Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Πάνος Παντελούκας, Οι έξι καμπίνες του Καλυψώ, εκδ. Βακχικόν

 

το τέταρτο βιβλίο της σειράς μυστηρίου του Παντελούκα


 

το τέταρτο βιβλίο της σειράς μυστηρίου του Παντελούκα

 

            Το τέταρτο βιβλίο της αστυνομικής σειράς μυστηρίου των εκδόσεων Βακχικόν του Πάνου Παντελούκα με ήρωα τον Ιταλό εγκληματολόγο Οράτσιο Σπινέλλι έχει τίτλο «Οι έξι καμπίνες του Καλυψώ». Τα δύο πρώτα βιβλία της σειράς με τίτλο «Έγκλημα στο Πότζο» και «Μυστήριο στην Παλμαρόλα» έχουν υπόθεση μυστηρίου που διαδραματίζεται στην Ιταλία, ενώ στο τρίτο βιβλίο της σειράς «Ο Σπινέλλι στον Κάμπο» το προς εξιχνίαση έγκλημα λαμβάνει χώρα στον Κάμπο της Χίου. Ομοίως συμβαίνει και στο παρόν πόνημα, στο τέταρτο βιβλίο της σειράς, όπου και πάλι ο καθηγητής Σπινέλλι ταξιδεύει στην Ελλάδα για διακοπές, τελικά, όμως, για άλλη μία φορά το έγκλημα φαίνεται πως τον κυνηγάει, όπως και στη Χίο.

            Αυτή τη φορά το σκηνικό τοποθετείται στην όμορφη Ανάβυσσο της Αττικής, στο πολυτελές ξενοδοχείο Καλυψώ, όπου ο Σπινέλλι αποφασίζει να περάσει τις διακοπές του, παρέα με την Ασσούντα, τη σύζυγό του, και ένα φιλικό τους ζευγάρι, τον αστυνόμο Μήτρου και τη γυναίκα του, οι οποίοι τους συνοδεύουν στις γειτονικές τουριστικές περιπλανήσεις τους στο Λαύριο, την Αίγινα και τη γύρω περιοχή.

            Στο ξενοδοχείο αυτό, όλως τυχαίως άραγε;- βρίσκεται και ο επίσης διάσημος Ισπανός εγκληματολόγος Μιγκέλ Αντουρίθ με την αγαπημένη του Μπεατρίς. Ο καθηγητής Σπινέλλι, πάντως, διόλου δεν χαίρεται με το συναπάντημα αυτό, αφού είναι σε διακοπές και το μόνο που θέλει είναι να ξεχάσει τη δουλειά του για λίγο… Δεν είναι, όμως, γραπτό κάτι τέτοιο από ότι φαίνεται…

Όλα ξεκινούν όταν ο καθηγητής Σπινέλλι βρίσκει τα πράγματα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του ανακατεμένα. Τα πράγματα χειροτερεύουν επικίνδυνα όταν βρίσκεται δολοφονημένος με όπλο ο Αργεντίνος επιχειρηματίας  Κάρμινε Πάολο Μινιέρα, ο οποίος παραθέριζε κι αυτός στο ίδιο ξενοδοχείο. Ακολουθεί ένα θύμα ακόμα, η επίσης επιχειρηματίας Τζέσικα Κουίκσιλβερ.

Ποιος κρύβεται άραγε πίσω από τις δολοφονίες αυτές; Τι σχέση έχει ο ορυκτός πλούτος της Ελλάδας με τις δολοφονίες αυτές και πως συνδέονται με τους υπόλοιπους ενοίκους του ξενοδοχείου που μοιάζουν αθώοι; Είναι, τελικά, τυχαία η παρουσία στο «Καλυψώ» του Ισπανού εγκληματολόγου; Και, θα καταφέρει, τέλος, ο Σπινέλλι, αν και απροετοίμαστος να λύσει τον γρίφο;

Προς αρωγή του έχει τον ικανότατο Έλληνα αστυνόμο Διονύση Βενετσάνο, αλλά και το καταπληκτικό μυαλό του ίδιου του εαυτού του, το οποίο παίρνει, πραγματικά, πολύ γρήγορα στροφές, συνδυάζοντας όλα τα, φαινομενικά άσχετα, δεδομένα μεταξύ τους και προσέχοντας μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια.

Ο Σπινέλλι ξεχωρίζει χάρη στο απίστευτο φλέγμα του και το εύστροφο μυαλό του. Ο Παντελούκας δεν αρέσκεται στις μακροσκελείς περιγραφές, ούτε και στο να μας εξηγεί, βήμα βήμα, πως  ο Σπινέλλι φτάνει σταδιακά στη λύση του μυστηρίου. Αντίθετα, μέχρι τη στιγμή που ο ίδιος ο Καθηγητής θα ανακοινώσει τον ένοχο και το σκεπτικό του για την αιτία των φόνων, ο αναγνώστης δεν υποψιάζεται απολύτως τίποτε. Χάρη στον γρήγορο ρυθμό της αφήγησης, όμως, και τις γρήγορες αλλαγές σκηνικών, θα απολαύσει οπωσδήποτε την ανάγνωση. Συν τοις άλλοις, ο συγγραφέας προσφέρει στο βιβλίο του μερικές μυθολογικές παρενθέσεις σχετικές με την ιστορία το τόπου στον οποίο διαδραματίζεται η υπόθεση του βιβλίου. Εξάλλου, ποιος είναι καλύτερος στο να γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα από ότι ένας απόφοιτος της νομικής σχολής και μαχόμενος δικηγόρος, όπως ο Πάνος Παντελούκας;


Ελένη Βεζύρογλου, Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά, εκδ. Μίνωας

 

Μία πρωτότυπη αναγνωστική πρόταση καταθέτει στο ελληνικό  αναγνωστικό κοινό η συγγραφέας και Κοινωνική Λειτουργός από τη Θεσσαλονίκη, Ελένη Βεζύρογλου, μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος με το νέο της μυθιστόρημα (το τρίτο στη σειρά εν μέσω και άλλων λογοτεχνικών πονημάτων) με τίτλο «Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά». Η υπόθεση του βιβλίου της διαδραματίζεται εν έτει 1897 στην τουρκοκρατούμενη ακόμα Κάρπαθο.

