Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2020

Φωτεινή Ναούμ, Ο διαχειριστής, εκδ. Κυφάντα, 2019, σελ.205

Μία νουβέλα για τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου στις μεγαλουπόλεις...
Έτσι χαρακτηρίζουν με δυο λόγια οι περισσότεροι το μικρό αυτό πόνημα της Φωτεινής Ναούμ, ενός έργου ερχόμενου κατευθείαν από τα "μικράτα" της και τα πρώτα της δειλά βήματα στον απαιτητικό χώρο της λογοτεχνίας, το οποίο επανεκδόθηκε πρόσφατα. Σαφώς πρόκειται για ένα ιδιαίτερο βιβλίο με πολλές αφανείς προεκτάσεις.
Και ιδού η υπόθεση εν ολίγοις: Μία πολυκατοικία. Μία χήρα, ένας χήρος και μία φοιτήτρια που όμως δεν είναι παρά ένας "κομήτης"στη νουβέλα. Ένα ζευγάρι χωρίς παιδιά, με τον άντρα να είναι σχεδόν πάντα απών και μια οικογένεια με παιδιά μεγάλα, ένας γάμος ρουτίνας, όπως θα τον χαρακτηρίζαμε. Αυτή είναι η οικογένεια του διαχειριστή, του βασικού πρωταγωνιστή, ο οποίος αισθάνεται ότι στη φάση που διανύει-και στην οποία εστιάζουμε εμείς μέσα από τις σελίδες του βιβλίου- έχει χάσει όλο το νόημα της ύπαρξης... Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ζωή του πλέον δεν τον ευχαριστεί. Δεν είναι όμως ο μόνος.  Όλοι οι ήρωες του βιβλίου ψάχνουν την ευτυχία και υποκρίνονται ως έναν βαθμό. Όλοι βιώνουν τη μοναξιά, ενίοτε αβάσταχτη, ο καθένας όμως με τον δικό του τρόπο. Μπορεί άραγε να κάνει κάτι γι' αυτό ο διαχειριστής, αλλά και οι υπόλοιποι χαρακτήρες; Κρίση μέσης ηλικίας ίσως το πουν κάποιοι... Κλασικός τελειωμένος γάμος κάποιοι άλλοι...

Ο λόγος είναι μικροπερίοδος και έρχεται κατευθείαν μέσα από το μυαλό του ήρωα ή της ηρωΐδας.  Η συγγραφέας, με άκρατο ρεαλισμό, δεν διστάζει να μας αποκαλύψει τις πιο κρυφές σκέψεις ή και πράξεις των ηρώων, τέτοιες που ακόμη και οι ίδιοι θα ντρεπόμασταν για αυτές και επουδενί φυσικά θα τις αποκαλύπταμε σε τρίτους. Η Φωτεινή όμως δεν διστάζει να το κάνει, ούτε φοβάται να δημιουργήσει αντιπαθητικούς αντι-ήρωες, εξάλλου έχει ταλέντο στη δημιουργία τέτοιων χαρακτήρων και μας το έχει αποδείξει πολλαπλώς.
Η νουβέλα αυτή θα βάλει κάθε αναγνώστη  σε σκέψεις σχετικά με τη συμπεριφορά του απέναντι στους άλλους, σχετικά με το πως ο ίδιος βλέπει τους άλλους ή σχετικά με το πως οι ίδιοι βλέπουν αυτόν. Ειδικά όσοι από εμάς έχουν χορέψει το χορό του Ησαΐα θα βρουν ακόμη πιο πρόσφορο το έδαφος για προβληματισμό που θα αφορά τη σχέση τους με το έτερόν τους ήμισυ. Το έργο της Φωτεινής εκπέμπει ένα απεγνωσμένο και αγωνιώδες μήνυμα που ταυτίζεται με τη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου: το μήνυμα τς συντροφικότητας, της αγάπης και της τρυφερότητας που όλοι μας έχουμε τόσο πολύ ανάγκη αλλά φοβόμαστε να το παραδεχτούμε. Επίσης, το ζήτημα του να πράττουμε αυτό ακριβώς που θέλουμε και να μην υποκρινόμαστε.
ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟ: μα φυσικά η μοναδική γραφή της Φωτεινής, άκρως ρεαλιστική, προκλητική και ειλικρινής!
ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ: ο "ψαγμένοι"αναγνώστες που δεν φοβούνται να ψαχτούν περαιτέρω και να θέσουν στον εαυτό τους καίρια ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο ζωής που ακολουθούν και με τον "ψεύτικο" εαυτό μας που όλοι μας δείχνουμε ως έναν βαθμό στους άλλους...

