσεις για τις απάνθρωπες πρακτικές των κυβερνώντων που χωρίζουν τους λαούς. Σημειώνει δε ότι Έλληνες και Τούρκοι ζούσαν μονιασμένοι τόσο στην Κρήτη, όσο και στη Μικρά Ασία πριν τους χωρίσει ο πόλεμος.

Εν κατακλείδι, το "Αϊβαλί" είναι ένα εξαιρετικό έργο, γραμμένο, για άλλη μία φορά, από έναν έξοχο συγγραφέα και εικονογράφο.

Τρίτη 5 Απριλίου 2022

12 Μύθοι για τη Μικρασιατική Καταστροφή



Μύθος 1:Ο Βενιζέλος ενδιαφερόταν για τη Μικρά Ασία από την αρχή της πρωθυπουργίας του και είχε σκοπό από τότε να επιτύχει την ένωση της περιοχής με την Ελλάδα. 

Η Μικρά Ασία αποτελούσε πάντοτε εκλεκτό κομμάτι του ελληνισμού, από αρχαιοτάτων χρόνων, όλοι όμως, και ειδικά ο Βενιζέλος γνώριζαν πως η κατάκτηση της περιοχής και η ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα ήταν κάτι πολύ δύσκολο. Έτσι, από την Ελληνική Επανάσταση και μετά, το κέντρο βάρους του ελληνισμού έπεσε στην Ευρώπη και ήταν απολύτως λογικό να δώσει ο Βενιζέλος προτεραιότητα στην προσάρτηση αυτών των περιοχών, αλλά και των νησιών, καθότι η Ελλάδα ήταν ανέκαθεν ναυτική χώρα. Πριν τους Βαλκανικούς πολέμους, εξάλλου, και τα εδαφικά κέρδη που αποκόμισε η Ελλάδα από αυτούς, οποιαδήποτε κίνηση προς κατάκτηση της Μικράς Ασίας, θα ήταν ανέφικτη. Μόνο μετά από την ενσωμάτωση της Μακεδονίας στον εθνικό κορμό και την κατάκτηση των νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου τόλμησαν οι Έλληνες να σκεφτούν πως κάτι τέτοιο θα ήταν, ενδεχομένως, εφικτό. Επιπλέον, η Μικρά Ασία ήταν ο λόγος που ο Βενιζέλος προτίμησε να επικεντρωθεί στην απελευθέρωση των νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου και όχι στη Βόρεια Ήπειρο.

Ο λόγος όμως για τον οποίο ο Βενιζέλος αποφάσισε να στείλει στρατό στην περιοχή όταν του το επέτρεψαν οι Μεγάλες Δυνάμεις μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν καθαρά η επιθυμία του να προστατέψει και να σώσει τον εκεί διωκόμενο από τους Νεότουρκους πληθυσμό. Αν οι Νεότουρκοι δεν είχαν προβεί σε διώξεις των Ελλήων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, αν δεν είχε συμβεί ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και αν η Ιταλία δεν είχε βλέψεις στη συγκεκριμένη περιοχή, είναι αμφίβολο αν ο Βενιζέλος θα είχε επιλέξει να στείλει στρατό στη Μικρά Ασία το 1919.

 Μύθος 2:Ο ελληνικός πληθυσμός αποτελούσε την πλειοψηφία στην περιοχή της Σμύρνης.

Ποτέ οι Έλληνες δεν αποτέλεσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού στη Μικρά Ασία, από τον 13ο αιώνα και στο εξής. Στην περιοχή της Σμύρνης ο μισός πληθυσμός περίπου ήταν ελληνικός. Στην Κωνσταντινούπολη οι Έλληνες ήταν περίπου 350.000- δεύτερη πληθυσμιακή ομάδα μετά τους Τούρκους, ενώ οι τελευταίοι μισό εκατομμύριο,- ενώ ο Πόντος αριθμούσε περί τους 400.000 Έλληνες περίπου. Μικροί ελληνικοί θύλακες, περικυκλωμένοι, όμως από συμπαγή μουσουλμανικό πληθυσμό, υπήρχαν στην Κεντρική Μικρά Ασία, όπως π.χ. στην Καππαδοκία, ενώ οι Έλληνες αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού μονάχα στις μεγάλες πόλεις της Δυτικής Θράκης.

Μύθος 3:Ο Βενιζέλος "θυσίασε" τον ελληνισμό του Πόντου, της Πόλης και της Βόρειας Ηπείρου κυνηγώντας μία χίμαιρα στη Μικρά Ασία.

Ο Βενιζέλος ήταν ένας εξαιρετικός διπλωμάτης και ένας πολύ ρεαλιστικός πολιτικός, θιασωτής του εφικτού στην πολιτική. Δεν αφηνόταν ποτέ να παρασυρθεί από συναισθηματισμούς και μεγαλοϊδεατισμούς- αν και ήταν φυσικά οπαδός της Μεγάλης Ιδέας-, όπως έκαναν κατά κόρον οι αντίπαλοί του οι Αντιβενιζελικοί.

