Παρασκευή 12 Απριλίου 2024

Elle Cosimano, Η Φίνλεϊ Ντόνοβαν ερωτεύεται, εκδ. Μίνωας

 

Τα βιβλία της γνωστής συγγραφέως από τις ΗΠΑ, της Ελ Κοσιμάνο, αποτελούν μία πρωτότυπη εξαίρεση στον τομέα της αστυνομικής λογοτεχνίας και της λογοτεχνίας μυστηρίου, του πιο δημοφιλούς είδους ανάγνωσης, ίσως, στις μέρες μας. Τέτοιου είδους πονήματα είναι από τα ελάχιστα που εκδίδονται σήμερα, έχοντας ως πρωταγωνιστή-ερευνητή των εγκλημάτων, όχι έναν εξειδικευμένο ντετέκτιβ-αστυνόμο, αλλά μία πρόσφατα διαζευγμένη μητέρα δύο μικρών παιδιών. Επιπροσθέτως, τα βιβλία της Κοσιμάνο συνδυάζουν με τρόπο μοναδικό την καταιγιστική δράση και την έξυπνη πλοκή με το χιούμορ.

Το τρίτο βιβλίο της σειράς με τίτλο "Η Φίνλεϊ Ντόνοβαν ερωτεύεται" είναι, ίσως, το απολαυστικότερο από τα τρία της σειράς, αν και πολλοί αναγνώστες θα δυσκολεύονταν να διαλέξουν μεταξύ των τριών. Το πρώτο βιβλίο της σειράς ήταν το "Η Φίνλεϊ Ντόνοβαν σαρώνει" και σε αυτό η πρωταγωνίστρια έμπλεκε σε μία εγκληματική υπόθεση άθελά της. Στο δεύτερο βιβλίο της σειράς με τίτλο "Η Φίνλεϊ Ντόνοβαν ξαναχτυπά" η πρωταγωνίστρια προσπαθούσε να σώσει τον πρώην άντρα της από κάποιον ο οποίος ήθελε να τον δολοφονήσει.

 Στο "Η Φίνλεϊ Ντόνοβαν ερωτεύεται", η συγγραφέας-πρωταγωνίστρια-ντετέκτιβ ερωτεύεται τον όμορφο αστυνόμο-ντετέκτιβ Νικ και έρχεται αντιμέτωπη με τη ρώσικη μαφία. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται σε μία σχολή εκπαίδευσης αστυνομικών, στην οποία η Φίνλεϊ θα βρεθεί να "φοιτά" προκειμένου να εξιχνιάσει το έγκλημα και να ανακαλύψει τελικά την ταυτότητα εκείνου που είχε προσπαθήσει στο προηγούμενο βιβλίο της σειράς να δολοφονήσει τον άντρα της. Μαζί της η πάντοτε πανέξυπνη και αστεία νταντά και λογίστριά της, η Βέρο.

Τα παιδιά της Φίνλεϊ δεν κάνουν στον βιβλίο αυτό τόσο αισθητή την παρουσία τους όσο στα άλλα δύο βιβλία της σειράς, το πνευματώδες, όμως, χιούμορ της πρωταγωνίστριας και ο αυτοσαρκασμός της θα διασκεδάσουν και πάλι τα μέγιστα τους αναγνώστες.

Η Φίνλεϊ είναι, αναντίρρητα, μία από τις συμπαθητικότερες ηρωίδες της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας. Έξυπνη, τρυφερή, αληθινή και τραγικά ανθρώπινη, προορίζεται για να αγαπηθεί από όλους τους αναγνώστες. Αξίζει να σημειωθεί, τέλος,  ότι η Κοσιμάνο αφήνει μία εκκρεμότητα στο τέλος του βιβλίου, η οποία θα αποτελέσει το έναυσμα για τη συγγραφή ενός ακόμη βιβλίου της σειράς.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2024

Emmett Dalton, Οι αδελφοί Ντάλτον, εκδ. Πηγή

 

Ένα εξαιρετικά πρωτότυπο ανάγνωσμα, γραμμένο εν έτει 1918, ανασύρουν από τη λήθη οι εκδόσεις Πηγή και ο μεταφραστής στην ελληνική γλώσσα από  την αγγλική, Βάιος Μπακαλούδης. Πρόκειται για την αυτοβιογραφία του Έμμεττ Ντάλτον, του μικρότερου από τους διαβόητους παράνομους της Άγριας Δύσης, γνωστούς στους περισσότερους από εμάς από τα κόμικ Λούκι Λουκ.

