Τις παιδικές του αναμνήσεις από την ύπαιθρο της Κύπρου τη δεκαετία του 1950, μας μεταφέρει ο συγγραφέας Γιώργος Μολέσκης στο βιβλίο του με τίτλο «Τα κλεμμένα σταφύλια». Ο Μολέσκης κατάγεται από το χωριό Λύση κοντά στην Αμμόχωστο και σπούδασε Λογοτεχνία και Ρωσική Γλώσσα και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Λευκωσίας. Έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία για το πλούσιο συγγραφικό έργο του και έχει εκδώσει πάμπολλες ποιητικές συλλογές, μελέτες, δοκίμια, διηγήματα, αλλά και μυθιστορήματα. «Τα κλεμμένα σταφύλια» εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1985 και επανακυκλοφορούν σήμερα από τις εκδόσεις Βακχικόν.
Στο μυθιστόρημα αυτό κυριαρχεί η αποστασιοποιημένη και επιδερμική αφήγηση ενός τριτοπρόσωπου παντογνώστη αφηγητή. Η εξιστόρηση των γεγονότων της ζωής του μικρού Ομήρου ακολουθεί γρήγορο ρυθμό, ενώ ο συγγραφέας ακολουθεί την τακτική της ενσωμάτωσης, μέσα στον κυρίως κορμό του μυθιστορήματός του, πάμπολλων ιστοριών από τις ζωές των δευτεραγωνιστών του βιβλίου του. Πολλές από αυτές μάλιστα είναι αφηγήσεις που ο μικρός Όμηρος ακούσει μέσα στο περιβάλλον όπου μεγαλώνει. Η αφήγηση ξεκινά τη δεκαετία του 1950, όταν ο μικρός Όμηρος φοιτά στο δημοτικό σχολείο της περιοχής και τελειώνει, κάπως απότομα, όταν ο Όμηρος έχει πλέον μεγαλώσει και φεύγει για να υπηρετήσει τη θητεία του στον στρατό.
Σε αυτά τα δεκαπέντε, περίπου, χρόνια αφήγησης, που αφορά η διήγηση του βιβλίου, παρακολουθούμε πως μεταβλήθηκε η ζωή στο νησί με τον εντεινόμενο αγώνα των Κυπρίων για ανεξαρτησία. Αρχικά, οι σχέσεις Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων ήταν αρμονικές. Μετά από την έναρξη της δράσης της ΕΟΚΑ, όμως, και τα αγγλικά αντίποινα, όλα αλλάζουν. Καχυποψία κυριαρχεί πλέον στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, φόβος και τρόμος για το αύριο.
Μέχρι τότε, ο Όμηρος ζούσε μία ήρεμη ζωή στην κυπριακή ύπαιθρο, με στερήσεις και μπόλικη φτώχεια, βεβαίως, και με όλα τα προβλήματα που μπορεί να επιφέρει σε μία οικογένεια ένας βίαιος πατέρας και δύο γονείς που μονίμως διαφωνούν και μαλώνουν. Ο μικρός Όμηρος πληγώνεται τα μέγιστα από αυτή την αρρωστημένη οικογενειακή ατμόσφαιρα. Μόνη παρηγοριά του η μικρή του αδελφή, η Ελένη. Επιπροσθέτως, ο Όμηρος θέλει να συνεχίσει τη φοίτηση στο γυμνάσιο, αλλά ο πατέρας του δεν συμφωνεί, λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει η οικογένεια. Τελικά, θα αναγκασθεί να υποταχθεί στην πατρική βούληση, προτού μεγαλώσει και η φυγή του από το σπίτι θα του εξασφαλίσει την προσπάθεια να υλοποιήσει τα παιδικά του όνειρα. Τα παιδικά τραύματα του Ομήρου μπορούν αν συνοψισθούν στα εξής: κακοποίηση της μητέρας του από τον πατέρα του, φόβος του Θεού-τιμωρού και φόβος του θανάτου μέσα από το βίωμα του θανάτου του παππού Ομήρου, παππού του ήρωα.
Εντύπωση θα κάνουν στον αναγνώστη τα αυστηρά ήθη της επαρχίας, η φτώχεια, η υποτίμηση της γυναίκας, αλλά και της μόρφωσης ως αξία ζωής σε μία κοινωνία που ο έγγειος πλούτος φαίνεται να μετρά πάνω απ’ όλα. Το θρησκευτικό στοιχείο, με όλες τις προλήψεις και τις συνακόλουθες δεισιδαιμονίες παρουσιάζεται αρκετά ισχυρό. Και τα όνειρα παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια του συγγραφέα να αποτυπώσει την ψυχική κατάσταση του ήρωά του.
Η δεκαετία του 1960 θα φέρει αλλαγές στο νησί, όχι μόνο με τη δράση της ΕΟΚΑ και την κυπριακή ανεξαρτησία, αλλά και με την αλλαγή των ηθών που θα επιφέρει η επέλαση του τουρισμού και η αύξηση της αστικοποίησης.
Όλα τα παραπάνω τα παρακολουθεί ο συγγραφέας μέσα από την ιδιαίτερη αφήγησή του που θα μας ταξιδέψει πίσω στα μέσα του περασμένου αιώνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.