Παρασκευή 19 Απριλίου 2024

Πολυξένη Βελένη, Το ζαρκάδι του Ολύμπου, εκδ. Καστανιώτη

 

Μία οικογενειακή σάγκα, άκρως ρεαλιστικά δοσμένη, η  οποία διατρέχει ολόκληρη την ελληνική ιστορία του εικοστού αιώνα συγγράφει η Πολυξένη Βελένη, αρχαιολόγος, θεατρολόγος και συγγραφέας πολλών αρχαιολογικών μονογραφιών και μη. Η Βελένη είναι επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σορβόνης και διδάσκει σε πανεπιστημιακά ιδρύματα τόσο της Ελλάδος, όσο και του εξωτερικού. Διετέλεσε, επίσης, Διευθύντρια του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης από το 2006 μέχρι και το 2018. Μεγάλο μέρος στην υπόθεση του παρόντος έργου της με τίτλο «Το ζαρκάδι του Ολύμπου», για το οποίο θα μιλήσουμε εδώ, διαδραματίζεται στη γενέτειρά της τη Θεσσαλονίκη, της οποίας την τοπογραφία και την Ιστορία η συγγραφέας δείχνει να γνωρίζει ιδιαίτερα καλά.

 

Το «όχημα» με το οποίο η Βελένη διατρέχει μισό και παραπάνω αιώνα Ελληνικής Ιστορίας είναι μία οικογένεια, η οικογένεια Αβραάμ, με καταγωγή από τη Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης. Ο Κωνσταντής Αβραάμ είναι γαιοκτήμονας πολλών αμπελώνων και μέγας παραγωγός κρασιού. Συγχρόνως, είναι εξαιρετικά παραδοσιακός και πατριαρχικός στις απόψεις του. Η γυναίκα του, Φιλομήλα, φέρνει στον κόσμο τρεις γιους, τον Αγγελή, τον Γιαννό και τον Αλκιβιάδη, ενώ το κοριτσάκι της πεθαίνει λίγο μετά τη γέννα.

 

Το βιβλίο παρακολουθεί τις ιστορικές ζυμώσεις και εξελίξεις στην περιοχή από το 1908 έως και το 1923, οπότε και με την υπογραφή της Σύμβασης της Λωζάννης, λαμβάνει χώρα η Μεγάλη Έξοδος των Θρακιωτών, τόσο από τη Μικρά Ασία όσο και από την Ανατολική Θράκη. Τα τρία παιδιά της οικογένειας Αβραάμ μεγαλώνουν καλά σε ένα πλουσιοπάροχο περιβάλλον και συμβιώνοντας υπό σχετική αρμονία με τους αλλόθρησκους-να σημειώσουμε εδώ ότι ο Κωνσταντής είναι αδελφικός φίλος με έναν μουσουλμάνο, τον Μουσταφά, ο οποίος μάλιστα όταν πεθαίνει, κληροδοτεί το υπέροχο άσπρο άτι του στον Αλκιβιάδη, τον μικρότερο γιο του Κωνσταντή. Οι καιροί όμως αλλάζουν και η οικογένεια δεν θα μπορέσει να αποφύγει την υποχρεωτική μετοικεσία στη Θεσσαλονίκη. Εκεί τα παιδιά της οικογένειας  θα ανδρωθούν και τα δύο από αυτά θα απασχοληθούν στις πατρικές επιχειρήσεις. Εκεί θα βιώσουν τις εξελίξεις του Μεσοπολέμου, αλλά και την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Ο Αλκιβιάδης, μάλιστα, θα είναι εκείνος που θα ονομαστεί  «Καπετάν Βλαχάβας» και θα δράσει ως αντάρτης στον Όλυμπο.  Ακολούθως, το βιβλίο παρακολουθεί τη δημιουργία δικής τους οικογένειας των δύο μικρότερων γιων και πρωταγωνίστρια πλέον στις σελίδες του βιβλίου γίνεται η κόρη του Αλκιβιάδη, η Φιλιώ.

 

Τα διπλωματικά τερτίπια των Μεγάλων Δυνάμεων στη δεκαετία του 1910, το Κίνημα των Νεοτούρκων και οι διώξεις του ελληνικού στοιχείου της Ανατολής την ίδια περίοδο, οι επιδιώξεις του Βενιζέλου, ο Εθνικός Διχασμός και το τέλος της Μεγάλης Ιδέας, μια ενδελεχής τοπογραφία των μνημείων της Θεσσαλονίκης και τα αποτελέσματα της πυρκαγιάς του 1917, το Σχέδιο Εμπράρ και η Φεντερασιόν, η Γερμανική Κατοχή και ο Εμφύλιος, η άναρχη μεταπολεμική ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης και η Χούντα των Συνταγματαρχών, όλα τα παραπάνω τα αφηγείται η Βελένη με τρόπο μυθιστορηματικό, αλλά ιστορικά ακριβές.

