Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Αλέξανδρος Πιστοφίδης, Ηρώδης, Νέρων, Ιουλιανός, Οι τρεις "καταραμένοι" φιλέλληνες και το τέλος του αρχαιοελληνικού κόσμου, εκδ. Θερμαϊκός

 

Η ιστορία της παρακμής του αρχαιοελληνικού κόσμου όπως δεν μας την είπαν ποτέ…

 

          Τα τελευταία χρόνια είναι γεγονός ότι η ιστορική αλήθεια έχει αποκατασταθεί σχετικά με την τεράστιας έκτασης καταστροφή του αρχαίου κόσμου που έλαβε χώρα από τους χριστιανούς κατά τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Ακόμη και στα σχολικά βιβλία, η ιστορία της επικράτησης του χριστιανισμού μπορεί να μην παρουσιάζεται ως τόσο αιματοβαμμένη όσο πραγματικά ήταν μεν, αλλά, οπωσδήποτε, είναι πλέον εγγύτερα στην ιστορική αλήθεια, σε σχέση με τη δεκαετία του 1990, όταν πηγαίναμε εμείς σχολείο.

Ωστόσο, η ύπαρξη και η έκδοση πονημάτων που μας θυμίζουν την αληθινή ιστορία της επικράτησης της θριαμβεύουσας θρησκείας, όπως το νέο πόνημα του οικονομολόγου  και συγγραφέα από τη Δράμα Αλέξανδρου Πιστοφίδη, είναι πάντοτε επίκαιρη και χρήσιμη στους ψαγμένους αναγνώστες που ενδιαφέρονται για την Ιστορία.

Το βιβλίο περιλαμβάνει δύο βασικές ιστορικές θεματικές. Πρώτον, επιχειρεί να αποκαταστήσει τη μνήμη τριών μεγάλων αυτοκρατόρων, οι οποίοι συκοφαντήθηκαν άδικα από ορισμένους ιστορικούς των παλαιότερων χρόνων και έχουν αποτυπωθεί στη συλλογική μας μνήμη ως «καταραμένοι» αυτοκράτορες. Πρόκειται για τον Ηρώδη τον Μέγα, τον Ιουλιανό και τον Νέρωνα.

Ο Ηρώδης ο Μέγας (37π.Χ.-4 μ.Χ.) ήταν στην πραγματικότητα ένας μεγάλος φιλέλληνας, ένας θαυμαστής και λάτρης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ο οποίος κατηγορήθηκε αδίκως για την υποτιθέμενη «σφαγή των νηπίων», ένα γεγονός που μας πέρασαν ως αληθινό οι Άγιες Γραφές, που δεν είναι ιστορικά ντοκουμέντα- αλλά και ο ίδιος του ο λαός, λόγω της ιδουμαιοαραβικής καταγωγής του και της ελληνοφιλίας του.

Όσον αφορά τη μνήμη του αυτοκράτορα Νέρωνα (37-68μ.Χ.), αυτή έχει ως επί τω πλείστον αποκατασταθεί πλέον από τους σύγχρονους ιστορικούς, αφού έχει αποδειχθεί περίτρανα ότι ο Νέρων ήταν ένας συνειδητός ελληνολάτρης και ότι δεν ήταν παρανοϊκότερος από άλλους Ρωμαίους αυτοκράτορες, π.χ. από τον σκληρόκαρδο τύραννο αυτοκράτορα Τιβέριο.

Τέλος, ο αυτοκράτωρ Ιουλιανός (331-363μ.Χ.), είναι γνωστό πια ότι δεν κατεδίωξε ανελέητα τους χριστιανούς, όπως υποστήριζε η Εκκλησία επί αιώνες, ούτε και ότι το εγχείρημά του για την επαναφορά της αρχαίας θρησκείας ήταν εντελώς ανεδαφικό σε μία εποχή όπου οι παγανιστές δεν ήταν ακόμη πολύ λιγότεροι αριθμητικά από τους χριστιανούς. Ο Ιουλιανός δεν ήταν ένας ρομαντικό ιδεολόγος, αλλά αντιθέτως, ένας λιτοδίατος, ασκητικός και σοφός αυτοκράτορας, ο οποίος δήλωνε ερωτευμένος με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, όπως άλλωστε και ο Νέρωνας και ο Ηρώδης. Και φυσικά είναι άδικο να κατηγορείται ως διώκτης των χριστιανών τη στιγμή που στην εποχή του δεν έλαβε χώρα ούτε το ένα τρίτο από τις καταστροφές των αρχαιοελληνικών ναών και των αρχαιοελληνικών κειμένων που διέπραξαν αργότερα οι χριστιανοί. Ο Ιουλιανός ήταν μεν παγανιστής, αλλά δεν έπαψε ποτέ να είναι οπαδός της ανεξιθρησκίας, κάτι που δυστυχώς δεν ήταν μεταγενέστεροι αυτοκράτορες όπως ο Θεοδόσιος ο Μέγας και ο Ιουστινιανός.

Τα υπόλοιπα μέρη του βιβλίου του Πιστοφίδη, ο δεύτερος θεματικός άξονάς του δηλαδή, αποτελείται από εκτενή παράθεση των χριστιανών απολογητών και του ρόλου του οποίου έπαιξαν εκείνοι στην παρακμή του αρχαιοελληνικού κόσμου, από την παράθεση των συνεπειών της επικράτησης του χριστιανισμού, αλλά και από τη διερεύνηση της θέσης του κατά πόσον ήταν τελικά ελληνικό το Βυζάντιο ή όχι και κατά πόσον αυτό συνέβαλε τόσο στην ανάπτυξη της επιστήμης και στη διάσωση της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας.

Και εδώ η απάντηση είναι αρνητική, παρά τις εδραιωμένες πεποιθήσεις των περισσοτέρων, αφού το Βυζάντιο δεν συνέβαλε διόλου στην ανάπτυξη της επιστήμης και της φιλοσοφίας, όπως αυτή είχε αναπτυχθεί στην αρχαία Ελλάδα, αλλά επέλεξε να διασώσει από την αρχαιοελληνική γραμματεία μονάχα ότι δεν αντέφασκε στον χριστιανικό πολιτισμό της εποχής.

Τέλος, ο συγγραφέας προβαίνει σε μία αναλυτική εξήγηση του «εβραϊκού θαύματος», μας εξηγεί δηλαδή για ποιον λόγο οι Εβραίοι είχαν πάντοτε και εξακολουθούν να έχουν δεσπόζουσα θέση στις επιστήμες, τη φιλοσοφία και τα γράμματα και γιατί εμείς οι Έλληνες χάσαμε τη δική μας. Παραθέτει επίσης και τα ονόματα Ελληνων και Εβραίων μεσαιωνικών, αλλά και σύγχρονων φιλοσόφων.

Ένα εξαίρετο βιβλίο, γραμμένο με κάθε σεβασμό απέναντι στην ιστορική αλήθεια και τις πηγές της που προτίθεται να διαφωτίσει και την «άλλη» πλευρά, εκείνη των χαμένων της Ιστορίας…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Γιώργος Σπανουδάκης, Οι Ελεφθερωτές, εκδ. Βακχικόν

  Ακροβασία και γόνιμος διάλογος μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας   « Δεν μίλησα ποτέ στον γιο μου. Ένα παραμύθι. Ένα ψέμα να κοιμηθεί. Απ...