Αν ρωτήσεις τους περισσότερους
ανθρώπους ανά τον κόσμο θα θεωρήσουν δεδομένη την ανωτερότητα του ανθρώπου
απέναντι στα ζώα. Αφού, υποτίθεται, πως εμείς είμαστε το μοναδικό εχέφρων και
ομιλών είδος στον πλανήτη, η ανωτερότητά
μας θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένη. Κι όμως, υπάρχουν ουκ ολίγες περιπτώσεις
που τα ζώα δείχνουν πολύ ανώτερη συμπεριφορά σε σχέση με τους ανθρώπους και
ιδίως καλοσύνη και τρυφερότητα προς αυτούς, χωρίς ο τελευταίος, δυστυχώς, να
ανταποδίδει πάντοτε.
Τέτοιες
περιπτώσεις αναλγησίας και σκληρής συμπεριφοράς απέναντι στα ζώα προσφέρει στους
αναγνώστες του μέσα από δώδεκα καλοδουλεμένη διηγήματα ο μεγάλος και κλασικός, πλέον,
συγγραφέας, Γκυ ντε Μωπασάν.
Ο Γκυ ντε Μωπασάν γεννήθηκε το 1850 σε ένα χωριό κοντά στη Διέπη
και πέθανε προσβεβλημένος από τη φρικτή ασθένεια της σύφιλης εν έτει 1893.Ήταν γνωστός
εκπρόσωπος της νατουραλιστικής σχολής και μαθητής του Γκουστάβ Φλωμπέρ και
θεωρείται μέχρι σήμερα ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος της Γαλλίας. Πράγματι,
λίγοι αναγνώστες θα μείνουν ασυγκίνητοι σήμερα από την ομορφιά της γλώσσας του,
η οποία διατηρείται στο παρόν πόνημα και στη συγκεκριμένη μετάφραση των
τεσσάρων συγγραφέων που μεταφράζουν στην ελληνική τα δώδεκα διηγήματα του
βιβλίου: η Μαρία Βέρρου, η Νικολέττα Διαμαντάκου, η Ευαγγελία Μουχρίτσα και η
Μαρτίν Σκλάβου. Την επιμέλεια του εν
λόγω τόμου έχει η Έφη Κορομηλά. Να σημειώσουμε επίσης ότι στο τέλος του βιβλίου
παρατίθεται ένα εξαιρετικά χρήσιμο ένθετο με τη βιογραφία του Γκυ ντε Μωπασάν, ενώ ένα μικρό εισαγωγικό σημείωμα
υπογράφει μία από τις μεταφράστριες, η Μαρία Βέρρου.
«Αγαπώ το νερό μ’ ένα πάθος χωρίς όρια. Τη θάλασσα, μολονότι είναι τόσο
μεγάλη, αεικίνητη, που δεν μπορείς να την κατακτήσεις, τα ποτάμια, τόσο όμορφα,
μα που περνούν, ξεγλιστρούν, φεύγουν, και τους βάλτους, κυρίως, όπου πάλλεται
όλη η άγνωστη ζωή των υδρόβιων πλασμάτων. Ο βάλτος είναι ένας ολόκληρος κόσμος
πάνω στη γη, ένας κόσμος διαφορετικός, με τη δική του ζωή, τους μόνιμους
κατοίκους του και τους περαστικούς ταξιδιώτες, τις φωνές του, τους θορύβους του
και το μυστήριό του, κυρίως. Τίποτε δεν είναι πιο περίεργο, ανησυχητικό, τρομακτικό
κάποιες φορές, από ένα έλος. Τι είναι αυτός ο φόβος που πλανιέται πάνω από
αυτές τις χαμηλές πεδιάδες, τις γεμάτες νερό; Είναι μήπως οι ακαθόριστοι
ψίθυροι των καλαμιών, οι παράξενες πυγολαμπίδες, η βαθιά σιωπή που τα τυλίγει τις
ήσυχες νύχτες, ή πάλι οι αλλόκοτες καταχνιές που σέρνονται πάνω στα βούρλα σαν
φορέματα νεκρών γυναικών; Ή μήπως ο ανεπαίσθητος παφλασμός, τόσο ελαφρύς, τόσο
σιγανός και μερικές φορές πιο τρομακτικός απ’ το κανόνι των ανθρώπων ή τον
κεραυνό του ουρανού που κάνει τους βάλτους να μοιάζουν με τόπους του ονείρου,
τόπους απειλητικούς, επειδή κρύβουν ένα ανεξιχνίαστο και επικίνδυνο μυστικό;
Όχι. Άλλο πράγμα αναδύεται από κει, ένα
άλλο μυστήριο, πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό κυματίζει μέσα στην πυκνή ομίχλη, το
μυστήριο ίσως της ίδιας της δημιουργίας! Γιατί μέσα στη βορβορώδη λάσπη, μέσα
από τη βαριά υγρασία της μουσκεμένης γης, κάτω από τη ζέστη του ήλιου, εκεί δεν
είναι που σάλεψε, δονήθηκε, άνοιξε στο φως της μέρας ο πρώτος σπόρος της ζωής;»
Δώδεκα διηγήματα που θα
κάνουν τους φιλόζωους να ανατριχιάσουν με την αναλγησία του ανθρώπου απέναντι
στα ζώα. Δώδεκα διηγήματα που θα κάνουν όλους τους αναγνώστες να αγαλλιάσουν μ
ε την τόσο όμορφη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, μία γλώσσα που σπανίζει
δυστυχώς στις μέρες μας στη λογοτεχνία.
Γάτες, σκύλοι, άλογα,
πουλιά, λύκοι, όλα τα παραπάνω πρωταγωνιστούν στα διηγήματα με κεντρικό θέμα
την αχαριστία του ανθρώπου προς τα ζώα.