Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2020

Αρετή Καμπίτση, Οργισμένες μέρες,εκδ. Βακχικόν, 2020, σελ.118


 Έναν διαφορετικό Οθέλλο δημιουργεί η Αρετή Καμπίτση στην τελευταία της νουβέλα με τίτλο "Οργισμένες μέρες". Κεντρικό θέμα της αποτελούν οι μεταπτώσεις τις οποίες βιώνει η ψυχή μιας γυναίκας όταν πληροφορείται ότι ο άνδρας της την απατάει. Εν ολίγοις, πρόκειται για μία καλοζυγισμένη βουτιά στα τρίσβαθα της γυναικείας ψυχολογίας.

Η Άννα είναι μία καθ' όλα συνηθισμένη μεσήλικη γυναίκα: μητέρα, σύζυγος και νοικοκυρά. Όλα αλλάζουν στην ήρεμη ζωή της όταν δέχεται ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα από έναν αγνώστου ταυτότητος Ιάγο, ο οποίος την πληροφορεί ότι ο άνδρας της την απατά. Αυτό αποδεικνύεται και η αρχή του τέλους για τη ζωή της Άννας όπως η ίδια την ήξερε και την όριζε ως τότε. Οι μέρες της είναι πλέον οργισμένες και, ανεξαρτήτως από το αν αληθεύει ή όχι η κατηγορία του Ιάγου, διακαής ο πόθος της εκδίκησης στην καρδιά της. Στον ρόλο της Δυσδαιμόνας ο σύζυγός της, ένας άνδρας του σήμερα, όπως όλοι,  που εργάζεται πολύ για να μην λείψει τίποτε στην οικογένειά του και απορεί με την ξαφνική μεταστροφή της γυναίκας του. Για άλλη μία φορά λοιπόν αποδεικνύεται πως οι υποψίες για κάτι- και όχι οι βεβαιότητες- μπορούν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο στην παραφροσύνη και να του δημιουργήσουν μανίες και εμμονές. Ποιος είναι τελικά αυτός ο άγνωστος άνδρας; Υπάρχει στ' αλήθεια ή μήπως είναι ένα παιχνίδι του μυαλού της πρωταγωνίστριας;

Βέβαια, η Άννα διαφέρει από τος άλλες γυναίκες και νοικοκυρές σε ένα πολύ λεπτό σημείο: κουβαλά ένα επώδυνο παρελθόν, με μία μητέρα καταθλιπτική και σχιζοφρενή που πολτοποίησε ανελέητα σαν οδοστρωτήρας τα όποια εφηβικά της όνειρα και την ανέμελη παιδική της αθωότητα. Αποδεικνύεται έτσι ότι οι αναμνήσεις της παιδικής μας ηλικίας παραμένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μας και καθορίζουν όλη τη μετέπειτα συμπεριφορά μας, όσο κι αν εμείς δεν το συνειδητοποιούμε κι αν δεν το θέλουμε.

Η εξέλιξη στην υπόθεση δεν είναι προβλέψιμη, απεναντίας μάλιστα ο αναγνώστης θα απορήσει με τη στάση της Άννας, η οποία μοιάζει να διακατέχεται από αυτοκαταστροφικές τάσεις. Υπάρχει άραγε γιατρειά; Το φινάλε της νουβέλας είναι εξίσου απροσδόκητο, αν και το τέλος αφήνει τον αναγνώστη με μία νότα αισιοδοξίας στα χείλη.

