Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Γιώργος Πατσίδης, Ο τόπος των Θεών, εκδ. Πνοή

 

Για τους Πομάκους της Ξάνθης

 

Η μουσουλμανική μειονότητα των Πομάκων της Ξάνθης και η προσπάθεια προσδιορισμού της ως «τουρκικής» από τη γείτονα χώρα αποτελεί ένα γνωστό θέμα για τους Θρακιώτες και τους Μακεδόνες, αλλά οι υπόλοιποι Έλληνες συνήθως δεν το γνωρίζουν καν. Αν και έχει χυθεί αρκετό μελάνι στην ιστοριογραφία σχετικά με το μυστήριο της προέλευσης της καταγωγής και της γλώσσας τους, εντούτοις, ελάχιστα μυθιστορήματα έχουν ασχοληθεί με το ευαίσθητο αυτό θέμα. Το μυθιστόρημα με τίτλο «Ο τόπος τω Θεών» του Γιώργου Πατσίδη, δάσκαλου και συγγραφέα από τη Ζαρκαδιά Ξάνθης, αποτελεί μία εξαίρεση  στον κανόνα.

            Πρόκειται για ένα πόνημα που προσεγγίζει με κάθε ευαισθησία, αλλά και ρεαλισμό το εν λόγω ζήτημα, ενώ προσφέρει, παράλληλα, και μια ενδιαφέρουσα πλοκή, η οποία διαδραματίζεται σε δύο διαφορετικούς αφηγηματικούς χρόνους, στην περίοδο της βουλγαρικής κατοχής της Θράκης κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και, μεταπολεμικά, στα τέλη του εικοστού αιώνα.

            Στο πρώτο μέρος του βιβλίου παρακολουθούμε τον Ορέστη, Καθηγητή χημείας και σπουδαγμένο στο Λονδίνο, να επιστρέφει στη γενέτειρά του την Ξάνθη με σκοπό να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί ως Καθηγητής στην πολυτεχνική Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου της Θράκης. Εκεί θα γνωρίσει τη Γκιουνές, την πομάκα κόρη της Νουρσέν, η οποία είναι μία μαχόμενη για τα δικαιώματα της φυλής της δασκάλα. Η Γκιουνές συνάπτει δεσμό με τον Ορέστη, η σχέση αυτή, όμως, μεταξύ δύο αλλοθρήσκων, καταδικάζεται από όλους. Το ειδύλλιο λήγει εν τέλει άδοξα με τη μυστηριώδη και άδικη δολοφονία της Γκιουνές.

Ποιος σκότωσε τη Γκιουνές; Έχει άραγε η δολοφονία της σχέση με τη δράση της υπέρ της φυλής της, με τη σχέση της με έναν αλλόθρησκο ή μήπως κρύβεται από πίσω κάποιο καλά θαμμένο οικογενειακό μυστικό;

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται στο παρελθόν, στα ορεινά και πανέμορφα Πομακοχώρια-και πιο συγκεκριμένα στο φανταστικό χωριό Ορεινό- κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και του Εμφυλίου. Εκεί θα γνωρίσουμε τους προγόνους της Γκιουνές και της Νουρσέν, καθώς και την τραγική ιστορία της ίδιας της Νουρσέν που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό της εξαιτίας μίας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίο επανερχόμαστε στο παρόν και λύνεται το μυστήριο της δολοφονίας της Νουρσέν.

Το μήνυμα που θέλει ο συγγραφέας να περάσει στους αναγνώστες του μπορεί να συνοψιστεί σε μία από τις τελευταίες φράσεις του βιβλίου:

«Πώς να διαχειριστείς την όποια ελευθερία σου όταν οι επιλογές σου καθορίζονται σε μέγιστο βαθμό από τους άλλους;» Διατηρούμε άραγε οι ίδιοι την ελευθερία των επιλογών μας ή τελικά υποτασσόμαστε στους κανόνες και τις επιταγές της κοινωνίας;

           

 


Ιγνάτης Χουβαρδάς, Γδύνομαι, ντύνομαι, γδύνεται, εκδ. Μπιλιέτο

 

