Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Βάλια Πετούρη, Από μένα αντίο, εκδ Μίνωας

 


            Ένα πολύ πρωτότυπο και ιδιαίτερο βιβλίο αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα τα δημοσιογράφου Βάλιας Πετούρη με τίτλο «Από μένα αντίο». Το μυθιστόρημα αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί πρωτίστως ως ερωτικό, κοινωνικό και ψυχογραφικό, αλλά έχει και κάποιες ιστορικές και πολιτικές αναφορές στα γεγονότα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα.

            Επί της ουσίας, το βασικό θέμα του μυθιστορήματος είναι η ανατομία μίας σχέσης, της Μαρίνας Ρηγοπούλου και του Άλκη Δρόσου. Η Μαρίνα Ρηγοπούλου, με καταγωγή από αστική οικογένεια της Αθήνας, πηγαίνει να σπουδάσει εν έτει 1968 στη Σορβόννη, εκεί όπου διδάσκει ο διάσημος Έλληνας καθηγητής της ψυχανάλυσης, Άλκης Δρόσος, ο οποίος είναι δηλωμένος κομμουνιστής και αδυνατεί να επιστρέψει στην Ελλάδα λόγω της Χούντας που κυβερνά εκεί. Ο έρωτάς του με τη Μαρίνα θα είναι κεραυνοβόλος και σύντομα οι δυο τους θα παντρευτούν.

Με τη μεταπολίτευση θα επιστρέψουν στην Ελλάδα, όπου ο Άλκης θα ανοίξει ιατρείο και η Μαρίνα θα γίνει συγγραφέας. Η οικογένεια της Μαρίνας θα δεχτεί εγκάρδια τον Άλκη, πλην του αδελφού της Μαρίνας, του Ορέστη, ο οποίος ζηλεύει τη σχέση της αδελφής του, αφού δηλώνει παθολογικά ερωτευμένος μαζί της από όταν ήσαν οι δυο τους παιδιά. Σύντομα στη σχέση του Άλκη και της Μαρίνας θα εμφανιστούν τα πρώτα σύννεφα από την αναπόφευκτη φθορά του χρόνου στις σχέσεις, αλλά και από τις επιρροές τρίτων προσώπων, όπως του Χάρη, φίλου του Ορέστη και ερωτευμένου με τη Μαρίνα από τότε που ήταν μικροί, αλλά και της αινιγματικής Μελίνας, η οποία είναι μεν η γυναίκα του Ορέστη έχει να παρουσιάσει, όμως, ένα μπλεγμένο παρελθόν και επικίνδυνα προηγούμενα με την οικογένεια Ρηγοπούλου. Στην καρδιά του προβλήματος φαίνεται να εντοπίζεται η παράνομη ερωτική σχέση που διατηρούσε ο πατέρας της Μαρίνας, ο Δημήτρης, με την Κατερίνα Δρακοπούλου, μητέρα της Μελίνας.

            Κρυμμένα μυστικά, καταπιεσμένα πάθη, υποβόσκοντες εγωισμοί και παράπονα, ανεκπλήρωτες επιθυμίες χρόνων και απιστίες, όλα τα παραπάνω θα θέσουν σε δοκιμασία τη σχέση της Μαρίνας και του Άλκη.

Η συγγραφέας προσφέρει ένα ερωτικό μυθιστόρημα με πολλές ανατροπές, σε σημείο που αυτό να εξελίσσεται σαν θρίλερ σε πολλά σημεία του, με πολλές από τις απορίες μας να λύνονται στο τέλος του βιβλίου, όπου όλα τα κομμάτια του «παζλ» κουμπώνουν στην ακριβή τους θέση. Η αφήγηση δεν ακολουθεί προκαθορισμένη χρονολογική σειρά, αλλά ακροβατεί συνεχώς ανάμεσα στο σήμερα και το χθες. Αυτό κάπου κάπου μπορεί να μπερδέψει, είναι η αλήθεια, τον αναγνώστη, από την άλλη, όμως, εντείνει την αγωνία του και διατηρεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον του.

