Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

Βλάσης Αγτζίδης, Μεταξύ Σεβρών και Λωζάννης, εκδ. πατάκης

 

Ένα εξαιρετικό πόνημα στη βιβλιογραφία που σχετίζεται με τη Μικρασιατική και την ταραγμένη περίοδο του Μεσοπολέμου στη χώρα μας έρχεται να προσθέσει ο ειδικευμένος ιστορικός για τη συγκεκριμένη εποχή, Βλάσης Αγτζίδης. Ο Αγτζίδης είναι γνωστός στην ελληνική ιστοριογραφία μέσα από μία πληθώρα έργων του τα οποία σχετίζονται με το εν λόγω ζήτημα, όπως  το «Πόντος» , το «Μικρασιατική καταστροφή» και το «Μικρά Ασία», βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει μέσα στην προηγούμενη δεκαετία.

 

Το παρόν πόνημά του με τίτλο «Μεταξύ Σεβρών και Λωζάννης, πλευρές της μικρασιατικής τραγωδίας» αναλύει τις διπλωματικές πλευρές του φλέγοντος ζητήματος της Μικρασιατικής τραγωδίας, μίας από τις μεγαλύτερες που βίωσε ο ελληνισμός, και αποτελεί, πρωτίστως, ένα βιβλίο επεξήγησης του πως φτάσαμε στην καταστροφή και γιατί ελήφθησαν οι συγκεκριμένες αποφάσεις. Η έκδοση του βιβλίου σαφώς εντάσσεται στο πλαίσιο των επετειακών εκδόσεων που σχετίζονται με τη Μικρασιατική Καταστροφή με τη συμπλήρωση των εκατό χρόνων από αυτήν.

 

Ο Αγτζίδης αναλύει αρχικά τους όρους των δύο κομβικών για την ιστορία της Ελλάδος Συνθηκών: της Συνθήκης των Σεβρών και της Συνθήκης της Λωζάννης. Η πρώτη, το 1920,  αποτελεί τον μεγαλύτερο θρίαμβο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και η δεύτερη, τρία χρόνια μετά, την ταφόπλακα της Μεγάλης Ιδέας.  Ο Αγτζίδης εξηγεί με γλώσσα απλή και κατανοητή, αλλά και μέσω παράθεσης γραπτών ντοκουμέντων της εποχής, γιατί έγινε ό,τι έγινε και γιατί δεν μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό υπό τις παρούσες συνθήκες. Πράγματι, ο Βενιζέλος δεν μπορούσε τότε να πράξει κάτι διαφορετικό, από το να υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών, εφόσον ήθελε, πάνω απ’ όλα, να σώσει τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας και να τον προστατέψει από τις διώξεις των Νεοτούρκων. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επίσης δεν μπορούσαν να πράξουν αλλιώς από το να υποστηρίξουν τον Μουσταφά Κεμάλ, εφόσον ο Βενιζέλος ηττήθηκε στις εκλογές του 1920. Ο Αγτζίδης αναλύει διεξοδικά τους ακριβείς λόγους για τους οποίους η Ιταλία, η Γαλλία, η μπολσεβικική Ρωσία και η Μεγάλη Βρετανία επέλεξαν να στηρίξουν τον Κεμάλ και όχι τους Έλληνες στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1920-22.

 

Κατόπιν, σε επόμενα κεφάλαια του βιβλίου του, ασχολείται με το μείζονα θέμα των προσφύγων και της αποκατάστασής τους από το ελληνικό κράτος. Επιπροσθέτως, αφιερώνει μεγάλο μέρος του βιβλίου του στη σχέση των προσφύγων με την Αριστερά και το ΚΚΕ, αλλά και στους Έλληνες πρόσφυγες  στη Ρωσία, τους περίφημους «Ρωσοπόντιους». Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η ανάλυσή του σχετικά με τον λόγο για τον οποίον ο Λένιν επέλεξε να στηρίξει τον Μουσταφά Κεμάλ, αλλά και η παράθεση των αντίθετων απόψεων στους κόλπους της Αριστεράς στη Ρωσία, την Ελλάδα και τη Γερμανία- όπως της Λούξενμπουργκ, του Γληνού, του Σκληρού και του Τρότσκι, οι οποίοι διαφωνούσαν με τη βασική λενινική θέση.

 

Τέλος, ο Αγτζίδης αναφέρεται και σε μία ανατριχιαστική και εξίσου ενδιαφέρουσα πλευρά της Μικρασιατικής τραγωδίας, η οποία παραμένει άγνωστη στο ευρύ κοινό: το απεχθές εμπόριο οστών των νεκρών Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τους Ευρωπαίους εμπόρους της εποχής, προκειμένου να γίνει με αυτά λεύκανση της ζάχαρης ή των πορσελάνων ή να χρησιμοποιηθούν στη βιομηχανία λιπασμάτων.

