Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

Jonathan Harris, Βυζάντιο, ένας άγνωστος κόσμος, εκδ. Μεταίχμιο

 

Οπωσδήποτε όλοι οι ιστοριοδίφες έχουν διαβάσει αρκετά βιβλία για το Βυζάντιο. Και σίγουρα υπάρχει διαθέσιμη μία τεράστια βιβλιογραφία στην ελληνική γλώσσα, προσιτή σε όλους. Μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας αυτής προέρχεται από Έλληνες ιστορικούς, οπότε αρκετοί θα αναρωτιούνται ποιος λόγος  υπάρχει για να διαβάσουμε τι άποψη έχουν οι ξένοι ιστορικοί για το Βυζάντιο. Κι όμως, συνήθως, οι ξένες ματιές στη δικής μας Ιστορία είναι οι πιο αντικειμενικές και αμερόληπτες, όπως και η παρούσα προσέγγιση του μεγάλου Βρετανού ιστορικού, καθηγητή Βυζαντινής Ιστορίας στο Royal Holloway του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

 

Η παρούσα προσέγγιση που επιχειρεί ο Harris για τη Βυζαντινή Ιστορία, εκτός από αμερόληπτη είναι και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αφού επιλέγει να σταθεί περισσότερο σε κάποια σημεία στα οποία δεν έχουμε συνηθίσει να δίνουν τόσο σημασία οι Έλληνες ιστορικοί. Από την άλλη, άλλα σημεία της Βυζαντινής Ιστορίας, τα οποία αναφέρονται κατά κόρον από Έλληνες ιστορικούς ως εξαιρετικά σημαίνοντα, ο Harris τείνει να τα αγνοεί. Πρόκειται, επομένως, για μία «αιρετική» προσέγγιση της Ιστορίας που θα συναρπάσει τους ιστορικούς και ίσως βέβαια ξενίσει κάπου κάπου τους Έλληνες ιστοριοδίφες, οι οποίοι δεν θα είναι συνηθισμένοι σε μία τέτοια «διαφορετική» οπτική της Βυζαντινής Ιστορίας. Από την άλλη, κάτι τέτοιο ορισμένοι θα το θεωρήσουν- και δικαίως- εξαιρετικά ενδιαφέρον.

 

Ο Harris, αν και δεν είναι Έλληνας, δεν σημαίνει ότι υποτιμά την κληρονομιά της βυζαντινής παράδοσης. Αντιθέτως, διαφωνεί πλήρως με την παραδοσιακή οπτική του ιστορικού Gibbon, που καταδίκαζε πάντοτε το Βυζάντιο ως μία απαρχαιωμένη συντηρητική οντότητα, και επιμένει να εστιάζει στην, αξιοθαύμαστη πραγματικά, ικανότητα του Βυζαντίου να επιβιώνει σε τόσο χαλεπούς καιρούς, περιστοιχισμένο μονίμως από εχθρούς στα σύνορά του για περισσότερο από χίλια έτη.

 

Εμένα προσωπικά το μόνο που με «ενόχλησε» στο εν λόγω βιβλίο, το οποίο διαβάζεται κυριολεκτικά απνευστί, είναι το γεγονός ότι τερματίζει απότομα την κατά τα άλλα αναλυτική αφήγησή του με τη βασιλεία του Ιωάννη Ε΄ του Παλαιολόγου και του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού. Και αυτό γιατί θεωρεί-και δικαίως βέβαια- ότι μετά τη βασιλεία του Καντακουζηνού το Βυζάντιο είχε ήδη τερματίσει την ύπαρξή του. Εγώ πάντως θα ήθελα να δω την πιο λεπτομερή εξιστόρηση και την άποψή του για τα γεγονότα της βασιλείας του Μανουήλ Β΄ και του Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου, αλλά και μια πιο λεπτομερή αφήγηση των γεγονότων της τελική πολιορκίας.

