Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Δημήτρης Στεφανάκης, Πάντα η Αλεξάνδρεια, εκδ. Μεταίχμιο

 


Αναμνήσεις σε τόνους αλεξανδρινούς…

 

Ήμουν μικρή σχετικά σε ηλικία όταν διάβασα το «Μέρες Αλεξάνδρειας» του Δημήτρη Στεφανάκη και ομολογώ ότι ήταν ένα βιβλίο που με σημάδεψε και το θυμόμουν κατόπιν με αγαλλίαση, κυρίως για την υπέροχη γραφή του και την ατμόσφαιρα νοσταλγίας που περιέκλειε στις σελίδες του. Δεν θα μπορούσα, επομένως, να μην διαβάσω και την επίσης πολύ νοσταλγική συνέχειά του, το νέο μυθιστόρημα του Δημήτρη Στεφανάκη με τίτλο «Πάντα η Αλεξάνδρεια», έναν τίτλο που υποδηλώνει ότι  η Αλεξάνδρεια είναι ένας τόπος που στοιχειώνει όσους τον ζουν από κοντά και που δεν απωθείται εύκολα στα χρονοντούλαπα της μνήμης…

Στο νέο αυτό μυθιστόρημα του μεγάλου συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη θα συναντήσουμε ξανά τη Δάφνη Χάραμη, την κόρη του μεγάλου καπνοβιομήχανου από την Αλεξάνδρεια, Κώστα Χάραμη, αλλά και τον αρραβωνιαστικό της, τον Φιλίπ  Ζακό, γόνο μιας «αντίπαλης» αστικής οικογένειας της Αλεξάνδρειας με καταγωγή από τη Γαλλία.

Χρονικά το «Πάντα η Αλεξάνδρεια» συνεχίζει ακριβώς εκεί όπου σταμάτησε το «Μέρες Αλεξάνδρειας», δηλαδή στη δεκαετία του 1950 με τις εθνικοποιήσεις του Νάσερ και τις διώξεις του ξένου και κοσμοπολίτικου στοιχείου της πόλης.

Κομβικό γεγονός στο μυθιστόρημα αυτό που αποτελεί ένα ψηφιδωτό αναμνήσεων είναι ο θάνατος του Κώστα Χάραμη και ο τρόπος που η κόρη του, Δάφνη, αντιμετωπίζει τον θάνατο αυτόν. Πρόκειται για το τέλος, όχι μόνο της ζωής ενός σημαίνοντος ανθρώπου, αλλά για το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Ο θάνατος του Κώστα Χάραμη συμπίπτει με την απόφαση των αλεξανδρινών αρχών να δημεύσουν το σπίτι της οικογένειας Χάραμη, τη βίλα στην οδό Αββασιδών. Μετά από τα δύο αυτά κομβικής σημασίας γεγονότα  η  Δάφνη θα δει πως δεν έχει πλέον επιλογές και πως πρέπει να εγκαταλείψει για πάντα την αγαπημένη της πόλη.

Το βιβλίο δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση. Αντίθετα, με την αφορμή του θανάτου του Κώστα Χάραμη και της δήμευσης της οικογενειακής περιουσίας της, η Δάφνη θα προβεί σε μία ανασκόπηση της ζωής της στην Αλεξάνδρεια, των παλιών καλών ευτυχισμένων ημερών και της γνωριμίας της με τον Φιλίπ. Θα μας μιλήσει για την παλιά εκείνη πολυπολιτισμική Αλεξάνδρεια που ανήκει πλέον στο παρελθόν, για τις μέρες της δόξας της πόλης αυτής, όταν η ελληνική και η λεβαντίνικη κοινότητα άκμαζαν. Θα μας μιλήσει επίσης για την οικογένεια του Φιλίπ, για τη μητέρα του, τη διάσημη γαλλίδα ζωγράφο, αλλά και για τη δικής της μητέρα, την εβραία Χάικε, που τους εγκατέλειψε όταν η Δάφνη ήταν μικρή.