 

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο που εξηγεί την πορεία της χώρας προς την Καταστροφή και θα λύσει πολλές απορίες του αναγνωστικού κοινού σχετικά με το εν λόγω ζήτημα.

Θάνος Χ. Καψάλης, Το δωμάτιο με τις μύγες, εκδ. Επίκεντρο

 

Ακούγοντας ως τίτλο για βιβλίο «Το δωμάτιο με τις μύγες» το μόνο πεδίο στο οποίο δεν πήγε το μυαλό μου, είναι η αλήθεια, είναι η Βιολογία. Διαβάζοντας, όμως, το οπισθόφυλλο του βιβλίου του Βιολόγου και συγγραφέα Θάνου Καψάλη, κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο και δεν κρύβω ότι ενθουσιάστηκα.

 

Το δωμάτιο με τις μύγες, επομένως, δεν ήταν παρά το δωμάτιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε η σύγχρονη γενετική ως επιστήμη το 1910, τότε που ο διάσημος Αμερικανός βιολόγος Thomas Hunt Morgan και η ερευνητική του ομάδα έκαναν μέσα στο «δωμάτιο με τις μύγες» τις ανακαλύψεις εκείνες που θα επιβεβαίωναν τη Χρωμοσωμική Θεωρία. Η ατμόσφαιρα εκείνου του μικρού δωματίου στο πανεπιστήμιο της Κολούμπια, όπου ο Morgan και οι φοιτητές του εξέτρεφαν μύγες του είδους Drosophila Melanogaster ήταν πραγματικά μοναδική. Επρόκειτο για ένα δωμάτιο μέσα στο οποίο συζητιούνταν ανοιχτά οι ιδέες ολονών, φοιτητών και ερευνητών μέσα σε πνεύμα απόλυτης ισότητας, ένα δωμάτιο στο οποίο υπήρχε ανοχή στο διαφορετικό και χώρος για νέες, καινοτόμες ιδέες. Η τακτική αυτή του Morgan, να εμπιστευτεί, δηλαδή, τους φοιτητές του και να τους αναθέσει πολλές ευθύνες σε εκείνο το δωμάτιο ήταν που οδήγησε στις μεγαλύτερες ανακαλύψεις.

 

Την ιστορία του δωματίου αυτού μας αφηγείται ο Καψάλης μέσα από τα μάτια της βοηθού του Morgan, της  Edith Wallace, μίας επίσης νεαρού βιολόγου. Και η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς βιολόγος προκειμένου να βρει το συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο άπτεται του πεδίου της Βιολογίας και της Γενετικής, άκρως ενδιαφέρον. Ο Morgan τιμήθηκε τελικά με το βραβείο Νόμπελ το 1932, όπως και ο μαθητής του ο H. Muller.

 

Ο Morgan και οι φοιτητές του επιβεβαίωσαν τον ακριβή τρόπο λειτουργίας των γενετικών νόμων του Μέντελ και εξέδωσαν το βιβλίο «Ο Μηχανισμός της Μεντελικής Κληρονομιάς» το 1915 στο οποίο εξέθεταν τα πορίσματα των ερευνών τους από τα πειραματόζωά τους, τις μύγες του είδους Drosophila. Έτσι μπόρεσαν να αποδείξουν τη σχέση της κληρονομικότητας με το περιβάλλον, αλλά και με το τυχαίο που χαρακτηρίζει τη χιασματυπία κατά τον διαχωρισμό των χαρακτηριστικών που κληρονομούνται από τα γονίδια στους απογόνους μας. Το δίχως άλλο, η Γενετική δεν θα ήταν  η ίδια αν δεν υπήρχε το δωμάτιο αυτό με τις μύγες, και φυσικά, ο Morgan.

 

Ο Θάνος Καψάλης εμπνεύστηκε τη συγγραφή του παρόντος πονήματος ως τέταρτη γενιάς μαθητής του Morgan.  Όπως μας λέει ο ίδιος στην εισαγωγή του βιβλίου του, όλοι οι γενετιστές βιολόγοι σήμερα είναι «δισέγγονα» του μεγάλου αυτού γενετιστή.

