Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Αντώνης Ε. Χαριστός, Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία του δικαίου, Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης, εκδ. Υψικάμινος

 

 

            Μια διαφορετική θεώρηση για την εργατική αντι-βία που απαντά στην κρατική

 

            Κι αν οι εργάτες έχουν δίκιο; Για ποιον λόγο θα πρέπει μονάχα η βία που ασκεί το κράτος να είναι δικαιολογημένη και όχι ο λαός που ασκεί αντι-βία προκειμένου να αντιτεθεί σε αυτή; Κι αν αυτή η αντι-βία δεν αποτελεί έκφραση μονάχα των ομάδων του περιθωρίου, τότε γιατί αυτή να καταδικάζεται απερίφραστα από το σύνολο της κοινής γνώμης;

            Η παραπάνω θέση είναι, με δυο λόγια, αυτή που πρεσβεύει η εν λόγω μελέτη του Αντωνίου Χαριστού με τίτλο «Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία του δικαίου, Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης». Πρόκειται για μία ερμηνεία η οποία έχει αντλήσει ξεκάθαρα επιχειρήματα από τον χώρο της αριστερής ιδεολογίας και ιστοριογραφίας, αλλά απευθύνεται σε όλους όσους θέλουν να γνωρίσουν και την «άλλη» πλευρά των τρομοκρατικών οργανώσεων της 17 Νοέμβρη και του Επαναστατικού Λαϊκού Αγώνα, δηλαδή εκείνη των αδικημένων που αποφάσισαν να αντιτεθούν στην κρατική βία και να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους από το κοινωνικό κατεστημένο με τις εκάστοτε επιθέσεις και τις δολιοφθορές τους.

Η πολύπλευρη αυτή μελέτη επικεντρώνεται στην αναζήτηση των αιτιών που έσπρωξαν την εργατική τάξη να αναμετρηθεί ενόπλως με το κράτος και με το καπιταλιστικό σύστημα. Καταδεικνύεται εν ολίγοις, ότι σε αυτή την «ένοπλη αφύπνιση» των εργατών στη χώρα μας, καίριο ρόλο έπαιξε η εισχώρηση του ξένου κεφαλαίου, ιδίως του αμερικανικού, στην Ελλάδα, η οποία και δημιούργησε σχέσεις εξάρτησης από τις ΗΠΑ και είχε ως πρόσθετο αποτέλεσμα την αντίδραση των εργατικών στρωμάτων, και όχι των στρωμάτων του περιθωρίου, όπως λέγεται συνήθως.

Ο συγγραφέας προκειμένου να τεκμηριώσει τις θέσεις του, έχει μελετήσει πάνω από εκατό πηγές, πρωτογενείς και δευτερογενείς, ελληνόφωνες και αγγλόφωνες, τις οποίες παραθέτει αναλυτικά στο τέλος του βιβλίου του. Οι πηγές αυτές περιλαμβάνουν ιστορικά βιβλία, μαρξιστικές μελέτες, μελέτες για το κράτος, το καπιταλιστικό σύστημα, τις απεργίες, τους ταξικούς αγώνες, τη βιομηχανία και την οικονομία της χώρας μας, αλλά και μελέτες για διάφορα επιμέρους θέματα που ο συγγραφέας θίγει μέσα στο βιβλίο του ως παράπλευρα ζητήματα με το θέμα του βιβλίου ή προκειμένου να τεκμηριώσει τα λεγόμενά του, για παράδειγμα μελέτες για το κυπριακό ζήτημα, τη χούντα των συνταγματαρχών ή το σκάνδαλο Κοσκωτά.

Εξαιρετικά κατατοπιστική, όσο και εκτενής είναι επίσης η εισαγωγή στο έργο του Ευστράτιου Τζαμπαλάτη, η οποία διαφωτίζει τον αναγνώστη σχετικά με τις μαρξιστικές θέσεις περί κράτους, ιδιοκτησίας και επανάστασης. Γράφει, λοιπόν, ο Τζαμπαλάτης στην αρχή της εισαγωγής του: «Όσο  πολύμορφος κι αν είναι ο επαναστατικός αγώνας, που πάντα πηγάζει από τον βαθύ πυρήνα μιας καταπιεσμένης κοινωνίας, άλλο τόσο πολύμορφη είναι και η αυτοάμυνα του κράτους. Οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο κρατικός μηχανισμός, για να προστατευθεί από μια καλά οργανωμένη και συντονισμένη λαϊκή ανταπάντηση στην κοινωνική βία που ασκεί, δεν περιορίζονται ποτέ στο πλαίσιο της κατασταλτικής βίας. {…}Βασικό κομμάτι αυτού του μη-ορατού ελέγχου είναι ο τρόπος κατασκευής της «κοινής γνώμης», στην οποία θα πρέπει να εστιάσουμε σε μια πολύ σημαντική παράμετρο, που αποτελεί το κλειδί στη διαδικασία ταύτισης της «κοινής γνώμης» με την κατασκευασμένη γνώμη της εξουσίας-εδώ οι μάζες δε  μετατρέπονται αρχικά σε φερέφωνα του κράτους, αλλά σε  αναπαραγωγούς της εξουσιαστικής αντίληψης, όπου το επόμενο βήμα είναι να μετατραπούν σε υπερασπιστές των συμφερόντων της εξουσίας».

Η διαμόρφωση της κοινής γνώμης σύμφωνα με τα συμφέροντα του κράτους και των αστών είναι  ένα άλλο παράπλευρο ζητούμενο που θίγεται στο βιβλίο, όπως και η κατασκευή εσωτερικών εχθρών από το εκάστοτε κράτος.

Η εκτενής εισαγωγή αξίζει να σημειωθεί ότι συμπληρώνεται και με καλοσχεδιασμένα σχεδιαγράμματα που εξηγούν τη φιλοσοφία του μαρξισμού, αλλά και πίνακες με στοιχεία για την ελληνική κοινωνία και την οικονομία του εικοστού αιώνα.

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Χαριστός αναλύει τον βαθμό διείσδυσης του αμερικανικού κεφαλαίου στη χώρα μας και τον αστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μας κατά τον εικοστό αιώνα. Το δεύτερο κεφάλαιο ασχολείται με τον καπιταλισμό και την ένοπλη αντίσταση σε αυτόν, ενώ το τρίτο με την πλάνη, σύμφωνα με τον συγγραφέα, που αποτελεί ο φιλελευθερισμός και τη διαφθορά της αστικής τάξης. Η φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας είναι ολοφάνερη, σύμφωνα με τον συγγραφέα:

«Η αποικιοκρατική παρουσία του δυτικού κεφαλαίου, ο ρόλος των οργάνων της Ε.Ο.Κ., το Δ.Ν.Τ. και οι τραπεζικοί οίκοι, το εφοπλιστικό κεφάλαιο, οι συμβάσεις με ιδιωτικούς οργανισμούς επενδύσεων, αποτελούν το πλαίσιο καταλήστευσης του παραγόμενου πλούτου των εργατών στην Ελλάδα, υποβαθμίζοντας ολοένα το βιοτικό τους επίπεδο, δεσμεύοντάς τους σε μία πολιτική μόνιμης λιτότητας, εξαρτημένους από δάνεια και φορολογικές επιβαρύνσεις».