            Το γεγονός, βέβαια, ότι η Κάρπαθος τελεί ακόμη υπό τουρκική κατοχή δεν είναι κάτι που αφορά τους αναγνώστες, αφού, ως γνωστόν, η παρουσία των Τούρκων στα νησιά του Αιγαίου- πλην της Κρήτης- και ειδικά την εποχή εκείνη ήταν σκιώδης. Επομένως, η τουρκική κατοχή εδώ μπλέκεται με την υπόθεση του βιβλίου μονάχα σε ό,τι αφορά το γεγονός ότι το νησί δεν αποτελούσε τότε ελληνικό έδαφος, όπως π.χ. η Αθήνα, στην οποία διαδραματίζεται επίσης μεγάλο μέρος της υπόθεσης του βιβλίου. Εξάλλου, ο πληθυσμός του νησιού εκείνη την εποχή αποτελούταν σχεδόν  εξολοκλήρου από χριστιανούς ορθοδόξους, πλην ένα δυο μόνο Τούρκων διοικητικών υπαλλήλων.

Αυτό που μας ενδιαφέρει, όμως, στην Κάρπαθο, είναι το έθιμο του κανακάρη και της κανακαράς, ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στο νησί και κυρίως στο χωριό Όλυμπος και αποτέλεσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το έναυσμα της συγγραφέως για τη δημιουργία του βιβλίου της. Σύμφωνα με το έθιμο αυτό, το πρώτο αγόρι της οικογένειας ήταν αυτό που κληρονομούσε μόνο την πατρική περιουσία και, αντιστοίχως, το πρώτο κορίτσι την περιουσία από την πλευρά της μητέρας. Τα παιδιά αυτά έφεραν επίσης και το όνομα του αντίστοιχου παππού ή της γιαγιάς, υποχρεωτικά ίδιο με αυτούς.

Όπως είναι επόμενο, το έθιμο αυτό, αν και επέτρεπε τη διατήρηση της περιουσίας, χωρίς να διαιρούνται οι κλήροι της γης σε ένα φτωχό μέρος, ήταν εξορισμού πολύ άδικο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας, τα οποία, μην έχοντας πόρους να ζήσουν, έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς, ή κατέληγαν να ζουν ως υπηρέτες στα σπίτια των πρωτοκανακάρηδων. Εξυπακούεται επίσης, ότι το έθιμο αυτό στην πράξη χώριζε την κοινωνία της Καρπάθου σε δύο τάξεις: τους πρωτοκανακάρηδες και τις πρωτοκανακαρές που επιδίωκαν να παντρεύονται μεταξύ τους και τους υπόλοιπους που δεν είχαν περιουσία.

Έτσι και στο μυθιστόρημα αυτό, επομένως, ο Μάχος Χανιωτάκης είναι ο ευνοημένος κανακάρης της οικογένειας σε σχέση με τον μικρότερο αδελφό του τον Νικήτα. Μόνο  που ο χαρακτήρας του Μάχου είναι ακριβώς το αντίθετο από εκείνον του αδελφού του… Ο Μάχος ελάχιστη αγάπη κρύβει στην καρδιά του και, σε μία δική του δύσκολη στιγμή, δεν θα διστάσει να φορτώσει το φρικτό έγκλημα που διέπραξε στον αδελφό του, αφήνοντας εκείνον να πληρώσει για τα δικά του κρίματα…

Η Αννεζίνα, από την άλλη, αγαπιέται με τον Νικήτα. Δυνάμεις πάνω από εκείνους, όμως, δεν θα τους επιτρέψουν να μείνουν μαζί, σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το άδικο. Κοντά τους θα συναντήσουμε πολλούς ακόμα χαρακτήρες που μοιάζουν βγαλμένοι θαρρείς από παραμύθι: την κακιά μητριά Ερνιά, την αθώα και ευκολόπιστη Μεταξία, το παραπεταμένο παραπαίδι, τον Λιωνή, τον τίμιο γέροντα Λιμπο, τον απατεώνα Αποστόλη, τον πιστό φίλο Θανασό, τη γλυκιά Πατούλα και άλλους πολλούς.

Η συγγραφέας, αξοιποιώντας κατάλληλα και το γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής στο βιβλίο της, δημιουργεί μία καλοστημένη και ευκολοδιάβαστη ιστορία, γεμάτη σασπένς, όπου κυριαρχεί το άδικο σχεδόν εξολοκλήρου πριν καταφέρει τελικά να θριαμβεύσει η δικαιοσύνη και να δώσει το δικό της happy end στην περιπέτειά τους. Ο Παράδεισος, λοιπόν, μπορεί να φαντάζει πολύ μακριά για όλους, τελικά, όμως, οι ήρωες θα καταφέρουν να τον βρουν…


Magali Discours, Επιστροφή στο Παλέρμο, εκδ. Ψυχογιός

 

Ένα μυθιστόρημα ατμοσφαιρικό με πρωταγωνιστή το Παλέρμο της Σικελίας

 

«Το Παλέρμο είναι φτιασιδωμένο σαν πόρνη και περήφανο σαν αριστοκράτισσα. Κάτω από τα κορδόνια του κορσέ του χτυπάει μια καρδιά Ισπανίδας ηγεμονίδας και κάτω από το βρόμικο μεσοφόρι ριγά το σώμα μιας Ελληνίδας θεάς που κρύβει όσα μπορεί μέσα στην αραβική της σεμνότητα».

