Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2025

Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, Αινίγματα της αθηναϊκής δημοκρατίας, εκδ. πατάκη

 

            Όλοι έχουν ακούσει για τη περίφημη αθηναϊκή δημοκρατία, την πρώτη δημοκρατία του πλανήτη μας-τουλάχιστον σύμφωνα με τους περισσότερους. Οι περισσότεροι αναγνώστες από εμάς, ακόμα κι αν δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την Ιστορία, μπορούν να θυμηθούν, συνήθως, κάποιους όρους ή ορισμένα τουλάχιστον ονόματα που να σχετίζονται άμεσα με αυτήν, για παράδειγμα όρους όπως Βουλή των Πεντακοσίων, λόφος Πνύκας , Άρειος Πάγος, Ηλιαία ή Εκκλησία του Δήμου και πρόσωπα όπως εκείνα του Εφιάλτη, του Κλεισθένη ή του Περικλή.

 Πόσα, όμως,  γνωρίζουμε τελικά στ’ αλήθεια για την αθηναϊκή δημοκρατία; Πώς ακριβώς λειτουργούσε το φημισμένο αθηναϊκό δημοκρατικό πολίτευμα; Υπήρχαν πολιτικά κόμματα εκείνη την εποχή; Ήταν πράγματι δημοκρατία εφόσον άφηνε απέξω τους μετοίκους, τις γυναίκες, τους δούλους και τους ξένους; Γιατί η απαρτία της Εκκλησίας του Δήμου ορίστηκε μόνο στους 6.000 σε έναν συνολικό πληθυσμό Αθηναίων τουλάχιστον 20.000;  Πώς εξαφανίστηκε η βασιλεία από την Αθήνα τόσο αθόρυβα; Γιατί οι μέτοικοι εφόσον στρατεύονταν δεν είχαν, εντούτοις πολιτικά δικαιώματα; Πόσες φορές μπορούσε κάποιος να επανεκλεγεί σε ένα αξίωμα; Γιατί ένα πολίτευμα μόνο με λαϊκές συνελεύσεις δεν συνιστά δημοκρατία; Ποιοι είναι οι περιορισμοί, αλλά και οι προϋποθέσεις ύπαρξης  μιας άμεσης δημοκρατίας, όπως εκείνης στην αρχαία Αθήνα; Και, τέλος, γιατί στη Σπάρτη δεν αναπτύχθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα όπως στην Αθήνα;

            Τέτοιου είδους ερωτήματα-και άλλα πολλά συνάμα- φιλοδοξεί να θέσει το εν λόγω πόνημα του επιστήμονα Γεωργίου Μαυρογορδάτου, όχι απαραίτητα και να τα απαντήσει, όμως, αφού, ως γνωστόν, κάποια ιστορικά ζητήματα όχι μονάχα για την αρχαιοελληνική δημοκρατία, αλλά και για την αρχαία Ελλάδα γενικότερα, προορίζονται να μείνουν αναπάντητα. Ο συγγραφέας όμως, όπως μας εξηγεί στον πρόλογο του βιβλίου του, θεωρεί πολύ σημαντικό το να θέσει αυτά τα ερωτήματα, προκειμένου να γίνει κάπως καλύτερα κατανοητό το πλαίσιο λειτουργίας της αθηναϊκής δημοκρατίας από τους σύγχρονους Έλληνες, τους άμεσους «κληρονόμους» αυτής της δημοκρατίας. Στην εποχή μας εξάλλου που όλες οι ιστορικοί περίοδοι έχουν πλέον αναλυθεί υπέρ το δέον μέσα από αλλεπάλληλες ιστορικές εκδόσεις, τόσο επιστημονικές, όσο και εκλαϊκευμένες, η παρούσα μελέτη του Μαυρογορδάτου έχει σαφώς μεγαλύτερη αξία.