Το τελευταίο κεφάλαιο προσπαθεί να εντάξει τις επιθέσεις της 17Ν και του Ε.Λ.Α.Σ. σε ένα διεθνές πλαίσιο κινητοποίησης των εργατών ενάντια στην κρατική βία και το κατεστημένο. Το κεφάλαιο αυτό τιτλοφορείται ως «Η γεωπολιτική της επαναστατικής αντι-βίας».

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία εκτενέστατη και τεκμηριωμένη μελέτη που επιχειρεί να ερμηνεύσει με όρους της Αριστεράς το κοινωνικό φαινόμενο των επιθέσεων της 17Ν και του Ε.Λ.Α.Σ στη χώρα μας.

Ελισάβετ Τζιάτα, Τα γράμματα του Αριστοφάνη, εκδ. Βακχικόν

 

 

            Έξι αληθινές χειρόγραφες επιστολές αποτέλεσαν την αφορμή για τη συγγραφή του εν λόγω μυθιστορήματος. Αυτό τουλάχιστον μας εξομολογείται η ίδια η συγγραφέας, η Ελισάβετ Τζιάτα στην αρχή του πονήματός της. Η Ελισάβετ Τζιάτα, είναι χημικός στο επάγγελμα και τις σπουδές, και το βιβλίο αυτό αποτελεί την πρώτη της λογοτεχνική απόπειρα.

Οι επιστολές αυτές ανήκαν σε κάποιον Αριστοφάνη Τζιάτα, πρόγονος της συγγραφέως, με καταγωγή από το χωριό Θεολόγος της νήσου Θάσου. Ο Αριστοφάνης πηγαίνει εν έτει 1914 στη Μυτιλήνη προκειμένου να συνεχίσει τη φοίτησή του στο τότε εξατάξιο γυμνάσιο- την εποχή εκείνη η Θάσος διέθετε μονάχα δημοτικό. Ο Αριστοφάνης στέλνει επιστολές στον μεγάλο του αδελφό, και διαχειριστή της πατρικής περιουσίας, προκειμένου να τον πείσει να στηρίξει το κρυφό του όνειρο: να γίνει ηθοποιός. Ο πόλεμος, όμως, και ο Εθνικός Διχασμός τον καταλαμβάνουν εξαπίνης. Ο Αριστοφάνης θα αφήσει την τελευταία του πνοή στη μάχη του Σκρα, όντας φοιτητής της Νομικής Σχολής της Αθήνας, δίχως να προλάβει να πραγματοποιήσει το κρυφό του όνειρο. Με αφορμή το γεγονός αυτό, η συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο σε όλους τους φοιτητές που χάθηκαν κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, σε όλους αυτούς που δεν πρόλαβαν να ζήσουν όσο τους άξιζε.

Παράλληλα με την ιστορία αυτή, η συγγραφέας μας αφηγείται τη σημερινή ιστορία ενός άλλου νέου που θέλει κι αυτός να γίνει ηθοποιός, του Παύλου. Ο Παύλος, σε αντίθεση με τον Αριστοφάνη, θα ζήσει σε πιο ευνοϊκές εποχές και θα καταφέρει να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Θα γεννηθεί στη Θεσσαλονίκη, θα αποδειχτεί μέτριος μαθητής στις σχολικές του επιδόσεις, αλλά θα σπουδάσει στα Γρεβενά για ένα έτος προτού αποφασίσει ότι η ηθοποιία είναι το μοναδικό πράγμα που επιθυμεί στη ζωή του.

Με αφορμή τις δύο αυτές ιστορίες, η συγγραφέας προβαίνει και σε μία σύγκριση των δύο διαφορετικών αυτών εποχών για τη χώρα μας, αλλά και για τους δύο νέους που κυνηγούν το όνειρό τους. Τελικά, όμως, τα κοινά μεταξύ των δύο ιστοριών-αν και έχουν διαφορετική κατάληξη οι δύο ιστορίες-είναι περισσότερα από όσα φαίνονται με την πρώτη ματιά: οι ανησυχίες των νέων, πρώτον, είναι ίδιες σε κάθε εποχή. Δεύτερον, το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας μας, κατά κοινή παραδοχή, ούτε τότε είχε όραμα, αλλά, δυστυχώς, ούτε και σήμερα. Τρίτον, το γλωσσικό πρόβλημα ήταν τώρα, αλλά και τότε παρόν, τότε με τη μορφή της διαμάχης μεταξύ δημοτικής και καθαρεύουσας, αλλά και σήμερα με το πρόβλημα της υπερβολικής απλοποίησης και παραποίησης της γλώσσας μας.  Και στις δύο εποχες, επίσης, η οικογένεια είναι εκείνη που πρέπει να στηρίζει τα όνειρα του παιδιού. Σε ό,τι αφορά, τέλος, την κρίση, η τότε πολιτική κρίση του Εθνικού Διχασμού και του Παγκοσμίου Πολέμου δίνει τη θέση της στη σημερινή οικονομική κρίση.

Η συγγραφέας πηγαινοέρχεται με ευελιξία ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν παρουσιάζοντάς μας δύο διαφορετικές ιστορίες, οι οποίες, όμως, αποτελούν, εν τέλει, όψεις του ίδιου νομίσματος.

 

«Δεν καταφέραμε να ανακαλύψουμε και να βιώσουμε τη σημασία των υψηλών ιδανικών, της υψηλής αισθητικής και του σεβασμού απέναντι στον συνάνθρωπο, το περιβάλλον, τους κανόνες. Χαρακτηριστικά γιγάντων εμφανίζουμε μόνο σε συνθήκες ακραίου κινδύνου, κι όταν αυτές εκλείψουν, μικραίνουμε απότομα».


Μιχάλης Σκολιανός, Ελευθερία, εκδ. Βακχικόν

 

Τον συγγραφέα και διδάκτορα της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ τον γνωρίσαμε μέσα από τη νουβέλα του με τίτλο «Στο κεφάλι μου» και το μυθιστόρημά του που τιτλοφορείται «Αδιέξοδο», αμφότερα βιβλία που εκφράζουν τις υπαρξιακές ανησυχίες του συγγραφέα. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η τέταρτη λογοτεχνική εμφάνιση του Σκολιανού στον εν λόγω χώρο- μετά και από την έτερη νουβέλα του με τίτλο «Μ»- με την «Ελευθερία». Αυτή τη φορά ο υπαρξισμός που εκφράζει εδώ αφορά κυρίως το γυναικείο φύλο.            

            Η «Ελευθερία» γράφτηκε για να μας αποδείξει ότι οι γυναίκες που πασχίζουν πάση θυσία  να αρέσουν στους άνδρες και να διαθέτουν τον εαυτό τους και το σώμα τους όπως και όπου οι ίδιες επιθυμούν, δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο ελεύθερες όσο θέλουν οι ίδιες να πιστεύουν, αλλά, δέσμιες του από αιώνες βαθιά ριζωμένου θεσμού της πατριαρχίας. Διότι, τελικά, οι γυναίκες που πασχίζουν διαρκώς να αποκτήσουν την επιβεβαίωση μέσα από εφήμερες κατακτήσεις και σχέσεις δεν αγαπούν στα αληθινά τον εαυτό τους.