 

Ίσως η πλειοψηφία του ελληνικού αναγνωστικού κοινού των Λούκι Λουκ των παιδικών μας χρόνων να μην γνωρίζει ότι οι αδελφοί Ντάλτον ήταν πραγματικά πρόσωπα με καταγωγή από το Μιζούρι που έδρασαν στην Άγρια Δύση τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

 

Η οικογένεια Ντάλτον αριθμούσε, στην πραγματικότητα, όχι τέσσερα, αλλά δεκαπέντε αδέλφια, δέκα αγόρια και πέντε κορίτσια. Ο Έμμεττ εστιάζει σε κάποια στιγμιότυπα δράσης της συμμορίας, πως αυτή γεννήθηκε και πως οι ίδιοι κατέληξαν από εκπρόσωποι του νόμου να γίνουν  διαβόητοι λήσταρχοι, γνωστοί κυρίως για τις ληστείες τρένων και τραπεζών.

 

Πρόκειται για μία ειλικρινή όσο και αυθόρμητη αφήγηση και για μία εκ βαθέων εξομολόγηση του επιζήσαντα αδελφού Έμμεττ μετά από την αποφυλάκισή του και αφού είχε εκτίσει ποινή δεκατεσσάρων ολόκληρων χρόνων. Η κομβική στιγμή στην ιστορία της συμμορίας ήταν η ληστεία σε δύο τράπεζες στο Κόφεϋβιλ του Κάνσας στις 5 Οκτωβρίου 1892. Από τα πέντε μέλη της συμμορίας, ο Έμμεττ ήταν ο μοναδικός επιζών εκείνης της, ατυχούς για τα μέλη της συμμορίας μέρας, παρά το γεγονός ότι δέχτηκε είκοσι τρεις σφαίρες. Οι Μπιλ Πάουερ, Μπομπ Ντάλτον, Ντικ Μπρόντγουελ και Γκρατ Ντάλτον ήταν οι έτεροι άτυχοι συν-εγκληματίες του Έμμεττ.

 

«Μην περιμένετε άψογη λογοτεχνία σε αυτό το βιβλίο, έτσι κι αλλιώς δεν του χρειάζεται»

 

Σπάνια συγγραφέας προβαίνει σε τέτοια ειλικρινή διατύπωση στο βιβλίο του. Με τη φράση αυτή ο συγγραφέας θέλει να διασαφηνίσει στον αναγνώστη ότι προτεραιότητά του δεν ήταν η συγγραφή λογοτεχνίας, αλλά, πρωτίστως, η καταγραφή των αληθινών γεγονότων, όπως και των κινήτρων που είχαν τα μέλη της οικογένειας Ντάλτον για να στραφούν στην παρανομία.

 

Ενδιαφέρουσες είναι, επίσης, οι κρίσεις που εκφέρει ο συγγραφέας σχετικά με την αμερικανική δικαιοσύνη και το σωφρονιστικό σύστημα των ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα. Όσο για τα κίνητρα των αδελφών Ντάλτον, τέλος,  σχετικά με το γιατί στράφηκαν τελικά στο έγκλημα, πολύ κατατοπιστική-αλλά και απρόσμενη για τους πολλούς ίσως- είναι η εξήγηση που μας δίνει ο συγγραφέας:

 

«Ο αγώνας μας δεν ήταν ενάντια στον ίδιο τον νόμο, αλλά ενάντια σε αυτούς που τον επέβαλαν. Σε εκείνες τις άγριες μέρες, αυτό που ξέραμε ως «νόμο και τάξη» ήταν απλώς η δωροδοκία και η διαφθορά μεταμφιεσμένη κάτω από το μανδύα του νόμου. Οι σιδηρόδρομοι «Καταπατητές», οι εταιρείες «Αρπακτικά» και οι τράπεζες «Μανιτάρια» ήταν οι ένοχοι για τα περισσότερα αδικήματα απ’ ότι όλοι οι κλέφτες και απατεώνες, που τρομοκρατούσαν όλη την άγρια Δύση μαζί. Η «τρομοκρατία» μας αυτή, σχεδόν ποτέ δεν ήταν εξατομικευμένη, αλλά πάντα ενάντια στο κατεστημένο, σε μια προσπάθεια μας να αποκατασταθεί ένα αληθινό ή φανταστικό αδίκημα».