Συν τοις άλλοις, η νουβέλα βρίθει συμβολισμών για τον ταραγμένο ψυχισμό της Άννας: η γάτα Μιάου, η αδυναμία στον μεγάλο γιο, η πραγματική φίλη Μαίρη, τα ηλιοτρόπια στις ζωγραφιές που η ίδια δημιουργεί, αλλά και οι μισοτελειωμένες ζωγραφιές της που μένουν για απροσδιόριστο λόγο ημιτελείς.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι διαβάζοντας ετούτη τη νουβέλα, οι παντρεμένοι ιδίως αναγνώστες και κυρίως οι γυναίκες, θα θέσουμε αρκετά ερωτήματα στον ίδιο μας τον εαυτό. Διότι αυτός ακριβώς μοιάζει να είναι και ο στόχος της συγγραφέως: η ενδοσκόπηση.  Είναι σωστό τελικά μία γυναίκα να παραμερίζει τα πάντα και ιδίως την ίδια τη γυναικεία της υπόσταση, προκειμένου να αφοσιωθεί στην οικογένειά της; Υπάρχει τελικά ευτυχία και πώς αυτή ορίζεται; Είναι πλέον αργά να την αναζητήσουμε ως μεσήλικες και να αλλάξουμε γραμμή πλεύσης στη ζωή μας; Με ποιον τρόπο ακριβώς διαμορφώνουν τον ψυχισμό μας τα παιδικά μας βιώματα; Μήπως τελικά φέρουμε κι εμείς οι ίδιοι ευθύνη για όσα μας συμβαίνουν;  Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο άνθρωπος όσο μεγαλώνει βρίσκει καταφύγιο στον έρωτα- εξωσυζυγικό ή μη και στην επιβεβαίωση μέσω του άλλου, προκειμένου να εξορκίσει την ανελέητη φθορά που επιφέρει ο χρόνος.

Ως μία πρωτοπρόσωπη αφήγηση λοιπόν σε τόνο εξομολογητικό, τάσεις ενδοσκόπησης και ελεύθερη, φυσική ροή, μπορεί, εν κατακλείδι να χαρακτηριστεί η νουβέλα της Αρετής Καμπίτση.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2020

Η Διάσκεψη της Γιάλτας

 

Η Διάσκεψη της Γιάλτας, στην τότε σοβιετική χερσόνησο της Κριμαίας τον Φεβρουάριο του 1945, θεωρείται ως μία από τις κορυφαίες συναντήσεις μεταξύ των Τριών Μεγάλων Ηγετών της ΕΣΣΔ, της Βρετανίας και των ΗΠΑ, μια συνάντηση που έκρινε την τύχη του μεταπολεμικού κόσμου.

    Η ανάγκη των Τριών Μεγάλων να συναντηθούν κατέστη επιτακτική λόγω του επικείμενου τέλους του πολέμου και την ήττα της ναζιστικής Γερμανίας που διαφαινόταν πλέον ολοκάθαρα στον ορίζοντα ήδη από το 1944. Οι Τρεις Μεγάλοι, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο Ιωσήφ Στάλιν και ο Φράνκλιν Ντελάνο Ρούσβελτ, είχαν επιδιώξει να συναντηθούν ήδη από το φθινόπωρο του 1944. Κάτι τέτοιο όμως δεν ήταν εύκολο, λόγω της απέχθειας που έτρεφε ο Στάλιν για τα αεροπορικά ταξίδια,-μετά από τη συνάντηση των Τριών Μεγάλων στην Τεχεράνη το φθινόπωρο του 1943 ο Στάλιν είχε αρνηθεί να μπει ξανά σε αεροπλάνο- αλλά επιπροσθέτως, κυρίως, λόγω της ολοένα και πιο επιδεινούμενης υγείας του Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος έπασχε από πολιομυελίτιδα και υπερτροφία της καρδιάς.

    Μετά από ανταλλαγή πολλαπλών επιστολών ορίστηκαν ως τόπος συνάντησης τα ανάκτορα των τσάρων στην Κριμαία, λίγο πιο έξω από την πόλη της Γιάλτας, ανάκτορα τα οποία βρίσκονταν σε οικτρή κατάσταση λόγω των ζημιών που είχαν προκαλέσει οι Γερμανοί κατά την υποχώρησή τους από το Ανατολικό Μέτωπο. Η Διάσκεψη, η οποία πήρε το ταιριαστό κωδικό όνομα, χάρη σε πρωτοβουλία του Τσόρτσιλ, επιχείρηση Αργοναύτης, ορίστηκε για τις 4-11 Φεβρουαρίου του 1945 και οι Σοβιετικοί είχαν στη διάθεσή τους κάτι παραπάνω από έναν μήνα προκειμένου να σουλουπώσουν τα ανάκτορα στα οποία θα διέμεναν οι Τρεις Μεγάλοι. Ο Ρούσβελτ θα κατέλυε στο Ανάκτορο Λιβάντια, ο Τσόρτσιλ στο Ανάκτορο Βοροντσόφ, ενώ ο Στάλιν στο Ανάκτορο Γιουσούποφ. 