 

            Το Παλέρμο της Σικελίας είναι ένας πολύ ιδιαίτερος και όμορφος τόπος. Ελάχιστες πόλεις στον πλανήτη μας μπορούν να περηφανευτούν ότι διαθέτουν κτίρια χτισμένα σε αραβο-νορμανδικό ρυθμό και το Παλέρμο είναι, αναντίρρητα, μία από αυτές. Το Παλέρμο, λοιπόν, δεν απλώς αποτελεί το σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται το μυθιστόρημα της Κορσικανής συγγραφέως Μαγκαλί Ντισκούρ, αλλά είναι και ο βασικός πρωταγωνιστής του, θα μπορούσαμε να πούμε, μαζί με την Κονστάνς.

            Όλοι μας γνωρίζουμε ότι η Νότια Ιταλία διαφέρει κατά πολύ από τη Βόρεια, τόσο σε χαρακτήρες ανθρώπων, οργάνωση κράτους, κλίμα, ήθη, αλλά και έθιμα. Στη Νότιο Ιταλία, και ιδιαίτερα στη Σικελία, ο μεσογειακός χαρακτήρα της χώρας γίνεται πολύ πιο εμφανής, οι μυρωδιές των εσπεριδοειδών και τα αρώματα της ιταλικής γης πολύ πιο έντονα.

Πάνω σε ένα τέτοιο άρωμα, το zagara, μία λέξη σικελική, αραβικής προελεύσεως, που σημαίνει άνθη εσπεριδοειδών, χτίζει το μυθιστόρημά της η συγγραφέας, ή, πιο σωστά ακόμα, το άρωμα αυτό γίνεται η αφορμή για τη συγγραφή του μυθιστορήματος με τίτλο «Επιστροφή στο Παλέρμο».

Και ποιος είναι αυτός που επιστρέφει στο Παλέρμο; Μα η Κονστάνς, μια νεαρή μεγαλωμένη στη Γαλλία, που είναι αποφασισμένη να ξεδιαλύνει το μυστικό της αγαπημένης της γιαγιάς, της Ροζ, ένα μυστικό που σχετίζεται άμεσα με το Παλέρμο, το μυστηριώδες και καλά κρυμμένο παρελθόν της γιαγιάς Ροζ και τους κατοίκους του, κάποιοι από τους οποίους θα αποδειχτούν, τελικά, και συγγενείς της Κοστάνς…

Η Κονστάνς μεγαλώνει στο Παρίσι και βιώνει έναν ιδιαίτερο δεσμό με την κομψή Παριζιάνα γιαγιά της, τη Ροζ. Η Ροζ ήταν μοδίστρα και ενδυματολόγος του κινηματογράφου στα νιάτα της, και μία ταινία από αυτές στις οποίες συμμετείχε φαίνεται ότι σημάδεψε μια για πάντα  τη ζωή της: η ταινία Γατόπαρδος του Λουκίνο Βισκόντι. Υπάρχει κάτι μυστηριώδες σε σχέση με τα όσα η Ροζ βίωσε στα γυρίσματα της ταινίας αυτής, όσο και σχετικά με κάποιον έρωτα που άφησε πίσω της και ο οποίος ακούει στο όνομα Ρουτζέρο. Το γεγονός, πάντως, ότι η Ροζ λαμβάνει κάθε χρόνο από το 1963 ένα άρωμα πορτοκαλανθών που της στέλνει ένας άγνωστος αποστολέας γίνεται η αφορμή προκειμένου η Κονστάνς να πάει η ίδια στο Παλέρμο και να εξερευνήσει το μυστηριώδες παρελθόν της γιαγιάς της.

            Εκεί θα μαγευτεί από την πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του νησιού και θα γνωρίσει ενδιαφέροντες ανθρώπους όπως τον Σάντρο, τον Νίνο, αλλά και τον ίδιο τον Ρουτζέρο που θα της αποκαλύψει τελικά, καρέ καρέ το άγνωστο παρελθόν της γιαγιάς της.

Η αφήγηση της Ντισκούρ είναι πραγματικά πολύ ιδιαίτερη και το μυθιστόρημα διαφορετικό και έξω από τα συνηθισμένα που έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε. Συν τοις άλλοις, οι επικεφαλίδες των επιμέρους κεφαλαίων περιέχουν αποφθέγματα στη σικελική διάλεκτο, ενώ παρεμβάλλονται ανάμεσα και κεφάλαια με ηχητικές αναμνήσεις από το Παλέρμο που μας βάζουν κατευθείαν στο κλίμα και μας ταξιδεύουν εκεί. Αν δεν έχετε επισκεφθεί, έως τώρα, πάντως, το Παλέρμο και τη Σίκελία, το μόνο σίγουρο είναι ότι το παρόν μυθιστόρημα θα σας ανοίξει την όρεξη να το κάνετε και να ταξιδέψετε εκεί!