Elle Cosimano, Η Φίνλεϊ Ντόνοβαν ξαναχτυπά, εκδ. Μίνωας


 

Τα αστυνομικά μυθιστορήματα ανήκουν στο πιο δημοφιλές, ίσως, είδος λογοτεχνίας στις μέρες μας. Η πληθώρα από αυτά που κυκλοφορούν, σε πολλές, διαφορετικές εκδόσεις, είναι πραγματικά πολύ μεγάλη. Πολλά από αυτά συνδυάζονται έξοχα με ιστορικά στοιχεία ή διαδραματίζονται σε παλαιότερες ιστορικές εποχές, πρόκειται δηλαδή για αστυνομικά ιστορικά μυθιστορήματα. Δεν έτυχε όμως ποτέ να διαβάσω αστυνομικό μυθιστόρημα γραμμένο με τόση μεγάλη δόση χιούμορ και τόσο πνεύμα, όσο τα αστυνομικά μυθιστορήματα της Elle Cosimano, της βραβευμένης συγγραφέως , κάτοικο των ΗΠΑ.

 

Το πρώτο βιβλίο της σειράς με τίτλο «Η Φίνλεϊ Ντόνοβαν σαρώνει» εκδόθηκε τον περασμένο Γενάρη και, παρ’ όλο που πρόκειται για «ανάλαφρο» είδος λογοτεχνίας, ήταν ιδιαίτερα πνευματώδες και έξυπνο. Το δεύτερο βιβλίο της σειράς με τίτλο «Η Φίνλεϊ Ντόνοβαν ξαναχτυπά» κινείται στο ίδιο πνεύμα. Και στα δύο η πρωταγωνίστρια Φίνλεϊ είναι μητέρα δύο πολύ μικρών παιδιών και προσφάτως χωρισμένη. Και αυτό ακριβώς είναι και το αξιοπρόσεκτο-και το πρωτότυπο συγχρόνως- στο συγκεκριμένο αστυνομικό μυθιστόρημα: κανένας συγγραφέας αστυνομικού μυθιστορήματος δεν έκανε ποτέ, από όσο γνωρίζω τουλάχιστον, πρωταγωνίστρια-ντετέκτιβ μητέρα μικρών παιδιών!

 

Στο πρώτο βιβλίο της σειράς η Φίνλεϊ μπλέκεται εντελώς άθελά της σε μια πραγματική υπόθεση ανθρωποκτονίας. Στο δεύτερο βιβλίο η Φίνλεϊ, με σύμμαχο την πιστή της νταντά- λογίστρια και τον γοητευτικό ντετέκτιβ Άντονι, προσπαθεί να σώσει τον πρώην άντρα της από κάποιον άγνωστο που φιλοδοξεί να τον δολοφονήσει.

 

Πέρα από το αστυνομικό στοιχείο και εκείνο του εγκλήματος, το οποίο σαφώς υπερτερεί στον μύθο, η συγγραφέας επιχειρεί να αναδείξει στο μυθιστόρημά της και τις δυσκολίες-οικονομικές και μη- που αντιμετωπίζει μία σύγχρονη διαζευγμένη γυναίκα με μικρά παιδιά. Παρ’ όλα αυτά, η Φίνλεϊ καταφέρνει εξαιρετικά να ανταποκριθεί στις πολλαπλές απαιτήσεις και τους πολλαπλούς ρόλους της. Να σημειώσουμε εδώ ότι, συν τοις άλλοις, η Φίνλεϊ είναι και συγγραφέας και, πραγματικά, αποτελεί πολύ έξυπνο εφεύρημα από μέρους της Cosimano, το γεγονός ότι η Φίνλεϊ ενσωματώνει στο βιβλίο που προσπαθεί να γράψει- και παράλληλα με την εξιχνίαση του εκάστοτε εγκλήματος-στοιχεία από τις καταστάσεις τις οποίες η ίδια βιώνει στην παρούσα φάση της ζωής της και από το έγκλημα που η ίδια προσπαθεί να εξιχνιάσει.

 

Πρόκειται, επομένως, για ένα ευκολοδιάβαστο και συναρπαστικό βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί από όλους, ακόμη και από εφήβους.

Κυριακή 7 Απριλίου 2024

Γιώργος Κλεφτογιώργος, Περιμένοντας τους γύπες, εκδ. Καστανιώτη

 

Ως μία ανάλαφρη μυθιστορία, ειπωμένη με γενναίες δόσεις χιούμορ στο πλαίσιο του «μαγικού ρεαλισμού», η οποία όμως φαίνεται να αποτελεί μία βαθύτερη και συγκαλυμμένη κριτική στο κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο και τα ήθη της σημερινής εποχής, μπορεί να χαρακτηριστεί το μυθιστόρημα του στιχουργού και συγγραφέα από την Αμφιλοχία Γιώργου Κλεφτογιώργου με τίτλο «Περιμένοντας τους γύπες». Το εν λόγω πόνημα είναι το τρίτο μυθιστόρημα που εκδίδει ο συγγραφέας μετά από τα «Κράτησε κανένας για ταξί;» και  «Μη με ψάξεις στο Μπουένος Άιρες» το 2019 και το 2021 αντίστοιχα.

