"Τι νόημα έχει μια θαμπή ζωή που επισκιάζεται από έναν ανάξιο θάνατο; Η Μαρία ερμήνευσε την τελευταία της σκηνή μ’ όλους τους προβολείς στραμμένους πάνω της. Αυτό κρατήστε μόνο".
Όλοι οι καλλιτέχνες έχουν ως βασική τους επιδίωξη την υστεροφημία και κινούνται από τη ματαιοδοξία τους. Έτσι και η ηθοποιός μιας άλλης εποχής, η Μαρία Σαντά, που βρίσκεται νεκρή στην Εθνική Πινακοθήκη στα ογδόντα πέντε της χρόνια, υπήρξε μία γυναίκα παθιασμένη και φιλόδοξη.
Η Μαρία Σαντά κατόρθωσε να γίνει ηθοποιός σε πείσμα της οικογένειάς της και ιδίως του πατέρα της, ο οποίος επουδενί δεν ήθελε να δει την κόρη του να γίνεται θεατρίνα. Γνώρισε το θέατρο από κοντά για πρώτη φορά όταν βρισκόταν στο κατώφλι της εφηβείας, όταν παρακολούθησε μία θεατρική παράσταση μαζί με την Άσπα, τη θεία της, μοδίστρα στο επάγγελμα, εκείνη που έραβε συχνά και κουστούμια για ηθοποιούς στο θέατρο. Από τότε ερωτεύτηκε τον μαγικό κόσμο του θεάτρου και της υποκριτικής και, φοιτώντας στο Εθνικό Θέατρο, το έβαλε σκοπό της ζωής της να γίνει μία τρανή ηθοποιός.
Μαζί με το θέατρο ερωτεύτηκε παράφορα και τον άντρα της, τον Στέφανο Τσουκαλά, ελληνοϊταλό. Αυτός θα πιστέψει σε αυτήν και θα την πάρει μαζί του στη Ρώμη προκειμένου να υλοποιήσει το μεγάλο της όνειρο, να μπει στα στούντιο της Τσινετσιτά. Θα τα καταφέρει άραγε; Διότι ο κόσμος του θεάματος κάθε άλλο παρά καθαρός και εύκολος είναι…
Όταν ο Στέφανος θα πεθάνει πρώτος, καθότι δεκαεννέα ολόκληρα χρόνια μεγαλύτερός της, η Μαρία θα επιστρέψει στην Ελλάδα, όχι, όμως, ως θριαμβεύτρια, αλλά ως αποτυχημένη ερμηνεύτρια. Εκεί, στην Αθήνα, θα κάνει το μοιραίο λάθος να νομίσει ότι και το θέατρο είναι η αληθινή ζωή: θα ερωτευτεί για δεύτερη φορά έναν νεαρό και αυτός θα γίνει ο Δούρειος Ίππος της. Άραγε ο μυστηριώδης θάνατός της στην Πινακοθήκη είναι προσχεδιασμένος; Πρόκειται για αυτοκτονία ή μήπως για δολοφονία; Ή μήπως τίποτε από τα δύο;
Ο συγγραφέας από τη Λευκωσία, Στέφανος Χριστοδούλου, μας ξεναγεί στον κόσμο του θεάματος και λύνει το μυστήριο στο τέλος του μυθιστορήματός του που ακούει στον τίτλο «Έξι λεπτά ακόμα». Διότι σε αυτά τα έξι λεπτά έως ότου η ηλικιωμένη πλέον ηρωίδα μας αφήσει την τελευταία της πνοή, προβαίνει σε μία πλήρη επισκόπηση του βίου της, στον ύστερό της θεατρικό μονόλογο, τον τελευταίο ρόλο που καλείται να παίξει σε αυτή τη ζωή. Αυτόν τον τρόπο επιλέγει ο συγγραφέας προκειμένου να μας αφηγηθεί καρέ καρέ τα πεπραγμένα της και ολόκληρη τη ζωή της, από τα γεννοφάσκια της μέχρι και το άδοξο τέλος του βίου της.
Ο μονόλογος αυτός θα φωτίσει όλες τις όψεις του ψυχισμού μιας γυναίκας που έζησε παραμελημένη από την οικογένειά της, μιας γυναίκας που αγάπησε και αγαπήθηκε από της θεία της, την αδελφή της μάνας της, αλλά και από τον Στέφανο, που προσπάθησε να υλοποιήσει τις φιλοδοξίες της.
Μια γυναικεία κατάθεση ψυχής γραμμένη από μια ανδρική πένα, η οποία, όμως, κατορθώνει να διεισδύσει στον ψυχισμό της με τρόπο αξιοθαύμαστο και μοναδικό.
«Τώρα πια δεν ξέρω τι να ευχηθώ. Για το θέατρο σίγουρα δεν με νοιάζει, δεν έχω άλλες εκκρεμότητες. Και με τους άντρες τελείωσα. Μπορεί να μην γνώρισα πολλούς, αλλά πήρα αρκετές συγκινήσεις. Δεν χρειάζομαι άλλες. Όταν στερέψουν οι ευχές, νιώθεις πως έρχεται το γήρας. Αυτό σκέφτομαι. Σαν να μη προσδοκείς τίποτα πλέον».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.