Ο μόνος λόγος, επομένως, για τον οποίον δεν διεκδίκησε ποτέ την Κωνσταντινούπολη από τους Συμμάχους ήταν φυσικά διότι γνώριζε πολύ καλά πως αποκλειόταν να του την έδιναν ποτέ οι Σύμμαχοι. Η Κωνσταντινούπολη είχε-και έχει-τεράστια γεωπολιτική σημασία, τόσο για τους Ρώσους, όσο και για τους Βρετανούς. Επιπλέον, ο πληθυσμός της δεν ήταν ελληνικός στην πλειοψηφία του έτσι ώστε να τον διεκδικήσει ο Βενιζέλος, δυσαρεστώντας με την απαίτησή του αυτή τους Συμμάχους του, τη στήριξη των οποίων είχε τόσο μεγάλη ανάγκη προκειμένου να μπορέσει να εκπληρώσει, έστω και μερικώς, τον μεγαλοϊδεατισμό του.

 Για την ακρίβεια ο Βενιζέλος είχε διαιρέσει τις- ουκ ολίγες είναι η αλήθεια- περιοχές που διεκδικούσε η Ελλάδα σε τρεις ομόκεντρους κύκλους: στον πρώτο είχε βάλει περιοχές που θα μπορούσε να διεκδικήσει άμεσα εδαφικά το ελληνικό κράτος, δηλαδή την Ιωνία, την Ίμβρο, την Τένεδο και τη Θράκη, με βάση το ισχύον γεωπολιτικό σύστημα.

 Στο δεύτερο κύκλο είχε τοποθετήσει όσες περιοχές πίστευε ότι μπορούσε να διεκδικήσει η χώρα κάποια στιγμή στο μέλλον, όταν θα ωρίμαζαν οι συνθήκες- και εφόσον κατάφερνε να εφαρμοστεί η συνθήκη των Σεβρών- τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο.

Στον τρίτο κύκλο τοποθετούσε όσες περιοχές πίστευε ότι η Ελλάδα δεν θα κατάφερνε να παραχωρήσει, αλλά θα μπορούσε ίσως να προστατέψει τις εκεί ελληνικές μειονότητες, εφόσον η χώρα θα είχε αποκτήσει μία κάποια ισχύ στο διεθνές πεδίο με την εφαρμογή της συνθήκης των Σεβρών: τον Πόντο, τη Βόρεια Ήπειρο και την Κωνσταντινούπολη. Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Πόντος ήταν πολύ μακριά από την Ελλάδα και χωρίς συμπαγή ελληνικό πληθυσμό έτσι ώστε να μπορέσει να διεκδικηθεί επιτυχώς από αυτήν, ενώ η προσάρτηση της Βορείας Ηπείρου προσέκρουσε στις ιταλικές διεκδικήσεις, αλλά και στον αναδυόμενο αλβανικό εθνικισμό.

Έτσι λοιπόν, ο Βενιζέλος, ως ρεαλιστής πολιτικός, μπορούσε να θυσιάζει τον έναν στόχο για χάρη της επίτευξης κάποιου άλλου. Έτσι έπραξε όταν επέλεξε να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη αντί για το Μοναστήρι, έτσι έπραξε και όταν επέλεξε την Ιωνία αντί για τη Βόρεια Ήπειρο, την Κωνσταντινούπολη ή τον Πόντο. Δεν τα διεκδικούσε όλα διότι ήξερε, πολύ απλά, πως δεν μπορούσε να τα έχει όλα.

Μύθος 4: Οι Αντιβενιζελικοί διαφωνούσαν με τη Μικρασιατική Εκστρατεία και είχαν υποσχεθεί την απόσυρση των στρατευμάτων από εκεί αν έβγαιναν στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920.

Οι Αντιβενιζελικοί δεν ήθελαν εγκατάλειψη της μικρασιατικής εκστρατείας, διότι ήξεραν πολύ καλά πως αν διέταζαν κάτι τέτοιο, αυτό θα ήταν και το τέλος του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Ήταν κι αυτοί οπαδοί της Μεγάλης Ιδέας, αλλά με άλλον τρόπο. Απλά ο Βενιζέλος ό,τι έκανε ήθελε να έχει και συμμάχους στη διεθνή σκηνή. Οι Αντιβενιζελικοί δρούσαν μόνοι τους. Η αλήθεια είναι, λοιπόν, ότι ο Βενιζέλος, με τη θέση της χώρας στο εξωτερικό αποδυναμωμένη, δεν θα προήλαυνε ποτέ στο Αφιόν Καραχισάρ, όπως έκαναν οι Αντιβενιζελικοί. Ο μόνος αντιβενιζελικός στρατιωτικός, πάντως, ο οποίος είχε ταχθεί κατά της μικρασιατικής εκστρατείας ξεκάθαρα από την αρχή ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς.