Συλλογή πεζών κειμένων- και όχι απαραίτητα διηγημάτων ονομάζει ο συγγραφέας Ιγνάτιος Χουβαρδάς ένα από τα τελευταία του πονήματα με τον ευφυέστατο και πρωτότυπο τίτλο «Γδύνομαι, ντύνομαι, γδύνεται», έναν τίτλο που παραπέμπει ευθέως σε ερωτικές συνδηλώσεις, ιδιαίτερα αν συνδυαστεί με το σχέδιο στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Πράγματι, δια του λόγου το αληθές, ένα μεγάλο μέρος των κειμένων που ανθολογούνται στη συλλογή έχει ερωτικό περιεχόμενο. Θα λέγαμε, δηλαδή, ότι ο έρωτας και η σχέση του ανδρικού φύλλου με το γυναικείο γενικότερα είναι ένα από τα βασικά θέματα που απασχολεί τον συγγραφέα στο παρόν πόνημα. Έτερα θέματα που θίγονται στα διηγήματα-δοκίμια του βιβλίου είναι ο θάνατος, η αναπόφευκτη μελαγχολία που νιώθουμε καθώς μεγαλώνουμε και εντείνεται με το πέρασμα του χρόνου, οι αναμνήσεις της νιότης μας και οι περίπλοκες ανθρώπινες σχέσεις. Και ο περιβάλλοντας χώρος, όμως, καταλαμβάνει ένα πολύ σημαντικό μέρος στα κείμενα του Χουβαρδά: το αστικό τοπίο και ιδιαίτερα αυτό της Θεσσαλονίκης και της πόλης όπου κατοικεί, της Κομοτηνής.

«Επίσης είναι ψέμα εκείνα τα ερωτικά τιτιβίσματα της φοιτήτριας, ένα δάνειο από τα φοιτητικά του χρόνια, πολύ παλιά δηλαδή, μια αίσθηση που του έμεινε, ιδιαίτερα δυνατή, αφροδισιακή θα έλεγε. Την επιστράτευσε για να πείσει τον εαυτό του ότι η τωρινή του μοναξιά έχει ένα άρωμα ελευθερίας. Είναι ψέμα λοιπόν ο Δημήτρης. Είναι ψέμα και η ερωτική ανάσα της φοιτήτριας στο σκοτάδι. Το πάρτι όμως από τον φωταγωγό συνέβη. Κι όλα τα υπόλοιπα είναι μια αβάσταχτη αλήθεια. Η μετακόμιση, δηλαδή, η νέα γειτονιά με τους στενούς αγέλαστους δρόμους, η μοναξιά, ο πόνος του χωρισμού, τα λάθη του, η αγωνία να ξαναβρεί το κουράγιο να σταθεί όρθιος».

Το συγκεκριμένο απόσπασμα από το κείμενο με τίτλο «Η μετακόμιση», πέρα από την ερωτική αχλή   που αυτό περιέχει, προδίδει και όλη την αναπόφευκτη μοναξιά  του αστικού τοπίου και ιδιαίτερα της μεγαλούπολης. Πέρα από αυτά, όμως, ολοφάνερη είναι η χρήση μιας καλοδουλεμένης γλώσσας και ενός πολύ ιδιαίτερου αφηγηματικού ύφους που καταφέρνει να φτιάξει ατμόσφαιρα στον νου των αναγνωστών και να του δημιουργήσει συνειρμικές εικόνες. Ο λόγος του Χουρβαδά είναι λυρικός, αγγίζοντας πολλές φορές τα όρια της ποίησης-ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι ο συγκεκριμένος συγγραφέας είναι και ποιητής. Κάποια από τα κείμενα είναι κατασκευασμένα σε φόρμα μικροδιηγήματος, άλλα από αυτά είναι αφηγηματικά και περικλείουν, προφανώς, και προσωπικές εμπειρίες και αναμνήσεις του συγγραφέα από τη Θεσσαλονίκη- και την Κομοτηνή ενίοτε- και άλλα από αυτά διατηρούν ένα περισσότερο δοκιμιακό χαρακτήρα, αποτελώντας περισσότερο καταγραφές σκέψεων του ίδιου του δημιουργού. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Χουβαρδάς παρατηρεί πολύ προσεκτικά τα πάντα γύρω του και ότι αυτές τις σκέψεις και τις παρατηρήσεις  μεταφέρει τελικά στο χαρτί.