Η συγγραφέας αποδίδει μέγιστη σημασία στην απεικόνιση του ψυχολογικού προφίλ κάθε ενός από τους χαρακτήρες του μυθιστορήματός της και χρησιμοποιεί ως φόντο ιστορικά γεγονότα με καίρια πολιτική σημασία, όπως ο επαναστατικός Μάης του 1968 στο Παρίσι, οι διώξεις των κομμουνιστών από τη Χούντα στην Ελλάδα, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου του 1973, η συνακόλουθη πτώση της Χούντας, η Μεταπολίτευση και  η έλευση του Κωνσταντίνου Καραμανλή στη χώρα μας, οι εκλογές του 1981 και η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, αλλά και οι πολιτικές εξελίξεις  στην Ιταλία, τη γείτονα χώρα.

 

«Οι φοιτητές βρίσκονταν διαρκώς στους δρόμους ζητώντας πλέον όχι απλώς την απόσυρση του ελέγχου της κρατικής επιχορήγησης για την παιδεία, αλλά ευθέως την παραίτηση της κυβέρνησης Ντε Γκολ. Ο Άλκης Δρόσος ήταν στο πλευρό τους. Αν και απαιτητικός καθηγητής, τους βοηθούσε πάντα στους βαθμούς τους και, κυρίως, από τον περασμένο Νοέμβριο, κατέβαινε μαζί τους στις διαδηλώσεις».

Αγγελική Νικολούλη, Απαγωγή, εκδ. Καστανιώτη

 

Ένα βιβλίο που θα συναρπάσει μικρούς και μεγάλους, εραστές των θρίλερ, της αστυνομικής λογοτεχνίας και μη

 

            Προσωπικά δεν είχα διαβάσει ποτέ μου κανένα βιβλίο της Αγγελικής Νικολούλη, αν και φυσικά είχα ακούσει το περίφημο «Φως στο τούνελ». Δεν είχα διαβάσει κανένα βιβλίο της εν λόγω συγγραφέως  απλώς και μόνο επειδή η αστυνομική λογοτεχνία και τα θρίλερ δεν αποτελούν τις πρώτες αναγνωστικές μου προτεραιότητες. Για την «Απαγωγή», όμως, έκανα μία εξαίρεση και δεν το μετάνιωσα διόλου. Αν πάντως θεωρείται ότι οι δημοσιογράφοι είναι καλοί συγγραφείς, τότε μπορούμε να πούμε ότι και η Αγγελική Νικολούλη επιβεβαιώνει περίτρανα τον κανόνα.

Πάνω απ’ όλα, ακόμα και πάνω από τη συναρπαστική ιστορία που μας αφηγείται η συγγραφέας είναι η τεχνική της αφήγησης και η δομή που έχει δώσει στο βιβλίο της, που κορυφώνουν την περιέργεια του αναγνώστη και διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον του από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αρχικά οι αναγνώστες δεν θα μπορούν να καταλάβουν ποιο αδιόρατο νήμα συνδέει όλες αυτές τις φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους ιστορίες, τα τόσο διαφορετικά πρόσωπα, τις διαφορετικές χρονολογίες και τους διαφορετικούς τόπους. Σιγά σιγά, όμως, θα δούμε φως στην άκρη του τούνελ…

Μία σφοδρή καταιγίδα σαρώνει τα πάντα στην Αττική τον Οκτώβρη μία νύχτα του 1944 και την ίδια νύχτα τρεις άνθρωποι δολοφονούνται άγρια. Μία μητέρα αφιερώνει όλη της τη ζωή στον γιο της, έναν νεαρό θεολόγο. Ένας νεαρός καταδικάζεται σε ισόβια στις φυλακές των Διαβατών μετά από δολοφονίες που διέπραξε. Ένας διάσημος κουρέας είναι μπλεγμένος σε παρανομίες. Σικελοί μαφιόζοι βρίσκονται στην Αθήνα ετοιμάζοντας μία μεγάλη κομπίνα. Ένα νεαρό κορίτσι βρίσκει δουλειά ως γραμματέας κοντά σε έναν εφοπλιστή. Μία νεαρή δημοσιογράφος ξεκινά δειλά δειλά μία εκπομπή αστυνομικού ρεπορτάζ στην τηλεόραση. Και τέλος, τον Γενάρη του 1998, ο εφοπλιστής και η γραμματέας του εξαφανίζονται μυστηριωδώς.