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Η προέλευση της λέξης καρναβάλι και η λέξη Τσικνοπέμπτη

Είναι κοινώς γνωστό ότι η λέξη Αποκριά προέρχεται από τις λέξεις από+κρέας, δηλαδή αποχή από το κρέας. Ο όρος αναφέρεται κανονικά στην τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, οπότε και είναι η τελευταία μέρα κατανάλωσης κρέατος πριν από τη νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής. Ο λατινικός όρος καρναβάλι προέρχεται από τις λέξεις carne+vale και η σημασία του είναι ίδια με της ελληνικής λέξης, δηλαδή κρέας και αφαιρώ, αφήνω.
Οι απόκριες ως περίοδος μεταμφιέσεων και ξέφρενου γλεντιού σχετίζονταν στην αρχαιότητα με τα Διονύσια και τα Ανθεστήρια των Ελλήνων και τα Σατουρνάλια των Ρωμαίων, δηλαδή με την έλευση της άνοιξης.



Την Τσικνοπέμπτη (Giovedi Grasso, παχιά Πέμπτη δηλαδή στα βενετσιάνικα) οι εορτές του καρναβαλιού έφταναν στο αποκορύφωμά τους στη Βενετία. Η συνήθεια των πανηγυρικών εορτασμών και της κατανάλωσης κρέατος συγκεκριμένα την Τσικνοπέμπτη καθιερώθηκε το 1162 στη Βενετία και από εκεί μεταφέρθηκε στις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελλαδικού χώρου. Την Τσικνοπέμπτη εκείνης της χρονιάς ο δόγης Vitale Michiel Β΄ νίκησε τον πατριάρχη της Ακυληίας στην ιταλική χερσόνησο, ο οποίος είχε καταλάβει το Grado, περιοχή που ανήκε στην βενετική σφαίρα επιρροής. Τότε ο δόγης έφερε τον πατριάρχη και δώδεκα κανονικούς αιχμάλωτους στη Βενετία, όπου με τη μεσολάβηση του Πάπα αφέθηκαν τελικά ελεύθεροι. Σε ανάμνηση όμως του βενετικού θριάμβου, ο πατριάρχης υποχρεώθηκε να στέλνει κάθε χρόνο στη Βενετία τέτοια μέρα έναν ταύρο και δώδεκα γουρούνια (που συμβόλιζαν τον πατριάρχη και τους δώδεκα κανονικούς) για να σφαγούν στην πλατεία του Αγίου Μάρκου. Με την πάροδο του χρόνου τα γουρούνια δεν ήταν πλέον τόσα πολλά, πάντως διατηρήθηκε η συνήθεια της τελετουργικής σφαγής σε δημόσιο χώρο την Τσικνοπέμπτη και, ακολούθως, της κατανάλωσης κρέατος. 
ΠΗΓΗ: Σαραντινού Λεύκη, Λέων και Ημισέληνος, εκδ. Historical Quest

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Καρναβάλι της Βενετίας

Το καρναβάλι της Βενετίας βασίζεται σε ένα ναπολιτάνικο τραγούδι το Oh Mama, Mama cara. Έγινε ευρέως γνωστό όταν ο βιολιστής και συνθέτης Νικολό Παγκανίνι (1782-1840) έγραψε δώδεκα παραλλαγές για βιολί στις αρχές του 19ου αιώνα ονομάζοντας το έργο του Καρναβάλι της Βενετίας (opus 40). Έκτοτε εκτελείται από διάφορα όργανα. εδώ το ακούμε από τον Milan Rericha στο κλαρινέτο.
 https://www.youtube.com/watch?v=t1UuBBe3xBU