Αυτή είναι η τραγική ιστορία της Ελευθερίας, μιας κοπέλας όμορφης που από την αρχή της ζωής της δεν επένδυσε παρά μονάχα στην εξωτερική της εμφάνιση. Μοναδικός σκοπός της ζωής της δεν ήταν άλλος παρά να αρέσει στους άνδρες. Ποτέ δεν την ενδιέφερε ούτε η τέχνη, ούτε το σχολείο, ούτε οι σπουδές, ούτε τα διαβάσματα, αλλά ούτε και οι αληθινές φιλίες και σχέσεις. Αιτία για όλα αυτά ήταν ο τρόπος που μεγάλωσε η Ελευθερία. Η μητέρα της φέρει τη βασική ευθύνη για αυτό, αφού και την ίδια δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτε άλλο στη ζωή της. Είναι, όμως, τελικά πανάκεια αυτό για μία γυναίκα; Οι δυσάρεστες επιπτώσεις από αυτόν τον τρόπο ζωής δεν θα φανούν παρά μονάχα όταν θα είναι πολύ αργά… Η Ελευθερία θα αγνοήσει τις προειδοποιήσεις που η ίδια η ζωή θα στείλει στον δρόμο της και θα πληρώσει ακριβά το τίμημα για αυτό…

Η νουβέλα μας παρουσιάζει όλη τη ζωή της Ελευθερίας με την αφήγηση να ξεκινά από τα παιδικά της χρόνια, τα σχολικά, τα παιδικά και τα εφηβικά χρόνια μέχρι και  την ενηλικίωσή της και την οικονομική ανεξαρτητοποίησή της από τη μητέρα της.

Το δίχως άλλο το όνομα που επιλέγει να δώσει ο συγγραφέας στην ηρωίδα του «Ελευθερία» είναι καθαρά συμβολικό, ενώ επιλέγει να χρησιμοποιήσει την τεχνική της προοικονομίας για να μας προϊδεάσει για το επικείμενο κακό, εξάπτοντας, όμως, παράλληλα την περιέργειά μας σχετικά με το πως ακριβώς θα συμβεί αυτό και για ποια ακριβώς τραγική κατάληξη πρόκειται.

Ο Σκολιανός κατέχει αναντίρρητα την τέχνη της αφήγησης και καταφέρνει να κρατάει καθηλωμένο τον αναγνώστη του, δίνοντας παράλληλα και ένα καλό μάθημα σε όλες τις εκπροσώπους του γυναικείου φύλου με το βιβλίο του.

 

«Ήταν η καλύτερη επιβεβαίωση. Η μητέρα της από μικρή της το είχε μάθει πριν καν της έρθει περίοδος. Το μυστικό είναι να αρέσεις στους άνδρες. Αυτοί ελέγχουν και διοικούν τα πάντα. Αν αρέσεις στους άνδρες, είσαι πανίσχυρη. {…}  Πραγματικά, δεν υπήρχε μεγαλύτερη δύναμη από αυτή. Να μπορείς να ξυπνάς τον πόθο σε όποιον άνδρα θέλεις, όποτε θέλεις, και μετά να μπορείς να τον κάνεις ό,τι θέλεις».

Con Iggulden, Νέρων, εκδ. Ψυχογιός

 

Ένα μυθιστόρημα καταιγιστικής πλοκής που μας μεταφέρει κατευθείαν στην αρχαία Ρώμη

 

            Ιστορικές πληροφορίες μέσω σοβαρής έρευνας σε πηγές, καταιγιστική δράση και πλοκή, αγωνία για τον αναγνώστη, ρεαλιστική και ουκ ολίγη πρόζα που προσδίδει ζωντάνια, μεγάλη περιγραφική ικανότητα, όλα τα παραπάνω τα προσφέρει σε αφθονία το μυθιστόρημα με τίτλο «Νέρων» του πλέον επιτυχημένου και δημοφιλή συγγραφέα του Ηνωμένου Βασιλείου Κον Ίγκαλντεν.

Το «Νέρων» είναι το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του συγγραφέα αφιερωμένο στον γνωστό Ρωμαίο αυτοκράτορα Νέρωνα και ακολουθούν τα βιβλία «Τύραννος» και «Κόλαση». Το βιβλίο αυτό, το πρώτο της τριλογίας μας εξιστορεί με κάθε λεπτομέρεια τα ταραγμένα παιδικά χρόνια που έζησε ο Νέων Κλαύδιος Καίσαρ Αύγουστος Γερμανικός ή Λεύκιος Δομίτιος Αηνόβαρβος. Ο Νέρων ήταν ο τελευταίος απόγονος της Ιουλιοκλαυδιανής δυναστείας, μιας δυναστείας που ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Αύγουστο.

Ο Κον Ίγκαλντεν μας μεταφέρει νοερά σε μία εξαιρετικά βίαιη εποχή- οπότε, απ’ ότι φαίνεται, από καθαρή τύχη επιβίωνε κάποιος-. Κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης εδώ δεν είναι τόσο ο μικρός αυτοκράτορα Νέρων, ο οποίος είναι ακόμη ηλικιακά πολύ μικρός, όσο η μητέρα του, η δυναμική Ιουλία Αγριππίνα, αδελφή του αυτοκράτορα Καλιγούλα και ανιψιά του αυτοκράτορα Κλαύδιου.

Η Αγριππίνα ήταν μία πανέμορφη, αλλά και μία εξαιρετικά δυναμική και ραδιούργα γυναίκα, η οποία δεν δίστασε ακόμη και να σκοτώσει τον σύζυγό της, όταν το έκρινε απαραίτητο, με πρωταρχικό μέλημα την εξασφάλιση της περιουσίας και της θέσης του ανήλικου γιου της.

Ο αναγνώστης θα μείνει κυριολεκτικά έκθαμβος με τη σκληρότητα της εποχής, αλλά και τις φοβερές ραδιουργίες που λάμβαναν χώρα στο αυτοκρατορικό παλάτι. Η Ιουλία Αγριππίνα είναι αποφασισμένη για όλα: γυναίκα με ισχυρότατη θέληση, επίμονη, αλλά και υπομονετική όταν χρειάζεται, παρουσιάζεται, πάνω απ’ όλα ως υπολογίστρια και συμφεροντολόγα. Θα πραγματοποιήσει τρεις γάμους: τον πρώτο της με τον Γνάιο Αηνόβαρβο, διάσημο αρματοδρόμο της εποχής, τον δεύτερο με κάποιον Ιταλό, μέλος της πραιτοριανής φρουράς και τον τρίτο με τον ίδιο τον αυτοκράτορα Κλαύδιο, ο οποίος ήταν και θείος της.

Στο βιβλίο γίνεται ολόκληρη η επισκόπηση και η εξιστόρηση της ζωής της αλλά και της εποχής της: της βασιλείας του Τιβέριου αρχικά και του Καλιγούλα μετά, αλλά και της βασιλείας του Κλαύδιου και της εισβολής του στη Βρετανία.

