Τετάρτη 31 Ιουλίου 2024

John Steinbeck, Άνθρωποι και ποντίκια, εκδ. Παπαδόπουλος

 

Στην εξαιρετική μετάφραση του Μιχάλη Μαρκόπουλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος το κλασικό αριστούργημα του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα John Steinbck, «Άνθρωποι και ποντίκια». Η ευκολοδιάβαστη αυτή νουβέλα αποτυπώνει το χαμένο όνειρο για μία καλύτερη ζωή πολλών ανθρώπων που είχαν την ατυχία να γεννηθούν φτωχοί. Στην Αμερική ο ευσεβής πόθος των φτωχών εργατών της γης αποτυπωνόταν κυρίως με τη σφοδρή επιθυμία για την απόκτηση γης. «Πες πως θα ’ναι όταν θα χουμε τη γης μας» είναι η μόνιμη επωδός στο βιβλίο του αγαθού γίγαντα Λένι, ο οποίος ζητά διαρκώς από τον καρδιακό του φίλο τον Τζορτζ να του επαναλάβει το όνειρο της δικής τους φάρμας ξανά και ξανά.

 

Ο μικρόσωμος μα πανέξυπνος Τζορτζ και ο αγαθούλης γίγαντας, ο Λένι, είναι δυο εργάτες πλάνητες στην Αμερική τον καιρό του μεσοπολέμου, οι οποίοι αναζητούν εργασία με σκοπό να μπορέσουν να μαζέψουν, επιτέλους, ένα γερό κομπόδεμα προκειμένου να αποκτήσουν κάποτε τη γη που ονειρεύονται. Μόλις έχουν δραπετεύσει από μία φάρμα για να γλιτώσουν τους μπελάδες στους οποίους τους έβαλε, κατά λάθος, η αγαθοσύνη του Λένι. Βρίσκουν αμέσως δουλειά σε μία άλλη φάρμα, όμως εκεί η όμορφη γυναίκα του μοχθηρού γιου του αφεντικού, του Κέρλι, θα τους βάλει εκ νέου σε μπελάδες…

 

Το βιβλίο  περιέχει πανέμορφες περιγραφές της αμερικανικής φύσης, η οποία στέκει ασυγκίνητη και ανεπηρέαστη μπροστά στο δράμα των ανθρώπων που εκτυλίσσεται γύρω της. Η γραφή του εντάσσεται στο ρεύμα του νατουραλισμού με τους διαλόγους να είναι, πράγματι, άκρως ρεαλιστικοί και να αποτυπώνουν το πνεύμα των ταλαιπωρημένων εργατών της γης. Πρόκειται για μία συγκινητική ιστορία «διαψευσμένων ονείρων», όπως μας λέει ο μεταφραστής στο επίμετρο στο τέλος του βιβλίου. Είναι ένα βιβλίο για το αμερικανικό όνειρο και, αναντίρρητα, ένα από τα αριστουργήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα,  το οποίο διαψεύδει κατηγορηματικά τη θέση ότι η κλασική λογοτεχνία έρχεται, κάποιες φόρες, κάπως «βαριά» στα στομάχια των σύγχρονων αναγνωστών. Πάνω από όλα, πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο παραμένει πάντοτε επίκαιρο, αφού οι φτωχοί και ταλαιπωρημένοι άνθρωποι δεν σταματούν ποτέ να ελπίζουν στο όνειρο μιας καλύτερης ζωής, σε οποιαδήποτε εποχή και τόπο κι αν ζήσουν.

Ατίκ Ραχίμι, η πέτρα της υπομονής, εκδ. Πατάκη, 2024

 

Ένα βιβλίο πραγματικά συγκλονιστικό το οποίο εξιστορεί την πικρή αλήθεια για τις γυναίκες που διαβιούν κάτω από συντηρητικό ισλαμικό καθεστώς είναι το βιβλίο του Αφγανού συγγραφέα Ατίκ Ραχίμι, γεννημένου στην Καμπούλη το 1962. Το εν λόγω βιβλίο τιτλοφορείται «η πέτρα της υπομονής»  και βραβεύτηκε με το βραβείο Goncourt το 2008. Ο συγγραφέας σήμερα ζει στη Γαλλία και ασχολείται με τη συγγραφή και με το γύρισμα τηλεοπτικών ντοκιμαντέρ.