Robert Kaplan, Έρημη Χώρα, εκδ. Διόπτρα

 

Ο δρόμος προς ένα χαοτικό μέλλον μέσα από τα μάτια του μεγάλου γεωπολιτικού επιστήμονα

 

Μία αυστηρή προειδοποίηση για το μέλλον και μία έξοχη γεωπολιτική ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης στον πλανήτη μας επιχειρεί στο βιβλίο του με τίτλο «Έρημη Χώρα» ένας από τους μεγαλύτερους γεωπολιτικούς επιστήμονες της εποχής μας, ο Ρόμπερτ Κάπλαν. Ο Κάπλαν είναι Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Έχει συγγράψει ως τώρα πάνω από είκοσι βιβλία, μεταξύ των οποίων τα διάσημα «Η εκδίκηση της γεωγραφίας» και τα «Φαντάσματα των Βαλκανίων». Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το γεγονός ότι το περιοδικό Foreign Policy τον έχει συμπεριλάβει δύο φορές ανάμεσα στους εκατό κορυφαίους διανοητές διεθνώς.

Γιατί, όμως, ο Κάπλαν να επιλέξει να δανειστεί για το βιβλίο του τον τίτλο ενός από τα πιο διάσημα ποιήματα στην ιστορία της λογοτεχνίας, της «Έρημης Χώρας» του Τ.Σ. Έλιοτ; Η «Έρημη Χώρα» που είχε γραφτεί το 1922 για να απεικονίσει όλο τον ζόφο που είχε βιώσει η ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αντικατοπτρίζει και τον επικείμενο ζόφο της εποχής μας, τα δυσκολότερα που έχουμε μπροστά μας. Γι’ αυτό, λοιπόν, και επέλεξε να ονομάσει το -προφητικό κατά κάποιον τρόπο-έργο του κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Επιπλέον ο Κάπλαν συγκρίνει τη σημερινή κατάσταση του κόσμου μας με την επισφαλή Δημοκρατία της Βαϊμάρης, την εύθραυστη-όπως αποδείχτηκε-δημοκρατία που επικράτησε στη Γερμανία αμέσως μετά την ήττα των Γερμανών στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά που δεν έμελλε να μακροημερεύσει. Έτσι, λοιπόν, προβαίνει σε ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες αναλογίες της εποχής τότε με τη σημερινή σε τρία, μόλις, εκτενή κεφάλαια στο βιβλίο του.  Τα κεφάλαια αυτά τιτλοφορούνται «Η Βαϊμάρη γίνεται παγκόσμια», «Οι μεγάλες δυνάμεις σε παρακμή» και « Όχλος και χάος».

Σε αυτά αναλύει θέματα όπως την πολιτική και πολιτιστική παρακμή της Ευρώπης, τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και στη Γάζα, την αργή και σταδιακή αποσύνθεση των τριών υπερδυνάμεων, της Κίνας, της Ρωσίας και των ΗΠΑ, την παγκοσμιοποίηση, το έργο των ηγετών της Κίνας, του Ντενγκ Σιαοπίνγκ και του Σι Τζινπίνγκ, του Πούτιν και του Τραμπ, τη μεγάλη και τρομακτική πλέον δύναμη των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης σήμερα που δίνουν περαιτέρω δυνάμεις στον όχλο και άλλα. Όλα αυτά μέσα από την παράθεση πολλών παραδειγμάτων από την ιστορία της Ευρώπης και του κόσμου στον αιώνα που μόλις πέρασε: τον πόλεμο στο Κόσοβο, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ψυχρό Πόλεμο, τον κομμουνισμό και τον φασισμό.

Ο Κάπλαν προειδοποιεί πως ο κόσμος μας σταδιακά θα αλλάξει προς το χειρότερο και πως ο κίνδυνος των ολοκληρωτικών καθεστώτων δεν είναι διόλου αμελητέος και καταλήγει:

«Ο ρους της Ιστορίας είναι άγνωστος. Δεν υπάρχει αυτό που λένε αυτόματη, γραμμική πρόοδος. Επομένως, δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε, καθώς το αποτέλεσμα δεν είναι προδιαγεγραμμένο για κανέναν μας. Η Βαϊμάρη υπερηφανευόταν για τους πολλούς φιλελεύθερους και την πραγματική πνευματική της άνθηση. Στη Βαϊμαρη υπήρχε περίσσια ελπίδα, αλλά όχι αρκετή τάξη. Το να αποφύγουμε τη μοίρα της Βαϊμάρης αποτελεί σήμερα το ύστατο καθήκον του κόσμου».

Βιβλίο διορατικό, προφητικό, βιβλίο βαθιάς ανάλυσης που βασίζεται σε λογικά συμπεράσματα και παραδείγματα από την πρόσφατη Ιστορία, δυστυχώς κάπως απαισιόδοξο, κρίνεται το παρόν πόνημα του Κάπλαν. Το μόνο σίγουρο είναι πως όποιος το διαβάσει θα αποκτήσει μία πολύ καλή εικόνα της σημερινής κατάστασης του κόσμου μας.


Ελευθερία Μεταξά, Καιρός του θερίζειν, εκδ. Μίνωας

 

 

          Το αστυνομικό μυθιστόρημα-συνδυασμένο μάλιστα με ιστορικά στοιχεία- γνωρίζει μεγάλη άνθηση στις μέρες μας, τόσο στο εξωτερικό, όσο και στη χώρα μας. Πόσο εύκολο, όμως, είναι να βρει κανείς ένα πραγματικά καλό αστυνομικό μυθιστόρημα ανάμεσα σε όλη αυτή την πληθώρα των βιβλίων που κυκλοφορεί στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος; Το μυστικό είναι να ανακαλύψουμε, προφανώς, ποιοι είναι οι πραγματικά καλοί συγγραφείς στο είδος αυτό, είτε πρόκειται για Έλληνες, είτε για ξένους.

