Ο Μίκης Θεοδωράκης, γεννημένος στο όμορφο νησί της Χίου στις 29 Ιουλίου 1925 θεωρείται, και δικαίως, μαζί με τον Μάνο Χατζηδάκι, ένας από τους εθνικούς μας συνθέτες. Μετά από τον πρόσφατο θάνατό του, στις 2 Σεπτεμβρίου του 2021, κυκλοφόρησαν αρκετά βιβλία σχετικά με τον βίο και το έργο του, ένα εκ των οποίων θα μας απασχολήσει εδώ. Έχει τίτλο «Τα Θεοδωρακικά» και ο συγγραφέας του είναι διακεκριμένος μουσικός, αλλά και μουσικολόγος. Το όνομά του είναι Παναγιώτης Ανδριόπουλος και ο εν λόγω συγγραφέας είναι ο ιδρυτής από το 2004 του Καλλιτεχνικού Συνόλου «Πολύτροπον».
Ο Ανδριόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα και έχει πραγματοποιήσει σπουδές στους τομείς της θεολογίας, της ευρωπαϊκής και της βυζαντινής μουσικής, ενώ έχει συνεργαστεί και με τον Θάνο Μικρούτσικο. Εκτός από το παρόν πόνημα έχει επίσης συγγράψει τα εξής βιβλία: Τα Χατζηδακικά, Ελληνορωσικά και Νιγηρίας Αλεξάνδρου παρακαταθήκες.
Το βιβλίο του εξετάζει πρωτίστως το θεοδωρακικό έργο-και λιγότερο τον βίο του μεγάλου μουσικοσυνθέτη, μέσα από εννέα σύντομα δοκίμια ποικίλης θεματολογίας. Όπως μας λέει ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου του, το πόνημά του αυτό είναι αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης που τρέφει για τον Μίκη Θεοδωράκη και τη μουσική του.
Το πρώτο δοκίμιο τιτλοφορείται ως «Οι εκκλησιαστικές υποθέσεις του Μίκη Θεοδωράκη και η σχέση του με τη βυζαντινή μουσική». Σε αυτό ο συγγραφέας διασαφηνίζει ότι ο Θεοδωράκης είχε δεχτεί πάμπολλες επιδράσεις από τον τομέα της βυζαντινής μουσικής και ότι θεωρούσε μάλιστα, ως πρώτη μουσική τροφή όλων μας την εκκλησιαστική. Σε αυτό το δοκίμιο αναφέρεται στο τροπάριο με τον τίτλο «Κασσιανή» που συνέθεσε ο συνθέτης για ανδρική χορωδία το 1942, αλλά και στον «Ύμνο στον Θεό» , τα «Επιφάνια Αβέρωφ» και την «Αποκάλυψη» , όλα του πολύ γνωστά έργα στον τομέα της θρησκευτικής μουσικής. Ο συγγραφέας αναφέρεται επίσης εκτενώς στην νεκρώσιμη Ακολουθία που έγραψε ο Θεοδωράκης το 1984 αφιερωμένο στους νεκρούς της σφαγής των Καλαβρύτων από τους ναζί στις 13 Δεκεμβρίου 1943.
Ο ίδιος ο Θεοδωράκης έλεγε σχετικά με την επίδραση της βυζαντινής μουσικής στο έργο του: «Σχετικά με την επίδραση της βυζαντινής μελωδίας στη μουσική μου μπορώ να πω ότι βρίσκεται μέσα στο κάθε μου έργο, σχεδόν σε κάθε μου μελωδία». Και συνεχίζει ο συγγραφέας: «Πρόκειται για τον Μίκη Θεοδωράκη που δεν είναι έτσι γνωστός στο ευρύτερο κοινό: ως Βυζαντινός! Φυσικά, σύμφωνα με τον ίδιο, ανάλογες επιρροές έχει δεχτεί και από τη δημοτική μουσική και από το ρεμπέτικο. Αλλά η βυζαντινή μουσική είναι γι’ αυτόν η πηγή! Η συνέχεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής και η μουσική που καθορίζει τον Νέο Ελληνισμό».
Τοδ δεύτερο δοκίμιο, μικρότερο σε έκταση ανιχνεύει τους παραλληλισμούς ανάμεσα σε δύο ποιητικές ανθολογίες δύο ατόμων που δεν είχαν επαφή μεταξύ τους στα νιάτα τους, ωστόσο οι ανθολογίες τους ήταν παρεμφερείς, είχα δηλαδή κοινά σημεία. Τα δύο άτομα αυτά είναι ο Θεοδωράκης και ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Δροσίνης, Μαβίλης και Καβάφης ήσαν οι νεανικές προτιμήσεις τους, τις οποίες ο Θεοδωράκης έκανε τις πρώτες του απόπειρες να μελοποιήσει.
Το τρίτο δοκίμιο, πολύ σύντομο σε έκταση, ασχολείται με τη σχέση Νίκου Σκαλκώτα και Θεοδωράκη. Το τέταρτο, επίσης πολύ σύντομο σε έκταση τιτλοφορείται ως «Τετράγωνο Νο.40, Ένα μπαλέτο του Μίκη Θεοδωράκη για το ελληνικό χορόδραμα» και ασχολείται με το εν λόγω έργο. Το πέμπτο επικεντρώνεται στη σχέση του Θεοδωράκη με τον μεγάλο ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο, ενώ το έκτο στη σχέση του με τον ποιητή Διονύση Καρατζά. Σε αυτό, ως υποκεφάλαιο, παρουσιάζεται και η τελευταία σύνθεση του Θεοδωράκη, το κύκνειο άσμα του, η Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων, έργο γραμμένο το 2009. Το επόμενο δοκίμιο, το έβδομο στη σειρά εξετάζει τη σχέση του Θεοδωράκη με τον Θάνο Μικρούτσικο στο έργο του πρώτο με τίτλο «Κατάσταση πολιορκίας». Τα δύο τελευταία δοκίμια είναι αφιερωμένα στο έργο του Μίκη στη γαλλική γλώσσα και στις μεταφράσεις που έγιναν στο έργο του στην αραβική γλώσσα.
Εν κατακλείδι, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο που να εξετάζει το έργο του Θεοδωράκη στο σύνολό του, αλλά για μία επιλεκτική ενασχόληση από πλευράς του συγγραφέα ορισμένων πτυχών του θεοδωρακικού έργου. Παρ’ όλα αυτά, το έργο αυτό θα μας συστήσει κάποιες άγνωστες, ενδεχομένως, πλευρές του θεοδωρακικού έργου και, κατ’ επέκταση, και του βίου του ίδιου του μεγάλου μουσικοσυνθέτη.
Καταλήγει, επομένως, ο συγγραφέας, εκφράζοντας για άλλη μία φορά τον θαυμασμό του για τον μεγάλο συνθέτη: «Ο Μίκης Θεοδωράκης εξακολουθεί να είναι ο μεγάλος «άγνωστος»! Το έργο του είναι πολύπλευρο και τεράστιο για να… χωράει μόνο στα δημοφιλή τραγούδια του.
Ο Μίκης Θεοδωράκης σίγουρα είναι υπόθεση του μέλλοντός μας».