Ο ωμός ρεαλισμός που χρησιμοποιεί ο Κον Ίγκαλντεν στην περιγραφή των σκηνών του θα μας σοκάρει. Παράλληλα, όμως, η δεινή περιγραφική του ικανότητα θα μας βυθίσει για τα καλά στον κόσμο της αρχαίας Ρώμης, στο πως ακριβώς δηλαδή ήταν το αυτοκρατορικό παλάτι, ένα τυπικό ρωμαϊκό σπίτι Ρωμαίου ανώτερης τάξης, οι φυλακές της εποχής, πως ακριβώς έκαναν μπάνιο τότε, ποια ήταν τα ήθη και τα έθιμα των αρχαίων Ρωμαίων και γιατί, πάνω απ’ όλα, ήταν σημαντικό για έναν άντρα να ξέρει να πολεμά. Η πατριαρχία ήταν έντονα ριζωμένη στη ρωμαϊκή κοινωνία και πανταχού παρούσα.

Συν τοις άλλοις, ο συγγραφέας καταφέρνει να μας εξάψει την περιέργεια σχετικά με τη συνέχεια της ιστορίας-πως ακριβώς, δηλαδή, έφτασε να αναρριχηθεί στον θρόνο ο Νέρωνας, εφόσον ο αυτοκράτορας Κλαύδιος είχε δικό του φυσικό απόγονο. Όλα τα παραπάνω, σημειωτέον, δίχως ίχνος διδακτισμού και με μικρές μυθιστορηματικές πινελιές που συμπληρώνουν επάξια τα κενά της ιστορικής αφήγησης. Ένα βιβλίο που θα θυμόμαστε, αναντίρρητα, για καιρό μετά το πέρας της ανάγνωσης.

Νάγια Δαλακούρα, Ο τελευταίος μεγάλος τσέλιγκας, εκδ. παρατηρητής

 

 

            «Κουβαλάμε μέσα μας την αγάπη των προγόνων μας. Τις ιστορίες τους που είναι πλέον θρύλοι, τις μνήμες τους που έγιναν φυλαχτά, τα εικονοστάσιά τους που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν».

 

            Αυτή τη μεγάλη αλήθεια μας καταθέτει με την πένα, αλλά και την ψυχή της, η συγγραφέας και μουσειολόγος Νάγια Δαλακούρα στο τελευταίο της πόνημα με τίτλο «Ο τελευταίος μεγάλος τσέλιγκας».

 Η Νάγια Δαλακούρα, Σαρακατσάνα στην καταγωγή που μεγάλωσε στην Κομοτηνή, έχει συγγράψει ως τώρα, πλην κάποιων ιστορικών δοκιμίων, τέσσερα υπέροχα μυθιστορήματα εποχής, «Το λιμάνι των χαμένων γυναικών», «Θράσσα, μάγισσα της Θράκης», «Το λουλούδι της θάλασσας» και «Ο χορός του αετού».

Αυτή τη φορά η Δαλακούρα επιστρέφει συγγραφικά στην ιστορία, όχι μονάχα του τόπου της, όπως έκανε με το βιβλίο της «Θράσσα, η μάγισσα της Θράκης», αλλά και στην προσωπική ιστορία της δικής της οικογένειας, μιας οικογένειας Σαρακατσάνων, με καταγωγή από το Σαμάκοβο της Ανατολικής Θράκης. Και επειδή δεν είναι παρά μία μεγάλη αλήθεια το γεγονός ότι κουβαλάμε μέσα μας τις ιστορίες των προγόνων μας, αλλά και το ότι εμείς είμαστε, κάτω κάποιον τρόπο, οι ρίζες και η καταγωγή μας, η Δαλακούρα αποφάσισε να καταγράψει την ιστορία δύο από τους προπαππούδες της, προκειμένου αυτές να μην κατρακυλήσουν στη λησμονιά και τη λήθη.

Η συγγραφή πραγματοποιήθηκε, φυσικά, μετά από επιτόπια έρευνα και συνεντεύξεις με επιζώντα μέλη της οικογένειάς της, συγχωριανούς, φίλους και άλλους με καταγωγή από τη φυλή των Σαρακατσάνων. Εξάλλου η συγγραφέας είναι αρκετά εξοικειωμένη με το είδος αυτό της επιτόπιας ιστορικής έρευνας, αφού το έχει χρησιμοποιήσει και άλλες φορές στο παρελθόν για τα επιστημονικά, αλλά και τα λογοτεχνικά της πονήματα.

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, είναι ένα βιβλίο-φόρος τιμής στους Σαρακατσάνους προγόνους της, μία οικογενειακή ιστορική βιογραφία. Και κάπως έτσι τίθεται το εξής ερώτημα: αυτή η μικροϊστορία μας αφορά άραγε, όλους μας, εδώ στη Θράκη, ειδικά, ή αφορά μονάχα τα μέλη της οικογένειας Δαλακούρα και Κουτσογιάννη; Φυσικά η απάντηση είναι καταφατική, αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλες οι μοναδικές μικροϊστορίες των προγόνων μας δεν είναι παρά κομμάτια της  μεγάλης επίσημης Ιστορίας όπως αυτή γράφεται από τους ιστορικούς στα βιβλία. Κι όμως, οι μικρές πολλαπλές ιστορίες της καθημερινότητας των προγόνων μας είναι εκείνες που συναποτελούν το μωσαϊκό της επίσημης Ιστορίας μας, όσο κι αν εμείς τείνουμε να το ξεχνάμε καμιά φορά. Πόσο μάλλον δε, όταν οι μικροϊστορίες αυτές είναι κάπως παραμελημένες και αγνοημένες από την επίσημη Ιστορία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση αυτή, με τους πρόσφυγες δηλαδή από την Ανατολική Θράκη, τους οποίους η καθιερωμένη Ιστορία έχει κάπως παραμελήσει, σε σχέση τουλάχιστον με την ιστορία άλλων προσφυγικών ελληνικών ομάδων, όπως των Ποντίων ή των Μικρασιατών, για παράδειγμα. Την άποψη αυτή την εκφράζει και η ίδια η συγγραφέας στο βιβλίο της:

«Οφείλω, ωστόσο, να σημειώσω ότι, εν γένει, η ιστορία των Σαρακατσάνων προσφύγων από την Ανατολική Θράκη δεν είναι επαρκώς καταγεγραμμένη και ουδέποτε έως τώρα συμπεριελήφθησαν σε εκδηλώσεις μνήμης για τον προσφυγικό Ελληνισμό».

Το βιβλίο συναποτελούν οι προσωπικές ιστορίες του Αποστόλη Ι. Κουτσογιάννη (Φλέτρα) και του γιου του Κώστα, μεγαλοτσελιγκάδων Σαρακατσάνων οι οποίοι μετοίκησαν στη Δυτική Θράκη μετά από την Καταστροφή του 1922. Πρόκειται για τον προ-προπάππου και τον προπάππου της συγγραφέως.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το ταξίδι αυτό πίσω στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας συμπληρώνεται με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, αποτελούμενο τόσο από φωτογραφίες των ανθρώπων αυτών και των οικογενειών τους, όσο και ιστορικών αντικειμένων που είχαν στην κατοχή τους.

Ένας φόρος τιμής όχι μονάχα σε μία οικογένεια, αλλά σε μία ολόκληρη φυλή, σε έναν τρόπο ζωής που χάθηκε πλέον ιστορικά και αμετάκλητα. Από την άποψη αυτή, επομένως, το βιβλίο αυτό παρουσιάζει και εξαίρετο λαογραφικό ενδιαφέρον, πλην του ιστορικού για όλους, αλλά και του συναισθηματικού για την ίδια την οικογένεια. Εν κατακλείδι, «Ο τελευταίος μεγάλους τσέλιγκας» δεν είναι παρά μία ιστορία έξι γενεών Σαρακατσάνων γραμμένη με μεράκι, ψυχή και μαεστρία από μία καταξιωμένη συγγραφέα.