    Τους Τρεις Μεγάλους συνόδευε πληθώρα αξιωματούχων, από στρατηγούς, όπως τον Αμερικανό στρατηγό Τζορτζ Μάρσαλ, μέχρι πρέσβεις όλων των χωρών, όπως και οι αντίστοιχοι υπουργοί εξωτερικών, ήτοι ο Ίντεν για τους Βρετανούς, ο Μολότοφ για τους Σοβιετικούς και ο Στεττίνιους για τις ΗΠΑ. Τον άρρωστο Πρόεδρο συνόδεψε επίσης η κόρη του Άννι Μπέττιγκερ, καθώς και τον  Τσόρτσιλ η δική του κόρη Σάρα Όλιβερ. Ο Ρούσβελτ και ο Τσόρτσιλ μετέβησαν αεροπορικώς στη Γιάλτα, αφού  συναντήθηκαν πρώτα στη Μάλτα που τότε ήταν βρετανικό έδαφος, ενώ ο Στάλιν ταξίδεψε με τρένο από τη Μόσχα.

    Οι επιδιώξεις των Τριών Μεγάλων διέφεραν αρκετά μεταξύ τους. Ο Στάλιν, που πάντοτε υπήρξε καχύποπτος για τους καπιταλιστές Συμμάχους του, ήθελε κατά κύριο λόγο να αποσπάσει από τους Δυτικούς Ηγέτες υπόσχεση ελευθερίας κινήσεων στην Ανατολική Ευρώπη, και ιδίως στην Πολωνία. Το πολωνικό ζήτημα και η ελεύθερη διακυβέρνησή της μεταπολεμικά απασχολούσε πολύ και τον Τσόρτσιλ, αφού οι Βρετανοί είχαν μπει στον Πόλεμο υπερασπιζόμενοι την εδαφική ακεραιότητα των Πολωνών.  Ο Τσόρτσιλ ήθελε επίσης μία δυνατή Γαλλία προκειμένου να εξασφαλίσει την μεταπολεμική υποταγή της Γερμανίας και την αποφυγή μίας νέας πολεμικής σύρραξης. Ο ηγέτης όμως της ελεύθερης Γαλλίας στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ δεν είχε προσκληθεί στη συνάντηση. Ο Τσόρτσιλ κατά βάθος ήταν σφοδρός αντικομμουνιστής, είχε αναγκαστεί όμως να καταπιεί τα πραγματικά του αισθήματα από την αρχή του πολέμου χάριν της συμμαχίας του με τον Σοβιετικό δικτάτορα.

     Τον Ρούσβελτ, από την άλλη, το έκαιγε περισσότερο η σύσταση ενός μεταπολεμικού οργανισμού για την παγκόσμια ειρήνη και ήθελε πάση θυσία να εξασφαλίσει τη συμμετοχή του Στάλιν σε αυτόν, καθώς και τη συμμετοχή της ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας στον Ειρηνικό. Στη Γιάλτα, λόγω των απανωτών επιτυχιών του Κόκκινου Στρατού στο Ανατολικό Μέτωπο και της ήττας των Συμμάχων στην επίθεση των Αρδεννών, ο Στάλιν βρισκόταν σε πλεονεκτική διαπραγματευτική θέση σε σχέση με τους Δυτικούς Συμμάχους του.