 

Η ζυγαριά στο πόνημα της Βελένη γέρνει σαφώς προς το μέρος της Ιστορίας και όχι του μύθου. Η γραφή της, ωστόσο, είναι ιδιαίτερα προσεγμένη και περιποιημένη λογοτεχνικά στις περιγραφές και τις αφηγήσεις της, τις οποίες προτιμά σαφώς έναντι των διαλόγων, ως αφηγηματικών τεχνικών. Επομένως, το έργο της είναι άκρως κατάλληλο προς ανάγνωση από τους λάτρεις του ιστορικού μυθιστορήματος.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

David Nicholls, Μια ημέρα, εκδ. Μίνωας

 

Οι εκδόσεις Μίνωας εκδίδουν το εξαιρετικά επιτυχημένο τρίτο μυθιστόρημα του γνωστού συγγραφέα Ντέιβιντ Νίκολς με τίτλο «Μια ημέρα». Το έργο έμεινε στις πρώτες θέσεις των ευπώλητων των Sunday Times, έναν χρόνο στη λίστα με τα μπεστ σέλλερς του Άμαζον και έτυχε θερμής υποδοχής από τους κριτικούς. Το έργο πούλησε ακόμη πάνω από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο και έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από σαράντα γλώσσες.  Ο ίδιος ο συγγραφέας μάλιστα μετέγραψε το βιβλίο του σε σενάριο για τον κινηματογράφο με πρωταγωνιστές την Αν Χάθαγουεϊ και τον Τζιμ Στέρτζες, μια ταινία η οποία προβλήθηκε το 2011. Κατόπιν η ταινία έγινε και διάσημη σειρά στο Netflix.

 

Τα δυνατά σημεία του βιβλίου αναμφίβολα είναι ο κινηματογραφικός τρόπος γραφής και η γρήγορη εξέλιξη της υπόθεσης, η πρωτότυπη δομή στην αφήγηση αλλά και η αποφυγή των «κλισέ» από μέρους του συγγραφέα όπως το γνωστό «happy end».

 

Η υπόθεση του μυθιστορήματος έχει ως χρονική αφετηρία τη 15η Ιουλίου 1988, την ημέρα αποφοίτησης του Ντέξτερ και της Έμμα από το τμήμα Αγγλικής Λογοτεχνίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου. Οι δύο νέοι, αν και έχουν πολύ διαφορετικές καταβολές, ζουν μία βραδιά παθιασμένου, αλλά και τρυφερού έρωτα και στη συνέχεια χωρίζουν και ο καθένας τραβάει τον δρόμο του. Οι δύο νέοι ανυπομονούν να «αρπάξουν τη ζωή από τα μαλλιά» και ανυπομονούν, όπως όλο ο ι νέοι, να γνωρίσουν τη δόξα και να υλοποιήσουν όλα τους τα όνειρα. Μόνο που τα πράγματα δεν πηγαίνουν πάντοτε όπως τα έχουμε σχεδιάσει…

 

Ο Ντέξτερ κατάγεται από πλούσια οικογένεια. Είναι ένας τύπος πιο «πεζός» και όχι τόσο κουλτουριάρης και διαβαστερός όσο η Έμμα, η οποία θα εργαστεί ως ηθοποιός και θα γράψει και βιβλίο κάποια στιγμή στη ζωή της. Από την άλλη, δεν τρέφει ιδιαίτερες φιλοδοξίες από τη ζωή τους, ούτε έχει και μεγάλες απαιτήσεις από αυτήν. Έχει όμως πρόβλημα αυτοπεποίθησης και μία τάση προς την κατάθλιψη και τη σοβαρότητα. Ο Ντέξτερ, από την άλλη, είναι ένας απλός κυνηγός του χρήματος, των ερωτικών απολαύσεων και της δόξας, με λίγα λόγια, η προσωποποίηση της χαράς της ζωής. Πάντως, είτε μέσα από επιστολές, είτε μέσω απευθείας συναντήσεων, οι δύο νέοι θα κρατήσουν επαφή στα χρόνια που θα έρθουν και θα έχουν ο ένας τον άλλον ως σταθερό σημείο αναφοράς στις ζωές τους. Είναι άραγε, όμως, τελικά ο ένας πλασμένος για τον άλλον ή μήπως όχι;

 

Το βιβλίο μας αφηγείται, έτος με έτος, σε ποιο στάδιο ακριβώς βρίσκονταν στις ζωές τους οι δύο νέοι κάθε χρόνο στις 15 Ιουλίου. Με το έξυπνο αυτό αφηγηματικό εφεύρημα, ο συγγραφέας επιλέγει να τερματίσει την ιστορία του, αφού παρακολουθήσει το μεγάλωμα και την ωρίμανση των χαρακτήρων του, το 2007, όταν οι δύο νέοι δηλαδή θα έχουν πλέον σαρανταρίσει.