 Με μια τέτοια σιγουριά μπορώ να πω κι εγώ, επομένως, ότι η Ελευθερία Μεταξά είναι, οπωσδήποτε μία τέτοια συγγραφέας-εγγύηση για όσους αναγνώστες αναζητούν τη συγκίνηση, την έντονη συναισθηματική φόρτιση, το μυστήριο, την Ιστορία, τη δαιδαλώδη πλοκή, το σασπένς, την αγωνία και την καταιγιστική αστυνομική δράση μέσα στις αναγνωστικές επιλογές τους. Εν ολίγοις, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι αν κάποιος αναγνώστης αποζητά ένα ανάγνωσμα που δεν θα μπορεί να αφήσει στιγμή από το χέρι του, τα μυθιστορήματα της Ελευθερίας  Μεταξά θα του δώσουν αυτό που τόσο επιθυμεί, εφόσον επιλέξει να τα διαβάσει.

            Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ελευθερία Μεταξά γράφει ένα επιτυχημένο αστυνομικό μυθιστόρημα με πρωταγωνιστές τον συνταξιούχο αστυνομικό και νυν ιδιωτικό ερευνητή Μάνο Βαρσάμη και την ψυχολόγο Έλσα Γληνού. Αφού τους δημιούργησε ξεχωριστά ως χαρακτήρες σε παλαιότερά της πονήματα, στο παρόν της πόνημα και σε αρκετά άλλα μυθιστορήματά της, τους έβαλε να εξιχνιάσουν μαζί τις πιο δύσκολες υποθέσεις. Η Μεταξά, επίσης, βρίσκει, συνήθως, στα πονήματά της μία σύνδεση μεταξύ κάποιας ιστορικής περιόδου και του εγκλήματος που αποτελεί την υπόθεση του βιβλίου της.

Στον «Καιρό του θερίζειν» επιλέγει να συνδέσει το προς εξιχνίαση έγκλημα με την περίοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα. Η σύνδεση αυτή στην αρχή φαντάζει εντελώς άσχετη και άνευ νοήματος στα μάτια του αναγνώστη, αλλά και των δύο ερευνητών. Όσο, όμως, η υπόθεση προχωρά και εξελίσσεται-και οι δολοφονίες αντί να σταματούν πυκνώνουν- τόσο τα κομμάτια του αινιγματικού αυτού παζλ ταχτοποιούνται στη σωστή τους θέση.

Ένα μενταγιόν, προϊόν κλοπής, που φτάνει μία μέρα στα γραφεία της αστυνομίας, γίνεται η αφορμή για να ξετυλιχτεί το κουβάρι μιας αλλόκοτης ιστορίας, συνδεδεμένης με έναν φόνο που έγινε πριν από είκοσι περίπου χρόνια, αλλά και με κάποιους εξόριστους από τη Χούντα στη Γυάρο. Ο αστυνόμος Οδυσσέας Γαβρόγλου, αναγνωρίζει ότι το μενταγιόν αυτό ανήκε, πέραν πάσης αμφιβολίας, στη μητέρα του που δολοφονήθηκε βάναυσα όταν αυτός ήταν μόλις δέκα ετών, και έτσι ανοίγει κυριολεκτικά ο ασκός του Αιόλου με ένα όργιο δολοφονιών οι οποίες πυροδοτούνται μέσω των αλυσιδωτών αντιδράσεων που έχει θέσει εν αγνοία του η παρατήρηση του Οδυσσέα σχετικά με την προέλευση του συγκεκριμένου μενταγιόν.

Από εκεί και έπειτα, η συγγραφέας χειρίζεται με εξαιρετική μαεστρία μία υπόθεση που, αρχικά τουλάχιστον, μοιάζει άλυτη και βήμα-βήμα, οδηγεί, τελικά τον ιδιωτικό ερευνητή Μάνο Βαρσάμη και την ψυχολόγο Έλσα Γληνού στη λύση του μυστηρίου, καταφέρνοντας, όμως, να εξάψει τα μέγιστα την περιέργεια και την αγωνία των αναγνωστών.

Είναι τελικά ο βουλευτής Αντίνοος  Σαρακηνιώτης ένοχος για όσα τον κατηγορούν ή εξακολουθεί να παραμένει ένας αμέμπτου ηθικής κύριος; Ποια είναι η σύνδεση μεταξύ της μητέρας του Οδυσσέα και μιας κυρίας  στο Δρομοκαΐτειο; Τι σχέση μπορεί να έχουν οι σημερινές δολοφονίες με τη σκοτεινή εποχή της Χούντας των Συνταγματαρχών; Και είναι τελικά τα πράγματα όπως δείχνουν ή κάποια καλά θαμμένα μυστικά του παρελθόντος απειλούν να θολώσουν την κρίση των ερευνητών;


X.A.Χωμενίδης, Δεκατρία, εκδ. Πατάκη

 

 

Επιστροφή στα χρόνια της αθωότητας

 

            Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Χρήστος Χωμενίδης επιλέγει να περάσει στο χαρτί και να μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό του κάποιες στιγμές από τον βίο και τις προσωπικές εμπειρίες του. Την τακτική αυτή είχε ακολουθήσει με συνέπεια ήδη από «Το σοφό παιδί», μία αγαστή αρμονική σύζευξη μυθοπλασίας με κάποιες αυτοβιογραφικές αναφορές, είχε συνεχίσει με τη «Νίκη», ένα μυθιστόρημα που αποτελεί, ουσιαστικά, τη βιογραφία της μητέρας του, αλλά και είχε σκιαγραφήσει και το περιβάλλον των νεανικών του χρόνων με το μυθιστόρημά του «Ο Τζίμης στην Κυψέλη». Το «Δεκατρία», όμως, το τελευταίο λογοτεχνικό του πόνημα, δεν αποτελεί παρά την κατάθεση της δικής του αφήγησης για τα δεκατρία πρώτα χρόνια της ζωής του. Και για άλλη μία φορά ο Χωμενίδης αποδεικνύει ότι μπορεί να μας καθηλώσει όχι μόνο με τη δύναμη της πένας του, αλλά και με αυτά τα οποία επιλέγει να μας αφηγηθεί.