Ποιο αδιόρατο νήμα συνδέει μεταξύ τους όλα αυτά τα ετερόκλητα γεγονότα; Η Νικολούλη δεν ακολουθεί την γνωστή πεπατημένη οδό των αστυνομικών μυθιστορημάτων που ο ένοχος μένει κρυφός ως το τέλος. Αντιθέτως, εδώ γνωρίζουμε τον ένοχο που σκοτώνει τρεις ανθρώπους τη νύχτα της καταιγίδας σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Το ίδιο συμβαίνει και με τους απαγωγείς του εφοπλιστή και της γραμματέως. Άλλα πράγματα είναι εκείνα για τα οποία διερωτόμαστε διαβάζοντας το βιβλίο: όχι τα κίνητρα των δολοφόνων και των απαγωγέων, ούτε και το γιατί έγινε ό,τι έγινε, ούτε από ποιους, αλλά το πώς ακριβώς έγιναν όλα όσα έγιναν.

Η συγγραφέας πολύ έξυπνα τοποθετεί τον ίδιο της εαυτό μέσα στην υπόθεση του βιβλίου, στον αληθινό ρόλο που η ίδια έπαιξε στην εξιχνίαση της εν λόγω απαγωγής. Και μας κρατάει σε αγωνία σχετικά με την τύχη των απαχθέντων ως το τέλος.

            Το μυθιστόρημα της Νικολούλη είναι βασισμένο σε αληθινή ιστορία, την οποία εξιχνίασε η εκπομπή της, στην υπόθεση της απαγωγής του επιχειρηματία Γιώργου Νικολαΐδη και της φίλης του. Ο μετασχηματισμός της υπόθεσης σε λογοτεχνία είναι εξαιρετικά επιτυχημένος και επιβεβαιώνει τη γνωστή ρήση ότι τα καλύτερα σενάρια είναι βγαλμένα τελικά μέσα από την ίδια τη ζωή.

            Συμπέρασμα: αν κάποιος διαβάζει, μπορείτε να του δωρίσετε το εν λόγω βιβλίο, σίγουρα θα του αρέσει. Αν κάποιος δεν διαβάζει, πάλι μπορείτε να του δωρίσετε το εν λόγω βιβλίο γιατί έτσι μπορεί να τον κάνει φίλο της ανάγνωσης!

 

Μάριο Βάργκας Λιόσα, Σας αφιερώνω τη σιωπή μου, εκδ. καστανιώτη

 

            Οι περισσότεροι βιβλιόφιλοι θα συμφωνήσουν μαζί μου ότι είναι πραγματική απόλαυση να διαβάζει κανείς λογοτεχνία γραμμένη από βραβευμένους με Νόμπελ συγγραφείς. Τον Μάριο Βάργκας Λιόσα, πάντως, τον μεγαλύτερο, ίσως, περουβιανό συγγραφέα, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν τον είχα διαβάσει ως τώρα. Ο τρόπος γραφής του, όμως, είναι τόσο ιδιαίτερος και ρέων-δίχως να είναι, συγχρόνως, δύσκολος στην ανάγνωση-, που μετανιώνω πραγματικά που δεν επιχείρησα την ανάγνωσή του νωρίτερα. Πάνω απ’  όλα, όμως, ο Λιόσα είναι ένας λογοτέχνης που έχει κάτι να πει με την πρωτότυπη θεματική του έργου του αυτού, με τίτλο «Σας αφιερώνω τη σιωπή μου», η οποία θα συγκινήσει περισσότερο από όλους τους μουσικούς και αποτελεί το κύκνειο άσμα του μεγάλου συγγραφέα που πέθανε το τρέχον έτος.

            Η μουσική, επομένως, και, πιο συγκεκριμένα, η κρεολική μουσική της πατρίδας του, το περιουβιανό βαλς και τα άλλα είδη της κρεολικής μουσικής είναι το βασικό θέμα του βιβλίο του. Ο συγγραφέας  κατορθώνει με μοναδικό τρόπο να συνδυάσει τον δοκιμιακού τύπου λόγο με τον μυθιστορηματικό στο παρόν πόνημα.