 

Εν κατακλείδι, επομένως, πρόκειται για ένα μυθιστορηματικού τύπου βιογραφικό πόνημα, το οποίο άπτεται του πεδίου της βιολογίας, δεν απευθύνεται, όμως, μονάχα σε βιολόγους, αλλά σε όλους τους αναγνώστες.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

Γρηγόριος Ξενόπουλος, Πλούσιοι και φτωχοί, εκδ.Ψυχογιός

 

 

Με ένα φλέγον κοινωνικό ζήτημα, εκείνο των πλουσίων και των φτωχών ασχολείται ο διάσημος και αγαπημένος θεατρικός-και μη- συγγραφέας, Γρηγόριος Ξενόπουλος στο ομότιτλο βιβλίο του.

 

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951), αν και πέθανε φτωχός και ξεχασμένος, αναντίρρητα είναι ένας από τους κορυφαίους ‘Έλληνες λογοτέχνες και ένας από τους πλέον πολυγραφότατους. Έμεινε στην ιστορία ως ο εκδότης του γνωστού περιοδικού «Η Διάπλασις των Παίδων», αλλά και ως ιδρυτής του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Εστία».

Το μυθιστόρημά του «Πλούσιοι και Φτωχοί» εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1926, αλλά είχε πρωτοδημοσιευτεί σε συνέχειες στην εφημερίδα Έθνος ήδη από το 1918.

 

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος δεν δύναται να απεκδυθεί τον θεατρικό εαυτό του σε κανένα από τα μυθιστορήματα ή τα διηγήματά του. Έτσι, το «Πλούσιοι και Φτωχοί» είναι πρωτίστως ένα μυθιστόρημα θεατρικά γραμμένο, το οποίο διαβάζεται απνευστί και καθηλώνει τον αναγνώστη παρά τα πολλά χρόνια που έχουν περάσει από τότε που γράφτηκε. Παρ’ όλο που η υπόθεσή του διαδραματίζεται στη Ζάκυνθο και την Αθήνα των τελών του 19ου αιώνα, εντούτοις, παραμένει ένα μυθιστόρημα που θέτει πολλούς σύγχρονους προβληματισμούς, πάντα επίκαιρους και ενδιαφέροντες και στα μάτια του σημερινού αναγνώστη. Δικαίως, επομένως, η δημοσίευση του Έθνους εν έτει 1918 αναφέρει ότι το παρόν πόνημα είναι ένα από τα τερπνότερα, συγκινητικότερα και διασκεδαστικότερα μυθιστορήματα που θα διαβάσουμε ποτέ.

 

Τα μεγάλα κοινωνικά ερωτήματα που θέτει το βιβλίο είναι τα παρακάτω: Άραγε, γεννιέται κανείς φτωχός ή πλούσιος; Αν είναι κανείς τίμιος ανταμείβεται πάντοτε; Μονάχοι μας φτιάχνουμε τη μοίρα μας με τις επιλογές μας ή αυτή την προκαθορίζουν τυχαία γεγονότα; Μπορεί κάποιος να αλλάξει τη μοίρα του αν προσπαθήσει αρκετά ή πάντα θα είναι δέσμιος της τύχης και των γεγονότων;

 

Ο Ξενόπουλος επιχειρεί να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά μέσα από την ιστορία του Πώπου, ενός νεαρού από τη Ζάκυνθο, γόνου ευκατάστατης οικογένειας. Ο Πώπος είναι πολύ φίλος με τον Αντώνη, έναν νεαρό φιλόδοξο, ο οποίος προέρχεται από μία όχι και τόσο ευκατάστατη φαμελιά. Ο Πώπος είναι επίσης  σφόδρα ερωτευμένος  με την αδελφή του Αντώνη, την όμορφη Κλεμεντίνα, την οποία και ονειρεύεται κάποια μέρα να νυμφευτεί. Οι Θεοί και η Μοίρα καθώς φαίνεται, όμως, έχουν άλλα σχέδια, αφού μετά από ένα ατύχημα, η επιχείρηση της φαμελιάς του Πώπου θα αναγκαστεί να κηρύξει πτώχευση… Ο Πώπος θα καταφέρει όπως όπως να σπουδάσει μαθηματικά στην Αθήνα,  η ζωή του όμως από εκεί κι έπειτα δεν θα είναι ποτέ πια η ίδια. Αντιθέτως θα καταστεί ένας διαρκής αγώνας για επιβίωση, σε αντίθεση με εκείνη του Αντώνη στον οποίο η Μοίρα φαίνεται να χαμογελά διαρκώς…

 

Το μυθιστόρημα έχει γρήγορο ρυθμό, ενδιαφέρουσα πλοκή, ενώ ο συγγραφέας παρακολουθεί διαρκώς τον ψυχισμό των ηρώων του και μαρτυρά στους αναγνώστες τα διακυμαινόμενα συναισθήματά τους. Ένα έργο-μνημείο της  κλασικής λογοτεχνίας, από τα ωραιότερα που έχουν γραφτεί και το οποίο αξίζει να διαβαστεί.