 

Ευτυχία Καλλιτεράκη, Ταρτάν το άλογο, εκδ, Βακχικόν

 

Η Ευτυχία Καλλιτεράκη, εκτός από συγγραφέας, είναι ψυχαναλύτρια και τακτικό μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχανάλυσης και Ψυχαναλυτικής Θεραπείας και έχει μεγάλη διαδρομή στον χώρο της Ψυχανάλυσης. Επόμενο είναι, λοιπόν και τα εννέα διηγήματα του βιβλίου της με τίτλο «Ταρτάν το άλογο» να έχουν και μία έντονα ψυχολογική διάσταση και ένα έξοχο σκιαγράφημα της προσωπικότητας των ηρώων της.

 

Το πρώτο διήγημα του βιβλίου μας περιγράφει τα συναισθήματα που μας γεννώνται ενώσω ακούμε μουσική δωματίου. Δεν έχει επομένως συγκεκριμένη υπόθεση, σε αντίθεση με το δεύτερο διήγημα του βιβλίου, το οποίο είναι αυτό που δανείζει τον τίτλο του στη συλλογή. Το διήγημα αυτό μας μιλάει για τη μικρή Νάρα, μία Βουλγάρα από φτωχική οικογένεια και μας παραπέμπει στην ισχυρή πατριαρχία των βαλκανικών χωρών η οποία τόσο ταλαιπωρεί τις γυναίκες. Πρόκειται για μία συγκινητική ιστορία, ίσως τη συγκινητικότερη του βιβλίου, που έχει τραγική κατάληξη. Εξίσου δυνατό είναι και το τρίτο διήγημα του βιβλίου με τον τίτλο «Μαύρο χρώμα» που προσφέρει στον αναγνώστη την ευκαιρία να κάνει ζουμ στην ψυχοσύνθεση ενός ρατσιστή χρυσαυγίτη.

 

Οι πληγές του εμφυλίου πολέμου και η γυναικεία κακοποίηση αποτελούν τις βασικές παραμέτρους του τέταρτου διηγήματος του βιβλίου που τιτλοφορείται «Τίποτα απολύτως», ενώ το πέμπτο διήγημα με τίτλο «Σκιές» έχει ως βασικό άξονα την ομοφυλοφιλία. Όπως και το διήγημα που ακολουθεί, το «Ο γύπας», το διήγημα αυτό ασχολείται με τα φαντάσματα του παρελθόντος από την παιδική μας ηλικία που στοιχειώνουν τις ενήλικες μέρες μας και προσφέρουν όψεις της σύγχρονης κοινωνίας στους αναγνώστες.

 

Το διήγημα με τον πρωτότυπο τίτλο «Τα ανθρωπάκια του Αβραάμ» έχει ως βασικό θέμα τη φιλία με έναν Εβραίο, ενώ το προτελευταίο κινείται σε πιο συναισθηματικούς τόνους, όπως το πρώτο διήγημα του βιβλίου. Το τελευταίο διήγημα  του βιβλίου με τίτλο «Χάρτινα μαντηλάκια» έχει ως ήρωες δύο αδελφούς.

 

Τα διηγήματα είναι σύντομα, γραμμένα πότε σε πρώτο και πότε σε τρίτο ενικό πρόσωπο. Τα περισσότερα από αυτά διαδραματίζονται στην Αθήνα και όλα εστιάζουν πρωτίστως στον ίδιο τον άνθρωπο ως οντότητα.

 

«Μουσική δωματίου θυμίζει ο έρωτας. Το βιολί μπαίνει αργά μετά το βιολοντσέλο και στο βάθος το πιάνο. Οι ήχοι απλώνονται παντού. Η απόλυτη αυταπάτη της τελειότητας που μόνο η μουσική μπορεί να δώσει. Γεμίζει το σώμα από ήχους και μετά το βιολί σταματάει. Το πιάνο βουβαίνεται και μένει μόνο του το βιολοντσέλο να θρηνεί την απώλεια. Η τέλεια ένωση των ήχων όταν παύει  να υπάρχει, νιώθεις πως μένεις στο κενό του θανάτου. Τα δειλά βήματα των παιδιών που δεν γνωρίζουν τη γονική φροντίδα».

