Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2023

Ruth Ozeki, Το βιβλίο της μορφής και του κενού, εκδ. Κλειδάριθμος, 2023

 

Ακούγεται σίγουρα κάπως παράδοξος, και οπωσδήποτε απροσδιόριστος ως προς του περιεχόμενό του, ο παρακάτω τίτλος για ένα μυθιστόρημα: «Το βιβλίο της μορφής και του κενού». Στην ουσία πρόκειται, όμως, για ένα πόνημα με αρκετές φιλοσοφικές προεκτάσεις, καθώς η συγγραφέας του, Ρουθ Οζέκι, είναι, εκτός από συγγραφέας, σκηνοθέτιδα και βουδίστρια ιέρεια του Ζεν. Υποθέτουμε, επομένως, ότι όλο και κάτι θα έχει να μας πει μία τέτοια συγγραφέας για το νόημα της ζωής, πόσο μάλλον όταν και ένα ακόμη μυθιστόρημά της, το «Μία ιστορία για το παρόν», ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Booker το 2013.

Το βιβλίο αυτό κατά βάση αποτελεί ένα μυθιστόρημα σχετικά με τη διαχείριση του πένθους στην οικογένεια, αλλά και σχετικά με τις σχέσεις γονιών-παιδιών κατά την εφηβεία και τη διαδικασία της ενηλικίωσής τους. Επιπροσθέτως, το βιβλίο αυτό μας μιλάει για τη σχέση του ανθρώπου με τα βιβλία και για τη σχέση μας με τα υλικά αγαθά, αλλά και για τη φιλία, η οποία μπορεί να έρθει πολλές φορές στη ζωή μας απρόσκλητη, εκεί που δεν την περιμένουμε και να μας ξαφνιάσει.

Ο δεκατριάχρονος Μπένι είναι ένα ευτυχισμένο και καθ’ όλα συνηθισμένο παιδί που μεγαλώνει στα όρια της Τσάιναταουν στη Νέα Υόρκη. Ο πατέρας του είναι κλαρινετίστας της τζαζ και η μητέρα του ασχολείται με τα έντυπα για να βγάλει τα προς το ζην. Όλα όμως θα αλλάξουν όταν ο πατέρας θα πεθάνει από ένα τραγικό ατύχημα. Τότε ο κόσμος του θα γκρεμιστεί και η σχέση του με τη μητέρα του μοιραία θα αλλάξει. Τότε θα αρχίσει να ακούει φωνές από τα πράγματα γύρω του, φωνές πότε θλιμμένες και πότε θυμωμένες. Τότε, επίσης, η μητέρα του, προκειμένου να μπορέσει να διαχειριστεί το πένθος της θα αρχίσει να συσσωρεύει αντικείμενα στο σπίτι της.

Ο Μπένι, προσπαθώντας να αποφύγει το σχολείο και την ταμπέλα του «ψυχοπαθή», καταφεύγει για παρηγοριά σε μία δημόσια βιβλιοθήκη. Εκεί θα γνωρίσει μία μεγαλύτερή του κοπέλα, μία ιδιόρρυθμη καλλιτέχνιδα, η οποία έχει μία νυφίτσα για κατοικίδιο, με την οποία θα συνδεθεί με έναν λανθάνοντα ερωτισμό, καθώς και έναν άσημο ηλικιωμένο, ο οποίος δηλώνει ποιητής και φιλόσοφος και θα γίνει φίλος και μέντοράς του. Οι δύο αυτοί παράξενοι άνθρωποι, αλλά και τα βιβλία θα τον βοηθήσουν να ξεπεράσει τη βαθιά θλίψη του.

Το πιο εντυπωσιακό σημείο του βιβλίου, πάντως, είναι  η τεχνική την οποία χρησιμοποιεί η συγγραφέας, η οποία δίνει τον λόγο πολλές φορές στο ίδιο το βιβλίο, αφήνοντάς το να καταθέσει όλα του τα παράπονα και τα συναισθήματα, τα οποία εμείς οι αναγνώστες δεν είχαμε ποτέ σκεφτεί ίσως ότι θα μπορούσε να έχει.