 

Μία ασυνήθιστη ματιά επομένως στον τόσο γνωστό, αλλά και συνάμα άγνωστο βυζαντινό κόσμο μας προσφέρει ο Harris με το βιβλίο του.

Pamela Κelley, To εστιατόριο, εκδ. Ελληνικά γράμματα

 

Ένα μικρό, ανάλαφρο και δροσερό βιβλίο υπογράφει η Αμερικανίδα Πάμελα Κέλι, συγγραφέας κοινωνικών και οικογενειακών ιστοριών. Η υπόθεση του τελευταίου της βιβλίου διαδραματίζεται στο μέρος όπου ζει και η ίδια, στη Βοστόνη και πιο συγκεκριμένα στο Ναντάκετ. Εκεί μία ηλικιωμένη γιαγιά αφήνει στις τρεις εγγονές της ένα εστιατόριο, με την προϋπόθεση, όμως, να το δουλέψουν και οι τρεις μαζί για έναν χρόνο προτού το πουλήσουν. Συνιδιοκτήτης είναι και ο Πολ, ο μάγειρας του εστιατορίου.

 

Οι τρεις γυναίκες έχουν άλλες ζωές, παρ’ όλα αυτά, επειδή βρίσκονται σε μία καμπή της ζωής τους αποφασίζουν να δοκιμάσουν τις δυνατότητές τους. Και το αστείο είναι τελικά ότι όλο αυτό καταλήγει να τους αρέσει. Οι δύο από τις τρεις γυναίκες έχουν γάμους που πνέουν τα λοίσθια-η μία μάλιστα και δύο παιδιά-ενώ η τρίτη είναι επιχειρηματίας και βρίσκεται διαρκώς με το κινητό στο χέρι. Το συγκεκριμένο εστιατόριο όμως και το κρυμμένο ημερολόγιο της γιαγιάς στο οποίο θα εξηγεί την αλήθεια για αυτό, θα αλλάξει τις ζωές και των τριών προς το καλύτερο, δείχνοντάς τους δρόμους εναλλακτικούς για τις ζωές τους, τους οποίους δεν είχαν σκεφτεί ποτέ να ακολουθήσουν.

 

Συν τοις άλλοις, το βιβλίο περιέχει και αρκετές γαστρονομικές προτάσεις, αφού πολλές σκηνές του διαδραματίζονται σε εστιατόρια. Συνδυάζει, επομένως, γαστρονομία και ρομαντισμό.

 

Εν κατακλείδι, το εν λόγω βιβλίο προτείνεται για αναγνώστες που θέλουν να διαβάσουν κάτι ελαφρύ για να ξεκουραστούν, όχι κάτι που απαιτεί σκέψη. Δεν περιέχει τίποτε βαθυστόχαστο, ούτε κάτι ιδιαίτερο στη γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας-αν και η μετάφραση του Χρήστου Μπαρουξή είναι εξαιρετική. Καμιά φορά, όμως, θέλουμε να κάνουμε διάλειμμα, είναι η αλήθεια και να διαβάσουμε κάτι πιο ανάλαφρο, όπως το παρόν πόνημα. Κλείνοντάς το, πάντως, οι αναγνώστες θα αποκομίσουν μια όμορφη αίσθηση που θα τους συντροφεύει για καιρό.


Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023

Ειρήνη Σοφιανού, ...στο cafe , εκδ. βακχικόν

 

Η ανάγνωση θεατρικών έργων μπορεί να αποβεί μία πολύ ευχάριστη διαδικασία για τους αναγνώστες, ιδιαίτερα όταν το θεατρικό έργο είναι καλογραμμένο και γρήγορο στη ροή του. Αν είναι δε και μικρό στο μέγεθος, τότε αυτό το καθιστά ακόμη πιο ευκολοδιάβαστο. Και τα τρία αυτά παραπάνω στοιχεία χαρακτηρίζουν το κομψό θεατρικό της Ειρήνης Σοφιανού, το πρώτο στη σειρά που εκδίδει ως βιβλίο.