Ο συγγραφέας ανατρέχει πολύ συχνά στα αρχαία κείμενα προκειμένου να υποστηρίξει τις θέσεις του και να ωθήσει τους αναγνώστες του να προβληματιστούν. Μετά τον πρόλογο θέτει τα ερωτήματά του χωρίζοντας το βιβλίο του σε έξι κεφάλαια.

Το πρώτο εξετάζει τον αινιγματικό, πραγματικά, τρόπο, με τον οποίο εξαφανίστηκε δίχως ίχνη ο θεσμός της βασιλείας στην Αθήνα. Το δεύτερο ασχολείται με το θέμα του πολέμου στην αρχαία Αθήνα και με το ποιοι ήταν οι οπλίτες, οι κωπηλάτες και ποιες ήταν οι υποχρεώσεις τους απέναντι στο αθηναϊκό κράτος, αλλά και ποια καθήκοντα είχε το αθηναϊκό κράτος απέναντι στους πολίτες του. Το τρίτο κεφάλαιο εξετάζει το καίριο ζήτημα του περιορισμού που υπήρχαν για να αποκτήσει κάποιος πολιτικά δικαιώματα στην αρχαία Αθήνα. Ο συγγραφέας εξηγεί για ποιον ακριβώς λόγο μία τέτοια φαινομενικά άδικη τακτική ήταν αναγκαία προκειμένου να λειτουργήσει ικανοποιητικά το πολίτευμα της άμεσης δημοκρατίας. Το τέταρτο κεφάλαιο μελετά τον θεσμό της Εκκλησίας του Δήμου, ενώ το πέμπτο τη Βουλή των Πεντακοσίων. Το τελευταίο κεφάλαιο ασχολείται με το μείζων ζήτημα σχετικά με το ποιος ακριβώς μπορούσε να είναι ηγέτης στην αρχαία Αθήνα.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα έξοχο και πρωτότυπο πόνημα για όποιον θέλει να κατανοήσει καλύτερα τον ακριβή τρόπο λειτουργίας της αρχαίας αθηναϊκής δημοκρατίας.

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2025

Αντώνης Μυλωνάκης, εννιά, εκδ. Καστανιώτη

 

 

 

«Δεν ερχόμαστε στη ζωή για να ευτυχήσουμε, αλλά για να αγωνιστούμε και να μάθουμε. Να μάθουμε τι σημαίνει να πονάμε, να επιβιώνουμε και έπειτα να συνεχίζουμε. Κανείς, πουθενά στον κόσμο, δεν είναι ευτυχισμένος».

            Ας είμαι ειλικρινής. Συνήθως τα διηγήματα δεν αποτελούν την πρώτη μου αναγνωστική επιλογή. Και αυτό διότι τις περισσότερες φορές η ανάγνωσή τους δεν περιλαμβάνει σασπένς. Το ίδιο σκέφτηκα και όταν έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο με τα διηγήματα με τον τίτλο «εννιά» του γνωστού συγγραφέα Αντώνη Μυλωνάκη. Να όμως που έσφαλα. Γιατί τα εννέα διηγήματα που περιέχει με κράτησαν αναγνωστικά περισσότερο κι από ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα… Αυτό ακριβώς είναι και το δυνατό σημείο τους, πέρα από την αδιαμφισβήτητη πρωτοτυπία τους.

            Τα περισσότερα από τα εννέα διηγήματα του βιβλίου περιέχουν μία αύρα μαγικού ρεαλισμού. Κάποια από αυτά είναι δυστοπικά, αφού η υπόθεσή τους διαδραματίζεται στο μέλλον ή σε ένα εντελώς φανταστικό και ονειρικό περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, όμως, οι ήρωες που δημιουργεί σε αυτά ο Αντώνης Μυλωνάκης είναι ξεκάθαρα ανθρώπινοι. Και, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, δεν πρόκειται απλά για ρεαλιστικούς και ανθρώπινους χαρακτήρες, αλλά για χαρακτήρες κατεξοχήν ανθρώπινους και πιο αληθινούς από ποτέ. Οι τίτλοι τους, εξάλλου, είναι συνήθως το ίδιο πρωτότυποι με το περιεχόμενο των διηγημάτων. «Καινή ομολογία», «Μδ», «9+1-Το κουτάβι και η Τύπου», «Τρύπα», «Αζραήλ» κ.α.