Μανόλης Γερ. Βαρβούνης, Χριστούγεννα, Πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου, εκδ. Ακρίτας

 

«Ελληνικά λαϊκά έθιμα και διηγήματα των Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και Αλέξανδρου Μωραΐτη»

 

 

            Μία μελέτη που επικεντρώνεται στο Δωδεκαήμερο καταθέτει στον λογοτεχνικό στίβο ο Καθηγητής Λαογραφίας στο τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Μανόλης Βαρβούνης. Ο καθηγητής μας μεταφέρει με ενάργεια τα έθιμα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας που σχετίζονται με το Δεωδεκαήμερο, δηλαδή τις τρεις μεγάλες εορτές της Ορθοδοξίας, των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Θεοφανείων. Να θυμίσουμε εδώ ότι ως Δωδεκαήμερο ορίζεται στη λαϊκή παράδοση η περίοδος ανάμεσα στα Χριστούγεννα και τα Φώτα, κατά την οποία ο λαός πίστευε παλαιότερα ότι οι καλικάντζαροι γύριζαν ελεύθεροι στη γη κάνοντας κάθε είδους σκανταλιές, έως ότου εξαφανιστούν από την επιφάνεια της γης με τον αγιασμό κατά την παραμονή των Θεοφανείων.

Η  περίοδος αυτή, ουσιαστικά δηλαδή, η περίοδος του Χειμερινού Ηλιοστασίου, ήταν εξίσου σημαντική και εορταζόταν και κατά τα αρχαία χρόνια με μία πληθώρα εορτών. Πιο συγκεκριμένα, γράφει ο Μανόλης Βαρβούνης στο βιβλίο του απαριθμώντας τις εορτές των τελών του Δεκέμβρη και των αρχών του Ιανουαρίου: « Περί τις 17 Δεκεμβρίου οι αρχαίοι εόρταζαν τα Σατουρνάλια, στις 25 Δεκεμβρίου πανηγύριζαν τα Βρουμάλια, την 1η Ιανουαρίου πανηγύριζαν τις Καλένδες, στις 3 Ιανουαρίου γιορτάζονταν τα Βότα ή Βοτά, στις 4 Ιανουαρίου τα Λαρεντάλια και στις 7 Ιανουαρίου τιμούσαν τον Ιανό. Την ίδια περίοδο, δηλαδή στις χειμερινές τροπές του ήλιου, ο αρχαίος κόσμος πανηγύριζε έναν από τους μεγαλύτερους και σπουδαιότερους θεούς του, τον Μίθρα».

Είναι αλήθεια, επομένως, ότι η χριστιανική Εκκλησία αδυνατώντας να ξεριζώσει όλες αυτές τις εξαιρετικά γερά εδραιωμένες παγανιστικές εορτές, κατάφερε να τις ενσωματώσει όλες και να τις αντικαταστήσει με το τρίπτυχο του Δωδεκαήμερου. Βέβαια, πολλά από τα έθιμα τα οποία απαριθμεί εδώ ο Βαρβούνης έχουν παγανιστική προέλευση, όπως τα κάλαντα που ψάλλονται στις παραμονές των τριών μεγάλων εορτών του Δωδεκαήμερου, αλλά και οι μεταμφιέσεις που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα. Οι πιο γνωστές από αυτές είναι οι «Μωμόγεροι», ένα έθιμο που αναβιώνει από τους Πόντιους, αλλά και τα περίφημα «Ραγκουσάρια» στη Θεσσαλία.