     Την πρώτη και τη δεύτερη μέρα της Διάσκεψης συζητήθηκαν τα στρατιωτικά ζητήματα και η επικείμενη ήττα της Γερμανίας καθώς και ο διαμελισμός της ηττημένης χώρας μεταπολεμικά σε ζώνες κατοχής. Το ζήτημα της συμμετοχής της Γαλλίας στις ζώνες επιρροής, αν δηλαδή αυτές θα ήταν τρεις ή περισσότερες, δίχασε τους Συμμάχους, με τους Βρετανούς να υποστηρίζουν την ένταξη της Γαλλίας και τους Σοβιετικούς να την αρνούνται. Τελικώς το ζήτημα έληξε με την ικανοποίηση του Τσόρτσιλ. 

    Το ύψος των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων αποτελούσε εξαρχής το δεύτερο μεγάλο αγκάθι της Διάσκεψης μετά το πολωνικό. Οι Σοβιετικοί απαιτούσαν να πληρώσει μεταπολεμικά η Γερμανία αποζημίωση ύψους 20 δισεκατομμυρίων δολαρίων, εκ των οποίων η ΕΣΣΔ θα καρπωνόταν τα 10. Ο Τσόρτσιλ, έχοντας την πικρή εμπειρία από τη συμπεριφορά των Γερμανών μετά από την ταπείνωσή τους με τις συνθήκες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ήθελε μικρότερες επανορθώσεις. Ο Ρούσβελτ, που το συγκεκριμένο ζήτημα δεν άπτονταν τόσο πολύ των προτεραιοτήτων του, επέλεξε να πάρει το μέρος του Στάλιν, προκαλώντας την οργή του Τσόρτσιλ. Αξίζει δε εδώ να σημειωθεί ότι ήδη από τη Μάλτα, ο Ρούσβελτ, ως άριστος διπλωμάτης και εξισορροπιστής των αντικρουόμενων συμφερόντων της Διάσκεψης όπως αποδείχτηκε ως το τέλος της, είχε αρνηθεί να συναντήσει κατ' ιδίαν τον Τσόρτσιλ και να συζητήσει μαζί του, προκειμένου να μην προκαλέσει την περαιτέρω καχυποψία του Σοβιετικού Δικτάτορα, ο οποίος πράγματι συμπαθούσε τον Ρούσβελτ σε προσωπικό επίπεδο παρά τις αντίθετες ιδεολογικές τους απόψεις.

     Στις 6 Φεβρουαρίου συζητήθηκε το θέμα της ίδρυσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών που θα εξασφάλιζε μεταπολεμικά την ειρήνη, θέμα που ήταν η μεγαλύτερη προτεραιότητα του Ρούσβελτ. Σημεία διαφωνίας μεταξύ των Ηγετών εδώ αποτέλεσαν το ζήτημα του βέτο των μικρών χωρών και το ποιες θα έπρεπε να θεωρηθούν "μεγάλες" χώρες ώστε να έχουν περισσότερα δικαιώματα σε αυτόν. 

    Τη μέρα αυτή συζητήθηκε επίσης το πολωνικό, τα σύνορα της χώρας μεταπολεμικά καθώς και η σύνθεση της μελλοντικής της κυβέρνησης. Οι Δυτικοί Σύμμαχοι ήθελαν να αποφύγουν να παραδώσουν αμαχητί την Πολωνία στις ορέξεις του Στάλιν, κάτι που όμως ήταν αδύνατον να γίνει, εφόσον ο Σοβιετικός δικτάτορας κατείχε ήδη με τη δύναμη των όπλων το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Ευρώπης. Έτσι, οι Δυτικοί Ηγέτες με βαριά καρδιά αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν και να θυσιάσουν τα ιδανικά των ελεύθερων κυβερνήσεων στην Ανατολική Ευρώπη προκειμένου να μην έρθουν σε ρήξη με τον Στάλιν. Το πολωνικό έμεινε σε εκκρεμότητα σχεδόν μέχρι το πέρας της Διάσκεψης, οπότε με μεγάλη δυσαρέσκεια του Τσόρτσιλ, ο Ρούσβελτ, μην μπορώντας να πράξει διαφορετικά, υποχώρησε μπροστά στις σοβιετικές απαιτήσεις.