Μύθος 5: Ο λόγος για τον οποίον δεν εκλέχτηκε ο Βενιζέλος το 1920 ήταν το γεγονός ότι οι Έλληνες είχαν κουραστεί να πολεμούν διαρκώς από το 1912.

Ο λόγος που ο Βενιζέλος δεν επανεκλέχτηκε δεν ήταν αυτός και οι Βενιζελικοί δεν είχαν υποσχεθεί ποτέ ότι θα τερμάτιζαν τη Μικρασιατική Εκστρατεία. Η πικρή αλήθεια είναι ότι ο Βενιζέλος δεν ηττήθηκε στις εκλογές επειδή ο λαός είχε κουραστεί να πολεμάει, αλλά επειδή κατά βάθος προτιμούσε τον πιο δημοφιλή βασιλέα Κωνσταντίνο από τον ρεαλιστή πολιτικό. Το δίλημμα των εκλογών του 1920 ήταν για τον λαό Βενιζέλος ή Κωνσταντίνος και ο λαός επέλεξε τον νικητή των Βαλκανικών Πολέμων. 

Ακόμα, στις Νέες Χώρες υπήρχε πληθώρα μειονοτήτων μουσουλμάνων, σλαβόφωνων και Εβραίων, οι οποίοι δεν ψήφισαν τον Βενιζέλο. Ο Βενιζέλος, εξάλλου, ποτέ του δεν είχε ταχτεί κατά της αβασίλευτης δημοκρατίας, άρα ούτε εκείνη τη μερίδα του λαού που προσδοκούσε κάτι τέτοιο από εκείνον άφησε ευχαριστημένη προκειμένου να τον ψηίσει. Και σαν μην έφταναν όλα αυτά, όσον καιρό φρόντιζε να ικανοποιήσει τις ελληνικές διεκδικήσεις στη διάσκεψη των Παρισίων και να υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών, είχε αφήσει άλλους να κυβερνούν τη χώρα στη θέση του, οι οποίοι, ομολογουμένως, δεν τα κατάφεραν και πολύ καλά. 

Όλοι οι άνωθεν λόγοι, επομένως, έφταναν και με το παραπάνω, προκειμένου να χάσει ο Βενιζέλος τις μοιραίες εκείνες εκλογές που έγειραν το διεθνές πεδίο εις βάρος της Ελλάδας ακόμη περισσότερο.

Μύθος 6: Όσοι καταδικάστηκαν στη Δίκη των Έξι, διέπραξαν εκούσια και σκόπιμα τα λάθη που οδήγησαν στην Μικρασιατική Καταστροφή.

Φυσικά και δεν αποδείχτηκε ποτέ ότι οι έξι κατηγορούμενοι (Γούναρης, Πρωτοπαπαδάκης, Μπαλτατζής, Στράτος, Θεοτόκης, Χατζηανέστης)που καταδικάστηκαν σε θάνατο στη Δίκη των Έξι ήταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας. Για να αποδειχτεί κάτι τέτοιο έπρεπε να υπάρχει δόλος από πλευράς των κατηγορουμένων, ενώ αυτοί δεν είχαν σκοπό να αποτύχει η εκστρατεία, απεναντίας μάλιστα. Η δίκη ήταν στημένη από τους βενιζελικούς και ο λαός ήθελε απλά ένα εξιλαστήριο θύμα για την πανωλεθρία της εκστρατείας και το απότομο τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Μόνο δύο από τους οκτώ κατηγορουμένους γλίτωσαν την εκτέλεση ο Γούδας και ο Στρατηγός, αλλά καταδικάστηκαν σε ισόβια δεσμά.

Ο ίδιος ο Βενιζέλος μάλιστα με τηλεγράφημά του από το εξωτερικό όπου βρισκόταν διαβεβαίωνε ότι οι κατηγορούμενοι ήταν αθώοι και ειλικρινείς πατριώτες, προσπαθώντας να αποτρέψει την εκτέλεση της ποινής. Τα όποια λάθη τους ήταν, φυσικά, ακούσια και χωρίς δόλο.

Μύθος 7: Όλες οι δυνάμεις της Ευρώπης βοήθησαν τον Κεμάλ εναντίων των Ελλήνων.