Επομένως, πρόκειται για πολύ ιδιαίτερα διηγήματα, καλογραμμένα, καθηλωτικά ως προς την εξέλιξη της υπόθεσής τους, που αφήνουν, πάντως, και αρκετά περιθώρια ερμηνείας και σκέψης στον αναγνώστη με την απρόσμενη εξέλιξή τους και με το, αναπάντεχο πολλές φορές, τέλος τους.

Ορισμένα από αυτά βέβαια, είναι πιο ρεαλιστικά από άλλα, όλα, όμως, θα λέγαμε ότι εμπεριέχουν τον σπόρο του μεταφυσικού μέσα. Ένας σαξοφωνίστας θέλει να διοργανώσει ένα κοντσέρτο για τους νεκρούς. Ένα χωριό στο πουθενά ετοιμάζεται για να δεχτεί, όπως κάθε χρόνο, την επίσκεψη του Άγγελου του Θανάτου. Ένα μικρό παιδί γίνεται το θύμα ενός αποτυχημένου γάμου. Μία γυναίκα ζει από κοντά τη Δευτέρα Παρουσία. Μία γάτα φιλεύεται με έναν σκύλο εκεί που δεν το περιμένει. Ένας άγνωστος κάνει σκέψεις για τις θερινές κηδείες και τον θάνατο. Ένας έφηβος στο δυστοπικό περιβάλλον του 2043 τολμά να έχει σεξουαλικές φαντασιώσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη έρχεται αντιμέτωπη με τους ανθρώπους και τους κυβερνά. Μία πεθαμένη από χρόνια γιαγιά έχει παράλογες απαιτήσεις προς τους ζωντανούς συγγενείς της. Και, τέλος, μία μοναχική νέα γυναίκα προσπαθεί να βρει αγαπημένο δημιουργώντας ένα ψεύτικο προφίλ στο Φέισμπουκ.

Οι χαρακτήρες και οι ήρωες του Μυλωνάκη διακρίνονται εξίσου με τη θεματολογία των διηγημάτων για την ποικιλία τους. Μία νέα γυναίκα, απελπισμένη από τη ζωή.  Δύο αδέλφια και ένας φίλους τους αποφασισμένοι να αγωνιστούν. Μία εγωίστρια γάτα που τα θέλει όλα δικά της, αλλά στην πορεία μαθαίνει να αγαπά. Ένα ζευγάρι στο έλεος του παραλογισμού. Σκέψεις ορθές ενός αγνώστου ταυτότητος άνδρα. Ένας έφηβος που θέλει να ζήσει μια φυσιολογική ζωή κόντρα στο δυστοπικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει. Ένα αγόρι δυνατό που αποζητά μία κανονικότητα μέσα στη διαλυμένη οικογένειά του. Και ένα άλλο παιδί που αναγκάζεται να υποκύψει σε παράλογες απαιτήσεις. Και, τέλος, μία νέα γυναίκα που ετοιμάζεται να βιώσει τη μεγαλύτερη ευκαιρία της ζωής της.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο που θα μας θυμίσει πως είναι το καλό διήγημα.

Warren Treadgold, Βυζάντιο, εκδ. Πεδίο

 

 

 

 

            Πληθώρα βιβλίων έχει γραφτεί για το Βυζάντιο, τόσο εκτενείς όσο και συνοπτικές ιστορίες, όπως η παρούσα με τον τίτλο «Βυζάντιο, μία συνοπτική ιστορία» του Ουόρεν Τρέντγκολντ, σημερινό Καθηγητή Βυζαντινών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σεντ Λούις στο Μισούρι των ΗΠΑ. Ως τακτική αναγνώστρια, όμως, επιστημονικών, όπως το παρόν πόνημα, αλλά και εκλαϊκευμένων βιβλίων βυζαντινής ιστορίας, βρίσκω, προσωπικά, ότι κάθε βιβλίο έχει να προσθέσει κάτι στις γνώσεις μας για το Βυζάντιο. Και αυτό συμβαίνει επειδή κάθε συγγραφέας βλέπει τα πράγματα από τη δική του οπτική γωνία και δίνει αλλού βάρος στην αφήγησή του.