Ο Τόνιο Ασπικουέλτα, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ζει στο Περού των μέσων του περασμένου αιώνα και είναι λάτρης της κρεολικής μουσικής και μελετητής της. Δουλειά του, πέρα από τη διδασκαλία, είναι να γράφει άρθρα προκειμένου να προβάλει παραμελημένες όψεις της στον περουβιανό λαό. Ανέκαθεν δε, θεωρούσε πως η μουσική της χώρας του μπορεί να ενώσει τον διχασμένο από τον εμφύλιο λαό του. Ο Τόνιο είναι παντρεμένος με τη Ματίλδε και έχει δύο κόρες.  Η ζωή του, όμως, θα αλλάξει όταν θα ακούσει τον, άγνωστο σε αυτόν μέχρι πρότινος, εξαιρετικό κιθαρίστα, ονόματι Λάλο Μολφίνο να παίζει ζωντανά σε μία συναυλία.

Μετά από λίγους μήνες μαθαίνει ότι ο κιθαρίστας δεν ζει πια: άλλοι λένε ότι πέθανε από φυματίωση και άλλοι ότι αυτοκτόνησε. Όπως και να χει, από εκεί και έπειτα ο Τόνιο αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο για τη ζωή του μεγάλου κιθαρίστα και αρχίζει τις έρευνες προκειμένου να ανακαλύψει κρυμμένες πτυχές της ζωής του. Στην πορεία του αυτή, θα έρθει σε επαφή με μία διάσημη τραγουδίστρια, τη Σεσίλια Μπαράσα,  που θα του γίνει εμμονή, όπως άλλωστε και τα μικρά απαίσια τρωκτικά από τα οποία η Λίμα είναι γεμάτη. Το βιβλίο του, εν τέλει, θα εκδοθεί και θα του χαρίσει την πολυπόθητη δόξα. Θα καταφέρει, όμως, να του προσφέρει και τη γαλήνη που αποζητά στη ζωή του; Θα καταφέρει η κρεολική μουσική να ενώσει τον διαιρεμένο περουβιανό λαό;

Το βιβλίο παρακολουθεί καρέ καρέ τις κινήσεις του Ασπικουέλτα, τις έρευνές του, καθώς  και τις βόλτες του σε μία Λίμα διχασμένη από την τρομοκρατία του Φωτεινού Μονοπατιού και τόσο άγνωστη ως πεδίο στον Ευρωπαίο μέσο αναγνώστη. Ανά κεφάλαιο, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την τεχνική της επιβράδυνσης στην εξέλιξη της υπόθεσης προκειμένου να πληροφορήσει τους αναγνώστες του σχετικά με χρήσιμα στοιχεία για την εξέλιξη της κρεολικής μουσικής και την ιστορία του περουβιανού βαλς. Για τους μουσικούς δε, της ευρωπαϊκής λόγιας μουσικής, οι πληροφορίες του θα είναι μια αποκάλυψη. Αν προσθέσει κανείς σε όλα αυτά τις ιστορικές και εθνογραφικές πληροφορίες που εγκιβωτίζονται αριστοτεχνικά στο σώμα του κειμένου, το αποτέλεσμα είναι  ένα έξοχο μυθιστόρημα που θα μας μάθει πράγματα σχετικά με τον τρόπο ζωής, τη μουσική, τα ήθη, τα έθιμα και την ιστορίας της Λατινικής Αμερικής, θα μας συγκινήσει και θα μας συναρπάσει.

Χαβιέρ Μαρίας, Μπέρτα Ίσλα, εκδ. Πατάκη

 

Χαβιέρ Μαρίας, Μπέρτα Ίσλα, εκδ. Πατάκη

 

            Την ερωτική ιστορία ενός ζευγαριού-ή το χρονικό ενός προβληματικού γάμου, όπως το εκλάβει κανείς-μας αφηγείται ο Ισπανός συγγραφέας, γέννημα θρέμμα της Μαδρίτης Χαβιέρ Μαρίας, στο νέο του μυθιστόρημα με τίτλο «Μπέρτα Ίσλα»  που μεταφέρει στην ελληνική γλώσσα αριστοτεχνικά η Χριστίνα Θεοδωροπούλου. Ο Χαβιέρ Μαρίας είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό από τα βιβλία του «Ερωτοτροπίες», «Έτσι αρχίζει το κακό» και «Γράφοντας τις ζωές των άλλων» τα οποία έχουν μεταφραστεί ως τώρα στα ελληνικά και έχει βραβευτεί πολλάκις για το έργο του.