    Τις τελευταίες μέρες συζητήθηκε η επικείμενη συμμετοχή της ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας. Ο Ρούσβελτ, προς μεγάλη χαρά του ίδιου και των ψηφοφόρων του, απέσπασε από τον Στάλιν την υπόσχεση ότι η ΕΣΣΔ θα μπει μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας στον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας, όχι βέβαια χωρίς να πληρώσει το τίμημα της παράδοσης στον Στάλιν των Κουρίλων νήσων και της νήσου Σαλαχίνης στον Ειρηνικό, νησιών που διεκδικούσαν κι άλλες δυνάμεις.

    Στα ελάσσονα θέματα που τέθηκαν επί τάπητος στη Διάσκεψη πρέπει να συμπεριληφθούν οι συμφωνίες για τους αιχμαλώτους πολέμου και οι ζώνες των βομβαρδισμών των γερμανικών εδαφών. Το ζήτημα των σοβιετικών αιχμαλώτων που βρίσκονταν στα χέρια των Γερμανών και απελευθερώνονταν από τους Συμμάχους έδειξε ολοκάθαρα τη διαφορά που υπήρχε μεταξύ της σοβιετικής κομμουνιστικής και της αμερικανικής καπιταλιστικής νοοτροπίας, αφού οι Σοβιετικοί θεωρούσαν ότι οι πρώην αιχμάλωτοι ήταν κατάσκοποι και τους εκτελούσαν ως προδότες. Αυτό οι Δυτικοί εταίροι το θεωρούσαν απαράδεκτο. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν συχνά οι Σοβιετικοί αιχμάλωτοι να μην θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, φτάνοντας στο σημείο να προτιμήσουν την αυτοκτονία από την επιστροφή.

    Η Διάσκεψη έληξε με πλήρη ικανοποίηση του Στάλιν, αφού είχαν ικανοποιηθεί οι περισσότερες επιδιώξεις του, αλλά και του Ρούσβελτ ο οποίος θεώρησε ότι είχε γίνει ότι ήταν δυνατόν προκειμένου να διατηρηθεί μεταπολεμικά η ειρήνη. Ο ελάσσων εταίρος, ο Τσόρτσιλ ήταν λιγότερο ευχαριστημένος, ιδίως με το ζήτημα της Πολωνίας, αναγνώριζε όμως ότι λίγα περισσότερα θα μπορούσαν να γίνουν σε διπλωματικό επίπεδο χωρίς να επέλθει η ρήξη μεταξύ των Συμμάχων. 

     Πράγματι, αν και πολλοί κατηγορούν τους Δυτικούς Ηγέτες ότι στη συγκεκριμένη Διάσκεψη παρέδωσαν τις τύχες της Ανατολικής Ευρώπης στον Στάλιν, λησμονούν όμως ότι με τους Σοβιετικούς να έχουν το επάνω χέρι στα πεδία των μαχών, τίποτε περισσότερο από αυτό που ήδη έγινε σχετικά με το ζήτημα της Πολωνίας δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς να επέλθει ανοιχτή ρήξη μεταξύ των Ηγετών. Με άλλα λόγια, ο Ψυχρός Πόλεμος θα γινόταν έτσι κι αλλιώς, είτε με τη Γιάλτα, είτε χωρίς. Ο θάνατος του Ρούσβελτ δύο μήνες περίπου μετά τη Γιάλτα και η άνοδος στην Προεδρία των ΗΠΑ του πιο μαχητικού και λιγότερο διπλωμάτη Χάρυ Τρούμαν, οπωσδήποτε συνέβαλε προς αυτή την κατεύθυνση, οι αναπόφευκτες όμως εξελίξεις για τον Ψυχρό Πόλεμο είχαν δρομολογηθεί ήδη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και, ακόμη παλαιότερα, από την κομμουνιστική επανάσταση του 1917. Οι σφαίρες επιρροής μεταξύ των Συμμάχων που τόσο απόλυτα χώρισαν τον μεταπολεμικό κόσμο, μοιράστηκαν στη Μόσχα με τη συμφωνία των ποσοστών μεταξύ Στάλιν και Τσόρτσιλ που προηγήθηκε της Γιάλτας και στο Πότσνταμ, τη συνάντηση των Τριών Μεγάλων που ακολούθησε τη Γιάλτα και όχι σε αυτήν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