Είναι αλήθεια πως η εικόνα της διεθνούς κατάστασης το 1921 ήταν ριζικά αλλιώτικη απλό εκείνη του 1920. Η ανεξάρτητη Αρμενία που τόσο ήθελε ο Βενιζέλος ως αντίβαρο στην κεμαλική Τουρκία δεν είχε δημιουργηθεί. Η επικράτηση των Κόκκινων στη Σοβιετική Ρωσία, οι οποίοι στήριζαν ξεκάθαρα τον "αντι-ιμπεριαλιστή" και ομόδοξο Κεμάλ, ήταν πια πλήρης έναντι των Λευκών. Ο νέος Πρωθυπουργός της Γαλλίας ήταν πιο επιφυλακτικός σχετικά με την παρουσία γαλλικών στρατευμάτων στην Κιλικία. Και οι λαοί της Ευρώπης επιθυμούσαν διακαώς το τέλος του πολέμου και την αποστράτευση. Τα αγγλικά κόμματα ήταν διαιρεμένα, ανάμεσα στον Λόυντ Τζορτζ που υποστήριζε σθεναρά τις ελληνικές διεκδικήσεις και στο Βρετανικό Υπουργείο των Εξωτερικών που επιθυμούσε απεμπλοκή από τη Μικρά Ασία. Οι Γάλλοι, οι Ιταλοί και οι Σοβιετικοί ανεφοδίαζαν ανοιχτά πλέον τον Κεμάλ με όπλα, ο οποίος είχε ενισχυθεί κατά πολύ. 

Κατά συνέπεια μονάχα οι Βρετανοί παρείχαν άτυπη στήριξη στην Ελλάδα-όχι στρατιωτική, ούτε οικονομική- και ο Λόυντ Τζορτζ δεν μπορούσε να αντιταχθεί ενάντια σε όλη τη διεθνή σκηνή. Η επάνοδος του Κωνσταντίνου ευνόησε τις πολιτικές αυτές των Συμμάχων ακόμη περισσότερο. Αν αυτή δεν είχε συμβεί η καταστροφή προφανώς δεν θα ήταν τέτοιου μεγέθους. Όμως, η Ελλάδα είχε μείνει μόνη της το 1922 και χωρίς τον μεγάλο διπλωμάτη στο τιμόνι της. 

Οι Ευρωπαίοι, επομένως, δεν βοήθησαν τον Βενιζέλο και πουλούσαν όπλα στον Κεμάλ πράγματι, εκτός από τους Βρετανούς, οι οποίοι τηρούσαν μια πιο ουδέτερη, ας πούμε, στάση και δεν στρέφονταν ανοιχτά απέναντι στην Ελλάδα.

Οφείλουμε, όμως, να μνημονεύσουμε τις προσπάθειες του Αμερικανού πάστορα Τζένινγκς που έπεισε τα ελληνικά πλοία από τη Μυτιλήνη να πλεύσουν στη Σμύρνη μετά την Καταστροφή υπό την προστασία των Αμερικανών χωρίς ελληνική σημαία και να συλλέξουν τους πρόσφυγες, ανενόχλητα από τους Τούρκους. Επίσης, ο Νορβηγός Φρίντχοφ Νάνσεν, ως ύπατος αρμοστής της Κοινωνίας των Εθνών συντόνισε της βοήθεια από τον Ερυθρό Σταυρό και τις διεθνείς φιλανθρωπικές οργανώσεις προς τους πρόσφυγες, κατορθώνοντας έτσι να σώσει τις ζωές χιλιάδων προσφύγων. Το 1922 βραβεύτηκε με βραβείο Νόμπελ Ειρήνης και δώρισε  τα χρήματα προς αρωγή των Ελλήνων, Ρώσων και Αρμενίων προσφύγων.

Μύθος 8: Αν κυβερνούσε ο Βενιζέλος, η Καταστροφή δεν θα συνέβαινε.

Είναι κάτι που δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Οι πιθανότητες επιτυχίας της εκστρατείας ήταν, ούτως ή άλλως δύσκολες. Αυτό που μπορούμε να συμπαιράνουμε με ασφάλεια είναι ότι αν ο Βενιζέλος κυβερνούσε τη χώρα και δεν είχε συμβεί η επάνοδος του βασιλέως Κωνσταντίνου, τον οποίον δεν ήθελαν οι Σύμμαχοι, η καταστροφή δεν θα ήταν, πιθανότατα, τέτοιου μεγέθους, αφού ο Βενιζέλος ήταν άριστος διπλωμάτης και οι σχέσεις με τους Ευρωπαίους δεν θα είχαν διαταραχθεί σε τέτοιον βαθμό.

Μύθος 9: Ο Βενιζέλος "μάγεψε" κυριολεκτικά τους Ευρωπαίους εταίρους του στο Παρίσι το 1919 με αποτέλεσμα αυτοί να του κάνουν όλα τα χατίρια.