            Η Μπέρτα Ίσλα είναι μία όμορφη και γοητευτική Μαδριλένα που θα γνωρίσει στο σχολείο τον χαρισματικό Ισπανοβρετανό Τομάς Νέβινσον στη Μαδρίτη της δεκαετίας του 1960. Ο Νέβινσον είναι καταπληκτικός μίμος και χειρίζεται με ευχέρεια πολλές γλώσσες, προσόντα που δεν θα περάσουν απαρατήρητα όταν θα σπουδάσει στην Οξφόρδη. Τελικά, ο Τομάς, θα παντρευτεί την Μπέρτα, αλλά θα βρεθεί μπλεγμένος στα γρανάζια της βρετανικής κατασκοπείας. Θα εργαστεί ως κατάσκοπος και θα αναγκαστεί να αφήνει πίσω στη Μαδρίτη για μεγάλα διαστήματα την Μπέρτα μαζί με τα δυο του παιδιά, τον Γκιγιέρμο και την Ελίσα. Η Μπέρτα, από την άλλη, θα αναγκαστεί να βιώνει όλη την αγωνία που συνεπάγονται οι μακρόχρονες απουσίες του, να μεγαλώνει δυο παιδιά μόνη της, και να ζει σαν εργένισσα. Όταν, όμως, ο Τομάς θα κηρυχθεί αγνοούμενος και αργότερα νεκρός, θα βρει άραγε η Μπέρτα την υπομονή να τον περιμένει για άλλη μία φορά;

            Το μυθιστόρημα θα το ξεχωρίσουμε πρωτίστως για την μοναδική αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα, για τον απύθμενο λυρισμό του και τον τρόπο να περιγράφει κυριολεκτικά τα πάντα στις σκηνές του με έναν εμμονικό ρεαλισμό, ο οποίος, όμως, μας ταξιδεύει παραστατικότατα πίσω στη Μαδρίτη  των τελών του εικοστού αιώνα.

Ο λόγος του Μαρίας είναι μακροπερίοδος με τάσεις αποφθεγματικές και ο συγγραφέας αρέσκεται να χρησιμοποιεί διαρκώς την τεχνική της επιβράδυνσης, αφού αφηγείται τα πάντα δίχως ίχνος βιασύνης. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί δεν είναι τυχαίες, αλλά προσεκτικά διαλεγμένες. Στις εκτενείς περιγραφές του διατρέχει με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο τον ψυχισμό των ηρώων του καταγράφοντας καρέ καρέ τις πιο μύχιες σκέψεις τους και με τις πραγματικά υπέροχα ατμοσφαιρικές και υποβλητικές περιγραφές του-η σκηνή με τον αναπτήρα zippo και την απειλή της φωτιάς είναι από τις δυνατότερες και από τις ωραιότερες του μυθιστορήματος-ο Μαρίας δημιουργεί ένα αριστούργημα.

Οπωσδήποτε το μυθιστόρημα αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο από το απλό χρονικό ενός γάμου. Τα θέματα της αλήθειας, της αγάπης, της κατασκοπείας και της απώλειας, όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο του συγγραφέα και ο συγγραφέας διατηρεί το ενδιαφέρον των αναγνωστών δίχως να πέσει στην παγίδα του να δημιουργήσει ένα απλό κατασκοπευτικό θρίλερ. Αφηγείται την ιστορία του περισσότερο από την πλευρά της Μπέρτα, παρά από εκείνη του Τομάς, και αφήνει σκόπιμα στο τέλος τον αναγνώστη-όπως και τη Μπέρτα- σε σκόπιμη συσκότιση σχετικά με τις ακριβείς κατασκοπευτικές δραστηριότητες του Τομάς. Και αυτό διότι το επίκεντρο της αφήγησης του Μαρίας δεν είναι το επάγγελμα του Τομάς, αλλά  το πώς αυτό το τόσο αλλοπρόσαλλο επάγγελμα επηρέασε τελικά τον έρωτα και τον γάμο δύο ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, θα λέγαμε ότι ο συγγραφέας, που τόσο αριστοτεχνικά διεισδύει στον ψυχισμό των ηρώων του, καταφέρνει, εντούτοις, να διατηρήσει μια κάποια αποστασιοποίηση και αντικειμενικότητα από τα γεγονότα που αφηγείται, διατηρεί, δηλαδή, τον ρόλο του εξωτερικού παρατηρητή στην αφήγηση.


