Σάββατο 22 Απριλίου 2023

Κία Φιλιππίδου, Κυκλαδικό νουάρ, εκδ. βακχικόν

 

Η αστυνομική λογοτεχνία, ένα είδος το οποίο γνωρίζει μεγάλη αναγνωσιμότητα στις μέρες μας, περιλαμβάνει πολλά διαφορετικά υποείδη, ένα από τα οποία είναι και το νουάρ. Η γαλλικής αυτής προελεύσεως λέξη μεταφράζεται ως «μαύρο», κατά συνέπεια το φιλμ νουάρ και το μυθιστόρημα νουάρ μεταφράζονται ως «μαύρο» φιλμ και μυθιστόρημα αντίστοιχα. Η κατηγορία αυτή της αστυνομικής λογοτεχνίας διαφοροποιείται από το «παραδοσιακό» μυθιστόρημα μυστηρίου με πρωταγωνιστές δαιμόνιους ντετέκτιβ, όπως συμβαίνει στα μυθιστορήματα δύο κορυφαίων μορφών της αστυνομικής λογοτεχνίας, της Αγκάθα Κρίστυ και του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ. Για την ακρίβεια, στα νουάρ μυθιστορήματα μπορεί να μην υπάρχουν καν αστυνομικοί ή ντετέκτιβ  ως πρωταγωνιστές, αλλά πιο απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, οι οποίοι βρίσκονται, συνήθως, άθελά τους μπλεγμένοι σε ιστορίες εγκλήματος και μυστηρίου.

 

Έτσι λοιπόν και στο μυθιστόρημα τα Κίας Φιλιππίδου δεν πρωταγωνιστεί κάποιος πανέξυπνος ντετέκτιβ ή κάποιος δαιμόνιος αστυνομικός, αλλά, απεναντίας, δύο απλοί και καθημερινοί άνθρωποι, των οποίων το επάγγελμα ουδεμία σχέση έχει με την εξιχνίαση εγκλημάτων, η φαρμακοποιός Ντίντα και ο αρχιτέκτονας Ορφέας.

 

Η Ντίντα και ο Ορφέας θα συναντηθούν τον Ιούλιο του 2021 τυχαία στην Αντίπαρο. Η Ντίντα βρίσκεται εκεί προσπαθώντας να συνέλθει ψυχολογικά, αφού έχει μόλις ανακαλύψει ότι ο επί είκοσι συναπτά έτη σύζυγός της και επίσης φαρμακοποιός στο επάγγελμα την απατά με τη βοηθό τους. Ο Ορφέας, από την άλλη βρίσκεται στο νησί για μία μεγάλη δουλειά αρχιτεκτονικής φύσεως, η οποία όμως, εν τέλει, θα αποδειχτεί αρκετά πιο περίπλοκη και επικίνδυνη από ότι φαίνεται αρχικά. Οι δυο τους θα συνδεθούν ως ζευγάρι μετά από ένα αρκετά γρήγορης εξέλιξης ειδύλλιο και έναν έρωτα «πρώτης ματιάς». Γρήγορα όμως απρόσμενες εξελίξεις οι οποίες σχετίζονται με μία εν εξέλιξει υπόθεση αρχαιοκαπηλίας θα τους περικυκλώσουν και θα τους αναγκάσουν να περάσουν στην άμυνα, αλλά και στην έρευνα, με τη βοήθεια ενός παλιού φίλου της Ντίντας, του δημοσιογράφου Λεωνίδα Μάγκα.

 

Πάρος, Αντίπαρος, Δήλος, Μύκονος, Πειραιάς, Κατάνη Ιταλίας, όλα αυτά τα παραθαλάσσια μέρη και άλλα πολλά, συνθέτουν το περίπλοκο σκηνικό μιας ιστορίας, η οποία προτίθεται να διατηρήσει αρκετά σκοτεινά σημεία μέχρι και τις τελευταίες σελίδες της.

 

 

«Ο Σεπτέμβριος είναι περίεργος μήνας. Έχει την ατμόσφαιρα παρακμής του τέλους εποχής, όπως το δεύτερο μισό του Αυγούστου, αλλά και κάτι από τη γοητεία της εποχής που αρχίζει. Μερικές φορές σε τυλίγει ένα υγρό αεράκι που σε γεμίζει προσμονή για τον χειμώνα. Σε κάνει να θέλεις να αφήσεις το μπαλκόνι και να μπεις μέσα. Κι ας κάνει ακόμη ζέστη».