Coco Mellors, Κλεοπάτρα και Φράνκενσταϊν, εκδ. Μεταίχμιο

 

Την πραγματικά πολύ ιδιαίτερη γραφή της Κόκο Μέλορς τη γνωρίσαμε και την αγαπήσαμε μέσα από το συναρπαστικό της μυθιστόρημα με τίτλο «Οι αδελφές Μπλου» , που ήταν best seller των New York Times, των Sunday Times, του Der Spiegel και της USA Today και έχει μεταφραστεί ήδη σε είκοσι δύο γλώσσες.

            Κατόπιν της επιτυχίας, επομένως, που γνώρισε και η μετάφραση του εν λόγω έργου στην ελληνική γλώσσα, οι εκδόσεις Μεταίχμιο αποφάσισαν να μεταφράσουν στην ελληνική- δια μέσου της πένας της Έφης Τσιρώνη- και το πρώτο μυθιστόρημα της συγγραφέως, με τίτλο «Κλεοπάτρα και Φράνκενσταϊν».

Το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα βιβλίο για τις αυθόρμητες και τις παρορμητικές αποφάσεις που λαμβάνουμε στη ζωή μας ξαφνικά και απρόσμενα, συνήθως σε στιγμές μεγάλης ευφορίας, αποφάσεις που μπορούν, όμως, να αλλάξουν οριστικά την πορεία πλεύσης μας στη ζωή, και αποφάσεις για τις οποίες μπορεί να μετανιώσουμε, όταν σκεφτούμε πιο λογικά και πιο ήρεμα… Το βιβλίο αυτό επίσης είναι ένα μυθιστόρημα καθ’ όλα επίκαιρο, μιας και ασχολείται με τον κομβικό ρόλο  που παίζουν στη ζωή μας οι ψυχασθένειες, αλλά και «κακές» συνήθειες, όπως για παράδειγμα ο αλκοολισμός ή τα ναρκωτικά. Και φυσικά, η «Κλεοπάτρα και Φράνκενσταϊν», είναι επίσης ένα μυθιστόρημα για το πως είναι η ζωή σήμερα στην Αμερική, αλλά και, συνάμα, ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα, την αγάπη και τον θεσμό του γάμου. Τέλος, είναι αλήθεια ότι όλα τα παραπάνω η συγγραφέας τα εκθέτει με έναν εντελώς πρωτότυπο και ασυνήθιστο τρόπο, δια μέσου δηλαδή, μιας συναρπαστικής και καθηλωτικής αφήγησης, μέσω μίας πλούσιας και ολοζώντανης πρόζα, μέσω εξαίσιων περιγραφών, αλλά και δια μέσου του εντελώς δικού της προσωπικού στυλ αφήγησης. Παράλληλα, η συγγραφέας καταφέρνει να ασχοληθεί με όλες τις θεωρούμενες ως «περιθωριακές» ομάδες, τους ομοφυλόφιλους, τους καλλιτέχνες, τους αλκοολικούς, τους ναρκομανείς, αλλά και τους καταθλιπτικούς.

Πρωταγωνιστές είναι η Κλίο-Κλεοπάτρα- και ο Φρανκ- Φράνκενσταϊν-, ένα ετερόκλητο ζευγάρι με μεγάλη διαφορά ηλικίας, που γνωρίζεται μία παραμονή Πρωτοχρονιάς στη Νέα Υόρκη και αποφασίζει τελικά να ζήσει μία ζωή από κοινού.

Η Κλίο είναι μία εικοσιτετράχρονη ζωγράφος που αποφασίζει να έρθει στη Νέα Υόρκη ψάχνοντας την ταυτότητά της-όχι μόνο την καλλιτεχνική, αλλά και την προσωπική-. Βασανίζεται από κατάθλιψη και έχει ταραγμένο οικογενειακό παρελθόν. Το ίδιο άσχημο παρελθόν κουβαλάει και ο Φρανκ, ένας αυτοδημιούργητος διαφημιστής που έχει λύσει-σε αντίθεση με την Κλίο- το οικονομικό του πρόβλημα και  περνάει την Κλίο είκοσι ολόκληρα χρόνια.

Η ξαφνική τους απόφασή να παντρευτούν με πολιτικό γάμο, όμως, θα αλλάξει άρδην τις ζωές τους, αφού φαίνεται πως τελικά, δεν ήταν ο ένας πλασμένος για τον άλλον. Και, σαν να μην έφτανε αυτό, η απόφαση της κοινής τους συμβίωσης θα αλλάξει τη ζωή και όσων ζουν τριγύρω τους: του καλύτερου φίλου του Φρανκ, του Άντερς, του ομοφυλόφιλου Κουέντιν,  του μάγειρα Σατιάγο, της ετεροθαλούς αδελφής του Φρανκ, της Ζόι και της Όντρεϊ, της φίλης της Κλίο.

Εν τέλει η ιστορία αυτή θα αποδειχτεί εκ διαμέτρου αντίθετη από το γνωστό παραμύθι της φτωχιάς όμορφη κοπέλας που παντρεύεται έναν πλούσιο. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται και το μυστικό της επιτυχίας του βιβλίου: πρόκειται για μία ιστορία έξω από τα συνηθισμένα, που δεν ακολουθεί τα συνήθη στερεότυπα. Ένα εναλλακτικό βιβλίο για αναγνώστες που αποζητούν ασυνήθιστα και πρωτότυπα αναγνώσματα.

Maja Lunde, Όταν σταμάτησε ο χρόνος, εκδ. Κλειδάριθμος

 

«Αλλά τώρα δεν γεννιούνταν πια παιδιά. Οι προκλήσεις τοκετού ήταν μάταιες, οι γυναίκες δεν ανταποκρίνονταν στον ορό, το μόνο που πετύχαιναν ήταν κάτι περίεργες συσπάσεις που οδηγούσαν στο τίποτα. Μια δυο γυναίκες που είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο τους είχαν υποβληθεί σε καισαρική, αλλά τα παιδιά που έφεραν στον κόσμο ήταν σαν μαραμένα βλαστάρια. Ανέπνεαν κι έτρωγαν με δυσκολία κα δεν έβαζαν ούτε γραμμάριο».

 

Η Νορβηγίδα συγγραφέας Maja Lunde είναι γνωστή τόσο στο ελληνικό κοινό όσο και παγκοσμίως, κυρίως από την τετραλογία του περιβάλλοντος, βιβλία επιστημονικής φαντασίας με υπόθεση που διαδραματίζεται σε έναν-όχι και τόσο- μακρινό κόσμο οικολογικής καταστροφής. Με την ιστορία των δέντρων, των αλόγων, του νερού και των μελισσών- έτσι αποκαλούνται όλα τα βιβλία της τετραλογίας, κατάφερε να συγκινήσει το αναγνωστικό κοινό και να το ευαισθητοποιήσει σε περιβαλλοντικά και οικολογικά ζητήματα.