 

Το πόνημά του αποτελεί την προσωπική μαρτυρία-καταγραφή και μία εκ βαθέων κατάθεση ψυχής μιας γυναίκας στο εμπόλεμο Αφγανιστάν  της οποίας ο άνδρας βρίσκεται σε κώμα. Βέβαια, να τονίσουμε εδώ ότι η ιστορία αυτή θα μπορούσε να είχε λάβει χώρα, όπως μας λέει ο ίδιος ο συγγραφέας, στο Αφγανιστάν ή και οπουδήποτε αλλού. Με την οικουμενική αυτή διακήρυξη ο συγγραφέας αποσκοπεί στο να δώσει φωνή σε όλες τις καταπιεσμένες γυναίκες που ζουν υπό στυγνά ισλαμικά καθεστώτα και αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας και ως «αναπαραγωγικές και ηδονικές μηχανές του σε» οπουδήποτε στη γη. Επομένως, δεν υπάρχει καμία αναφορά σε υπαρκτό τόπο και χρόνο, παρά μόνο η στυγνή πραγματικότητα του πολέμου, των βομβαρδισμών και των εισβολών στα σπίτια από τους στρατιώτες που κυκλοφορούν στους δρόμους. Η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια των πολιτών σε καιρό πολέμου είναι δεδομένη και αυτή η «πολεμική αύρα» διατρέχει κάθε μία από τις σελίδες του βιβλίου, μαζί με την κραυγή οργής, αγωνίας και αποδοκιμασίας της γυναίκας για την τάση των ανδρών να εξουσιάζουν τις γυναίκες μέσω της σεξουαλικής πράξης.

 

Η δίχως ταυτότητα γυναίκα αυτή –η οποία παραμένει σκοπίμως ανώνυμη, αφού ο συγγραφέας δεν θέλει να την ταυτίσει με καμία εθνικότητα, αλλά να δώσει στον πόνο της οικουμενικό χαρακτήρα- ξενυχτά στο πλευρό του άνδρα της τον οποίο φροντίζει μετά από τον τραυματισμό του στον αυχένα από σφαίρα που τον ρίχνει σε κώμα. Σταδιακά, η γυναίκα αρχίζει να του εξομολογείται-αφού γνωρίζει ότι, ακόμη κι αν ο άνδρας την ακούει, δεν μπορεί  να αντιδράσει-όλες τις ταπεινώσεις που η ίδια είχε υποστεί στο πλάι του ως σύζυγός του, από τη μητέρα του αλλά και, κυρίως, από τον ίδιο, αλλά και όλες τι πληγές της παιδικής ηλικίας που κουβαλά εξαιτίας ενός αυταρχικού μισογύνη και ισλαμιστή βίαιου πατέρα.

 

Η γυναίκα φτάνει στη λύτρωση με αυτή της την εξομολόγηση, ενώ το δράμα της εμπόλεμης πόλης ξετυλίγεται γύρω της. Το φινάλε της ιστορίας αυτής, όμως, θα είναι απρόβλεπτο και όχι αυτό που περιμένει ο αναγνώστης. Το συμπέρασμα είναι ότι, τελικώς, οι γυναίκες παντού στη γη έχουν υποφέρει πολύ στον κόσμο εξαιτίας των θρησκειών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες οι μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες, δηλαδή τόσο ο χριστιανισμός, ο ιουδαϊσμός και ιδίως το ισλάμ, αλλά και ο ινδουισμός έχουν επιφυλάξει στις γυναίκες θέση κατώτερη από εκείνη του άνδρα στην πλάση και δίνουν στους άνδρες το δικαίωμα να τις εξουσιάζουν.

 

Ένα βιβλίο αιχμηρό σαν λεπίδα ξυραφιού που προορίζεται να ταράξει τα νερά και όχι να χαϊδέψει αυτιά. Η γλώσσα στην οποία εξομολογείται γ ανώνυμη γυναίκα είναι ειρωνική ,κοφτερή και αγωνιώδης, η κραυγή μιας γυναίκας που επιτέλους καταφέρνει να πει όσα κρατούσε μέσα της όλα τα χρόνια της μέχρι τώρα ζωής της. Απλά εξαιρετικό.

Νανά Σκαρτσίλα, Οι ρίζες του μανδραγόρα, εκδ. 24 γράμματα

 


 

Η απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών και συγγραφέας Νανά Σκαρτσίλα γεννήθηκε στο Αίγιο και ζει στην Αθήνα. «Οι ρίζες του μαδραγόρα» είναι το τρίτο μυθιστόρημα που προσφέρει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Πρόκειται για την εξιστόρηση της ζωής  μιας κάπως ασυνήθιστης κοπέλας, της Ιουλίας.