Οπωσδήποτε, πρόκειται για ένα βιβλίο ογκώδες, το οποίο θα μπορούσε σε κάποια σημεία να είναι ίσως και λίγο μικρότερο για να είναι κάπως πιο ξεκούραστο κατά την ανάγνωσή του, αλλά θα αποζημιώσει τον αναγνώστη με μερικά υπέροχα γραμμένα σημεία του και, κυρίως, με τις πρωτότυπες ιδέες που διέπουν την υπόθεσή του, ιδιαίτερα εκείνη που αποδίδει ανθρώπινες ιδιότητες στα βιβλία. Η ανάγνωσή του δεν θα στερείται συναισθημάτων, αφού οι περισσότεροι από εμάς θα συγκινηθούν γυρίζοντας τις σελίδες του.

Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2023

Sonia Purnell, Μια ασήμαντη γυναίκα, εκδ. Μίνωας

 


Η ανάγνωση βιογραφιών είναι από μόνη της πάντοτε ενδιαφέρουσα υπόθεση. Όταν όμως ο συγγραφέας της βιογραφίας διαθέτει λογοτεχνικό ταλέντο και, ιδίως, όταν η ζωή και η προσωπικότητα του βιογραφούμενου ατόμου είναι εξίσου συναρπαστική, τότε το όλο θέμα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον.

 

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τη βιογραφία της άγνωστης στους Έλληνες- και όχι μόνο-αναγνώστες Βιρτζίνιας Χολ από την εξίσου άσημη στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, μα αναγνωρισμένη στη Βρετανία συγγραφέα και δημοσιογράφο Σόνια Παρνέλ. Η Βιρτζίνια Χολ υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες κατασκόπους που έδρασαν στην τεράστια ανθρωποσφαγή η οποία ονομάστηκε Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η εξαιρετικά σημαντική δράση της, όμως, αναγνωρίστηκε κυρίως μετά τον θάνατό της και η ίδια έμεινε στην αφάνεια περίπου ως τα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας που διανύουμε. Κι όμως, η Βιρτζίνια ήταν μία γυναίκα η οποία συνέβαλε τα μάλα στη γαλλική αντίσταση στην υποτιθέμενη Ελεύθερη Ζώνη του Βισύ. Αυτό το βιβλίο, επομένως, φιλοδοξεί να κάνει γνωστή τη δράση της στο ευρύ κοινό. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

 

Η Βιρτζίνια γεννήθηκε στη Βαλτιμόρη το 1906. Ήταν ένα δραστήριο αγοροκόριτσο που από νεαρή ηλικία επέμενε να αψηφά τις συμβάσεις τις οποίες έθετε το φύλο της. Σε ηλικία 27 ετών σε ένα ατύχημα στο κυνήγι στη Σμύρνη-στην πρεσβεία της οποίας εργαζόταν σαν γραμματέας- χάνει το αριστερό της πόδι από το γόνατο και κάτω, δεν χάνει όμως το πείσμα της. Παρά τις συνεχείς απορρίψεις που γνώριζε από το διπλωματικό σώμα των ΗΠΑ, στο οποίο ήθελε απεγνωσμένα να ενταχθεί, εντούτοις δεν το έβαλε κάτω, έως ότου, και παρά την εμφανέστατη αναπηρία της, να καταφέρει να ενταχθεί στο περίφημο SOE (Special Operation Executive-Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων), την κατασκοπική εταιρεία της Μεγάλης Βρετανίας που είχε ιδρυθεί από τον ίδιο τον Τσώρτσιλ. Τοποθετείται, λοιπόν, στον Ελεύθερη Ζώνη του Βισύ με αποστολή να προετοιμάσει την αντίσταση.

 

Η Βιρτζίνια ήταν ένα άτομο που ήθελε πάση θυσία να βοηθήσει την πατρίδα της και τους Συμμάχους, προτού ακόμη μπουν επισήμως οι ΗΠΑ στον πόλεμο. Γενναία, αποφασιστική και δυναμική, κατάφερε να υπερκεράσει όλες τις δυσκολίες και προσέφερε σπουδαίες υπηρεσίες στη φυγάδευση ατόμων από τη Γαλλία του Βισύ και στη στρατολόγηση πολιτών για την οργάνωση της αντίστασης στη Γαλλία. Πολλές φορές κινδύνεψε θανάσιμα, δεν το έβαλε, όμως, κάτω. Ο ίδιος ο Κλάους Μπάρμπι, ο περιβόητος ναζί εγκληματίας, την αναζητούσε απεγνωσμένα, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να τη βρει.