Η συγγραφέας επιστρέφει και πάλι στον λογοτεχνικό στίβο με ένα ακόμα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, το οποίο μπορεί να περιέχει κάποιες μικρές νύξεις περί της επικείμενης περιβαλλοντικής καταστροφής, δεν έχει, όμως, πρωτίστως, αυτό ως βασική θεματολογία.

Αυτή τη φορά, συγγραφική έμπνευση της δίνει μία πρωτότυπη ιδέα, ένα καίριο ερώτημα: τι θα γινόταν αν ξαφνικά ο χρόνος σταματούσε να μετρά τις μέρες αντίστροφα και να κυλά ανεπιστρεπτί μόνο για μας τους ανθρώπους; Αν τα φυτά και τα ζώα συνέχιζαν να μεγαλώνουν και να πεθαίνουν, ενώ εμείς όχι;

«Αυτά τα νέα κυκλοφορούσαν, αυτά έλεγαν η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, το διαδίκτυο-καμία αλλαγή ενόψει, για κανέναν. Οι νύχτες ακολουθούσαν τις μέρες, το πρωί το βράδυ, το πρωτοκαλόκαιρο έγινε βαθύ καλοκαίρι και τώρα ο ήλιος γύρισε πάλι, οι μέρες πήραν να σκοτεινιάζουν. Τα φυτά βλάσταιναν, μεγάλωναν, μαραίνονταν, τ’ αυγά εκκολάπτονταν, νεαρά ζώα γεννιούνταν, οι νύμφες έβγαιναν από το κουκούλι τους, οι πεταλούδες άνοιγαν τα φτερά τους και πετούσαν για πρώτη φορά. Μόνο τα ανθρώπινα σώματα είχαν σταματήσει, κανείς δεν  καταλάβαινε τι είχε συμβεί, ή γιατί συνέβη, ή πότε ακριβώς συνέβη, αλλά η ανθρώπινη ανάπτυξη είχε σταματήσει, είχε απλώς σταματήσει για όλους».

 Αυτό για κάποιους, ενδεχομένως, θα ήταν καταστροφικό, για άλλους, όμως, όχι. Για τη Γιένι, μία από τις ηρωίδες του βιβλίου, για παράδειγμα, που πάσχει από θανατηφόρο καλπάζοντα καρκίνο, το σταμάτημα του χρόνου μπορεί αν αποβεί σωτήριο. Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση μιας εγκυμοσύνης, όταν το μωρό παύει ξαφνικά να μεγαλώνει μέσα στην κοιλιά της μητέρας του; Αυτό απελπίζει τον Γιάκομπ, μελλοντικό πατέρα, ο οποίος ανυπομονεί να συναντήσει από κοντά το παιδί που κυοφορεί η σύζυγός του. Για άλλους πάλι, όπως για τον Ότο και τη Μάργκο, που ασχολούνται με το φυτώριό τους, ή την Έλεν και τον Φίλιπ, ένα ερωτευμένο ζευγάρι, όλο αυτό μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες.

Σε αυτή την αλλόκοτη κατάσταση, η Lunde αμφισβητεί τον ρόλο των θρησκειών στην όλη ιστορία:

«Οι εκκλησίες ανά τον κόσμο έδιναν εντωμεταξύ τη δική τους συνταγή η κάθε μία για το πως έπρεπε να ζει κανείς, για το πως μοιάζει μια τέλεια/καλή/ δίκαιη μέρα.

Να νηστεύετε, έλεγαν μερικοί.

Να δοξολογείτε και να γιορτάζετε, έλεγαν άλλοι.

Να προσεύχεστε και να στοχάζεστε.

Να εργάζεστε επιμελώς.

Να μαζεύεστε όλοι μαζί, έλεγαν οι μεν.

Να μένετε μόνοι σας έλεγαν οι δε».

Παρά τις αλλόκοτες αυτές συμβουλές, όλοι αναρωτιούνται γιατί συμβαίνει αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο, καθότι δεν αφορά μόνο μία πόλη, αλλά ολόκληρο τον πλανήτη, κανένας, όμως, δεν μπορεί να το εξηγήσει ή να δώσει μια σωστή απάντηση. Μέχρι που…

Η Lunde χειρίζεται με μαεστρία την υπόθεση, μέσα από προσωπικές μαρτυρίες των ηρώων της και κεφάλαια αφιερωμένα σε αυτούς, έως ότου φτάσει στο καταιγιστικό της φινάλε. Μας δίνει, συγχρόνως, αφορμή για να αναστοχαστούμε πάνω σε καίρια φιλοσοφικά ζητήματα της ζωής.  Πρόκειται, επομένως, για ένα φιλοσοφικό πόνημα το οποίο κρύβει στην πραγματικότητα μία φιλοσοφική διάσταση σχετική με όλα τα μεγάλα ζητήματα της ζωής: τη θνητότητα, τη σχέση μας με τον θάνατο, τη ζωή, την απόλαυσή της και το πως πρέπει να τη ζούμε, αλλά και για τη σχέση μας με τη φύση, με τους άλλους ανθρώπους και με το πιο είναι πραγματικά το νόημα της ζωής. Και κυρίως, πάνω απ’ όλα, το βιβλίο θέτει το πιο καίριο, σήμερα, ερώτημα: υπάρχει ελπίδα για τη σωτηρία του πλανήτη μας ή είναι πολύ αργά; Διότι εντέλει το μήνυμα του βιβλίου δεν είναι παρά το παρακάτω:

«Η στασιμότητα είναι η άμυνα της Γης ενάντια στο παρασιτικό ανθρώπινο είδος. Και ο στόχος της είναι να φτιαχτεί ένας νέος, καλύτερος κόσμος. Μόνο αν ζήσουμε πιο κοντά στη φύση, αναζωογονώντας τον οργανισμό-Γη, μόνο τότε θα αρθεί η στασιμότητα».


Ιγνάτιος Συμεωνίδης, Τα γυμνοβράγχια το κάνουν καλύτερα, εκδ. Βακχικόν

 

Ένα βιβλίο για το καλοκαίρι

 

            Μα τι είναι αυτά τα γυμνοβράγχια; Νομίζω πως ελάχιστοι έχουν ακούσει τι είναι! Και ιδού η απάντηση μέσα από τις σελίδες του βιβλίου:

            «… Είναι μικρά μαλάκια που λέγονται έτσι επειδή έχουν τους πνεύμονές τους έξω από το σώμα τους, συνήθως στην πλάτη, ότι κυκλοφορούν στον βυθό σε μια τεράστια γκάμα χρωμάτων και σχημάτων και, βασικά, είναι από τα πλάσματα που λατρεύω να παρακολουθώ όταν κάνω κατάδυση. Τα γυμνοβράγχια λοιπόν είναι ερμαφρόδιτα και έχουν τα γεννητικά τους όργανα, αρσενικό και θηλυκό μέλος, σε έναν μικρό σωλήνα στα δεξιά του σώματός τους. Όταν πρόκειται να έρθουν σε σεξουαλική επαφή, γυρνάνε ανάποδα το ένα από το άλλο και ενώνουν τους δύο σωλήνες κατά τέτοιον τρόπο, ώστε τα γεννητικά τους όργανα να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, αρσενικό-θηλυκό, θηλυκό-αρσενικό. Το πιάνεις;». 