Λέγεται συχνά πως ο Βενιζέλος "μάγεψε" τον Αμερικανό Πρόεδρο Ουίλσον και τον έστρεψε υπέρ των ελληνικών διεκδικήσεων στο Παρίσι μιλώντας του για την Κοινωνία των Εθνών. Η αλήθεια είναι όμως ότι ο Βενιζέλος, ο οποίος πράγματι μίλησε για την Κοινωνία των Εθνών στον Ουίλσον, το έκανε διότι απλούστατα εμφορούταν και αυτός από το ίδιο όραμα και όχι για να μαγέψει τον Ουίλσον. Ο Βενιζέλος ήξερε τι και πως να διεκδικήσει με ρεαλισμό, ήταν σε θέση να κάνει θυσίες και ήταν εξαιρετικά εργατικός Σε αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να αποδοθεί η επιτυχημένη παρουσία της Ελλάδας στο συνέδριο των Παρισίων και όχι σε κάποιου είδους "μαγεία".

Μύθος 10: Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή ο Βενιζέλος μπορούσε να μην δεχτεί την παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης, εφόσον ο στρατός μας εκεί δεν είχε ηττηθεί.

Δεν ήταν δυνατόν  να είχε κρατηθεί η Ανατολική Θράκη ακόμη κι αν οι ελληνικές δυνάμεις εκεί δεν είχαν ηττηθεί, παρόλο που υπήρχαν δυνάμεις των Συμμάχων. Οι Σύμμαχοι δεν θα υποστήριζαν ποτέ μία τέτοια ενέργεια και ο Βενιζέλος, με τόσους πρόσφυγες να κατακλύζουν τη χώρα, ανέμενε οικονομική αρωγή από τους Συμμάχους για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με αυτούς. Δεν μπορούσε, κατά συνέπεια, να απαιτήσει κι άλλα εδάφη από τους Συμμάχους, όταν μάλιστα είχε προηγηθεί μία μεγάλη στρατιωτική ήττα. Και δεν είναι φυσικά δυνατόν να είναι αλήθεια το γεγονός ότι ένας άντρας με, ομολογουμένως, τεράστιο διπλωματικό ταλέντο, όπως ο Βενιζέλος, δεν γνώριζε πότε μπορούσε να απαιτήσει κάτι παραπάνω από τους Συμμάχους του και πότε όχι...

Μύθος 11: Ο ύπατος αρμοστής Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης ήταν προδότης. 

Ο αρμοστής Αριστείδης Σταργιάδης είναι το πλέον αμφιλεγόμενο πρόσωπο της Σμύρνης. Ήταν προσωπικός φίλος του Ελευθερίου Βενιζέλου και κατηγορήθηκε ότι μεροληπτούσε υπέρ των μουσουλμάνων κατοίκων της πόλης εις βάρος των Ελλήνων.

Όταν εμείς οι σημερινοί Έλληνες κατηγορούμε τον Στεργιάδη, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως και ο ίδιος ο Βενιζέλος ήτα τοποθετημένος υπέρ των μειονοτήτων καθώς και οπαδός του διεθνούς δικαίου. Οι ξένοι καιροφυλακτούσαν να αποσύρουν τη στήριξή τους, αν γινόταν κάποια παραβίασή των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, όπως ακριβώς γινόταν στη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία, δηλαδή, όταν αυτή βρισκόταν υπό την εξουσία των Νεοτούρκων. Ο Βενιζέλος δε ήθελε, επομένως, να δώσει αφορμές για παράπονα κακοδιοίκησης και μεροληψίες υπέρ των Ελλήνων. Ας μην ξεχνάμε ότι είχε χρησιμοποιήσει και μουσουλμάνους Τρουρκοκρητικούς σε διοικητικές θέσεις πολλάκις. Ο Στεργιάδης ακολουθούσε, επομένως, απλά τις εντολές του Βενιζέλου.

Είναι αλήθεια ότι ο Στεργιάδης είχε κάκιστες σχέσεις με τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, κυρίως επειδή είχε διακόψει όλες τις επιχορηγήσεις προς τη Μητρόπολη Σμύρνης. Ο ίδιος ο Βενιζέλος όμως του ζήτησε να παραμείνει στο πόστο του μετά από την ήττα του στις εκλογές, όπως και έκανε. Έστειλε πράγματι όλα τα αρχεία του κράτους στην Ελλάδα, δεν ήταν όμως ο πρώτος, αλλά ο τελευταίος κρατικός αξιωματούχος που εγκατέλειψε την περιοχή. Συμπερασματικά, η κατηγορία ότι ήταν προδότης ήταν μάλλον άδικη.

Μύθος 12: Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν συνιστά  γενοκτονία από πλευράς των Τούρκων, ήταν απλά βιαιοιπραγίες κατά των Ελλήνων στο πλαίσιο του πολέμου.