 

Η Βιρτζίνια υπέμεινε αγόγγυστα όλες τις δυσκολίες, τις κακουχίες και την ασιτία στη Γαλλία και, ακόμη και μετά από την απόβαση στη Νορμανδία, συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στα ορεινά έως ότου εξαφανιστεί και ο τελευταίος ναζί από τη Γαλλία.

 

Μετά από το τέλος του πολέμου και την επιστροφή της στις ΗΠΑ, η Βιρτζίνια εντάχθηκε στο δυναμικό της νεοσύστατης CIA. Η σπουδαία  δράση της όμως αναγνωρίστηκε μονάχα μετά θάνατον.

 

Τη συναρπαστική ζωή της γενναίας αυτής γυναίκας μας αφηγείται με σκέρτσο και μαεστρία η Σόνια Παρνέλ. Παράλληλα με τη ζωή της  Βιρτζίνια, διαβάζοντας το βιβλίο θα ρίξουμε και μία καλή ματιά στη ζωή της Γαλλίας του Βισύ, αλλά και στη ζωή των κατασκόπων και των Γάλλων αντιστασιακών.

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2023

Toshikazu Kawaguchi, Πριν κρυώσει ο καφές, εκδ. Κλειδάριθμος

 


 

Πέρα από τους Χαρούκι Μουρακάμι και τον Νομπελίστα Καζούο Ισιγκούρο, το ελληνικό αναγνωστικό κοινό δεν έχει μεγάλη επαφή με την ιαπωνική λογοτεχνία. Ο Τοσικάζου Καβαγκούτσι γεννήθηκε το 1971 στην Οσάκα και έχει ασχοληθεί, κατά κύριο λόγο, με τον θεατρικό γραπτό λόγο. Το "Πριν κρυώσει ο καφές" είναι το πρώτο από τα βιβλία του που μεταφράζεται στην ελληνική γλώσσα, στη συγκεκριμένη περίπτωση από την πολύ έμπειρη στον χώρο της μετάφρασης Βάσια Τζανακάρη.

Τι θα άλλαζε από το παρελθόν και τα πεπραγμένα του ο καθένας από εμάς αν είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει κάποτε πίσω στον χρόνο; Ποιο πρόσωπο θα επέλεγε να συναντήσει άραγε για τελευταία φορά; Σίγουρα η απάντηση που θα έδινε ο καθένας μας είναι πολύ διαφορετική. Πάνω σε αυτό το αιώνιο ερώτημα "χτίζει" ο συγγραφέας το μυθιστόρημά του.

Σε έναν μικρό παράδρομο στο κοσμοπολίτικο Τόκιο υπάρχει το μικρό καφέ "Φουνικουλί Φουνικουλά", ένα καφέ πολύ διαφορετικό από τα άλλα. Πιο συγκεκριμένα, είναι το μοναδικό καφέ που δίνει τη δυνατότητα στους πελάτες του να ταξιδέψουν πίσω στον χρόνο. Αυτό, φυσικά, αποτελεί μία πολύ γοητευτική επιλογή για πολλούς, αλλά και, συγχρόνως, μία πρόκληση και έναν πολυπόθητο στόχο. Τα πράγματα, όμως, δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται. Για να γυρίσουν πίσω στον χρόνο οι θαμώνες του καφέ έχουν κάποιους περιορισμούς:

"-Οι μόνοι άνθρωποι που θα συναντήσεις όσο είσαι στο παρελθόν είναι όσοι έχουν επισκεφθεί το καφέ.

-Όσο κι αν προσπαθήσει κάποιος όσο είναι στο παρελθόν, δεν μπορεί να αλλάξει το παρόν.

-Για να επιστρέψεις στο παρελθόν, πρέπει να κάτσεις σε μία συγκεκριμένη καρέκλα.

-Όσο είσαι στο παρελθόν, πρέπει να μείνεις στην καρέκλα και να μην κουνηθείς από αυτή.