 

‘Ένα βιβλίο ανάλαφρο, δροσερό, ποτισμένο με το άρωμα του καλοκαιριού που κοντοζυγώνει, το οποίο διαβάζεται ευχάριστα, βοηθώντας το μυαλό μας να δραπετεύσει από την φορτωμένη μας καθημερινότητα.

 

 

Παρασκευή 21 Απριλίου 2023

Ανδρέας Μήτσου, Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου, εκδ. Καστανιώτη

 

Το παρόν πόνημα του Ανδρέα Μήτσου με τίτλο «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου», το οποίο πρωτοεκδόθηκε το 1995, έχει βραβευτεί με το Κρατικό βραβείο Μυθιστορήματος και επανεκδίδεται φέτος για όγδοη φορά από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Σε αυτό μπαίνουν στο μικροσκόπιο η κάπως ανορθόδοξη ερωτική σχέση ενός νεαρού φιλολόγου και μιας παντρεμένης γυναίκας αρκετά μεγαλύτερής του, αλλά και η οιδιποδιακού τύπου σχέση που διατηρεί η τελευταία με τον έφηβο γιο της. Πρόκειται περισσότερο για ένα εξαίσιο ψυχογράφημα ετερόκλητων μεταξύ τους χαρακτήρων, παρά  για μυθιστόρημα.  Οι βασικοί χαρακτήρες του έργου είναι, επομένως, οι παρακάτω:

 

Η Φωτούλα, μία όμορφη γυναίκα γύρω στα σαράντα. Ένας σύζυγος καπετάνιος, απών στα καράβια, ο καπετάν Θανάσης. Ένας έφηβος  δεκαεξάχρονος γιος, ο Ορέστης Χαλκιόπουλος. Και, τέλος, ο καθηγητής των ελληνικών του στο σχολείο, ο Πέτρος Ευαγγέλου.

 

Αυτά είναι τα τέσσερα βασικά πρόσωπα της ιστορίας, από τα οποία όμως περιστρέφονται τριγύρω και άλλοι χαρακτήρες, όπως  η Μαρία, η Αλεξάνδρα, ο Νίκος κ.α., που είναι φίλοι του έφηβου γιου κυρίως, αλλά και κάποιοι άλλοι δευτερεύοντες χαρακτήρες.

 

«Είναι πράγματι εντυπωσιακός ο τρόπος που το παιδί μηχανεύτηκε την επιτάχυνσή του σχεδίου του και την πρώιμη πρόκληση της αναγκαίας έκρηξης. Συγκινητική και η αυτοθυσία του, γιατί γνώριζε ότι πρώτος ο ίδιος κινδύνευε από την έκρηξη. Εξεβίασε λοιπόν τα γεγονότα και δημιούργησε  μια τετελεσμένη κατάσταση. Ήξερε πως, μετά τη βάναυση συμπεριφορά του, η κάθε στιγμή από μόνη της θα γεννούσε αναπόφευκτες παρενέργειες. Τίποτε δεν θα μπορούσε πια να επαναφέρει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάστασή τους. Τώρα είχαν αποκτήσει  μια απερίγραπτη ρευστότητα και δυναμική. Ένα θερμό, δηλαδή, υπόγειο ποτάμι ανέβαζε σταθερά τη στάθμη του. Δε δίστασε, επομένως, καθόλου να συντελέσει ακόμα πιο πολύ  στην επίσπευση των γεγονότων».