Όλα αυτά, και άλλα πολλά, γνωστά και μη στο ευρύ κοινό, τα αναφέρει ο συγγραφέας στο βιβλίο του, ταξιδεύοντάς μας με αυτόν τον τρόπο στα παλιά χρόνια και στον τρόπο που γιόρταζαν οι αγροτοκτηνοτροφικές ελληνικές κοινωνίες τις τρεις μεγάλες αυτές εορτές της χριστιανοσύνης. Σήμερα πολλά από αυτά τα έθιμα έχουν πια εκλείψει με τον σύγχρονο αστικό τρόπο ζωής, όπως για παράδειγμα η μεταφορά του «αμίλητου» νερού από τη βρύση του χωριού από τις γυναίκες το πρωί της Πρωτοχρονιάς.  Άλλα πατρογονικά έθιμα έχουν εκτοπιστεί από την επικράτηση εθίμων από τη δυτική Ευρώπη και τον αγγλοσαξονικό κόσμο, όπως για παράδειγμα το στόλισμα του χριστουγεννιάτικου δέντρου, αντί ενός καραβιού, ένα έθιμο με προέλευση από τη Χίο. Κάποια άλλα παραδοσιακά έθιμα συνυπάρχουν, πλέον, μαζί με τα δυτικά. Μπορεί δηλαδή να μην σφάζουμε χοίρους πια τα Χριστούγεννα-τα περίφημα «χοιροσφάγια» των παλιών, αλλά στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι μας πολλές φορές συνυπάρχει η γαλοπούλα με το χοιρινό.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου, λοιπόν, είναι αφιερωμένο στα έθιμα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, ενώ το δεύτερο περιλαμβάνει διηγήματα των Παπαδιαμάντη και Μωραΐτη, αλλά και την παράθεση καλάντων από διάφορα μέρη της χώρας.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο που απευθύνεται σε όλους και μπορούμε άνετα να το δωρίσουμε στους αγαπημένους μας κατά την περίοδο των εορτών.

Εύα Λεοντιάδου, Ξύπνα, σ' αγαπώ, εκδ. Βακχικόν

 

            Μετά το εξαιρετικά πρωτότυπο μυθιστόρημά της με τίτλο «Η ελευθερία της Ελευθερίας», η Κύπρια συγγραφέας Εύα Λεοντιάδου επανεκδίδει το πρώτο της μυθιστόρημα και πάλι από τις εκδόσεις Βακχικόν με τίτλο «Ξύπνα σ’ αγαπώ». Η Εύα Λεοντιάδου γεννήθηκε στη Λευκωσία και διακρίθηκε με έπαινο στον 14ο Διαγωνισμό Ποίησης και Πεζογραφίας Στοχασμού «Των θαλασσών τα λόγια» του Συνδέσμου Πολιτισμού Κύπρου.

            Σε αντίθεση με το πρώτο της μυθιστόρημα που έχει χαρακτηριστικά αστυνομικού βιβλίου μυστηρίου, το «Ξύπνα σ’ αγαπώ» είναι μία καθαρά ερωτική ιστορία. Πρόκειται για τον σφοδρό έρωτα που αναπτύχθηκε μεταξύ της Ματίνας από την Καλαμάτα, φοιτήτριας στη Φιλολογία του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και στον Βαγγέλη, γιο γνωστού και πολύ επιτυχημένου επιχειρηματία της Αθήνας στα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Οι δύο νέοι γνωρίζονται εντελώς τυχαία με χιουμοριστικό τρόπο, την πρώτη κιόλας μέρα που η Ματίνα πατάει το πόδι της στην πρωτεύουσα. Στη συνέχεια θα χαθούν, αφού εκείνη η πρώτη τους συνάντηση θα είναι εντελώς τυχαία και θα κάνουν αρκετό καιρό έως ότου ξαναβρεθούν. Θα καταφέρουν να ξανασυναντηθούν στην αχανή πρωτεύουσα και να γίνουν ζευγάρι μέχρι η μοίρα να τους χωρίσει και πάλι. Ο έρωτάς τους θα είναι σφοδρότατος και κεραυνοβόλος από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους και θα είναι αυτός που τελικά θα καταφέρει να τους ξαναενώσει, για πάντα αυτή τη φορά-ή μήπως όχι; Κοντά τους και οι κολλητοί τους, η Φωτεινή, η συγκάτοικος της Ματίνας, και ο Φανός, ο παιδικός φίλος του Βαγγέλη,  θα δεθούν κι αυτοί με τα δεσμά του έρωτα.