Rachid Benzine, Ο βιβλιοπώλης της Γάζας, εκδ. Ψυχογιός

 

«Ο βιβλιοπώλης της Γάζας» δεν είναι ένα ακόμα αντιπολεμικό βιβλίο για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, για το συνεχιζόμενο επί δεκαετίες ολόκληρες δράμα των Παλαιστινίων-αλλά και των Ισραηλινών που πέφτουν θύματα τρομοκρατικών επιθέσεων. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, ένα διαφορετικό βιβλίο από όσα έχουμε διαβάσει κατά καιρούς για το θέμα αυτό.

Η διαφορετικότητά του αυτή οφείλεται πρωτίστως στην δεινή αφηγηματική ικανότητα του Μαροκινού συγγραφέα Ρασίντ Μπενζίν. Ο συγκεκριμένος συγγραφέας, δια μέσου της πένας του, καταφέρνει να κάνει την προσωπική και τραγική ιστορία του βιβλιοπώλη της Γάζας, του Ναμπίλ αλ Τζάμπερ, κτήμα όλων μας, να τη μεταμορφώσει σε πανανθρώπινη ιστορία που μπορεί να την οικειοποιηθεί οποιοσδήποτε άνθρωπος στον πλανήτη μας έχει βιώσει τη φρίκη του πολέμου σε κάποια φάση της ζωής του.

Ο Ναμπίλ αλ Τζαμπέρ, ο βιβλιοπώλης της Γάζας γεννήθηκε υπό καθεστώς προσφυγιάς. Οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης ήταν για αυτόν ο κανόνας στους πολυάνθρωπους προσφυγικούς κατακλυσμούς των Παλαιστινίων όπου έτυχε να γεννηθεί. Και καθώς μεγάλωνε, δυστυχώς, τα πράγματα δεν έγιναν καλύτερα, αλλά χειρότερα. Ο φανατισμός και η βία αντί να ελαττωθούν εξαπλώθηκαν περαιτέρω μέσω των τρομοκρατικών οργανώσεων, τόσο των Παλαιστινίων, όσο και του Ισραήλ. Οι απλοί άνθρωποι, όμως, εκείνοι που δεν αντιλαμβάνονται τα περίπλοκα τερτίπια της πολιτικής, είναι απλώς τα θύματα όλων αυτών των λανθασμένων πολιτικών αποφάσεων που λαμβάνονται αγνοώντας τη μοίρα των λαών… Διότι ο βιβλιοπώλης της Γάζας φτάνει σε σημείο να θρηνήσει ακόμη και τον ίδιο του τον γιο ανάμεσα στα θύματα της συνεχιζόμενης τραγωδίας…

Αυτή είναι ολίγοις η βασική θέση του αντιπολεμικού αυτού μυθιστορήματος που συγγράφει ο Μαροκινός συγγραφέας. Το μυθιστόρημά του θα μας συνεπάρει, αλλά και θα μας προβληματίσει. Η ιστορία του βιβλιοπώλη της Γάζας, που αφηγείται ο ίδιος σε πρώτο πρόσωπο στον Γάλλο φωτογράφο που τον επισκέπτεται, τον Ζιλιέν Ντεμάνζ, μας δίνει τόσο το ιστορικό πλαίσιο της μακροχρόνιας αυτής διαμάχης μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών, όσο και το δράμα που βιώνει επί δεκαετίες ο απλός λαός. «Αναγνωρίζουμε την ευτυχία από τον ήχο που αφήνει όταν φεύγει», μας λέει μέσα ο συγγραφέας μεταφέροντας τη ρήση αυτή κάποιου σοφού στο βιβλίο του. Και πράγματι, διαπιστώνουμε ότι είναι ακριβώς έτσι. Αναγνωρίζουμε ότι ήμασταν ευτυχισμένοι μόνο όταν αυτή μας αφήσει και μπορέσουμε να αντιπαραθέσουμε την απολεσθείσα ευτυχία μας με την τωρινή μας δυστυχία. Αν και μεγάλο μέρος των λαών της Μέσης Ανατολής δεν έχει δυστυχώς να θυμάται καμία στιγμή ευτυχίας, αφού οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που ζουν σήμερα δεν έχουν γνωρίσει πως είναι μία ζωή δίχως πόνο, δίχως προσφυγιά και δίχως πόλεμο.