Φυσικά και συνιστά γενοκτονία, αφού οι ενέργειες του τουρκικού κράτους κατά των χριστιανικών μειονοτήτων ήταν ήδη από την Επανάσταση των Νεοτούρκων, το 1908, εχθρικές προς αυτές. Εφόσον έγιναν μαζικές εθνοτικές εκκαθαρίσεις, υποχρεωτικές στρατεύσεις στα φονικά τάγματα εργασίας και σφαγές των αλλόδοξων στη Μικρά Ασία, μπορούμε φυσικά να μιλάμε για γενοκτονική πρόθεση εκ μέρους των Τούρκων. 

Από την άλλη, και οι Έλληνες διέπραξαν, φυσικά, βιαιοπραγίες εις βάρος αμάχων μουσουλμάνων κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Αυτές ήταν όμως μεμονωμένες ενέργειες κάποιων φανατικών και πάντοτε καταδικάζονταν από τους κυβερνητικούς αξιωματούχους και την κυβέρνηση. Ο πόλεμος των Ελλήνων εκεί, όπως κατήγγειλε και το ΚΚΕ τότε αδίκως, δεν ήταν ιμπεριαλιστικός, αλλά αλυτρωρτικός.

Μύθος 13: Ο Βενιζέλος μπορούσε και δεν έπρεπε να είχε προκηρύξει τις εκλογές του 1920, αφού, επιπλέον, ήξερε ότι θα τις έχανε, σύμφωνα με μία θεωρία.

Εννοείται πως ο Βενιζέλος δεν γνώριζε ότι θα έχανε τις εκλογές! Και φυσικά, δεν επέλεξε να τις κάνει προκειμένου να φορτώσει την ευθύνη της ήττας στους Αντιβενιζελικούς! Αν ήταν σίγουρος πως η Μικρασιατική εκστρατεία θα κατέληγε σε φιάσκο, τότε γιατί να επιλέξει να στείλει στρατό εκεί και να διεκδικήσει την περιοχή; Ο Βενιζέλος όμως δεν μπορούσε να μην προκηρύξει εκλογές, αφού ο πόλεμος ουσιαστικά είχε λήξει με την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών- άλλο αν αυτή έμεινε τελικά ανεφάρμοστη. 

Από την άλλη, η Κατάσταση Εκτάκτου Ανάγκης που είχε κηρυχθεί σε όλες τις χώρες με την εμπλοκή τους στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε λήξει το 1919. Δεν ήταν, λοιπόν, δυνατόν ο Βενιζέλος να παρατείνει δικτατορικά την εξουσία του και να μην προκηρύξει εκλογές. Πάνω απ' όλα ο Βενιζέλος ήταν οπαδός του Κοινοβουλευτισμού. Και μέχρι τότε είχε καταφέρει για την Ελλάδα πραγματικά το ακατόρθωτο, πράγματα που δεν πίστευε κανένας ότι θα μπορούσαν να συμβούν το 1910, όταν ανέβηκε στην εξουσία. Έκανε, επομένως, τις εκλογές, πιστεύοντας πραγματικά ότι θα τις κέρδιζε.

Η Κίνα και οι στρατοκρατικές κοινωνίες του πλανήτη


 Πολλές κοινωνίες στον πλανήτη μας ήταν ανέκαθεν στρατοκρατικές και γαλουχούσαν τους πολίτες τους με το ιδανικό του να πεθαίνεις στη μάχη και έριχναν το κυρίως βάρος της οικονομία τους στην ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας τους.

Οι αρχηγοί των κρατών αυτών ικανοποιούσαν ανέκαθεν τις επεκτατικές ορέξεις τους φανατίζοντας τον λαό, προκειμένου να πολεμήσει, με θρησκευτικά ή εθνικιστικά ζητήματα. Και όλα αυτά προκειμένου να δημιουργήσουν μεγάλα και ισχυρά κράτη με άφθονους πόρους και πολυπληθές ανθρώπινο δυναμικό σε όλη τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Η πιο γνωστή από αυτές ήταν, φυσικά, η αρχαία Σπάρτη. 

Η σπαρτιατική αγωγή ήταν τόσο σκληρή και αυστηρή, που η λέξη "σπαρτιατικός" κατέληξε να σημαίνει λιτός. Το ιδεώδες των Σπαρτιατών ήταν να πεθάνει κανείς για την πατρίδα και η ήττα στη μάχη θεωρούταν χειρότερη από τον θάνατο.

Ήδη όμως από την μυκηναϊκή εποχή, σε έπη όπως η Ιλιάδα, του Ομήρου η στρατιωτική αρετή εξυμνείται, κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ελληνική κοινωνία ήταν, πριν ακόμη από την ύπαρξη της Σπάρτης ως πόλης-κράτους μια κοινωνία στρατοκρατική, στην οποία οι πόλεις και οι ηγεμόνες τους συγκρούονταν συχνά μεταξύ τους.