Η αφήγηση είναι ολοζώντανη, παρ’ όλο που δεν διαθέτει πρόζα σε μεγάλη έκταση. Ο συγγραφέας, αντίθετα, αρέσκεται να προβαίνει σε πάμπολλες κρίσεις για τη ζωή, σε αναλογία με τα όσα περνούν οι πρωταγωνιστές του. Όλα αυτά δια μέσω ενός ανεπιτήδευτου και πολύ εύρυθμου λόγου, σχεδόν μουσικού, που μεταφέρει ατόφια τη νοσταλγία για εκείνη την παλιά Αλεξάνδρεια του ελληνισμού που δεν υπάρχει πλέον…

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2025

Κέιτ Σοπέν, Η αφύπνιση, εκδ. Καστανιώτη

 

            Το επίθετο Σοπέν παραπέμπει αναντίρρητα νοερά τους περισσότερους από εμάς στον αποκαλούμενο και ως «ποιητή του πιάνου», στον Πολωνό, δηλαδή, συνθέτη  Φρεντερίκ Σοπέν. Το επίθετο αυτό μοιάζει αναμφίβολα γαλλικό και έτσι ήταν πράγματι, αφού ο πατέρας του μεγάλου συνθέτη και πιανίστα ήταν Γάλλος στην καταγωγή, όπως ακριβώς και ο πατέρας της Αμερικανίδας συγγραφέως Κέιτ Σοπέν, η οποία γεννήθηκε στη Λουιζιάνα των ΗΠΑ το 1851 και απεβίωσε το 1904. Η συγγραφέας ανήκε στην τοπική αριστοκρατία των Γάλλων κρεολών της περιοχής και για αυτήν ακριβώς την κοινωνική τάξη γράφει και στο πιο γνωστό της πόνημα με τίτλο «Η αφύπνιση».

            Η Σοπέν συγκαταλέγεται σήμερα ανάμεσα στους κλασικούς πλέον Αμερικανούς συγγραφείς και είναι περισσότερο γνωστή για τα διηγήματά της, τα οποία χαρακτηρίζονται συνήθως ως ηθογραφικά- αν και η ίδια, αξίζει να σημειωθεί, δεν αποδεχόταν αυτόν τον όρο για τον συγγραφικό της εαυτό. Η Σοπέν δηλώνει μαθήτρια της σχολής του μεγάλου Γάλλου διηγηματογράφου Γκυ ντε Μοπασάν. Εντούτοις, το πιο δημοφιλές έργο της, αλλά και το τελευταίο της καριέρας της υπήρξε «Η αφύπνιση».

Πρόκειται για ένα έργο το οποίο προοριζόταν να ταράξει τα νερά της βικτοριανής ηθικής της εποχής. Και αυτό γιατί η πρωταγωνίστρια του μυθιστορήματος Έντνα διαπράττει το αμάρτημα της μοιχείας, ενώ δηλώνει παντρεμένη και με δύο μάλιστα τέκνα. Αυτό ήταν απαράδεκτο για τα αυστηρά ήθη της εποχής του 19ου αιώνα, ακόμη και στις ΗΠΑ, τόσο μακριά από τη βικτωριανή Αγγλία.

Η ίδια η συγγραφέας ανήκε και η ίδια στην τοπική αριστοκρατία της Λουιζιάνα, αρεσκόταν όμως να ζει κάπως αντισυμβατικά και ερχόμενη πολλές φορές σε σύγκρουση με το φαλλοκρατικό πνεύμα της εποχής της. Για παράδειγμα, η συγγραφέας πήγαινε συχνά στο χρηματιστήριο μαζί με τον άνδρα της, κάπνιζε και συνήθιζε να διεξάγει μεγάλους περιπάτους ασυνόδευτη, κάτι απαράδεκτο για τα ήθη της καλής κοινωνίας της εποχής.