Το μυθιστόρημα «Δεκατρία», επομένως, μας αφηγείται τα γεγονότα της ζωής του συγγραφέα από το 1966, το έτος της γέννησής του, μέχρι και το 1979, όταν αυτός θα χάσει τον πατέρα του από καρκίνο στην κρίσιμη εφηβική ηλικία των δεκατριών χρονών. Μαζί με τα γεγονότα της ζωής του συγγραφέα βιογραφείται, παράλληλα, και ολόκληρη η Αθήνα, και, κατ’ επέκταση, η ίδια η Ελλάδα. Διότι, ως γνωστόν, καμία αυτοβιογραφική διήγηση δεν μπορεί να αγνοήσει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά και το εκάστοτε περιβάλλον και τις αλλαγές που αυτό υπέστη με το πέρασμα του χρόνου.

Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια αρκετά βιβλία Ελλήνων συγγραφέων περιέχουν αυτοβιογραφικές αναφορές, ιδίως από το δεύτερο μισό του, περασμένου πλέον, εικοστού αιώνα. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Ίσως είναι η νοσταλγία για τα νιάτα μας, που έχουν παρέλθει πλέον ανεπιστρεπτί, ίσως να είναι, όμως, και η νοσταλγία που νιώθουμε για έναν αλλοτινό κόσμο που δεν κυβερνιόταν από τα έξυπνα κινητά και την τεχνητή νοημοσύνη, έναν κόσμο που ανήκει πλέον στο παρελθόν και στην Ιστορία. Οπωσδήποτε, όμως, το χάρισμα της αφήγησης δεν είναι κάτι το οποίο διαθέτουν όλοι οι συγγραφείς που αποπειρώνται ένα τέτοιο εγχείρημα.

Ο Χωμενίδης ξεκινά την αφήγησή του μερικά χρονιά προτού να γεννηθεί ο ίδιος, συγκεκριμένα στις 3 Αυγούστου του 1957, όταν οι γονείς του, η Νίκη και ο Αλέξανδρος γνωρίστηκαν σε μία παράσταση του Τσίρκου της Μόσχας που είχε τύχει να επισκεφθεί τότε την Αθήνα. Το γεγονός ότι στην παράσταση αυτή οι γονείς του Χρήστου επέλεξαν να φιληθούν για πρώτη φορά, αλλά και το ότι ο ίδιος ο συγγραφέας έτυχε να γεννηθεί εννέα χρόνια αργότερα, πάλι στις 3 Αυγούστου, ο Χωμενίδης το θεώρησε σημαδιακό και, επομένως, το κατάλληλο γεγονός για να αρχίσει με αυτό την αφήγηση σε ένα βιβλίο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί και ως η συνέχεια της «Νίκης», μία συνέχεια, όμως, η οποία διαβάζεται και εντελώς ανεξάρτητα.

Ο συγγραφέας δεν αγνοεί διόλου την ιστορία της οικογένειάς του πριν από αυτόν. Έτσι μας προσφέρει στο βιβλίο του ένα πλήρες κολλάζ με τις σύντομες βιογραφίες παππούδων, γιαγιάδων και θείων του, τόσο από τη μεριά των Χωμενίδηδων, όσο και των Νεφελούδηδων, από την πλευρά της μητέρας του.

Μας μεταφέρει, λοιπόν, στο χαρτί αυτούσια τη γνωριμία και την ερωτική ιστορία της Νίκης και του Αλέξανδρου που αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους δίχως τη συγκατάθεση των γονέων τους. Μας αποκαλύπτει σχεδόν τα πάντα: τα ερωτικά παραστρατήματα του πατέρα του, τη μοναδική ικανότητα της μητέρας του να ενθαρρύνει τους άλλους, τον έρωτα του ίδιου του συγγραφέα για την πρώτη του νταντά, την Ιωάννα, την απρόσμενη επικράτηση της χούντας και τις αλλαγές που αυτή επέφερε στη ζωή της πρωτεύουσας, τις τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής, με το πολύ σινεμά, τη ροκ μουσική, την εισβολή της τηλεόρασης στα σπίτια και άλλα πολλά, όλα φιλτραρισμένα μέσα από τα μάτια της εποχής που Ψυχρού πολέμου.

Ο Χωμενίδης, όπως μα αφηγείται στο «Δεκατρία» μεγάλωσε μόνος του, δίχως αδέλφια, στο σπίτι της οδού Δροσοπούλου 4 στην Κυψέλη. Η μητέρα του δούλευε σε διάφορες εταιρείες, ο πατέρας του έγινε γνωστός εργατολόγος. Και οι δύο του γονείς είχαν αριστερές καταβολές, ωστόσο ούτε εκείνοι ούτε και ο ίδιος εντάχθηκαν ποτέ επισήμως στο ΚΚΕ. Και μπορεί να μην πήγαιναν τον συγγραφέα στην εκκλησία, τον μεγάλωσαν, όμως, με αγάπη, και, κυρίως, προσφέροντάς του άφθονα ερεθίσματα σε ότι αφορά τον τομέα του πολιτισμού. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο συγγραφέας να ανακαλύψει σχετικά νωρίς την κλίση του στα γράμματα και να πάρει για δώρο το 1975, μια γραφομηχανή Adler.