Ο συγγραφέας περιγράφει το σκηνικό του πολέμου με άφθονο λυρισμό, ο οποίος έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις σκληρές εικόνες που μας παραδίδει από τις ρημαγμένες από τον πόλεμο πόλεις:

«Προσόψεις διαλυμένες, ξεκοιλιασμένες σαν κουφάρια ψόφιων ζώων. Τα μπετονένια σωθικά κρέμονται, ανάκατα, σκορπισμένα στα πεζοδρόμια. Τα σπίτια δεν είναι πια παρά θωρακικές κοιλότητες, σμπαραλιασμένες. Λες και είχαν εκραγεί σε χίλια κομμάτια. {…}Όλα μοιάζουν να ουρλιάζουν. Να ουρλιάζουν χωρίς λόγο. Τα πεζοδρόμια είναι μια θάλασσα από μπάζα, κομμάτια μπετόν κονιορτοποιημένα, δοκάρια σπασμένα, θαρρείς κι ένας γίγαντας συνέθλιψε την πόλη κάτω απ’ τα πόδια του. Τα αυτοκίνητα, ή τέλος πάντων ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτά, καμένα, καρβουνιασμένα, το ένα πάνω στο άλλο μες στα ερείπια, σαν προσαραγμένες βάρκες. Κουρελιασμένες σημαίες μαρτυρούν μια απατηλή προσμονή. Με κάποιες αποχρώσεις κόκκινου ή πράσινου, γαντζωμένα όπου λάχει, κομμάτια από σάρκες που κρέμονται. Απελπισμένα γκράφιτι ψυχομαχούν στους θρυμματισμένους τοίχους. Όλα αυτά δεν έχουν πια σημασία. Ένα νεκροταφείο όπου ακόμη και οι σκιές φαντάζουν χαμένες».

Αυτή ήταν η πόλη του πολέμου, ο περιβάλλοντας χώρος της σύγκρουσης. Και πώς είναι, άραγε, οι άνθρωποι του πολέμου;

«Κι όμως οι άνθρωποι  εξακολουθούν να ζουν. Ένα θέατρο εξαθλίωσης και τρέλας, ένας γκροτέσκος χορός, όπου οι ζωντανοί δεν είναι εντελώς ζωντανοί, μα όχι κι εντελώς πεθαμένοι. Σέρνονται ανάμεσα στα ερείπια σαν φαντάσματα, με το ύφος εκείνων που έχουν δει τα πάντα, έχουν χάσει τα πάντα, και δεν περιμένουν πια τίποτε, παρά μόνο το τέλος. Αλλά αυτό συνεχίζεται».

Πολλές φορές θα μας εντυπωσιάσει και το γεγονός ότι ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και το δύσκολο δεύτερο ενικό πρόσωπο στην αφήγησή του, όταν απευθύνεται στον Γάλλο φωτογράφο και μας περιγράφει τις κινήσεις του και τη συνάντησή του  με τον βιβλιοπώλη της Γάζας.

Η ιστορία μιας ζωής, του βιβλιοπώλη της Γάζας, αλλά, συγχρόνως, και η ιστορία ενός ολόκληρου λαού, των Παλαιστινίων και η ιστορία μιας περιοχής της Μέσης Ανατολής, όλα μέσα σε ένα μικρό μυθιστόρημα, μόλις 127 σελίδων στην ελληνική έκδοση και την πολύ εύρυθμη μετάφραση από τα γαλλικά της Ρίτας Κολαΐτη.

Δημήτρης Καμπουράκης, Η γυναίκα του Δία και άλλες ιστορίες θεϊκής παράνοιας, Μια σταγόνα μυθολογία 2

  Πόσο καλά γνωρίζουμε την μυθολογία μας; Υπάρχει,   άραγε, ανάγκη σήμερα για να μας την αναδιηγηθεί κάποιος; Εξακολουθούν αυτές οι αφηγήσ...