«Η αφύπνιση» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1899 και αποδοκιμάστηκε άμεσα από τους κριτικούς για τη σεξουαλική του ειλικρίνεια. Μάλιστα, η αποδοκιμασία του μυθιστορήματος αυτού ήταν τόσο έντονη που κανένας εκδότης δεν δέχτηκε να δημοσιεύσει κανένα έργο της Σοπέν έπειτα από αυτό. Η ίδια η συγγραφέας πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο πέντε χρόνια μόλις μετά.

Όπως εύλογα υποθέτει κανείς, στο πρόσωπο της πρωταγωνίστριας του μυθιστορήματος, η Σοπέν βλέπει, πολλές φορές, τον ίδιο της τον εαυτό και δεν διστάζει να κατακρίνει, μέσω αυτού, τα αυστηρά και στείρα βικτωριανά ήθη της εποχής της. Πρόκειται, επομένως, όχι απλώς για ένα μυθιστόρημα, αλλά για μία συγκαλυμμένη κριτική στους κοινωνικούς θεσμούς της εποχής.

Η Έντνα είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών και νιώθει συχνά να ασφυκτιά από τα επιβεβλημένα πρέπει της εποχής. Ο σύζυγός της δεν είναι παρά ένας τυπικός σύζυγος της τάξης της που τείνει να αγνοεί τα θέλω της και να ζει μέσα στα όρια της κοινωνικής τάξης της εποχής του. Όλα θα αλλάξουν όταν η Έντνα θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο ενός όμορφου νεαρού. Τότε θα βρεθεί εγκλωβισμένη ανάμεσα στα καθήκοντα που επιβάλλει η τάξη της και στη θυελλώδη δύναμη του έρωτα. Πώς θα επιλέξει, άραγε, να ζήσει από τούδε και στο εξής;

Να συμπληρώσουμε εδώ, τέλος, ότι το έργο αυτό έχει αναγνωριστεί, επιπλέον, ως ένα από τα αριστουργήματα της αμερικανικής κλασικής λογοτεχνίας και ότι έχει γυριστεί ως ταινία το 1991 με τίτλο «Grand Isle» που παίχθηκε μάλιστα και στο Φεστιβάλ των Καννών.

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2025

Κλειώ Βλαχοπούλου, Το όνειρο της μέλισσας, εκδ. Βακχικόν

 

Από τη Μάνη στην Αθήνα

 

«Στη Μάνη τα βράδια είναι διαφορετικά από εκείνα του υπόλοιπου κόσμου. Κι ο ουρανός μοιάζει ξέχωρος από όλους τους άλλους ουρανούς των ανθρώπων. Θαρρείς τον έπλασε ο ίδιος ο  θεός Άδης, προσφορά στη γυναίκα του, την Περσεφόνη. Γι’ αυτό και ο μανιάτικος ουρανός είναι έτσι απόκοσμος, γεμάτος μυστήριο. Για να μπορεί να γεννά τον πιο σκοτεινό, τον πιο ακατανίκητο πόθο. Για να τον θρωούν τα μάτια της Περσεφόνης τις νύχτες και να μην μπορεί ποτέ της να τον λησμονήσει, ούτε ν’ απαρνηθεί το Βασίλειο των Νερκών, βρίσκοντας λυτρωμό στο πλάι της μάνας της. Κανείς να μην μπορεί να βρει λυτρωμό. Κανείς».

 

            Με μικρή εργατική μελισσούλα παρομοιάζει η συγγραφέας Κλειώ Βλαχοπούλου την ηρωίδα της, την Ασημίνα από τη Μάνη στο πρώτο μυθιστόρημα που εκδίδει με τίτλο «Το όνειρο της μέλισσας». Η συγγραφέας είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής Αθηνών και εργάζεται ως δικηγόρος, έχοντας παρακολουθήσει και μαθήματα Δημιουργικής Γραφής.