Άλλοι μεγάλοι πολεμιστές της αρχαιότητας ήταν οι Ρωμαίοι. Γι' αυτούς ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος φέρεται να είχε πει:" Μοιάζουν σαν να είναι γεννημένοι με τα όπλα στα χέρια". Οι περίφημοι ρωμαϊκοί θρίαμβοι με τα λάφυρα, τις πομπές και τις αψίδες έχουν μείνει στην ιστορία.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία επίσης ξεκίνησε τη ζωή της, όπως και το ίδιο το ισλάμ άλλωστε- ως στρατοκρατική κοινωνία με άγριες επεκτατικές διαθέσεις. Οι σουλτάνοι, αλλά και οι Άραβες ηγεμόνες πριν από αυτούς, με πρόσχημα τη διάδοση του ισλαμισμού, προσπάθησαν να πείσουν τον οθωμανικό λαό πως η επέκταση της αυτοκρατορίας μέσα από διαρκείς πολέμους είναι απολύτως αναγκαία. Πράγματι, η αρχή του τέλους της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, χρονολογείται ακριβώς από τον 17ο αιώνα, όταν δηλαδή η αυτοκρατορία σταμάτησε να επεκτείνεται.

Τον 18ο-19ο αιώνα η Πρωσία θεωρούταν το κυριότερο στρατοκρατικό κράτος του πολέμου, σε σημείο που την προσφωνούσαν ως "Η Σπάρτη του Βορρά". Η Πρωσία απέκτησε πανίσχυρο στρατό και κατάφερε να περάσει μία αμιγώς στρατιωτική κουλτούρα στις ανώτερες τάξεις των γαιοκτημόνων, οι οποίοι εκπαίδευαν τα παιδιά τους να είναι ανθεκτικά στον πόνο.

Από τους αυτόχθονες λαούς, οι Πάρθοι στην αρχαιότητα, οι Γκούρκας (οι Νεπαλέζοι στρατιώτες του βρετανικού στρατού), οι Ινδιάνοι Σιού στην Αμερική, οι Κουργκ της Ινδίας και οι Μαορί της Νέας Ζηλανδίας είχαν συγκροτήσει κατά το παρελθόν αμιγώς στρατοκρατικές κοινωνίες.

Στον αντίποδα όλων αυτών, βρίσκονται οι Κινέζοι. Μπορεί να μας φανεί περίεργο, όμως αυτοί ποτέ δεν συμπεριέλαβαν τον πόλεμο ως βασική τους αξία, παρά περισσότερο ως αναγκαίο κακό. Τόσο ο Κομφούκιος, όσο και ο θεωρητικός του πολέμου Σουν Τζου πάντοτε θεωρούσαν επιτυχημένο τον στρατηγό εκείνο που κατορθώνει να κερδίσει τον πόλεμο με ελιγμούς και τακτική, αποφεύγοντας τη μάχη. Οι Κινέζοι, αντίθετα με τους Ευρωπαίους ομόλογούς τους, απέδιδαν σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας τους κύρος και τιμές στους ποιητές, τους λογοτέχνες και τους καλλιτέχνες, γενικά στους λόγιους και τους ανθρώπους των γραμμάτων. Όλα τα παραπάνω, φυσικά, δεν σημαίνουν ότι οι Κινέζοι δεν έκαναν ποτέ πολέμους, παρά μόνο ότι τους απέφευγαν όταν αυτό ήταν εφικτό. Με ένα τιτάνιο έργο όπως το Σινικό Τείχος, για παράδειγμα,  αλλά και με τη διπλωματία τους, μπόρεσαν να αποκρούσουν επί αιώνες τις ατέρμονες μογγολικές επιδρομές.

Μετά τους Παγκόσμιους Πολέμους στην Ευρώπη παρατηρείται και στη δική μας ήπειρο μία στροφή προς τον φιλειρηνισμό, σαν αυτή που επέδειξαν οι Κινέζοι αιώνες τώρα. Μόνο που την ειρήνη αυτή τη θέτουν σε κίνδυνο τώρα και πάλι άπληστοι ηγέτες, γυρίζοντάς μας πίσω, κυριολεκτικά και μεταφορικά, σε άλλες εποχές.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Margaret Man Millan, Συνοπτική ιστορία του πολέμου, εκδ. Ψυχογιός

-Keegan John, Η ιστορία του πολέμου, εκδ. Λιβάνης


Γκυ ντε Μωπασάν, Ιστορίες της μέρας και της νύχτας, εκδ. Gema, 2021, μετ. Βασ. Τσίγκανου

 

Μία συλλογή διηγημάτων γραμμένων από έναν κορυφαίο εκπρόσωπο του γαλλικού νατουραλισμού προσφέρουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό οι εκδόσεις Gema στην έξοχη μετάφραση της Βασιλικής Τσίγκανου, η οποία καταφέρνει να μεταφέρει σχεδόν αυτούσιο στην ελληνική τον ρυθμό και την ατμόσφαιρα της γαλλικής γλώσσας.