     -Plokhy, Γιάλτα το τίμημα της ειρήνης, εκδ. Πατάκη, 2020

      - Γ.Στάλιν-Φ.Ν. Ρούσβελτ, Αγαπητέ κύριε Στάλιν, Αλληλογραφία 1941-45, εκδ. Γκοβόστη, 2008

      - J.Fenby, Συμμαχία, Ρούσβελτ, Στάλιν, Τσόρτσιλ,, Η πραγματική ιστορία της συμμαχίας που κέρδισε  έναν πόλεμο και ξεκίνησε έναν άλλον, εκδ. Γκοβόστη, 2011

      -Ουίνστον Τσότσιλ, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (β΄τόμος), εκδ Γκοβόστη, 2010 

 

 

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Jacques Dugast, Η πολιτιστική ζωή στην Ευρώπη, (τέλη 19ου-αρχές 20ού), εκδ. Gutenberg, 2020, σελ.327


 

Κάποιοι την ονόμασαν Belle epoque, δηλαδή όμορφη εποχή. Άλλοι δεν τη θεώρησαν τόσο ωραία επειδή ήταν εποχή μεγάλων αλλαγών και σύγχυσης, αλλά και η εποχή κατά την οποία γιγαντώθηκε επίσης η αποικιοκρατία και ο ιμπεριαλισμός της Ευρώπης.

Όπως και να 'χει όμως, όλοι συμφωνούν ότι η εποχή αυτή σημαδεύτηκε από πρωτόγνωρη πολιτιστική άνθηση και ότι ο σύγχρονος αστικός τρόπος ζωής, αλλά και η μορφή που έχουν σήμερα οι πόλεις έχουν τις ρίζες τους ακριβώς σε αυτή την περίοδο.

Ο Jaques Dugast είναι καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας με ειδίκευση στις πολιτιστικές σχέσεις σε πανεπιστήμιο της Γαλλίας. Επομένως είναι ο πλέον κατάλληλος για να περιγράψει με ενάργεια την πολιτιστική ζωή στην Ευρώπη στο γύρισμα μεταξύ του 19ου και του 20ου αιώνα, καθώς και τις αλλαγές που αυτή γνώρισε εκείνη την περίοδο.

Ο σύγχρονος αστικός τρόπος ζωής λοιπόν θεμελιώθηκε μεταξύ του 1880 και του 1914. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις αλλαγές που θα επιφέρει και αυτός με τη σειρά του, ο κόσμος του Μεσοπολέμου θα έχει λάβει οριστικά  τη νέα του μορφή.

Ο 19ος αιώνας θεωρείται κομβικός από πολλές απόψεις, καθώς είναι ο αιώνας του ιμπεριαλισμού, της αποικιοκρατίας, των εθνικισμών, αλλά και ο αιώνας της τεχνολογικής προόδου, της δυτικοποίησης και του καπιταλισμού. Γύρω στο 1900 νέες πόλεις καθίστανται κέντρα πολιτισμού και διαδίδεται αυτό που αποκαλούμε σήμερα"μαζική κουλτούρα". Ευρεία διάδοση γνωρίζουν επίσης ο αλφαβητισμός, ο ανορθολογισμός στη διανόηση και η πολιτισμική ενότητα που παρατηρείται σήμερα στις ευρωπαϊκές πόλεις.