Το μυθιστόρημα είναι ανάλαφρο και διαβάζεται ευχάριστα και εύκολα μιας και πρόκειται για μία δυνατή ερωτική ιστορία. Πέρα από τη σχέση της Ματίνας και του Βαγγέλη, στην οποία εστιάζει η συγγραφέας, στο βιβλίο παρουσιάζονται και όψεις της φοιτητικής ζωής στην Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του 1970, αλλά και όψεις της ζωής στην επαρχία την ίδια περίοδο.

Παράλληλα, η συγγραφέας αξιοποιεί μυθιστορηματικά με έξυπνο τρόπο και ένα σημαντικό γεγονός της δεκαετίας του 1980, και πιο συγκεκριμένα τον μεγάλο σεισμό της Καλαμάτας στις 13 Σεπτεμβρίου του 1986,  ο οποίος στοίχισε τη ζωή σε είκοσι περίπου ανθρώπους.

Συγχρόνως παίζει με την ιδέα της Μοίρας και του Πεπρωμένου, αφού τόσο οι ίδιοι της οι ήρωες, αλλά και η συγγραφέας φέρεται να αναρωτιούνται διαρκώς: θα ξαναβρεθούμε; Άραγε είναι γραφτό να είμαστε μαζί ή όχι; Θα αντέξει ο έρωτάς τους τις δυσκολίες που η ζωή θα σπείρει στον διάβα τους;

«Η Ματίνα σήκωσε το κεφάλι και τα βλέμματά τους συναντήθηκαν. Και κάπου εκεί σαν να πάγωσε η εικόνα. Σαν να πάτησε κάποιος παύση. Δεν ήταν όμως παύση. Όλα γύρω τους κινούνταν. Κόσμος πηγαινοερχόταν, αυτοκίνητα κόρναραν, όλα έδειχναν να λειτουργούν κανονικά.

Οι δυο τους όμως έμειναν ακίνητοι στην ίδια στάση. Ο άγνωστος άντρας όρθιος με το ένα χέρι τεντωμένο σαν να ήταν έτοιμος για χειραψία, η Ματίνα καθισμένη στο πεζοδρόμιο σε μια λακκούβα με νερό και τα βλέμματά τους σαν μαγνήτες, δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν. Αυτά τα μάτια, ένα ζευγάρι πράσινα μάτια, την κοιτούσαν και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Ούτε ένα χαίρω πολύ. Η καρδιά της φτερούγιζε. Κοιτάζονταν αμίλητοι για μερικά δευτερόλεπτα και ήταν σαν να είπαν τόσα πολλά».


Owen Rees, Οι παρυφές του γνωστού κόσμου, εκδ. Ψυχογιός

 

Η αλήθεια είναι ότι η σύγχρονη ιστορική έρευνα έχει αναθεωρήσει πάρα πολλά πράγματα σε όλους τους τομείς της ιστορικής επιστήμης σήμερα και ότι πολλά από αυτά που μάθαμε στο σχολείο ανήκουν πλέον στη σφαίρα του μύθου. Ένα από αυτά είναι και η από χρόνια παγιωμένη αντίληψη ότι τα σύνορα του γνωστού αρχαίου κόσμου δεν ήταν μέρη στα οποία κατοικούσαν αποκλειστικά βάρβαροι και λαοί του περιθωρίου, αλλά, αντίθετα, μέρη στα οποία λάμβαναν χώρα πάμπολλες γόνιμες επαφές  και πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ Ελλήνων, Ρωμαίων και των λαών που κατοικούσαν εκεί. Αυτό είναι το θέμα που αναλύει η ιστορική μελέτη του Owen Rees, διεπιστημονικού ερευνητή στο Πανεπιστήμιο Νιούμαν του Μπέρμιγχαμ με τίτλο «Οι παρυφές του γνωστού κόσμου».