            Η εν λόγω περιγραφή των γυμνοβράγχιων στο βιβλίο είναι και η μοναδική αναφορά σε αυτά στο μυθιστόρημα, είναι όμως αυτή που δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο που επέλεξε ο συγγραφέας για το βιβλίο του: «Τα γυμνοβράγχια το κάνουν καλύτερα» και υπονοείται εδώ η σεξουαλική πράξη. Γιατί, όμως, να επιλέξει ένας συγγραφέας έναν τέτοιο, κάπως περίεργο είναι η αλήθεια, τίτλο για το βιβλίο του; Προφανώς γιατί όντας δύτης και ο ίδιος, αρέσει και σε εκείνον το θέαμα που τα γυμνοβράγχια παρουσιάζουν κάτω από το νερό. Διότι το μυθιστόρημα αυτό θα μας φέρει στον νου την ποίηση του Καββαδία, εξωτικά μέρη, τροπικούς φοίνικες με καρύδες, γαλάζιες θάλασσες γεμάτες πολύχρωμα ψάρια και καρχαρίες, πειρατές, ναυαγούς, ναυάγια με πολύτιμους θησαυρούς, αρχαιοκάπηλους και άλλα τέτοια.

            Πρόκειται, επομένως, για ένα μυθιστόρημα ζυμωμένο με το υγρό στοιχείο, ένα μυθιστόρημα που θα μας μεταφέρει πολύ μακρύτερα από τον οικείο σε όλους μας κόσμο της Μεσογείου, σε μέρη μακρινά και εξωτικά, όπως στη Μελβούρνη, στην Κολομβία, στην Ινδονησία, στην Ονδούρα, στον Παναμά και άλλα.

            Ο Χόρχε και ο Νάντο είναι δύο φίλοι δύτες. Ζουν για να αναπνέουν τον δροσερό αέρα της θάλασσας και για να πραγματοποιούν καταδύσεις. Όταν η φίλη του Χόρχε, η Κιάρα, επίσης δύτης και κυνηγός χαμένων θησαυρών σε ναυάγια, μπλέκει με κάποιους που την καταδιώκουν, θα ζητήσει βοήθεια από τους δύο φίλους. Έτσι αρχίζει ένας «διάλογος» μεταξύ κυνηγός θησαυρών, ναυαγούς, εμπόρους ναρκωτικών, αρχαιοκάπηλων, απατεώνων και των τριών φίλων με απρόβλεπτες συνέπειες και κατάληξη.

Ένας κόσμος αλλόκοτος, εξωτικός, ένας κόσμος πολύ μακριά από εμάς παρουσιάζεται σε αυτό το πολύ ιδιαίτερο και ξεχωριστό βιβλίο. Η πλοκή είναι γρήγορη και κινηματογραφική, αλλά ο συγγραφέας πραγματικά δεν χάνει ευκαιρία να μοιραστεί μαζί μας όλα όσα γνωρίζει για την τεχνική της κατάδυσης, πολλές μακρινές εξωτικές πόλεις, τον κόσμο του βυθού, τα θαλάσσια ζώα, αλλά και για τους ανθρώπους που ζουν κοντά στη θάλασσα. Το αποτέλεσμα είναι ένα μυθιστόρημα που «μυρίζει» καλοκαίρι, προσφέρεται ακριβώς, δηλαδή, για την εποχή που διανύουμε.

«Έφτασαν στην Καρταχένα την ώρα που η πόλη βαριανάσαινε ιδρωμένη κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. Το τείχος που προστάτευε  την παλιά πόλη από τις επιθέσεις των πειρατών έστεκε περήφανο, σαν γερασμένος σκοπός που αρνείται πεισματικά να εγκαταλείψει το καθήκον. Οι δερμάτινες μπότες των επίδοξων κατακτητών είχαν αντικατασταθεί από τις σαγιονάρες των τουριστών, που περιδιάβαιναν το οχυρωματικό έργο μήκους έντεκα χιλιομέτρων αναζητώντας σταγόνες ιστορίας, ένα καλό σημείο για να θαυμάσουν τη θέα προς τη θάλασσα και τη σύγχρονη κατοικία του Μποκαγκράντε, ή ένα δροσερό κοκτέιλ».

 


Νίκος Μαριώτης, Υπόθεση Πολέτη, εκδ. Βακχικόν

 


«Ο Πέτρος ήθελε άμεσα να λυθεί το θέμα με τον θάνατο του πατέρα του, για να μπορέσει επιτέλους να αρπάξει το ρευστό από τις τραπεζικές καταθέσεις που του αναλογούσαν και να σώσει την εταιρεία που θα κληρονομούσε από τα νύχια του αδελφού του. Από την άλλη, τον Σταύρο τον συνέφερε να διαιωνίζεται αυτή η κατάσταση. Όσο ο αδελφός του δεν είχε πρόσβαση στις καταθέσεις του παππού, τόσο η POLETISeu AE θα συνέχιζε να χάνει αξία. Οπότε ο Πέτρος, για να τη σώσει, θα εξαναγκαζόταν να του πουλήσει και δικές του μετοχές, κάνοντας τον Σταύρο κύριο μέτοχο.

Ο φόνος, λοιπόν, του παππού Πολέτη, ανάλογα με το πώς θα εξελισσόταν η μετά τον φόνο κατάσταση, θα μπορούσε να συμφέρει είτε τον έναν ή τον άλλον.

Τι σκεφτόταν όμως ο παππούς κι ήθελε να αλλάξει τη διαθήκη του; Ποιο ήταν το δικό του κίνητρο; Τι θα άλλαζε αν προλάβαινε;»

            Κάπως έτσι δημιουργεί ένα αστυνομικό μυστήριο γύρω από έναν φόνο ο Νίκος Μαριώτης, πρωτοεμφανιζόμενος στον χώρο συγγραφέας, γεννημένος στην Αθήνα το 1991. Ο Νίκος Μαριώτης είναι φωτογράφος στο επάγγελμα, ενώ ασχολείται επίσης με τη ζωγραφική και τη συγγραφή. Η «Υπόθεση Πολέτη» είναι ένα πρωτότυπο αστυνομικό μυθιστόρημα.

Πρωταγωνιστής είναι ο δεκαοκτάχρονος Αχιλλέας Γιερέμης. Περνάει το καλοκαίρι του παρέα με τους παππούδες του και, μάλιστα, δυσανασχετεί που δεν βρίσκεται στην Πάρο με τους φίλους του, αλλά είναι αναγκασμένος να προσέχει δύο ηλικιωμένους. Ο τόπος που παραθερίζει ο Αχιλλέας δεν προσδιορίζεται, ούτε και για ποιον λόγο απουσιάζουν από το όλο πλάνο οι γονείς του. Πάντως, όταν ο Αχιλλέας γνωρίζει δύο κοπέλες η ζωή του αλλάζει εντελώς. Πρόκειται για τη Βρισηίδα-τυχαία άραγε η επιλογή του ονόματος σε σχέση με το Αχιλλέας- και τη Χρυσή, τη δεκατετράχρονη αδελφή της από διαφορετικούς γονείς. Η Βρισηίδα είναι πιο χαμηλών τόνων, όμορφη και συναισθηματική, ενώ η Χρυσή μικρή στην ηλικία, μα εξίσου όμορφη και πεισματάρα. Γρήγορα θα τον πολιορκήσουν και οι δύο και θα τον καλέσουν στο οικογενειακό τραπέζι μαζί με τον παππού τους, τους δύο γιους του και τις οικογένειές τους. Όμως στο τραπέζι αυτό, ο ήδη άρρωστος και ενενηνταδυάχρονος παππούς θα πέσει νεκρός. Ποιος έκανε το έγκλημα; Και, κυρίως, ποιος είχε από την οικογένεια λόγο να διαπράξει έγκλημα;

Η Βρισηίδα παθαίνει σοκ από τη δολοφονία, ενώ η Χρυσή θα καβγαδίσει γερά με τον Αχιλλέα που θα βρεθεί, δίχως να το θέλει, στη δίνη του κυκλώνα, εν μέσω διασταυρούμενων πυρών.  Η αστυνομία από τη μία θέλει τη βοήθειά του για την εξιχνίαση του εγκλήματος, μα από την άλλη, τον θεωρεί και ύποπτο για τη δολοφονία. Γι’ αυτό και αμέσως μετά από το έγκλημα ο Αχιλλέας θα περάσει από ανάκριση από τον αστυνόμο Βίγκα.