Καινούριες πόλεις ανοικοδομούνται, κοσμούνται με νεοκλασικά κτίρια και θέατρα και αναδεικνύονται ως νέοι πολιτιστικοί πόλοι όπως το Βερολίνο και η Βουδαπέστη, πλάι στους παλιούς, ήτοι το Λονδίνο, η Βιέννη και το Παρίσι. Ακόμη, την εποχή αυτή διευρύνεται το αναγνωστικό κοινό, καθώς και η περίοδος που ξεκινά ο μαζικός αθλητισμός και οι μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις. Οι παγκόσμιες εκθέσεις, ο τουρισμός, τα ταξίδια με το τρένο, τα θεάματα, τα λούνα παρκ και τα καλλιτεχνικά συμβάντα, είναι όλα μέρη ενός καθαρά αστικού τρόπου ζωής που θεμελιώθηκε εκείνη την περίοδο. Πολλές πόλεις άλλαξαν τότε μορφή και πήραν αυτή που μας είναι οικεία σήμερα.

Το βιβλίο εκθέτει την προϋπάρχουσα κατάσταση στην Ευρώπη, προκειμένου να καταδειχτεί το εύρος των αλλαγών, αλλά και τις πολιτιστικές σχέσεις ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης. Ο συγγραφέας διακρίνει τέσσερις πολιτιστικές ζώνες: αυτή της προηγμένης τεχνολογικά Δυτικής Ευρώπης, αυτή της Κεντρικής Ευρώπης υπό την κηδεμονία και την επιρροή των Αψβούργων, αυτή της Ανατολής, ήτοι τη Ρωσία και τα σλαβικά κράτη, και, τέλος, την Ευρώπη της περιφέρειας, δηλαδή τη Μεσόγειο και τη Σκανδιναβία. Τα Βαλκάνια δεν συμπεριλαμβάνονται στην εν λόγω μελέτη, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν την πέμπτη διακριτή ενότητα μόνα τους, αφού δεν παρουσιάζουν ακριβή πολιτισμική ενότητα με την Ευρώπη λόγω της πολύχρονης οθωμανικής τους κληρονομιάς και κατοχής.

Ο συγγραφέας μεταφέρει τον αναγνώστη στα καφωδεία, τα μπαρ και τα μιούζικ χόλ της εποχής και μας συστήνει τον νέο και ανερχόμενο τότε κόσμο της μόδας στην ένδυση, της φωτογραφίας και του κινηματογράφου, πλάι στους παλιούς και εδραιωμένους του λυρικού θεάτρου, της λογοτεχνίας, της ζωγραφικής και της μουσικής.

Δεν αφήνει όμως απέξω και τη μελέτη ορισμένων κινημάτων που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο εκείνη την εποχή, όπως ο μυστικισμός, ο φεμινισμός, ο μισογυνισμός, ακόμη και ο αναρχισμός.

Κάποια ονόματα από αυτά στον χώρο του πολιτισμού θα τα έχουμε ξανασυναντήσει σίγουρα πολλές φορές. Άλλα θα τα μάθουμε τώρα. Σίγουρα όμως θα κατανοήσουμε πολύ καλύτερα, μετά από την ανάγνωση του παρόντος πονήματος, τον λόγο που η Ευρώπη αποτελεί σήμερα μία μεγάλη οικογένεια με έναν ενιαίο πολιτισμό. Διότι μπορεί μεν οι απαρχές της ενοποίησης της Ευρώπης να ανιχνεύονται στους μεσαιωνικούς χρόνους, η ίδια η ενοποίηση είχε πλέον ολοκληρωθεί ακριβώς εκείνη την εποχή όταν η ανθρωπότητα βάδιζε στο κατώφλι του 20ου αιώνα.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020

Η ισπανική γρίπη του 1918


  

Η επονομαζόμενη και ισπανική γρίπη που ενέσκηψε το 1918 χαρακτηρίζεται ως η χειρότερη πανδημία του 20ου αιώνα. Συγκεκριμένα ήταν η μεγαλύτερη επιδημία που γνώρισε ο κόσμος μετά την πανώλη των ύστερων μεσαιωνικών χρόνων.