 

Η ζωή της έρχεται τα πάνω κάτω όταν ανακαλύπτει μετά τον θάνατο των γονιών της, ότι ήταν υιοθετημένη, σε ηλικία δεκαοκτώ μόλις ετών. Ξεκινά, επομένως, την αναζήτηση της βιολογικής μητέρα της στην Ουγγαρία και του πατέρα της στην Πορτογαλία. Στην Ουγγαρία, στην όμορφη πόλη του Σίοφοκ, κοντά στη λίμνη Μπάλατον, η Ιουλία, εκτός από το μυστικό της καταγωγής της, θα ανακαλύψει και τον έρωτα στο πρόσωπο του γοητευτικού Λάιου. Όμως, ο άνθρωπος αυτός δεν είναι τελικά αυτός που φαίνεται και η Ιουλία θα βρεθεί και πάλι πίσω στην Αθήνα έχοντας γλιτώσει κυριολεκτικά από του χάρου τα δόντια. Πίσω στην Αθήνα θα προσπαθήσει να γιατρέψει τις πληγές της με τη λογοτεχνία και θα γίνει πετυχημένη συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Μέσα από τη συγγραφή η Ιουλία ξαναβρίσκει τον εαυτό της.

 

«Γιατί ο γραπτός λόγος διαθέτει ισχύ. Μπορεί να προξενήσει ευρύ φάσμα συναισθημάτων σε έναν άνθρωπο: να τον κάνει να γελάσει, να κλάψει, να οργιστεί, να τον αγγίξει χωρίς να τον πονέσει. Μπορεί ακόμα να τον κάνει να αλλάξει κοσμοθεωρία, να ασπαστεί ιδέες, να πεθάνει για αυτές. Μερικές φορές μπορεί να περιέχει περισσότερα εκρηκτικά απ’ ότι ο αποθήκες πυρομαχικών του Στρατού. Επιπλέον, βοηθάει τον δημιουργό να αισθάνεται πληρότητα».

 

 Πάλι όμως, κάτι θα της λείπει από τη ζωή της…  Μοναχική και εσωστρεφής, θα αποφασίσει να ταξιδέψει και στην Πορτογαλία προκειμένου να ανακαλύψει την ταυτότητα του πατέρα της, αλλά και να ανακτήσει τη χαμένη της έμπνευση. Εκεί θα ζήσει έναν  έτερο έρωτα στο πρόσωπο του Φερνάο, τον οποίο θα χάσει, όμως, μόνης της μέσα από τα χέρια της και εξαιτίας δικού της φταιξίματος.

 

Πίσω στην Αθήνα, θα ανακαλύψει, άθελά της,  ένα μυστικό που βαραίνει την οικογένειά της, ένα μυστικό που της στερεί την ευτυχία. Θα καταφέρει, εν τέλει, να ανακαλύψει τον πραγματικό της εαυτό;

 

Η συγγραφέας μας ταξιδεύει επιδέξια στην Ουγγαρία, στην Πορτογαλία, αλλά και στην Αθήνα των αρχών του περασμένου αιώνα με τις σουφραζέτες, το γλωσσικό ζήτημα, την Καλιρρόη Παρρέν και τους βαλκανικούς πολέμους. Η ιστορία της περιέχει πολλές ανατροπές και ένα  φανταστικό ταξίδι στον χρόνο. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι ένα βιβλίο με πολλά διαφορετικά σκηνικά και πολλές εναλλαγές που θίγει πολλά θέματα και κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Τρίτη 30 Ιουλίου 2024

Δώρος Αντωνιάδης, Το μέλλον (δεν) μπορεί να περιμένει, εκδ. Καστανιώτης noir, 2024

 

Ο Κύπριος συγγραφέας Δώρος Αντωνιάδης δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος στον λογοτεχνικό στίβο.  Γεννήθηκε στη Λευκωσία, κατοικεί, όμως, στην Αθήνα, ενώ το πρώτο του βιβλίο, ένα αστυνομικό θρίλερ, με τίτλο «Στο μάτι του ταύρου» που κυκλοφόρησε το 2015 είχε βρεθεί στη λίστα πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα  της Εταιρείας Συγγραφέων. Τα δύο επόμενα μυθιστορήματά, επίσης αστυνομικά μυθιστορήματα, του με τίτλο «Memento mori» το 2018 και «ΚεχριBARI» το 2021 συμπεριλήφθησαν και αυτά στις βραχείες λίστες των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας της Κύπρου. Επιπλέον, δύο από τα βιβλία του συγγραφέα έχουν μεταφραστεί στην αλβανική γλώσσα, ενώ έχει συμμετάσχει σε συλλογικό τόμο διηγημάτων με τίτλο Ελληνικά εγκλήματα.