Σε κάθε, σχεδόν, σελίδα του βιβλίου του γίνεται ολοφάνερη η αγάπη που έτρεφε ο συγγραφέας και για τους δύο του γονείς. Οπωσδήποτε τα πρώτα χρόνια της ζωής μας είναι εκείνα που μας σημαδεύουν και μέσα από το «Δεκατρία» η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται. Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, ενίοτε νοσταλγικό και συγκινητικό, αλλά και χιουμοριστικό, πολλές φορές, που θα μας γυρίσει πίσω στα νεανικά μας χρόνια, σε μια Αθήνα εντελώς διαφορετική από τη σημερινή και στα χρόνια μιας αθωότητας που έχει παρέλθει πλέον οριστικά και αμετάκλητα.


Πάνος Πουλίζος, Παίζω σε μπάντα, εκδ. Γκοβόστη

 

Πόσα βιβλία, άραγε, υπάρχουν διαθέσιμα στην ελληνική γλώσσα που να αφορούν μουσικούς ή να έχουν ως βασικό θέμα τους τη μουσική, πλην των βιογραφιών μεγάλων συνθετών ή ερμηνευτών και βιβλίων θεωρίας ή ιστορίας της μουσικής; Βιβλία που να συνδυάζουν, δηλαδή, τη λογοτεχνία με ένα αμιγώς μουσικό θέμα. Η απάντηση δεν είναι παρά «ελάχιστα». Το «Παίζω σε μπάντα», όμως, του Πάνου Πουλίζου, είναι ένα από αυτά σπάνια βιβλία που θα μπορούσε να πάρει κανείς δώρο σε κάποιον μουσικό-πρωτίστως όχι της κλασικής μουσικής, αλλά του είδους της ροκ, της τζαζ και των blues. Ένα βιβλίο, επομένως, γραμμένο από έναν μουσικό για μουσικούς. Αν πρόκειται δε και για κιθαρίστες, ακόμη καλύτερα.

            Ο συγγραφέας, φυσικά, μπορεί να ασχολήθηκε με τη μουσική, δεν ζει, όμως από αυτήν- ελάχιστοι είναι, εξάλλου, οι μουσικοί που καταφέρνουν να ζουν μόνο από την τέχνη της μούσας Ευτέρπης, ιδιαίτερα στην Ελλάδα του σήμερα. Ο Πάνος Πουλίζος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Κιάτο της Κορινθίας, σπούδασε οικονομικά και εργάζεται ως οικονομολόγος. Ερασιτεχνικά έπαιζε πολλά χρόνια-και συνεχίζει να παίζει- σε μία μπλουζ μπάντα που ονομάζεται Muddy Roads. Το γεγονός, φυσικά, ότι έχει άλλη εργασία προς βιοπορισμό, του επιτρέπει να ασχοληθεί τόσο με τη μουσική, όσο και με τη συγγραφή-μία έτερη απαιτητική δραστηριότητα που δεν υπόσχεται, επίσης, βιοπορισμό. Ο Πάνος, λοιπόν, αποφάσισε να μαζέψει σε ένα βιβλίο όσες ιστορίες μπόρεσε να συλλέξει μετά από χρόνια στο «κουρμπέτι», μετά από χρόνια συναυλιών, προβών και ενασχόλησης με τη μουσική.

Οι ιστορίες αυτές, σαν σύντομα διηγήματα, άλλοτε είναι χιουμοριστικές, άλλοτε γλυκόπικρες, άλλοτε νοσταλγικές, άλλοτε συγκινητικές και άλλοτε εντελώς, μα εντελώς κουφές. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ιστορίες που αποσκοπούν στο να μας ταξιδέψουν σε άλλες εποχές, σε εποχές που δεν υπήρχαν ακόμη AI, smart phones, σε εποχές που ακόμα υπήρχαν βινύλια-άντε και cd-σε εποχές που οι καλλιτέχνες ήθελαν ακόμη να πουλήσουν δίσκους.

Οι ιστορίες αυτές δεν είναι όλες δικές του-απεναντίας. Πρόκειται για ιστορίες δικές του, φίλων του και γνωστών μουσικών γενικά που τις διηγήθηκαν στον Πάνο κάποια στιγμή και αυτός αποφάσισε να τις συλλέξει και να τις συγκεντρώσει σε έναν τόμο. Μετά από την εισαγωγή του Γιάννη Σιδεράκη στο βιβλίο, ιδού τι μας λέει στην εισαγωγή του ο ίδιος ο συγγραφέας για αυτό:

«Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, μιλάει για αυτά που έχουν πια χαθεί ή χάνονται σιγά σιγά. Περιέχει ιστορίες από μουσικούς, άλλες αστείες, άλλες στενάχωρες, άλλες νοσταλγικές. Οι ιστορίες αυτές συνθέτουν ένα σύμπαν που σε λίγο καιρό δεν θα υπάρχει. Ένα σύμπαν που μοιάζει με αυτό στο αποθηκάκι των Blue Flames του ’90. Περιέχει καθημερινές ιστορίες μουσικής τρέλας κυρίως από ανθρώπους που παίζουν ή έπαιζαν σε μπάντες. Καλή ανάγνωση. Ελπίζω να το απολαύσετε όσο το απόλαυσα εγώ καθώς το έγραφα. Μακάρι ακόμη περισσότερο».

Η αναγνωστική τέρψη είναι, επομένως, το ζητούμενο σε αυτό το πόνημα που μπορεί να είναι σίγουρα το πρώτο του συγγραφέα, δεν ξέρουμε, όμως, αν θα είναι σίγουρα το τελευταίο του.