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, Αναμνήσεις ενός μολυβένιου στρατιώτη, εκδ. Πατάκη, 2019, σελ.292

Το βιβλίο αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί έναν φόρο τιμής σε όλους τους πολιτικά, ιδεολογικά και κομματικά "ανένταχτους", καθώς και στους εραστές της αποκαλούμενης "Μέσης Οδού".
Ο μολυβένιος στρατιώτης δεν είναι άλλος στην περίπτωση αυτή, παρά ο συγγραφέας του βιβλίου και γνωστός πανεπιστημιακός καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας και Πολιτικής Επιστήμης, Γεώργιος Μαυρογορδάτος. Με πολύχρονη εμπειρία στην διδασκαλία, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, ο Μαυρογορδάτος επιλέγει να μοιραστεί μαζί με το αναγνωστικό κοινό τις αναμνήσεις του ως φοιτητής στην Αθήνα της δεκαετίας του '60, οπότε και ήρθε αντιμέτωπος με την αυταρχικότητα του ελληνικού κράτους και της αστυνομίας, αλλά και τις πλέον πρόσφατες εμπειρίες του, όχι πλέον ως φοιτητής, αλλά ως διδάσκων, οπότε και ήρθε και πάλι σε σύγκρουση, όχι με τους κρατικούς φορείς αυτή τη φορά, αλλά με τους φοιτητές των παντοδύναμων φοιτητικών κομματικών παρατάξεων.


Ο συγγραφέας μας περιγράφει με γλαφυρότητα την κατάσταση που επικρατεί στα πανεπιστήμια της χώρας μας τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια. Εστιάζει στα ποικίλα "καρκινώματα", όπως την παρερμήνευση της έννοιας του πανεπιστημιακού ασύλου, την ασυδοσία των κομματοποιημένων φοιτητών, τους αδιάφορους για το επάγγελμα του καθηγητή συναδέλφους, την ευκολία παραχώρησης σήμερα του διδακτορικού τίτλου σε άτομα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις γι' αυτό και την ευνοιοκρατία προς όσους αποφασίζουν να ενταχθούν πολιτικά σε κάποιο κόμμα, όλα εκείνα δηλαδή που ταλαιπωρούν τον πανεπιστημιακό χώρο ως τις μέρες μας και τον εμποδίζουν να καταστήσει αξιόπιστα και ανταγωνιστικά τα τριτοβάθμια ιδρύματα της χώρας μας, σε σχέση με το εξωτερικό.
Και εν τέλει, θέτει ο δημιουργός- Μολυβένιος Στρατιώτης του ομώνυμου παραμυθιού το παρακάτω ερώτημα: Θα βρει τελικά το δίκιο του ο άξιος που κάνει σωστά τη δουλειά του, αρνείται τις "χάρες" και τις "εξυπηρετήσεις", δεν διαθέτει "υψηλά ιστάμενους φίλους" και δεν επιλέγει να ταυτιστεί πολιτικά και ιδεολογικά με κάποιο κόμμα και κάποια συγκεκριμένη ιδεολογία; Η απάντηση είναι ότι ίσως και να βρει κάποτε το δίκιο του και να γίνει επιτυχημένος κάποια στιγμή στη ζωή του, απλά θα αργήσει και οπωσδήποτε θα έρθει δεύτερος και καταϊδρωμένος σε σχέση με εκείνους που αποδέχονται και υπηρετούν τις μεγάλες πληγές της Ελλάδας, την ευνοιοκρατία, την κομματοκρατία και το ρουσφέτι...
ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟ: η αμεσότητα της αφήγησης και η γνήσια κατάθεση ψυχής του συγγραφέα.
ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ: πρωτίστως οι εκπαιδευτικοί, ιδιαίτερα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και όσοι ενδιαφέρονται για την κατάσταση της Ελλάδας του σήμερα.