 

Επομένως, ο Αντωνιάδης είναι αρκετά έμπειρος στη συγγραφή αστυνομικών μυθιστορημάτων. Το παρόν πόνημά του, το τέταρτο στη σειρά, αποτελεί ένα πρωτότυπο και κάπως περίπλοκο, ομολογουμένως, βιβλίο αστυνομικού θρίλερ με αρκετά στοιχεία νουάρ λογοτεχνίας. Ο αναγνώστης ενδέχεται να μπερδευτεί κατά την ανάγνωση των πρώτων κεφαλαίων, ιδίως αν δεν είναι έμπειρος στην ανάγνωση αστυνομικών μυθιστορημάτων. Στην πορεία, όμως, καθώς κυλά η υπόθεση, όλα θα ξεκαθαρίσουν και το φινάλε θα τους αποζημιώσει. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε ότι το ζητούμενο στην αστυνομική λογοτεχνία είναι να διατηρηθεί το μυστήριο μέχρι το τέλος…

 

Το βιβλίο αποτελεί ένα διηνεκή διάλογο του παρελθόντος με το παρόν, καθώς και της εναλλαγής σε διαφορετικά περιβάλλοντα, της Ελλάδας- Αθήνα- και της Κύπρου-Λευκωσία, Λάρνακα. Όπως όλα τα βιβλία του συγγραφέα, η υπόθεση χαρακτηρίζεται από πολλές ανατροπές, εκπλήξεις, αλλά και δισεπίλυτους γρίφους.

 

Έτσι, υπάρχει ένας άνδρας, αγνώστων στοιχείων, ο οποίος βρίσκεται σε ένα νοσοκομείο της Αθήνας και ξυπνάει ξαφνικά από κώμα. Κάποιος τον είχε πυροβολήσει στο κεφάλι, όμως δεν θυμάται τίποτε προκειμένου να διαφωτίσει τους αστυνομικούς που ασχολούνται με την υπόθεση. Μήπως όμως κάποιος προσπαθεί και πάλι να τον βγάλει από τη μέση;

 

Ενώ αυτά συμβαίνουν σε παρελθόντα χρόνο, στο παρόν ένα αυτοκίνητο προσκρούει σε ένα σταματημένο λεωφορείο πάνω στην Εθνική οδό Λευκωσίας-Λάρνακας. Ο οδηγός του σκοτώνεται και ο οδηγό του λεωφορείου οδηγείται για ανάκριση προκειμένου να διαπιστωθεί ο λόγος για τον οποίο το όχημά του σταμάτησε έτσι ξαφνικά μέσα στον αυτοκινητόδρομο. Όπως και ο αγνώστων στοιχείων άνδρας κατά το παρελθόν, περιέργως και αυτός ο άνδρας φέρει μία τρύπα στο κρανίο του.

 

Σε παρόντα χρόνο στη Λευκωσία ένας άλλος άνδρας, διεφθαρμένος και «υπάλληλος» της ρωσικής μαφίας νοσηλεύεται σε νοσοκομείο. Αναζητά εναγωνίως ένα πολύτιμο δέμα προκειμένου να μπορέσει να εκβιάσει το αφεντικό του και να σωθεί από Αλβανούς τοκογλύφους που τον κυνηγούν ανελέητα.

 

Και τέλος, ο αστυνομικός Πέτρος Ελευθεριάδης έχει χάσει την αγαπημένη του γυναίκα εδώ και πολλά έτη και ποτέ δεν έπαψε να την αναζητά εναγωνίως. Πού θα τον οδηγήσουν οι έρευνές του; Μήπως η γυναίκα του βρίσκεται στην Κύπρο; Μία ιδιωτική κλινική που προμηθεύει με μη εγκεκριμένα φάρμακα τους VIP πελάτες της φαίνεται πως έχει την απάντηση….

 

Το κουβάρι όλων αυτών των, φαινομενικά ετερόκλητων μεταξύ τους, ιστοριών είναι εξαιρετικά μπλεγμένο και ο συγγραφέας καλείται να το ξεμπερδέψει με μεγάλη μαεστρία.  Γρήγορο, με ανατροπές, πολλές αναγνωστικές εκπλήξεις και άφθονους διαλόγους το βιβλίο αυτό αποτελεί την καλύτερη πρόταση για τους λάτρεις των αστυνομικών μυθιστορημάτων.