 

Η Ειρήνη Σοφιανού γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα, ενώ είναι πτυχιούχος Πολιτικών επιστημών και Ευρωπαϊκών σπουδών και της Σχολής Θεατρικής Γραφής του θεάτρου Πορεία. Το πρώτο θεατρικό, επομένως, που εκδίδει σε έντυπη μορφή έχει ως πρωταγωνίστριες δύο γυναίκες, και, πιο συγκεκριμένα, δύο αδελφές που λειτουργούν αρκετά ανταγωνιστικά η μία απέναντι στην άλλη, την Πατρίτσια και την Εύα. Κάθε πρωί συναντιόνται σε ένα καφέ και πίνουν η Εύα το τσάι της και η Πατρίτσια τον καφέ της. Μένουν στο πατρικό τους σπίτι μετά από τον θάνατο των γονιών τους και την επιστροφή της Πατρίτσια στην πόλη τους. Αυτό το σπίτι, όμως, το έχουν χωρίσει στα δύο προκειμένου να μην συγκατοικήσουν, καθώς η μία δεν αντέχει τον χαρακτήρα της άλλης. Το γραμματοκιβώτιο είναι το μοναδικό κοινό σημείο μεταξύ των δύο σπιτιών. Στο καφέ συναντούν καθημερινά τον καφετζή τον Βύρωνα, ο οποίος ήταν συμμαθητής της Πατρίτσια από το σχολείο και επεμβαίνει στη  σχέση μεταξύ των δύο αδελφών όταν ο καβγάς τους απειλεί να ξεφύγει.

 

Ολόκληρο το θεατρικό διαδραματίζεται στο καφέ του Βύρωνα και τα πρόσωπα του θεατρικού είναι μόνο τρία: οι δύο αδελφές και ο Βύρωνας. Ο χρόνος και ο τόπος δεν προσδιορίζονται, ο αναγνώστης όμως υποθέτει ότι όλη η υπόθεση του θεατρικού εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια κάποιων ημερών, λιγότερων από μήνα σίγουρα. Ο τόπος είναι μία μικρή επαρχιακή πόλη που δεν κατονομάζεται.

 

Οι διάλογοι είναι γρήγοροι, σύντομοι και πνευματώδεις, διατηρώντας τον γρήγορο ρυθμό του έργου, ενώ μία ένταση διατρέχει όλο το κείμενο από τις συνεχείς διαφωνίες των δύο αδελφών. Η ειρωνεία στια ανταλλαγές των λόγων μεταξύ των δύο αδελφών είναι επίσης εμφανής παντού σχεδόν. Ο Βύρωνας έχει τον «πυροσβεστικό» ρόλο, αλλά και τον ρόλο του εξισορροπιστή στην όλη υπόθεση.

 

Ο εντελώς διαφορετικός χαρακτήρας  μεταξύ τους, αλλά η, κατά βάθος,  μεγάλη τους ομοιότητα, είναι ο άξονας πάνω στον οποίο χτίζεται το έργο. Μία απειλή απαλλοτρίωσης και ένα πρόβλημα υγείας τελικά θα είναι τα κομβικά γεγονότα προκειμένου να φιλιώσουν τελικά οι δύο αδελφές και να εστιάσουν στα κοινά τους σημεία. Τι είναι αυτό που τις χωρίζει άραγε και τι αυτό που τις ενώνει;

Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2023

Γιόκο Ογκάουα, Η πορεία της Μίνα, εκδ. Πατάκη

 

Την πορεία της ασθματικής Μίνα, ενός ιδιαίτερου και πολύ ξεχωριστού κοριτσιού που μεγαλώνει σε μία επίσης πολύ ιδιαίτερη οικογένεια στη μακρινή Ιαπωνία εν έτει 1972 μας περιγράφει η Γιόκο Ογκάουα, η συγγραφέας από την Οκαγιάμα της Ιαπωνίας. Αυτή η πορεία όμως είναι ειδωμένη μέσα από τα μάτια της Τομόκο, μιας δωδεκάχρονης κοπέλας που έχει χάσει τον πατέρα της και «εγκαταλείπεται» από τη μητέρα της στην Ασίγια στο σπίτι ενός θείου της, προκειμένου αυτή να μπορέσει να εντρυφήσει στη μοδιστρική τέχνη στο Τόκιο.