            Το θέμα αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους ιστορικούς ερευνητές, αφού, στην ουσία «ξαναδιαβάζει» τις αρχαίες πρωτογενείς πηγές και αναθεωρεί την άποψη που είχαμε όχι μόνο εμείς για τους αποκαλούμενους λαούς του περιθωρίου-όπως τους Σκύθες, για παράδειγμα-αλλά και την άποψη που είχαν οι ίδιοι οι Έλληνες ή οι Ρωμαίοι για αυτούς. Μετά από προσεκτική μελέτη των πηγών, επομένως, προκύπτει ότι οι λαοί αυτοί των συνόρων είχαν πάρα πολλές επαφές με τους Έλληνες και τους Ρωμαίους, τους οποίους

επηρέασαν και αυτοί εξίσου πολλές φορές κληροδοτώντας τους πολιτισμικά στοιχεία. Συχνά δε αποδεικνύεται ότι οι αρχαίοι συγγραφείς, όπως για παράδειγμα ο Οβίδιος, έγραφαν με προκατάληψη για τους λαούς των συνόρων.     

Ο συγγραφέας μας συστήνει κάποιες πόλεις του αρχαίου κόσμου, τις οποίες πιθανότατα δεν θα έχουμε ακούσει ξανά, πόλεις στις οποίες ζούσαν ενίοτε πολλοί Έλληνες οι οποίοι ήταν σαν «κρεολοί», δηλαδή παιδιά μεικτών γάμων και με πιο «βαρβαρικές» συνήθειες.

Πρώτος σταθμός η λίμνη Τουρκάνα στη Βόρεια Κένυα, όπως και η κοιλάδα Τζέζρεελ στη γη της Χαναάν του Ισραήλ και η πόλη Μεγγιδώ, δύο πολιτισμικά χωνευτήρια στο περιθώριο του τότε γνωστού κόσμου. Ακολούθως ταξιδεύουμε στην Ολβία, την πόλη στις όχθες του Δνείπερου, όπου κατοικούσαν Σκύθες, Σαρμάτες, Υπερβόρειοι, Αριμασποί και άλλοι άγνωστοι σε εμάς λαοί. Εν συνεχεία, η  Ναύκαρατις στην Αίγυπτο, που ήταν η πόλη στην οποία έδρασε η εταίρα Ροδώπις, από τη Ροδόπη της Θράκης, αποδεικνύει πόσο μεγάλη επιρροή είχε ο αιγυπτιακός κόσμος στον ελληνικό.

Το περίφημο τείχος του Αδριανού στη Μεγάλη Βρετανία κατά τη ρωμαϊκή εποχή, από την άλλη δεν ήταν μόνο σύνορο μεταξύ «βάρβαρων» και Ρωμαίων, αλλά τόπος γόνιμων πολιτισιμικών αλληλεπιδράσεων. Το ίδιο και η αρχαία Βολούμπιλις στο σημερινό Μαρόκο και η Καρανίς της Αιγύπτου.

Το Μπίλοκ της Ουκρανίας ήταν ένας τόπος όπου η Δύση συναντούσε την Ανατολή κατά την αρχαιότητα, όπως και τα γνωστά μας Τάξιλα στο σημερινό Πακιστάν. Η Κο Λόα του Βιετνάμ θα είναι άγνωστη, φυσικά, στους περισσότερους από εμάς, θα μας ξαφνιάσει, όμως, ευχάριστα αφού θα μας βοηθήσει να ανακαλύψουμε ότι η Νοτιοανατολική Ασία δεν είχε γνωρίσει μονάχα την κινεζική επιρροή κατά την αρχαιότητα, αφού είχαν έρθει αποδεδειγμένα σε επαφή με τον ρωμαϊκό εμπορικό κόσμο. Τέλος, το βασίλειο της Αξώμης στην Αιθιοπία με την πόλη Άδουλις της Ερυθραίας, όπου άκμαζε το εμπόριο, αποδεικνύει και πάλι τις εμπορικές επαφές που είχαν οι Ρωμαίοι με τις περιοχές των συνόρων.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία πολύ ιδιαίτερη και ξεχωριστή μελέτη που δεν πρέπει να λείπει από καμία βιβλιοθήκη ιστορικού, η οποία μας ξανασυστήνει την γνωστή Ιστορία της αρχαιότητας με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο που ποτέ δεν θα φανταζόμασταν.

 


Γιώργος Πατσίδης, Ο τόπος των Θεών, εκδ. Πνοή

  Για τους Πομάκους της Ξάνθης   Η μουσουλμανική μειονότητα των Πομάκων της Ξάνθης και η προσπάθεια προσδιορισμού της ως «τουρκικής» από...