 

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2024

Τανέρ Μπαϊμπάρς, Ξεριζωμένος από τόπο μακρινό, Εικόνες μιας αυτοβιογραφίας, εκδ. Βακχικόν

 

Στο έτος που διανύουμε, στο οποίο θυμόμαστε τη θλιβερή επέτειο των πενήντα χρόνων από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ένα μυθιστόρημα που μας περιγράφει τη ζωή των Τουρκοκυπρίων στο νησί, της «άλλης» δηλαδή πλευράς, είναι κάτι παραπάνω από επίκαιρο.

 

Οι αναμνήσεις επομένως του Τουρκοκύπριου ποιητή και συγγραφέα Τανέρ Μπαϊμπάρς, ο οποίος έζησε από το 1936 μέχρι και το 2010 περιγράφονται με πάσα λεπτομέρεια στο βιβλίο του με τον τίτλο «Ξεριζωμένος από τόπο μακρινό, Εικόνες μιας αυτοβιογραφίας». Ο Μπαϊμπάρς έζησε επίσης στη Μεγάλη Βρετανία, όπου υπηρέτησε και στη Βασιλική Πολεμική Αεροπορία (RAF). To 1988 μετοίκισε στη Γαλλία, όπου τον βρήκε τελικά ο θάνατος το 2010. Ο Μπαϊμπάρς είχε εκδώσει και ποιήματα γραμμένα όχι μόνο στην τουρκική, αλλά και την ελληνική γλώσσα. Το παρόν πόνημα είναι το δεύτερο από τα μυθιστορήματά του.

 

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει για τον αναγνώστη το γεγονός ότι η ζωή Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων στο νησί παρουσίαζε περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές. Θα έλεγε κανείς ότι, κυριολεκτικά,  το μοναδικό πράγμα που χώριζε τις δύο κοινότητες και επέφερε την όποια, ας πούμε, δυσπιστία στις μεταξύ τους σχέσεις, ήταν η θρησκεία. Κατά τα άλλα, σε πολλά σημεία ο αναγνώστης μπορεί κάλλιστα να ξεχαστεί και να θεωρήσει ότι διαβάζει τις αναμνήσεις από την παιδική ηλικία ενός Ελληνοκύπριου.

 

Ο Μπαϊμπάρς μεγάλωσε σε ένα χωριό κοντά στην Κερύνεια, στη Βόρεια Κύπρο, στο κομμάτι που ανήκει σήμερα  στα κατεχόμενα. Οι αναμνήσεις που μας περιγράφει στο βιβλίο του ξεκινούν από την ηλικία των δύο ετών και φτάνουν μέχρι και τα τελευταία μαθητικά του χρόνια. Οι επισκέψεις της οικογένειας στη γειτονική Λευκωσία ήταν συχνές, κατά τα άλλα όμως κυριαρχούν οι εκόνες της φύσης, της αγροτικής ζωής, αλλά και των εθίμων του ισλάμ, όπως το Ραμαζάνι και το Κουρμπάν Μπαϊράμι.

 

Στο βιβλίο υπάρχουν και κάποιες αναφορές στον Μουσταφά Κεμάλ, στις ταραγμένες σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων, αλλά και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μία περίοδος κατά την οποία η Τουρκία έμεινε μεν ουδέτερη, όχι όμως και το νησί της Κύπρου που ανήκε τότε στους Άγγλους.

 

Το βιβλίο έχει περιγραφικό και αποσπασματικό χαρακτήρα στις περιγραφές του. Ο συγγραφέας εστιάζει, δηλαδή, σε κάποια επεισόδια της ζωής του τα οποία θεωρεί ότι παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον για να τα διηγηθεί στους αναγνώστες του. Οι περιγραφές του είναι λεπτομερέστατες, καμιά φορά δε και συναισθηματικές, ενώ ο συγγραφέας δεν διστάζει να εκφέρει και κρίσεις, σχόλια όπου το θεωρεί απαραίτητο.

 

Ένα βιβλίο διαφορετικό, μα και εξαιρετικά επίκαιρο το οποίο θα μας προσφέρει και τη θέαση της «άλλης» πλευράς, την οποία συνήθως ηθελημένα τείνουμε να αγνοούμε.

 


Herman Hesse, Γερτρούδη, εκδ. Διόπτρα

  Μπορεί το πιο διάσημο έργο του Έσσε να μην είναι η «Γερτρούδη»,- για κάποιους είναι ο «Σιντάρτα» για κάποιους άλλους «Ο λύκος της στέπας κ...