 

Το παράδοξο στην όλη ιστορία είναι ότι η κάπως αλλοπρόσαλλη σχέση του φιλολόγου και της παντρεμένης γυναίκας αρχίζει με «σπρώξιμο» του ίδιου του Ορέστη, του μαθητή, ο οποίος διατηρεί μία σχέση αρκετά προσωπικής εμπιστοσύνης με τον καθηγητή του, ο οποίος, προφανώς, αντικαθιστά στην καρδιά του τον διαρκώς απόντα πατέρα του προσφέροντας το ατόφιο ανδρικό πρότυπο. Η σχέση μάνας-γιου είναι καθαρά φροϋδική και οιδιπόδεια, κάπως αφύσικη είναι η αλήθεια και ίσως ξενίσει τους αναγνώστες. Τίποτε όμως στο βιβλίο αυτό δεν είναι αμιγώς ρεαλιστικό. Ούτε η υπόθεση, ούτε οι χαρακτήρες, αλλά ούτε και οι αφηγηματικές τεχνικές. Το όλο κλίμα του βιβλίου θυμίζει έναν υπερβατικό και συνάμα μαγικό ρεαλισμό, ο οποίος ενισχύεται με άφθονη εικονοποιία από μεταφορικές εικόνες και φράσεις.

 

Ο συγγραφέας δεν αποζητά να δημιουργήσει  ένα μυθιστόρημα καταιγιστικής πλοκής. Απεναντίας αφηγείται την ιστορία του δίχως να βιάζεται διόλου και εμμένει στην αποτύπωση στο χαρτί των συναισθημάτων, αλλά και των σκέψεων των χαρακτήρων του, παραθέτοντας ακόμη και ημερολογιακές καταγραφές των προσώπων που πρωταγωνιστούν. Η αφήγηση εναλλάσσεται από το ένα πρόσωπο στο άλλο και προσφέρει στους αναγνώστες όλες τις διαθέσιμες οπτικές γωνίες προκειμένου να διαπιστώσει και ο ίδιος κατά πόσον ήταν ανίσχυρα τελικά τα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου σχετικά με το ένοχο παρελθόν του φιλολόγου για τη σχέση που διατηρούσε με τη μητέρα του Ορέστη. Εν τέλει όλα θα λυθούν και θα ταχτοποιηθούν, πάντως, και ο συγγραφέας δεν θα μας αφήσει με άλυτες απορίες. Η επιστροφή του καπετάν Θανάση, όπως και του ίδιου του φιλολόγου στην Ελλάδα είκοσι πέντε χρόνια μετά, όταν όλα θα έχουν πια τελειώσει, μια απρόσμενη εγκυμοσύνη, καθώς και ένα ταξίδι στην Κεφαλονιά θα αποβούν οι καταλύτες για τη λύση του δράματος.

 

Πέμπτη 20 Απριλίου 2023

William St Clair,...και πάλι μια ελεύθερη Ελλάδα, Οι Φιλέλληνες στον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας, εκδ. Γκοβόστη

 

Μέσα στην πληθώρα των έργων  που εκδόθηκαν με αφορμή την επέτειο της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ξεχωρίζει το αφιέρωμα του Άγγλου ιστορικού William St Clair που έφυγε από τη ζωή πριν από δύο μόλις χρόνια. Το εν λόγω πόνημα στην έξοχη μετάφραση του Γιώργου Μπλανά και σε πρόλογο του επίσης εξαίρετου Άγλλου ιστορικού Roderick Beaton, τιτλοφορείται «…και πάλι μια ελεύθερη Ελλάδα, Οι Φιλέλληνες στον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας» και αποτελεί ένα από τα πιο πλήρη, αν όχι το πληρέστερο, πονήματα που έχουν εκδοθεί ως τώρα στη χώρα μας σχετικά με το θέμα της δράσης των Φιλελλήνων κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Ο συγγραφέας μέσα σε τριάντα δύο σύντομα κεφάλαια, καταφέρνει να παρουσιάσει όλες τις όψεις του φιλελληνικού κινήματος στη χώρα μας, από τη γέννησή του και τις μάχες που έδωσαν οι Φιλέλληνες όταν έφτασαν στη χώρα μας, μέχρι την ύφεση του κινήματος το 1823 και τη μετέπειτα αναζωπύρωσή του κατά τα έτη 1824-1827.

 

Η αντικειμενική ματιά του συγγραφέα είναι μία ιδιότητα του βιβλίου που θα εκτιμηθεί οπωσδήποτε από τους ιστορικούς, όπως και ο πλουραλισμός των θεμάτων που αυτό παρέχει. Στην ουσία, δεν αφήνεται κανένα θέμα εκτός των θεματικών του βιβλίου, αρχής γενομένης από τις μάχες στις οποίες συμμετείχαν οι Φιλέλληνες, με προεξάρχουσες βέβαια, τη μάχη του Πέτα το 1821 και τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου το 1827.