-Υπάρχει χρονικό όριο.

-Ο ταξιδιώτης του χρόνου πρέπει οπωσδήποτε να επιστρέψει στο παρόν πριν κρυώσει ο καφές, διαφορετικά..."

Αν όλα αυτά ακούγονται κάπως αλλόκοτα στα αυτιά των αναγνωστών, οφείλουμε να πούμε ότι το πόνημα του Καβαγκούτσι ανήκει καθαρά στον χώρο του υπερρεαλισμού. Δεν είναι σώφρων να ψάχνει ο αναγνώστης κάποια λογική σε ένα πόνημα το οποίο προσιδιάζει περισσότερο σε παραμύθι παρά σε κανονικό μυθιστόρημα. Ο τόπος μπορεί να είναι συγκεκριμένος-το φανταστικό αυτό καφέ-, όπως και ο χρόνος-η σύγχρονη εποχή-, υπάρχει όμως μία σκόπιμα δοσμένη αοριστία σε πάμπολλα σημεία.

Επιπροσθέτως, δεν πρόκειται για μία παραμυθο-ιστορία, αλλά για τέσσερις. Ο Καβαγκούτσι μας αφηγείται τις ιστορίες τεσσάρων διαφορετικών ανθρώπων που επέλεξαν και θέλησαν να κάνουν το ταξίδι αυτό πίσω στον χρόνο: μιας γυναίκας που επιχειρεί να κουβεντιάσει με τον εραστή της τον λόγο για τον οποίο την εγκατέλειψε, μιας γυναίκας που θέλει να λάβει το γράμμα από τον σύζυγό της που πάσχει από Αλτσχάιμερ, ενός ανθρώπου που θέλει να συναντήσει την αδελφή του για τελευταία φορά και, τέλος, την πιο συγκινητική ιστορία απ' όλες, αυτή μιας μάνας που θέλει να συναντήσει την κόρη που δεν γνώρισε ποτέ.

Και οι τέσσερις ιστορίες είναι τρυφερές και αποπνέουν την ευαισθησία που διαθέτει ο συγγραφέας. Συγχρόνως, πρόκειται για ένα πόνημα αρκετά ασυνήθιστο, έξω από τα καθιερωμένα αναγνώσματά μας. Διότι, τελικά, το παρελθόν επιμένει να μας κυνηγά και να μας προσδιορίζει και, οπωσδήποτε, δεν μας αφήνει εύκολα να απαγκιστρωθούμε από αυτό...

"Το καφέ δεν είχε κλιματισμό. Άνοιξε το 1874, πριν από τουλάχιστον εκατόν σαράντα χρόνια. Τότε, ακόμα χρησιμοποιούσαν λάμπες λαδιού για φωτισμό. Με τα χρόνια, έγιναν μερικές μικροανακαινίσεις, αλλά το εσωτερικό παραμένει μέχρι και σήμερα σχεδόν απαράλλαχτο. Όταν άνοιξε, η διακόσμηση πρέπει να θεωρούνταν πολύ αβαντγκάρντ. Η κοινώς αποδεκτή ημερομηνία για την εμφάνιση του σύγχρονου καφέ στην Ιαπωνία είναι γύρω στο 1888- δεκατέσσερα ολόκληρα χρόνια αργότερα.

Ο καφές εισήχθη στην Ιαπωνία την περίοδο Έντο , γύρω στα τέλη του δέκατου έβδομου αιώνα. Αρχικά δεν ταίριαζε στη γευστική παλέτα των Ιαπώνων και σίγουρα δεν θεωρούνταν κάτι που έπινες για απόλαυση-πράγμα φυσικό, αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν σαν μαύρο, πικρό νερό".