            Το συγκεκριμένο πόνημα προσφέρει πράγματι μία σύντομη ιστορία του Βυζαντίου, δίχως η αφήγηση να υπεισέλθει σε αναλυτικές και κουραστικές για τον αναγνώστη λεπτομέρειες. Η διάταξη των κεφαλαίων είναι, όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιου είδους βιβλία χρονολογική. Το συγκεκριμένο βιβλίο, όμως, περιέχει στο τέλος κάθε κεφαλαίου πολύ ενδιαφέροντα σχόλια του συγγραφέα σχετικά με την κοινωνία της εποχής, αλλά και τις διαθέσιμες πηγές για κάθε μία από αυτές. Με αυτόν τον τρόπο, επομένως, ο συγγραφέας αποφεύγει την αποκλειστική, όπως γίνεται συνήθως, εστίαση στα πολιτικά και στρατιωτικά μόνο γεγονότα και προσθέτει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη σύνθεση του πληθυσμού, την κοινωνία, το εμπόριο, την παιδεία κ.α. για την κάθε εποχή χωριστά.

            Πλην της εισαγωγής και του τελικού συμπεράσματος ως επιλόγου στο τέλος του βιβλίου, το πόνημα χωρίζεται σε έξι επιμέρους κεφάλαια. Το πρώτο εξετάζει τον μετασχηματισμό του Βυζαντίου από Ρωμαϊκή σε Βυζαντινή αυτοκρατορία. Το δεύτερο επικεντρώνεται στην πρωτοβυζαντινή εποχή ως και τη βασιλεία του Ηράκλειου. Το τρίτο ασχολείται με τους αποκαλούμενους «σκοτεινούς αιώνες» του Βυζαντίου, δηλαδή την περίοδο των αραβικών πολέμων και της Εικονομαχίας στο Βυζάντιο.

Το επόμενο κεφάλαιο αφορά την πιο λαμπρή περίοδο του Βυζαντίου, την περίοδο δηλαδή ανάμεσα στα τέλη του 8ου και τις αρχές του 11ου αιώνα, όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έφτασε στο απόγειο της δύναμής της. Αμέσως μετά εξετάζεται η απαρχή της σταδιακής παρακμής του έως και την πρώτη άλωση του 1204. Τέλος, το τελευταίο κεφάλαιο πριν από το συμπέρασμα αφορά την περίοδο του ψυχορραγήματος του Βυζαντίου, την περίοδο της απόλυτης πολιτικής παρακμής του, αλλά, συγχρόνως, την περίοδο της «παλαιολόγειας αναγέννησης».

Μία ακόμη, επομένως, συνοπτική ιστορία για το Βυζάντιο, η οποία, εντούτοις, έχει κάτι να μας πει για ένα τόσο επίκαιρο πάντα θέμα, όπως η ιστορία του μεσαιωνικού ελληνισμού.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Δημήτρης Στεφανάκης, Πάντα η Αλεξάνδρεια, εκδ. Μεταίχμιο

 


Αναμνήσεις σε τόνους αλεξανδρινούς…

 