 

« Η πορεία  της Μίνα» αποτελεί μία εξαιρετικά πρωτότυπη αναγνωστική επιλογή για τον Έλληνα αναγνώστη, αφού οι περισσότεροι από εμάς ελάχιστα έχουν διαβάσει περί Ιαπωνίας, αλλά και περί ιαπωνικής λογοτεχνίας ή λογοτεχνίας της άπω ανατολής γενικά. Η χώρα, εν έτει 1972, ακροβατεί ανάμεσα στις ιαπωνικές παραδόσεις και τον εκδυτικισμό. Η γοητεία της Άπω Ανατολής συνυπάρχει με τον ορθολογισμό της Δύσης, το νέο συνυπάρχει με το παλιό.

 

Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Γιόκο Ογκάουα είναι ολοζώντανη και γλαφυρή ενώ το βάρος της περιγραφής πέφτει αναντίρρητα στην περιγραφή της σχέσης μεταξύ των δύο κοριτσιών, της Μίνας και της ξαδέλφης της της Τομόκο, μία σχέση την οποία διέπει ένας ανεπαίσθητος ερωτισμός το δίχως άλλο.

 

Το πολύ ιδιαίτερο σπίτι της Ασίγια θα εντυπωσιάσει τον αναγνώστη. Πρόκειται για ένα σπίτι που ακολουθεί γενικά τον τρόπο ζωής στη Δύση, διατηρώντας όμως και πίνελιές της εξωτικής ανατολής, όπως τον ιπποπόταμο νάνο που υπάρχει στον κήπο του σπιτιού. Το σπίτι αυτό είναι γεμάτο μνήμες αλλοτινών εποχών, εποχών  ξενοιασιάς και ακμής. Το παρόν του 1972 συνδέεται άρρηκτα με τη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων στο Μόναχο, τους οποίους η οικογένεια παρακολουθεί ανελλιπώς στην τηλεόραση, με την τραγική κατάληξη της επίθεσης του Μαύρου Σεπτέμβρη.

 

Η φαινομενική οικογενειακή ευμάρεια καλύπτεται πίσω από καλά κρυμμένα οικογενειακά μυστικά. ΟΙ χαρακτήρες του έργου αποτελούν ευδιάκριτες  καρικατούρες. Πρόκειται για τη γηραιά γιαγιά Ρόζα, την αυστηρή κυρία Γιονέντα, τον πανταχού παρόν κηπουρό Κομπαγιάσι, τον απών Γερμανό θείο, τον μεγάλο αδελφό Ρουίτσι που λείπει στην Ελβετία και φυσικά τα δύο κορίτσια, τη φιλοξενούμενη Τομόκο και την πληθωρική, ενθουσιώδη και χαρούμενη, μα παράξενη πολλές φορές Μίνα με την εύθραυστη υγεία. Σε αυτό το περιβάλλον η Τομόκο θα φοιτήσει στο γυμνάσιο και θα πραγματοποιήσει τα πρώτα της βήματα προς την ενηλικίωση.

 

Με οικογενειακές περιγραφές που θα μας θυμίσουν Αλιέντε και αληθοφανείς διαλόγους, η Ογκάουα σκιαγραφεί πολύ  επιτυχημένα την οικογενειακή ζωή στην Ιαπωνία στα μέσα του περασμένου αιώνα μέσα από ένα δροσερό, καλογραμμένο και πολύ πρωτότυπο μυθιστόρημα.