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

Γιάννης Ξανθούλης, Μαρινέλλα, οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια, εκδ. Διόπτρα

 

Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να διαβάσουμε τη βιογραφία μίας μεγάλης προσωπικότητας γραμμένη από μία εξίσου μεγάλη πένα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μία μεγάλη «Κυρία» του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού βιογραφείται από έναν εξίσου μεγάλο σύγχρονο Έλληνα λογοτέχνη. Ο Γιάννης Ξανθούλης, επομένως, συζητά με τη Μαρινέλλα και το καταπληκτικό αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο, το οποίο κατά βάση είναι βιογραφικό, αλλά όχι μόνο. Μόνο ένας συγγραφέας του διαμετρήματος του Ξανθούλη δεν θα δίσταζε να προσθέσει και κάποιες πινελιές από τη δική του ζωή ανάμεσα στις εξομολογήσεις για τη ζωή της Μαρινέλλας, τις οποίες ο ίδιος καταγράφει με τον γνωστό του τρόπο συγγραφής, δηλαδή, όπως ομολογεί και ο ίδιος, πηδώντας διαρκώς από το ένα θέμα στο άλλο και προσθέτοντας μικρές, πικάντικες και γλαφυρές πινελιές στην κυρίως ροή της αφήγησής του.

Ο Γιάννης Ξανθούλης θεωρούσε τον εαυτό του εντελώς ακατάλληλο για να συγγράψει μία βιογραφία. Τελικά όμως αποφασίζει να υποκύψει στον πειρασμό κυρίως επειδή, όπως λέει και ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου του, η όλη διαδικασία «…με τσιγκλούσε να θυμηθώ κι εγώ δικά μου παράλληλα γεγονότα».

Κατά τη διάρκεια, λοιπόν, των μαρκών κατ’ οίκον εξομολογήσεων της μεγάλης ντίβας τα μεσημέρια, ο Ξανθούλης και η Μαρινέλλα «… άρχισαν να συλλαβίζουν μια ζωή που δεν απαντιέται εύκολα σε κοινούς θνητούς».

Η Μαρινέλλα είναι ένα πρόσωπο έξω από τα συνηθισμένα, πέραν πάσης αμφιβολίας. Δεν θα μπορούσε επομένως να διαθέτει ούτε μία «κανονική»ζωή, αλλά ούτε και μία «κανονική» βιογραφία, τουλάχιστον έτσι όπως έχουμε συνηθίσει εμείς οι αναγνώστες να ορίζουμε τις τελευταίες. Αντιθέτως, αυτή η ανορθόδοξη και ασυνήθιστη βιογραφία της από τον Γιάννη Ξανθούλη φαίνεται πραγματικά να της ταιριάζει γάντι.

Παρ’ όλα αυτά, παρά τις παραπομπές, που ξεπετάγονται στην κυρίως ροή της αφήγησης διαρκώς σαν μικροί παραπόταμοι, ο Ξανθούλης καταφέρνει να διατηρήσει μία χρονική συνέπεια στην αφήγησή του: ξεκινά από τα παιδικά χρόνια της Μαρινέλλας στη «φτωχομάνα» Θεσσαλονίκη και από τους θιάσους στους οποίους δούλευε από πολύ μικρή ηλικία λόγω της μεγάλης φτώχειας που έζωνε την οικογένειά της και φτάνει στα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας. Μεγαλύτερο βάρος δίνεται, όπως είναι φυσικό, στις σχέσεις της με τους Καζαντζίδη, Βοσκόπουλο, αλλά και στη μουσική συνεργασία της με τον Κώστα Χατζή.

Το κέντρο βάρους της αφήγησης πέφτει στην καριέρα της Μαρινέλλας αλλά και στην γλαφυρή αποτύπωση των μεταπολεμικών δεκαετιών στη χώρα μας, μέχρι και τα τέλη του εικοστού αιώνα. Μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται και για μία βιογραφία του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, μαζί με τη βιογραφία της Μαρινέλλας. Πολλά σημεία αποδίδονται με παράθεση διαλόγων μεταξύ του Ξανθούλη και της Μαρινέλλας. Το αποτέλεσμα είναι μία πραγματικά πολύ ιδιαίτερη βιογραφία, η οποία αποτελεί βουτιά στα βαθιά νερά του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού κατά τον εικοστό αιώνα. Εν κατακλείδι, το πείραμα που επιχείρησε ο Ξανθούλης, μπορούμε να πούμε ότι πέτυχε απόλυτα: πρόκειται για ένα από τα πιο απολαυστικά βιβλία της φετινής εκδοτικής παραγωγής που αξίζει τα μάλα να το διαβάσουμε.