Το άνοιγμα της διαθήκης-η οποία φαίνεται να αλλάχθηκε τελευταία στιγμή, περιπλέκει τα πράγματα ακόμα περισσότερο. Οι συνομιλίες με την αστυνομία και οι υποψίες της το ίδιο. Κι όταν αποκαλύπτεται ότι ο αποθανών είχε συγγενείς στην Αμερική και ίσως και ένα νόθο τέκνο, το κουβάρι μοιάζει αδιαχώρητο. Θα καταφέρει ο Αχιλλέας να το ξεμπλέξει και να φτάσει αλώβητος στη λύση του μυστηρίου; Διότι, απ’ ότι φαίνεται, καλείται να πληρώσει ένα πολύ υψηλό τίμημα, χάνοντας αυτούς που αγαπά περισσότερο…

Lucinda Riley, Ένα τραγούδι για το τέλος, εκδ. Διόπτρα

 

 

            Το έχουμε πει πολλές φορές, αλλά θα το ξαναπούμε, διότι κάθε νέο βιβλίο της Lucinda αποτελεί ένα μαγευτικό ταξίδι σε έναν διαφορετικό, κάθε φορά, κόσμο: ποτέ δεν θα κουραστούμε να διαβάζουμε τα βιβλία της διάσημης Ιρλανδής συγγραφέως, αφού κανένα από τα μυθιστορήματά της δεν μοιάζει με κάποιο άλλο της βιβλίο και κανένα από τα βιβλία της δεν έχει προβλέψιμη ή παρόμοια με τα άλλα βιβλία της πλοκή.

Όλα τα παραπάνω, επομένως, ισχύουν και για το νέο πόνημα της Lucinda, της συγγραφέως με τη μεγάλη διεθνή επιτυχία από τα best sellers βιβλία της, την οκταλογία της με τίτλο «Οι κόρες των αστεριών». Το «Ένα τραγούδι για το τέλος» αποδεικνύει για άλλη μία φορά ότι η Lucinda διέθετε αστείρευτη φαντασία και δημιουργικότητα. Να πούμε, επίσης, για όσους δεν το γνωρίζουν, ότι η Lucinda δεν βρίσκεται στη ζωή ήδη από το 2021. Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε πριν το 2000, αλλά εκδόθηκε τώρα στην ελληνική γλώσσα. Στα αγγλικά είχε κυκλοφορήσει ήδη από το 1997 με τίτλο «Αν σε χάσω». Σήμερα κυκλοφορεί και πάλι με τις διορθώσεις του γιου της Lucinda, του Harry Whittaker, ο οποίος είχε αναλάβει να συγγράψει και το τελευταίο βιβλίο της οκταλογίας «Οι κόρες των αστεριών», αφότου η μητέρα του είχε φύγει από τη ζωή, βασισμένος σε σημειώσεις της.

Το « Ένα τραγούδι για το τέλος» αποτελεί ένα από τα πιο συγκινητικά και τρυφερά βιβλία της που μας ταξιδεύει στον λαμπερό κόσμο των ειδώλων της ποπ και της ροκ μουσικής των μέσω του περασμένου αιώνα, αλλά και στα μαγευτικά και μελαγχολικά τοπία της Ιρλανδίας, του τόπου καταγωγής της Lucinda.

Το εν λόγω βιβλίο τα έχει πραγματικά όλα: έναν παθιασμένο έρωτα, ο οποίος, όπως είναι φυσικό, βαλτώνει και ξεφτίζει κάπως με τα χρόνια, χωρίς να πάψει, όμως, να υφίσταται, γονείς αυστηρούς, πατριαρχικές αντιλήψεις για τον γάμο, αγώνα για αναγνώριση ενός νεαρού ταλαντούχου μουσικού, ίντριγκες και κομπίνες μεταξύ διάσημων, μία δολοφονία και έναν δολοφόνο που κρύβει επιμελώς την ταυτότητά του και μπόλικο δράμα.

Το τελικό μήνυμα της συγγραφέως είναι, πάντως, ότι τα λεφτά δεν φέρνουν την ευτυχία και ότι τελικά οι πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν είναι εκείνου που έχουν χρήμα και φήμη. Διότι εν τέλει, η πραγματική ευτυχία κρύβεται στην αληθινή φιλία και στον αληθινό έρωτα.

Πρωταγωνιστές είναι η Σόρκα Ο’ Ντόνοβαν και ο αγαπημένος της ταλαντούχος μουσικός Κον Ντέιλι. Οι δυο τους θα ερωτευτούν στο αγροτικό Μπάλιμορ, ένα χωριό στο Δυτικό Κορκ της Ιρλανδίας και τα φύγουν για το Λονδίνο προκειμένου ο Κον να αναζητήσει εκεί την τύχη του ως μουσικός. Οι ζωές τους, όμως, θα πάρουν απρόσμενη τροπή όταν θα γνωρίσουν επιτέλους την επιτυχία. Αυτή, όμως, δεν θα φέρει μαζί τους και την πολυπόθητη ευτυχία. Αντιθέτως, απρόβλεπτοι παράγοντες και κρυμμένα μυστικά από το παρελθόν έρχονται να ταράξουν τη γαλήνη του ζευγαριού, μαζί με τη μεγάλη αναγνωρισιμότητα και διασημότητα του Κον, επακόλουθο της μεγάλης επιτυχίας του συγκροτήματος The Fishermen στο οποίο ανήκει.

Η Lucinda χειρίζεται με μεγάλη μαεστρία τις τύχες, τα συναισθήματα και τις επιλογές των ηρώων της, φτιάχνοντας ένα αληθινό μωσαϊκό χαρακτήρων και μια ιστορία που, όσο ο αναγνώστης γυρίζει τις σελίδες, τόσο πιο καθηλωτική γίνεται! Ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο, γεμάτο συναισθήματα  και με ένα έξυπνο μυστήριο και αριστοτεχνική πλοκή που θα το θυμόμαστε για πολύ καιρό μετά το πέρας της ανάγνωσής του!


Αντώνης Ε. Χαριστός, Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία του δικαίου, Ε.Λ.Α.-17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης, εκδ. Υψικάμινος

                Μια διαφορετική θεώρηση για την εργατική αντι-βία που απαντά στην κρατική               Κι αν οι εργάτες έχουν δίκιο...