 

Η αφετηρία της υπόθεσης στο μυθιστόρημα του Κλεφτογιώργου είναι  το ταξίδι μιας φιλανθρωπικής αποστολής στην Αφρική για ένα συνέδριο σε χρόνο που δεν προσδιορίζεται, αλλά μέσα στα πλαίσια του «μαγικού ρεαλισμού» νοείται ο παρών. Της αποστολής ηγείται ο Ρόμπερτ, ένας Βέλγος μεγαλοτραπεζίτης. Σε αυτήν συμμετέχουν ο καρδινάλιος Φραντσέσκο Ματεότι από τη Ρώμη, ο πατέρας, Γιόχαν, ελληνορθόδοξος ιερέας, ο οποίος μεγάλωσε, όμως, στο εξωτερικό μετά από την υιοθεσία του από Βορειοευρωπαίους γονείς, ο εκπρόσωπος τύπου Τόνι, ο Βέλγος υπουργός Μπενουά, η όμορφη ευρωβουλεύτρια Στεφανί, γαλλικής καταγωγής και ο νάνος Άντονι ως υπηρετικό προσωπικό του Ρόμπερτ.

 

Η ομάδα θα βρεθεί στην όαση του Ρόμπερτ σε μία αφρικανική χώρα εξαιτίας ενός αναπάντεχου πραξικοπήματος στη χώρα φιλοξενίας του συνεδρίου. Στην όαση αυτή, τον παράδεισο του μεγαλοτραπεζίτη, καθένας από τους  παρευρισκομένους θα ανακαλύψει μία κρυμμένη πτυχή του εαυτού του. Εκεί όμως θα συμβεί και ένα απρόσμενο γεγονός το οποίο θα επιταχύνει τις εξελίξεις.

 

Πρωταρχικής σημασίας γεγονός στην υπόθεση του βιβλίου είναι ο παράξενος έρωτας του Γιόχαν και της Στεφανί που θα τους οδηγήσει στη γειτονική Μοζαμβίκη και στην αναθεώρηση, αμφότερων, του προηγούμενου τρόπου ζωής τους.

 

Ο έρωτας, επομένως, είναι η κινητήρια δύναμη της εξέλιξης της υπόθεσης στο βιβλίο του Κλεφτογιώργου, ο οποίος, ωστόσο, παράλληλα δράττεται της ευκαιρίας να σατιρίσει τον κυνισμό, τη διαφθορά και τον τρόπο ζωής των κάθε λογής μεγιστάνων, τόσο της Εκκλησίας, όσο και της πολιτικής και των επιχειρηματιών. Το κερασάκι σε όλο αυτό αποτελεί ο έρωτας μεταξύ δύο εντελώς διαφορετικών ανθρώπων και η αλλαγή που αυτός θα επιφέρει τόσο στη Στεφανί, όσο και στον Γιόχαν.

 

Πώς μπορεί ο έρωτας να μας αλλάξει τη ζωή; Μήπως τελικά το πάθος αυτό είναι αρρώστια; Και μέχρι πού μπορεί αυτός να μας ωθήσει να φτάσουμε; Μήπως, όταν ζει κανείς μια ζωή στείρα, χωρίς σαρκικές απολαύσεις, ο έρωτας που θα τον επισκεφθεί τότε ξαφνικά θα είναι πιο δυνατός από ποτέ και θα τον ωθήσει, ίσως, σε παραλογισμούς;

Το μυθιστόρημα αυτό δεν επιχειρεί, εντούτοις, να δώσει απαντήσεις, όπως γράφει και το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Αντίθετα, μέσω μιας τρυφερής, συναρπαστικής και ενίοτε χιουμοριστικής αφήγησης, επιχειρείται να φωτιστεί μία άλλη πλευρά της ανθρώπινης ζωής, γοητευτική και παράξενη με όχημα πάντοτε τον «μαγικό ρεαλισμό». Ο συγγραφέας, όμως, δεν παραλείπει να  στιγματίσει τη φοβερή αντίθεση ανάμεσα στον πλούσιο κόσμο της Δύσης και τη φτώχεια της Αφρικής.

 

Τελικά πάντως αποκαλύπτεται ότι όλοι έχουν «άπλυτα» να βγάλουν στη φόρα, έπειτα από την ακούσια, αρχικά, παραμονή τους στην όαση του Ρόμπερτ. Εντούτοις, το ερώτημα παραμένει: ποιοι είναι εν τέλει οι γύπες; Οι αληθινοί του ζωικού βασιλείου ή οι μεταμφιεσμένοι με ανθρώπινη μορφή «άγιοι»;