Σύλβα Γάλβα, Θεατές και δράστες, εκδ. Βακχικόν

 

Το διήγημα, ως λογοτεχνικό είδος, θεωρείται ιδιαίτερο απαιτητικό. Σε κάθε περίπτωση αρκετοί συγγραφείς στρέφονται σε αυτό, αφού πειραματιστούν πρώτα με την ποίηση. Τέτοια είναι και η περίπτωση της Σύλβας Γάλβα, μιας εκπαιδευτικού και συγγραφέας από τις Σέρρες, μητέρας τεσσάρων παιδιών Η Γάλβα είναι απόφοιτος Γαλλικής Φιλολογίας και το βιβλίο της με τίτλο «Θεατές και δράστες» είναι η πρώτη ανθολογία διηγημάτων της που κυκλοφορεί.

Όλοι είμαστε θεατές της ζωής, αλλά, πρωτίστως και δράστες οι ίδιοι. Έτσι λοιπόν, στο βιβλίο της Γάλβα υπάρχουν οι Θεατές, οι μάρτυρες των γεγονότων, οι αφηγητές δηλαδή, αλλά υπάρχουν και οι δράστες, εκείνοι οι οποίοι κινούν τα νήματα, εκείνοι που πράττουν και αποφασίζουν για το κάθε τι. Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές των ιστοριών που περιέχει το βιβλίο, σε αντίθεση με τους αφανείς ήρωες, τους αθέατους, τους δευτεραγωνιστές που  είναι οι Θεατές των γεγονότων.

Το θετικό στο βιβλίο της Γάλβα είναι ο πλουραλισμός και η ποικιλία που διαπνέει τα είκοσι τέσσερα διηγήματά του. Σε αυτά η υπόθεση μπορεί να διαδραματίζεται σε καθαρά ιστορικό χρόνο, όπως στη Θεσσαλονίκη του 1908, αλλά και με μελλοντικό χρόνο, όπως το 2289 στην πόλη Άφλα. Επιστημονική φαντασία και Ιστορία, παρελθόν και μέλλον οι αντιθέσεις αυτές, επομένως, καθορίζουν τη δομή του βιβλίου. Ενδιαφέρον είναι επίσης το γεγονός ότι τα διηγήματα διαιρούνται ανά εποχή, έξι για κάθε μία από τις εποχές του ημερολογιακού έτους.

Τα διηγήματα, όμως, περιλαμβάνουν και υπέροχες καλοκαιρινές εικόνες του παρόντος όπως η παρακάτω από το διήγημα του καλοκαιριού με τίτλο «Καφές στο μπαλκόνι»:

 

 

“«Από την πρώτη μέρα στο νησί, πίναμε μαζί καφέ κάθε απόγευμα. Άκουγα την πόρτα της αυλής, γύρω στις εφτά το απογευματάκι. Μετά τον «ύπνο της θάλασσας», έτσι τον έλεγε η Ναυσικά. Όμορφο όνομα για τη μεσημεριανή νάρκωση, μετά το εξαντλητικό τρίαθλο: κολύμπι, φαγητό, μπίρες. Ξυπνούσα και την έστηνα στο μπαλκόνι. Έβλεπα τα χρώματα του πλήθους. Ο κεντρικός δρόμος της Χώρας περνούσε κάτω από τα δωμάτιά μας. Άκουγα αλλόγλωσσους διαλόγους και βέβαια τα τσουχτερά σχόλια της Ναυσικάς:

«Τον βλέπεις τον μονοσάνδαλο, Σόφια; Εκείνον εκεί με τα ράστα μαλλιά, με τα σκουλαρίκια; Έμαθα ότι τον λένε Γεράσιμο… Περίεργος τύπος. Κοίτα πώς περπατάει-σαν ξεκούρδιστος. Γείτονας είναι. Τον ξέρεις;»”

Θερινές, ανοιξιάτικες, χειμωνιάτικες και φθινοπωρινές περιγραφές όλες αυτές δίνουν τον τόνο στα εποχιακά διηγήματα του βιβλίου. Η συγγραφέας δεν φείδεται μίας πληθώρας διαφορετικών αφηγηματικών τρόπων προκειμένου να πει αυτό που θέλει. Τα περισσότερα από τα διηγήματα, πάντως, είναι γραμμένα στο πρώτο ενικό πρόσωπο, κάτι που ενισχύει την αμεσότητα της διήγησης.