            Σε αυτό το πρώτο μυθιστορηματικό της πόνημα όλοι οι ήρωες ακροβατούν ανάμεσα στο νεωτερικό και στο παραδοσιακό στοιχείο. Κεντρική ηρωίδα είναι η Ασημίνα από τη Μάνη, μία κοπέλα η οποία έμαθε από μικρή να υποτάσσεται στο θέλημα του πατέρα της, μεγαλώνοντας σε μία κοινωνία συγκροτημένη υπό πολύ αυστηρές πατριαρχικές δομές, όπως εκείνη της Μάνης. Εντελώς απροσδόκητα θα βρεθεί ξαφνικά στην Αθήνα και εκεί θα προσπαθήσει, σαν μικρή, εργατική μέλισσα, όπως μας λέει η συγγραφέας να φτιάξει τη δική της οικογενειακή κυψέλη και να τη φροντίσει όπως μπορεί. Μόνο που το παρελθόν θα την καταδιώκει αδιάκοπα… Διότι, τελικά, δεν είναι εύκολο να αφήσει κανείς πίσω του την παιδική του ηλικία και τις παιδικές μνήμες, ούτε και να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του…

            Το πόνημα της Βλαχοπούλου είναι καλογραμμένο με αρκετά σημεία λυρικότητας στη γραφή τα οποία προσφέρουν, επίσης, και άφθονες ευκαιρίες για ενδοσκόπηση στους αναγνώστες. Επιπροσθέτως, η συγγραφέας καταφέρνει να κρατάει εξημμένο το ενδιαφέρον των αναγνωστών με έντονο σασπένς στη δράση και καταιγιστικές ανατροπές. Παράλληλα, μας παραδίδει μία πολύ καλή αναγνωστική ματιά στη σκληρή μανιάτικη κοινωνία και στα έθιμά της κατά τις τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, όταν ακόμη υπήρχαν πολύ μεγάλες διαφορές στον τρόπο ζωής ανάμεσα στην πρωτεύουσα και στην επαρχία. Συν τοις άλλοις, το όλο έργο διατρέχει η αύρα του υπερφυσικού και, ενός μαγικού ρεαλισμού, θα λέγαμε, στην απόδοση του όλου κλίματος και της ατμόσφαιρας του βιβλίου. Εν ολίγοις, πρόκειται για μία πολύ καλή πρωτόλεια εμφάνιση μιας πρωτοεμφανιζόμενης στον χώρο συγγραφέως.


Δημήτρης Καμπουράκης, Παπουλάκος, Άγιος Αγύρτης, εκδ. Πατάκη

 



            Ο μοναχός Χριστόφορος, με καταγωγή από το χωριό Άρμπουνα της Αχαΐας, που έζησε μεταξύ των ετών 1770 και 1861 ήταν ευρέως γνωστός ως «Παπουλάκος» ή «Άγιος Χριστόφορος Παπουλάκος». Απασχόλησε και επηρέασε πολύ έντονα την ελληνική κοινωνία της εποχής του Όθωνα μέσω της εξέγερσης που υποκίνησε, εν τέλει, ενάντια στις οθωνικές αρχές εν έτει 1852. Με αφορμή την πρόσφατη αγιοποίησή του στις 30 Αυγούστου 2024 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το βιβλίο του εξέχοντα δημοσιογράφου και συγγραφέα Δημήτρη Καμπουράκη επανεκδίδεται προσφάτως από τις εκδόσεις Πατάκη.