Η προέλευσή της έως σήμερα δεν μπορεί να εντοπιστεί με σιγουριά από τους μελετητές, οι περισσότεροι όμως εικάζουν ότι ξεκίνησε από την αμερικανική ήπειρο. Τα πρώτα της κρούσματα στην Ευρώπη εκδηλώθηκαν σε γαλλικό έδαφος στα πεδία των μαχών ενόσω ήταν σε εξέλιξη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Από εκεί κι έπειτα η εξάπλωσή της ευνοήθηκε λόγω της διαρκούς μετακίνησης των στρατευμάτων και των άσχημων συνθηκών υγιεινής που επικρατούσε στο μέτωπο και τα χαρακώματα.

Ο ιός, τύπου Η1Ν1, προσέβαλε τους πνεύμονες και παρουσίαζε υψηλά ποσοστά θνησιμότητας  κυρίως στην ηλικιακή ομάδα των είκοσι με πενήντα ετών. Ονομάστηκε λανθασμένα ισπανική αφενός επειδή ο ισπανόφωνος τύπος έκανε πολύ νωρίτερα από άλλες χώρες λόγω για την επιδημία- δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπήρχε ως έναν βαθμό κάποιο λογοκρισία στον τύπο σε όλες τις χώρες λόγω του Πολέμου-, αλλά κυρίως επειδή έτσι είχε χαρακτηριστεί η επιδημία της γρίπης του 1889-90, η οποία ήταν ακόμη πολύ πρόσφατη στη συλλογική μνήμη.

Η επιδημία εξαπλώθηκε γρήγορα σε ολόκληρο τον κόσμο,  κυρίως μέσω των πλοίων και νόσησε περίπου το 1/3 του παγκόσμιου πληθυσμού. Η πρώτη φάση διήρκεσε από τον Απρίλη  έως και τον Μάη του 1918, η δεύτερη και η πιο θανατηφόρα από τον Σεπτέμβρη μέχρι τον Δεκέμβρη του 1918 και η τρίτη τον Μάη του 1919. Οι συνολικοί θάνατοι δεν μπορούν να υπολογιστούν με ακρίβεια, καθότι τα στοιχεία είναι ελλιπή, αλλά τα θύματα κυμαίνονται από 20 έως 50 εκατομμύρια.

Το γεγονός ότι ο πόλεμος ήταν παράλληλα σε εξέλιξη δυσχέραινε το έργο της αντιμετώπισής της από τις κατά τόπους αρχές. Πολλοί από τους στρατιώτες που είχαν προσβληθεί και παρουσίαζαν τα συμπτώματα, κυρίως υψηλό πυρετό και πονοκέφαλο, φοβούνταν να το δηλώσουν διότι υπήρχε κίνδυνος να κατηγορηθούν για δειλία. Αποτέλεσμα ήταν η περαιτέρω διάδοση του ιού. Καραντίνες, περιορισμοί ταξιδιών και απαγόρευση κυκλοφορίας ήταν και τότε κάποια από τα μέτρα που επιβλήθηκαν στους πολίτες και η παραφιλολογία σε ό,τι αφορά τους τρόπους αντιμετώπισης της γρίπης συνηθισμένη όπως και σήμερα.

Τέλος, πρόκειται για γεγονός το οποίο δεν έλαβε στη συλλογική μνήμη τη θέση που του άρμοζε, αφού επισκιάστηκε κατά πολύ από τον Πόλεμο, ο οποίος ήταν ο πιο καταστροφικός από όλους τους πολέμους που είχε γνωρίσει έως τότε η ανθρωπότητα. Έτσι ο αντίκτυπός της στην τέχνη και τη λογοτεχνία υπήρξε περιορισμένος. Το πιο διάσημο ίσως θύμα της ισπανικής γρίπης ήταν ο ποιητής Γκιγιόμ Απολινέρ. Οι επιπτώσεις που αυτή είχε στην οικονομία δεν έγιναν αισθητές λόγω του πολέμου, οι απώλειες όμως σε ό,τι αφορά τον πληθυσμό, με τις εκατόμβες των νεκρών και των ορφανών, ήρθαν να προστεθούν στον μακρύ κατάλογο των επιπτώσεων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Freddy Vinet, Η μεγάλη γρίπη του 1918, εκδ. Μεταίχμιο