Οι "Ιστορίες της μέρας και της νύχτας" αδιαμφισβήτητα συγκαταλέγονται ανάμεσα στα καλύτερα έργα του Γκυ ντε Μωπασάν (1850-1893), ο οποίος μέσα από το έργο του, επαναστατεί για τα πάθη των απλών ανθρώπων. Έτσι παρουσιάζει στους αναγνώστες του ρεαλιστικότατα και πολύ παραστατικά τους κάθε λογής ανθρώπινους χαρακτήρες- και όχι μόνο- μέσα από τα διηγήματά του. Η παρακμή και το κλίμα πεσιμισμού που καθιέρωσε την ίδια εποχή ο Γερμανός φιλόσοφος Άρτουρ Σοπενάουερ είναι ολοφάνερα.

Σε αυτές τις ιστορίες, άλλες της ημέρας και άλλες της νύχτας, ανθρώπινα πάθη και ανατριχιαστικά εγκλήματα έρχονται σε ευθεία αντίθεση με περιγραφές πανέμορφων μερών όπως, για παράδειγμα, η Κορσική και η φύση του γαλλικού Νότου.

Τα είκοσι ένα διηγήματα του βιβλίου είναι ετερόκλιτα και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, έχουν όμως όλα ένα κοινό: πρόκειται για ιστορίες που, ακόμα κι αν δεν είναι αληθινές, θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν συμβεί. Τίποτε δεν είναι παράλογο ή απίθανο, αντιθέτως, η υποταγή του συγγραφέα στις επιταγές του νατουραλισμού και του ρεαλισμού είναι απόλυτη. Η θεματική των διηγημάτων είναι ευφάνταστη, πρωτότυπη και συναρπαστική. Συν τοις άλλοις, η γλώσσα του Μωπασάν είναι εξαιρετικά καλοδουλεμένη και οι λεπτές αποχρώσεις της γαλλικής αποδίδονται έξοχα στην ελληνική μετάφραση, σε βαθμό μάλιστα που ο αναγνώστης ξεχνιέται ότι διαβάζει κείμενο από μετάφραση.

Οι περισσότερες από τις ιστορίες δεν είναι ευχάριστες, ούτε αισιόδοξες, ενώ αποφεύγουν επιμελώς το καθολικό και παγιωμένο "happy end". Η πρώτη ιστορία μονάχα είναι εκείνη που ξεφεύγει από τον κανόνα, αφού το χιούμορ υποσκελίζει το υποτιθέμενο έγκλημα.

Άλλη ιστορία είναι συγκινητική, άλλη απλά ευχάριστη, άλλη εμπεριέχει μία ομολογία με σκοτεινό περιεχόμενο εν τω μέσω της ημέρας. Το διήγημα με τίτλο "Το κόσμημα" είναι βασισμένο στην ιδέα του " τι θα γινόταν αν...", ενώ στο διήγημα με τίτλο "Η ευτυχία", μέσα από τις έξοχες περιγραφές των τοπίων της Κορσικής, αποδεικνύεται ότι η ευτυχία είναι εν τέλει υπόθεση απλούστερη απ' όσο νομίζουμε.

Όσο προχωράμε την ανάγνωση, τα εγκλήματα, ο ζόφος,  η σκληρότητα και η απανθρωπιά απέναντι στα ζώα, τους φτωχούς και τους ανθρώπους πληθαίνουν. Ομοίως και η ιδέα του θανάτου κερδίζει έδαφος και δίνει το παρόν σε πολλά διηγήματα ως φινάλε. Βεντέτες και μονομαχίες, μια ιστορία ενός ανακριτή, ένας φονιάς γονέων και το έγκλημα ενός μέθυσου άνδρα-μια, εντελώς ξεκάθαρα ιστορία της νύχτας- προσφέρουν ωμές ρεαλιστικές εικόνες των ανθρώπινων παθών. Ξεχωρίζει μία ιστορία ρεβανσισμού για τον γαλλοπρσωσικό πόλεμο του 1870, μία ιστορία ενδοοικογενειακής βίας και μία ιστορία υιοθεσίας. Μόνο η τελευταία ιστορία με τον τίτλο "Η εξομολόγηση" που μιλάει για την αδελφική αγάπη και τη συγχώρεση προσδίδει μία κάπως πιο εύθυμη νότα στα διηγήματα.

Ο ανθρώπινος ψυχισμός, εν τέλει, αποδεικνύεται ιδιαίτερα περίπλοκος και οι διαθέσεις των περισσότερων ανθρώπων ανεξιχνίαστες και σκοτεινές. Ή μήπως όχι;