            Ο Δημήτρης Καμπουράκης είναι γνωστός στο ελληνικό κοινό κυρίως μέσα από τα έργα του με τίτλο «Μια σταγόνα ιστορία», σε τρεις τόμους, τα οποία εστιάζουν σε άγνωστα, εν πολλοίς, ιστορικά στιγμιότυπα της ελληνικής και της παγκόσμιας ιστορίας. Στο βιβλίο του με τίτλο «Παπουλάκος, Άγιος Αγύρτης» το οποίο πρωτοεκδόθηκε το 2009, ο Καμπουράκης εξιστορεί με μυθιστορηματικό τρόπο τον βίο του ηλικιωμένου και αμόρφωτου αυτού καλόγερου, ο οποίος κατάφερε να ξεσηκώσει ενάντια στις οθωνικές αρχές ολόκληρο σχεδόν την ύπαιθρο του Μοριά κινητοποιώντας στρατό 6.000 οπλισμένων ανδρών και 15.000 άοπλων χωριατών, μεταξύ των οποίων και ουκ ολίγες γυναίκες.

Μέσα από την αφήγηση για τη ζωή του προκύπτει ένα αποκαλυπτικό μωσαϊκό για τα ήθη και τα έθιμα της ελληνικής οθωνικής κοινωνίας, αλλά και ιστορικά στοιχεία για την Ελλάδα της εποχής του Όθωνα. Η εξέγερση που κατάφερε να υποκινήσει ένας αμόρφωτος καλόγερος αποκαλύπτει πολλά για τη θρησκοληψία και τη δεισιδαιμονία της εποχής και για την επιρροή που μπορούσε να ασκήσει στον απλό λαό ένας άσημος, μέχρι πρότινος θαυματοποιός. Το γεγονός δε ότι ο εν λόγω μοναχός καταδιώχθηκε και καταδικάστηκε όχι μονάχα από τις τότε πολιτικές, αλλά και από τις εκκλησιαστικές αρχές του τόπου μας, ενώ προσφάτως αγιοποιήθηκε από τον τις τελευταίες δεν μπορεί παρά να μας βάλει σε σκέψεις σχετικά με τον τρόπο που τελείται σήμερα η αγιοποίηση κάποιου.

Ο Καμπουράκης με μία έξοχη και πνευματώδη αφήγηση, απαλλαγμένη από περιττές ειρωνείες, κινούμενη στο πνεύμα του ρεαλισμού και της αποτύπωσης της ιστορικής αλήθειας και μετά από ενδελεχή μελέτη των πηγών της εποχής, αλλά και γραπτών επιστολών του ίδιου του Παπουλάκου, καταφέρνει να μας δώσει ένα πλήρες πορτρέτο του βίου του καλόγερου αυτού, αλλά και της ελληνικής οθωνικής κοινωνίας.

Το έργο του ακροβατεί μεταξύ του είδους της μυθιστορηματικής, αλλά και της ιστορικής βιογραφίας και είναι εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο και αποκαλυπτικό και μπορεί να διαβαστεί από όλους, ακόμη και από εφήβους, οι οποίοι θα μάθουν πολλά για την ελληνική ιστορία του 19ου αιώνα μέσα από τις σελίδες του.

Ο συγγραφέας παραθέτει άμεσα ιστορικά τεκμήρια της εποχής, δηλαδή τόσο επιστολές του ίδιου του Παπουλάκου όσο και διαταγές των πολιτικών και των εκκλησιαστικών αρχών της εποχής, ενσωματωμένων αρμονικότατα όμως στο κυρίως σώμα του κειμένου του. Εν τέλει, πρόκειται για ένα βιβλίο αρκετά επίκαιρο σήμερα που παρατηρούνται ουκ ολίγες φορές στην ελληνική κοινωνία φαινόμενα θρησκοληψίας και συνωμοσιολογίας αντίστοιχα εκείνων του 19ου αιώνα.

Θύμα πλεκτάνης; Γνήσιος επαναστάτης; Άγιος και προφήτης ή απατεώνας και αγύρτης; Όργανο των δυνατών της εποχής του ή ήρωας του απλού λαού; Σε όλες αυτές τις ερωτήσεις σχετικά με το ποιος ακριβώς ήταν, τελικά ο Παπουλάκος απαντά το βιβλίο του Καμπουράκη.