Τίνα Κατσούλη, Η σκιά του κηπουρού, εκδ. Βακχικόν

 

 

Πολλοί συγγραφείς, τόσο Έλληνες όσο και ξένοι άντλησαν λογοτεχνική έμπνευση από την πανδημία του κορωνοϊού και δεν ήταν λίγα τα πονήματα που εκδόθηκαν με αφετηρία τον πολύμηνο εγκλεισμό μας. Ένα τέτοιο πόνημα  είναι και αυτό με τον τίτλο «Η σκιά του κηπουρού» της ιστορικού και εκπαιδευτικού συγγραφέως Τίνας Κατσούλη με καταγωγή από το Ηράκλειο της Κρήτης. «Η σκιά του κηπουρού» δεν είναι το πρώτο βιβλίο που εκδίδει καθώς έχει συγγράψει ήδη δύο μυθιστορήματα το «Στην αχλή των αιώνων» και το «Αξόδευτη ζωή» το 2018 και το 2020 αντίστοιχα. «Η σκιά του κηπουρού» είναι όμως η πρώτη νουβέλα που εκδίδει.

 

Το θέμα της, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι άγνωστο σε κανέναν από εμάς και θα μας παραπέμψει ευθέως στις μαύρες μέρες του εγκλεισμού μας: παρακολουθούμε τι συμβαίνει σε μία οικοδομή με ετερογενείς ενοίκους όταν ένας μολυσματικός ιός απειλεί την πόλη στην οποία ζουν- δεν προσδιορίζεται με ακρίβεια, όπως άλλωστε και ο χρόνος, γνωρίζουμε μόνο ότι η νουβέλα διαδραματίζεται σε ελληνικό έδαφος- και αυτοί αναγκάζονται να κλειστούν στα σπίτια τους.

 

Η νουβέλα ξεκινά με την πρωτοπρόσωπη  αφήγηση  του Έντζο, ενός ξένου μετανάστη που εργάζεται ως κηπουρός και θυρωρός στην πολυκατοικία όπου κατοικεί και συνομιλεί με ένα πολύτιμο αντικείμενο κατά τη διάρκεια της πανδημίας, με τον… καταψύκτη του. Η  εικόνα είναι κωμικοτραγική και αιχμαλωτίζει αμέσως την προσοχή του αναγνώστη.

 

Η οικοδομή είναι πενταώροφη. Ο θυρωρός κατοικεί στο ισόγειο, ενώ στον πρώτο όροφο διαμένει η οικογένεια του γιατρού Μάριο, διευθυντή της παθολογικής κλινικής στο μεγαλύτερο νοσοκομείο της πόλης. Όπως καταλαβαίνουμε, η ιδιότητα του Μάριο σχετίζεται άμεσα με το θέμα του βιβλίου, αφού η χρονική στιγμή κατά την οποία διαδραματίζεται η νουβέλα είναι η διάρκεια μιας πανδημίας.

 

 Ο δεύτερος όροφος κατοικείται από μία πρώην ντίβα, από μία συνταξιούχο υψίφωνο, η οποία αναπολεί διαρκώς τις ημέρες της δόξας της. Στον τρίτο όροφο κατοικεί ένας χήρος στρατηγός, ο «κακός λύκος» όπως τον αποκαλεί η γυναίκα του Έντζο, ενώ τον τέταρτο όροφο μοιράζεται μία εκκεντρική ρακοσυλλέκτρια μαζί με τους κληρονόμους της. Το πολυτελές ρετιρέ του πέμπτου ορόφου κατοικείται από ένα ομοφυλόφιλο ζευγάρι, τον Λούκα και τον Αντρέα.

 

Ο θυρωρός Έντζο είναι ο, ας πούμε, «ειρηνοποιός» της οικοδομής. Αναμφίβολα πρόκειται για τον πιο ανθρώπινο, συμπαθητικό και συμπονετικό χαρακτήρα του έργου. Η ιστορία που υφαίνει η Κατσούλη εστιάζει πρώτα σε κάθε έναν από τους χαρακτήρες χωριστά για να καταλήξει σε ένα ανθρώπινο και συγκινητικό φινάλε. Παρά το φαινομενικά απαισιόδοξο θέμα του, το βιβλίο στέλνει ένα δυνατό μήνυμα ανθρωπιάς, αισιοδοξίας και, πάνω απ’ όλα, αγάπης για τον συνάνθρωπο.