Ευτράπελα που συνέβησαν σε lives, έξυπνες και αστείες ατάκες, μουσικά στιγμιότυπα, σκέψεις και αφορισμοί για τους μουσικούς, όλα τα παραπάνω περιλαμβάνονται σε αυτό το ευκολοδιάβαστο βιβλίο που μπορεί να διαβαστεί και αποσπασματικά.


Πηνελόπη Τσιάλα, Η φυλακή των ενοχών, εκδ. Βακχικόν

 

 

Ανάλαφρες ερωτικές ιστορίες για το καλοκαίρι

 

            Δώδεκα ιστορίες που αφορούν τον έρωτα, τη διαφορετικότητα και τις ανθρώπινες σχέσεις αποτελούν το νέο βιβλίο της Πηνελόπης Τσιάλα, συγγραφέα και φιλολόγου από την Αθήνα. Η συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Η φυλακή των ενοχών» είναι το έκτο βιβλίο που εκδίδει.

            Την Τσιάλα φαίνεται ότι απασχολεί σε πολλά από τα διηγήματά της-αλλά και σε ένα προηγούμενο μυθιστόρημα που εξέδωσε το «Έρωτας δίχως γέφυρα» το θέμα της διαφορετικότητας των ανθρώπων, το κατά πόσον, δηλαδή, μπορεί ένα ζευγάρι να έχει μέλλον μαζί αν διαφέρει σε βασικές απόψεις, π.χ. τη διατροφή, την πολιτική κ.α. ή αν υπάρχει εμφανής ταξική διαφορά. Σε πολλά από τα διηγήματα του βιβλίου της, τέτοια «διαφορετικά» ζευγάρια και η κατ’ επέκταση προβληματική συμβίωσή τους αποτελούν το βασικό θέμα του βιβλίου της. Εν ολίγοις, αρκεί η αγάπη για να προχωρήσει μία σχέση ή στην πράξη τίθενται, τελικά, και άλλα ζητήματα, όσο καλή θέληση και να υπάρχει και από τις δύο πλευρές;

            Στο πρώτο από τα διηγήματα συναντάμε την πανέμορφη Δανάη, η οποία,  όμως, συναντά πολλές δυσκολίες στη ζωή της, εξαιτίας της ομορφιάς της. Ακολούθως συναντάμε τον επίσης πολύ όμορφο Ερρίκο σε μία δυνατή ιστορία που μας ξαφνιάζει τα μέγιστα και μας βάζει σε σκέψεις στο διήγημα που δίνει το όνομά του στη συλλογή. Ακολούθως βλέπουμε τι γίνεται όταν ένας άντρας μπαίνει-άθελά του-ανάμεσα σε δύο αγαπημένες αδελφές και τι παιχνίδια παίζει μαζί τους η ζωή. Μετά θα συναντήσουμε την πολύ ευτραφή Αγάπη που κατάφερε να αδυνατίσει και να αλλάξει τη ζωή της, ενώ μια γλυκιά ιστορία αγάπης ενός πολύ πιστού Οδυσσέα για μία όμορφη Λουΐζα που έβαλε την αγάπη της για την υποκριτική πάνω από το ταίρι της ακολουθεί.

            Εν συνεχεία, ακολουθεί μία συγκλονιστική ιστορία για τον ρατσισμό κατά των μαύρων και το εκτενέστερο διήγημα για το κατά πόσον μπορεί τελικά να αποβεί βιώσιμος ένας έρωτας ανάμεσα σε μια πλούσια κι έναν φτωχό. Μετά μαθαίνουμε τι προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει σε μια σχέση ο βιγκανισμός, όπως και ο έρωτας ανάμεσα σε μια Δαπίτισσα και έναν πιστό Κνίτη. Η επόμενη ιστορία, αυτή που αφορά τον έρωτα ανάμεσα στον Σάββα και την Ηλιάννα, είναι γραμμένη σε πολύ λυρικό και συναισθηματικό τόνο. Η προτελευταία είναι αρκετά πρωτότυπη, καθώς μας παρουσιάζει την οπτική της πιστής Πηνελόπης της Οδύσσειας από τη σκοπιά της ίδιας, ενώ η τελευταία μας παρουσιάζει την ιστορία της πολύ αδύνατης Νικολέτας και πως αυτή κατάφερε τελικά να βρει την ευτυχία.

            Τα πρότυπα της ομορφιάς για τους ήρωες, είναι παραμυθένια. Πολλοί από τους ήρωες και τις ηρωίδες της μοιάζουν σαν να είναι βγαλμένοι από παραμύθι. Η υπερβολή δεν λείπει, προκειμένου να τονιστούν κάποια πράγματα, ενώ διαφαίνεται και κάποιος διαδακτισμός στον λόγο κάποιων ηρώων. Διότι η Τσιάλα, πάνω από όλα φιλοδοξεί να διεσδύσει βαθιά στον ψυχισμό των ηρώων της. Το happy end, πάντως, δεν είναι πάντα δεδομένο. Τα περισσότερα από τα διηγήματα είναι γραμμένα στο τρίτο ενικό πρόσωπο του παντογνώστη αφηγητή, ωστόσο δεν λείπουν και τα πρωτοπρόσωπα διηγήματα.

            Οι ιστορίες αυτές προορίζονται να διαβαστούν από όλους και από εφήβους, εφόσον οι ήρωες των διηγημάτων είναι, κατά κανόνα, νέοι του σήμερα.


Πάνος Παντελούκας, Οι έξι καμπίνες του Καλυψώ, εκδ. Βακχικόν

  το τέταρτο βιβλίο της σειράς μυστηρίου του Παντελούκα   το τέταρτο βιβλίο της σειράς μυστηρίου του Παντελούκα               Το τέταρ...