 

Επιπλέον, δεν παραλείπεται η αναφορά στον μεγάλο  αριθμό των μουσουλμάνων κατοίκων της ελληνικής χερσονήσου που σφαγιάστηκαν μετά από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης-τουλάχιστον 20.000 μουσουλμάνοι ξεκληρίστηκαν μετά από το ξέσπασμα της Επανάστασης -, αλλά και οι φρικαλεότητες που διέπραξαν οι Έλληνες κατά την Άλωση της Τριπολιτσάς. Από την άλλη δεν παραλείπεται η αναφορά  στις τουρκικές θηριωδίες κατά τη σφαγή της Χίου, στην Έξοδο του Μεσολογγίου και σε άλλα περιστατικά.

 

Σε ό, τι αφορά την παράθεση ονομάτων, ο Clair μας εξηγεί ότι κατά την πρώτη φάση του φιλελληνικού κινήματος, η πλειοψηφία των ξένων που ήρθαν να πολεμήσουν στη χώρα μας ήταν, αντίθετα με ότι πολλοί από εμάς πιστεύουν, Γερμανοί. Τρανταχτά και γνωστά  ονόματα  Φιλελλήνων από έτερες εθνικότητες όπως αυτά του Σανταρόζα, του λόρδου Μπάιρον, του Τόμας Γκόρντον, του Εϋνάρδου, του Σατωβριάνδου, του Σάμιουελ Χάου και άλλων πολλών αναφέρονται επίσης και γίνεται μεμονωμένη εκτενής αναφορά στη δράση τους.

 

Οι περιπέτειες κατά τη σύναψη των αγγλικών δανείων, η εισβολή του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο, η δημιουργία της Γερμανικής Λεγεώνας, η εμπλοκή του τάγματος των Ιωαννιτών ιπποτών στην Ελληνική Επανάσταση , η μάχη της Ακρόπολης και άλλα σημαίνοντα γεγονότα του Αγώνα γεμίζουν τις υπόλοιπες σελίδες του βιβλίου σε μία γλώσσα απλή και κατανοητή για τον μέσο αναγνώστη, χωρίς τη στείρα παράθεση εκτενών λεπτομερειών που να αφορούν ανούσια και επιμέρους θέματα του Αγώνα. Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο ογκώδες μεν, αλλά ευκολοδιάβαστο και εύληπτο, το οποίο μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί και ως εργαλείο σε σπουδαστές της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας.

 

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι το πόνημα συμπεριλαμβάνει δύο προλόγους, ευχαριστήριο σημείωμα του συγγραφέα, καθώς και δύο παραρτήματα, εκτενή βιβλιογραφία και  υπέροχες γκραβούρες της εποχής που πλαισιώνουν όμορφα το κείμενο.

Μανίνα Ζουμπουλάκη, Το βουνό των κοριτσιών, εκδ. Παπαδόπουλο

 




Πώς θα ήταν άραγε αν υπήρχε ένα καταφύγιο-σχολείο για τα κορίτσια που σώζονται από τα σκλαβοπάζαρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εν έτει 1836;  Η πολυγραφότατη συγγραφέας Μανίνα Ζουμπουλάκη τοποθετεί την ύπαρξη ενός τέτοιου καταφυγίου πάνω στα βουνά της Ανατολικής Μακεδονίας  δέκα χρόνια μόλις μετά από την άλωση του Μεσολογγίου και δημιουργεί, βασιζόμενη πάνω σε αυτή την ιδέα, ένα έξοχο μυθιστόρημα εποχής για την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης και των πρώτων χρόνων της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Το εν λόγω πόνημα της Ζουμπουλάκη φέρει ως τίτλο «Το βουνό των κοριτσιών».