Ήμουν μικρή σχετικά σε ηλικία όταν διάβασα το «Μέρες Αλεξάνδρειας» του Δημήτρη Στεφανάκη και ομολογώ ότι ήταν ένα βιβλίο που με σημάδεψε και το θυμόμουν κατόπιν με αγαλλίαση, κυρίως για την υπέροχη γραφή του και την ατμόσφαιρα νοσταλγίας που περιέκλειε στις σελίδες του. Δεν θα μπορούσα, επομένως, να μην διαβάσω και την επίσης πολύ νοσταλγική συνέχειά του, το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη με τίτλο «Πάντα η Αλεξάνδρεια», έναν τίτλο που υποδηλώνει ότι  η Αλεξάνδρεια είναι ένας τόπος που στοιχειώνει όσους τον ζουν από κοντά και που δεν απωθείται εύκολα στα χρονοντούλαπα της μνήμης…

Στο νέο αυτό μυθιστόρημα του μεγάλου συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη θα συναντήσουμε ξανά τη Δάφνη Χάραμη, την κόρη του μεγάλου καπνοβιομήχανου από την Αλεξάνδρεια, Κώστα Χάραμη, αλλά και τον αρραβωνιαστικό της, τον Φιλίπ  Ζακό, γόνο μιας «αντίπαλης» αστικής οικογένειας της Αλεξάνδρειας με καταγωγή από τη Γαλλία.

Χρονικά το «Πάντα η Αλεξάνδρεια» συνεχίζει ακριβώς εκεί όπου σταμάτησε το «Μέρες Αλεξάνδρειας», δηλαδή στη δεκαετία του 1950 με τις εθνικοποιήσεις του Νάσερ και τις διώξεις του ξένου και κοσμοπολίτικου στοιχείου της πόλης.

Κομβικό γεγονός στο μυθιστόρημα αυτό που αποτελεί ένα ψηφιδωτό αναμνήσεων είναι ο θάνατος του Κώστα Χάραμη και ο τρόπος που η κόρη του, Δάφνη, αντιμετωπίζει τον θάνατο αυτόν. Πρόκειται για το τέλος, όχι μόνο της ζωής ενός σημαίνοντος ανθρώπου, αλλά για το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Ο θάνατος του Κώστα Χάραμη συμπίπτει με την απόφαση των αλεξανδρινών αρχών να δημεύσουν το σπίτι της οικογένειας Χάραμη, τη βίλα στην οδό Αββασιδών. Μετά από τα δύο αυτά κομβικής σημασίας γεγονότα  η  Δάφνη θα δει πως δεν έχει πλέον επιλογές και πως πρέπει να εγκαταλείψει για πάντα την αγαπημένη της πόλη.

Το βιβλίο δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση. Αντίθετα, με την αφορμή του θανάτου του Κώστα Χάραμη και της δήμευσης της οικογενειακής περιουσίας της, η Δάφνη θα προβεί σε μία ανασκόπηση της ζωής της στην Αλεξάνδρεια, των παλιών καλών ευτυχισμένων ημερών και της γνωριμίας της με τον Φιλίπ. Θα μας μιλήσει για την παλιά εκείνη πολυπολιτισμική Αλεξάνδρεια που ανήκει πλέον στο παρελθόν, για τις μέρες της δόξας της πόλης αυτής, όταν η ελληνική και η λεβαντίνικη κοινότητα άκμαζαν. Θα μας μιλήσει επίσης για την οικογένεια του Φιλίπ, για τη μητέρα του, τη διάσημη γαλλίδα ζωγράφο, αλλά και για τη δικής της μητέρα, την εβραία Χάικε, που τους εγκατέλειψε όταν η Δάφνη ήταν μικρή.

Η αφήγηση είναι ολοζώντανη, παρ’ όλο που δεν διαθέτει πρόζα σε μεγάλη έκταση. Ο συγγραφέας, αντίθετα, αρέσκεται να προβαίνει σε πάμπολλες κρίσεις για τη ζωή, σε αναλογία με τα όσα περνούν οι πρωταγωνιστές του. Όλα αυτά δια μέσω ενός ανεπιτήδευτου και πολύ εύρυθμου λόγου, σχεδόν μουσικού, που μεταφέρει ατόφια τη νοσταλγία για εκείνη την παλιά Αλεξάνδρεια του ελληνισμού που δεν υπάρχει πλέον…