 

Τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα υπήρξαν για τη χώρα μας μία εξαιρετικά ταραχώδη περίοδος. Στα 1826 το Μεσολόγγι χάνεται, ύστερα από ηρωικό, όσο και απεγνωσμένο, αγώνα, εκατοντάδες όμως γυναίκες που επέζησαν της σφαγής  καταλήγουν στα φρικτά σκλαβοπάζαρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δέκα χρόνια αργότερα δύο γυναίκες φραγκικής καταγωγής, η Σάνα και η Ρουθ, που επέζησαν από την Έξοδο, αποφασίζουν να μετατρέψουν ένα παλιό μοναστήρι στα βουνά της Ανατολικής Μακεδονίας σε άσυλο περίθαλψης των σωζόμενων από τα σκλαβοπάζαρα κοριτσιών, αλλά και σε κέντρο εκπαίδευσής τους.  Σε αυτό το γυναικείο άντρο, του οποίου την ύπαρξη οι οθωμανικές αρχές αγνοούν, τα κορίτσια θα γνωρίσουν για πρώτη φορά την έννοια της ελευθερίας.

 

«Δεν ξέρω τι σημαίνει να είσαι Έλληνας, Ελληνίδα, {…}, πως είναι να ζεις στην Ελλάδα. Αλλά ξέρω τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος. Ελεύθερη». Την παραπάνω σκέψη θα κάνει η Σάνα στο τέλος του βιβλίου, παρ’ όλο που η Ανατολική Μακεδονία δεν έχει απελευθερωθεί ακόμη το 1836 από τους Τούρκους, όπως η Πελοπόννησος και η Στερεά Ελλάδα, περιοχές οι οποίες αποτελούν μαζί με μερικά νησιά τον κορμό του πρώτου ελληνικού εθνικού κράτους. Τέτοιες σκέψεις οι Ρωμιοί κάτοικοι της Μακεδονίας και της Θράκης, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, δεν δικαιούνται να κάνουν, αφού ακόμη υπομένουν τον βαρύ οθωμανικό ζυγό. Η Σάνα και τα κορίτσια της όμως μπορούν, εφόσον αυτές ζουν ελεύθερες στη φύση και καλά κρυμμένες από τις οθωμανικές αρχές. Η Σάνα μαζί με τη φίλη της τη Ρουθ, τον φίλο της Αράμ και τον πιστό της σκύλο που είναι  μισός λύκος, θα οργανώσουν, με τη βοήθεια ορισμένων κοριτσιών, την επιχείρηση διάσωσης της Μαρίας, επιζήσασας επίσης από την άλωση του Μεσολογγίου και αιχμάλωτη των Οθωμανών.

 

Η Ζουμπουλάκη προσφέρει στους αναγνώστες της μία έκτακτη τοιχογραφία των ηθών της ελληνικής και οθωμανικής κοινωνίας κατά την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης . Το μυθιστόρημα, πέρα από την πολιορκία του Μεσολογγίου, της οποίας μας μεταφέρει αρκετά στιγμιότυπα, δεν δύναται ίσως, κατά μία άποψη,  να θεωρηθεί ιστορικό μυθιστόρημα αφού δείχνει να αγνοεί τα υπόλοιπα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα της εποχής, πέρα από μία μικρή αναφορά στην ίδρυση του ελληνικού κράτους και δεν συμπεριλαμβάνει στους ήρωές του αληθινά ιστορικά πρόσωπα. Κι όμως, το λογικό θα ήταν να ενταχθεί στην εν λόγω κατηγορία του μυθιστορήματος, αφού στις σελίδες του περιέχει πάμπολλες λεπτομέρειες για την κοινωνία της εποχής, τα ήθη και τα έθιμα Ελλήνων και Οθωμανών, αλλά και τη λαογραφία και την τοπογραφία της Ανατολικής Μακεδονίας με τους Πομάκους της. Οι φρικτές αναμνήσεις από τα σκλαβοπάζαρα, την πολιορκία και την Έξοδο του Μεσολογγίου μπλέκονται μαζί με το όχι απολύτως ασφαλές μεν, αλλά οπωσδήποτε πολύ καλύτερο παρόν επάνω στο «βουνό των κοριτσιών».  Η Ζουμπουλάκη εναλλάσσει εντέχνως την αφήγηση από τριτοπρόσωπη σε πρωτοπρόσωπη και παρουσιάζει μία ολοκληρωμένη εικόνα των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι του 19ου αιώνα στη χώρα μας που ζούσαν ακόμη υπό τον οθωμανικό ζυγό, αλλά και το πόσο δύσκολη ήταν, εν τέλει, η εδραίωση και η επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης.