Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Antonio Skarmeta, Ένας απόμακρος πατέρας, εκδ. Κλειδάριθμος

 

 

            Ο Αντόνιο Σκάρμετα, γεννημένος το 1940 στη Χιλή, θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Λατινικής Αμερικής. Απεβίωσε το 2024 και εκτός από συγγραφέας ήταν και σκηνοθέτης και σεναριογράφος. Ο Σκάρμετα έγινε γνωστός παγκοσμίως μέσα από τη μεταφορά του βιβλίου του «Ardiente paciencia», Φλογερή Υπομονή (στα ελληνικά το βιβλίο μεταφράστηκε ως Ο ταχυδρόμος του Νερούδα) στον ιταλικό κινηματογράφο με τον τίτλο “Il postino”, ο ταχυδρόμος.

            Μετά τον «Ταχυδρόμο του Νερούδα» και το «Οι μέρες του ουράνιο τόξου» οι εκδόσεις Κλειδάριθμος μεταφράζουν στην ελληνική, δια μέσου της Αγγελικής Βασιλάκου, το έργο του με τίτλο «Ένας απόμακρος πατέρας» (Un padre de pelicula), ένα έργο που γράφτηκε το 2010.

Το  Un padre de pelicula, σημαίνει, κατά λέξη, ένας κινηματογραφικός πατέρας, παρ’ όλο που στην ελληνική ο τίτλος του έργου αποδόθηκε εντελώς διαφορετικά. Και αυτό διότι στην υπόθεση του βιβλίου βασικό ρόλο παίζουν εξίσου ένας εξαφανισμένος, αλλά και απόμακρος πατέρας, αλλά και ο ίδιος ο κινηματογράφος ως μέσο ψυχαγωγίας και διασκέδασης.

Ο Ζακ μένει με τη Χιλιανή μητέρα του και τον Γάλλο πατέρα του Πιέρ σε ένα χωριό της Χιλής ονόματι Κοντούλμο, το οποίο βρίσκεται κοντά στη μεγαλύτερη κωμόπολη Ανγκόλ. Μόλις ο Ζακ έλαβε το πτυχίο του ως δάσκαλος και επέστρεψε στο χωριό του ως διορισμένος δάσκαλος, ο πατέρας του εξαφανίστηκε. Υποτίθεται πως γύρισε στο Παρίσι, τουλάχιστον αυτό λένε όλοι, ο Ζακ, όμως, ξέρει πολύ καλά πως ο πατέρας του δεν έστειλε ούτε ένα γράμμα από εκεί, βυθίζοντας τη μητέρα του στη μαύρη απελπισία…

Φαίνεται, όμως, πως ο γείτονας και φίλος του Ζακ, Κριστιάν, μυλωνάς στο επάγγελμα, γνωρίζει τι ακριβώς έχει συμβεί. Την αλήθεια θα ανακαλύψει μια μέρα ο Ζακ όταν αποφασίσει να επισκεφθεί τη γειτονική κωμόπολη Ανγκόλ μαζί με τον Κριστιάν προκειμένου να επισκεφθούν έναν εκεί γνωστό οίκο ανοχής.

Η επίσκεψη του Ζακ εκεί υπαγορεύτηκε, ουσιαστικά, μετά από παρότρυνση του δεκαπεντάχρονου μαθητή του Αουγκούστο, με τον οποίο ο Ζακ διατηρεί μία πολύ ιδιόρρυθμη σχέση, αλλόκοτη για ενήλικα και μαθητή, που αγγίζει τα όρια της κανονικής φιλίας. Ο Αουγκούστο και οι δύο αδελφές του θα είναι το κλειδί για την ευτυχία του Ζακ, ο οποίος, μαζί με τη μητέρα του, εξακολουθεί μάταια να ελπίζει στην επιστροφή του πατέρα του.

Ο πατέρας του Ζακ διατηρεί, εν τέλει, έναν κινηματογράφο που φέρνει γαλλικές ταινίες στη μικρή αυτή γειτονική κωμόπολη. Πρόκειται για τον μοναδικό κινηματογράφο της περιοχής. Το γεγονός αυτό είναι εκείνο που δικαιολογεί τον τίτλο του έργου στα ισπανικά «Un padre de pelicula». Βέβαια, εδώ βλέπουμε πως το σινεμά καθίσταται επίσης και το μέσο ενηλικίωσης του Πιέρ-και του Αουγκούστο, κατ’ επέκταση. Ο κινηματογράφος είναι αυτός που θα βοηθήσει τον Πιερ να κατανοήσει καλύτερα τον κόσμο των ενηλίκων, να ανακαλύψει τα-ουκ ολίγα απ’ ότι φαίνεται- κρυμμένα μυστικά του πατέρα του, και να απομυθοποιήσει μέσα του εκείνη τη εικόνα του πατέρα του που έχει δεδομένη ως τέλεια. Αφετέρου, αυτή η μυστηριώδης και τόσο δραματική φυγή του πατέρα του Ζακ είναι καθαρά κινηματογραφική, αν μη τι άλλο, αφού προσφέρει άφθονο σασπένς και τροφή για σχόλια-όχι πάντοτε καλοπροαίρετα φυσικά-από τους  κατοίκους του μικρού χωριού που έχουν έφεση στο κουτσομπολιό.

Ένας πατέρας βγαλμένος σαν από ταινία, λοιπόν, είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής του βιβλίου του Σκαρμέτα, μαζί με τον Ζακ. Η μητέρα δεν εμφανίζεται παρά σε ελάχιστες σκηνές του βιβλίου.

Τα κεφάλαια του βιβλίου είναι μικρά και αυτοτελή, ο συγγραφέας είναι σαν να εστιάζει σε ένα διαφορετικό στιγμιότυπο κάθε φορά και ο χαρακτήρας της αφήγησης αποσπασματικός. Εξάλλου, όσοι έχουν διαβάσει ξανά Σκάρμετα στο παρελθόν γνωρίζουν το ιδιάζον αφηγηματικό στυλ του που αρέσκεται να αφήνει σκοτεινά σημεία στην ερμηνεία του και να αφήνει, καμιά φορά, με απορίες τον αναγνώστη.

Αν μη τι άλλο πάντως, το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η σχέση παιδιών και γονέων, ιδιαίτερα η σχέση μεταξύ πατέρα και γιου. Από το παρακάτω απόσπασμα, εξάλλου, βλέπουμε τι επιπτώσεις μπορεί να έχει στον ψυχισμό των παιδιών, ακόμη κι αν αυτά είναι σχεδόν ενήλικες, η απώλεια του πατέρα:

«Παρόλο που είμαι σχεδόν πάντα λυπημένος, το  κρασί μου φέρνει μια διαφορετική θλίψη. Σαν να κυλάει μια πολύ βαθιά μοναξιά στις φλέβες μου. Από τότε που έφυγε ο πατέρας, λαχταρώ τον θάνατο».


Γιώργος Θ. Συριόπουλος, El funcionario, εκδ. Gema

 

Μία σατυρική νουβέλα χωρίς «ασφαλή όρια», μία ελεγεία στην ευρωκρατία των Βρυξελλών συγγράφει ο Γιώργος Θ. Συριόπουλος, δημοσιογράφος και ανταποκριτής της ΕΡΤ στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Αθήνα. Έχοντας σπουδάσει Ευρωπαϊκό Πολιτισμό στο ΕΑΠ, αλλά και Δημοσιογραφία στις Βρυξέλες, σίγουρα είναι ο πλέον κατάλληλος για να γράψει την παρούσα συγκαλυμμένη κριτική στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση και αυτό μέσα από  τη μορφή μιας ευκολοδιάβαστης νουβέλας.

          Πιο συγκεκριμένα, όπως μας λέει στον πρόλογο του βιβλίου ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, «το βιβλίο του Γιώργου Συριόπολου είναι μία φωνή απογοήτευσης, μια αφήγηση πικρίας, μια έκφραση θυμού, παρά την προσπάθεια του συγγραφέα να αποκρύψει αυτή την πτυχή μέσω της ειρωνείας».

          Οι δώδεκα μυθιστορίες του βιβλίου συνδέονται ακατάλυτα μεταξύ τους σχηματίζοντας μία μικρή νουβέλα με αρχή, μέση και τέλος, η οποία διαδραματίζεται στις Βρυξέλλες, την πιο ευρωπαϊκή από όλες τις πόλεις, την καρδιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο συγγραφέας εστιάζει στα προβλήματα και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η ΕΕ, τα οποία μας απαριθμεί και ο Παπανδρόπουλος με σαφήνεια στην αρχή του βιβλίου:

          «Το πρόβλημα είναι ότι ουδέποτε υπήρξε θεσμός διακυβέρνησης που να μοιάζει με την ΕΕ. Δεν είναι κράτος, ακόμη κι αν ενεργεί σαν να είναι. {…}Το σημαντικότερο όλων είναι ότι η ΕΕ δεν αποτελεί μία οντότητα με εδαφικά σύνορα. {…}Οι δυσκολίες της Ευρώπης είναι σαφείς. Χωρίς κοινό όραμα για την άμυνα και με αποσταθεροποιητικές πιέσεις στην περιφέρειά της, η ήπειρος σύντομα θα χρησιμεύσει ως θέατρο, παρά ως συμμετέχων, σε έναν ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων.{…} Όσο πιο εσωτερικά διαιρεμένη είναι η Ευρώπη, τόσο περισσότερο θα βρεθεί στο έλεος αυτών των οπορτουνιστικών μεγάλων δυνάμεων (σημ. εννοείται των ΗΠΑ , της Ρωσίας και της Κίνας). {…}Η Ευρώπη ξεχνά τον εαυτό της όταν ξεχνά ότι γεννήθηκε μέσα από την ιδέα του λόγου και από το πνεύμα της φιλοσοφίας».

Ο συγγραφέας δεν θέλει, φυσικά, να υποβαθμίσει τα όσα πέτυχε η Ευρώπη μέχρι τώρα και δεν αρνείται το γεγονός ότι βοήθησε τελικά την Ελλάδα, παρά τις πιέσεις που ασκήθηκαν στη χώρα από την Ευρώπη. Όμως, τον συγγραφέα απασχολεί η ατέλειωτη γραφειοκρατία και η βραδύτητα που χαρακτηρίζει τη λήψη των αποφάσεών της, το γεγονός αν τελικά είναι όντως τόσο δημοκρατική όσο θέλει να πιστεύει, κι αυτό εφόσον «φοβάται» τα δημοψηφίσματα και εφόσον οι μεγάλες χώρες διαθέτουν ένα αδιαμφισβήτητο προβάδισμα έναντι στις μικρές και μήπως, εν τέλει, η Ευρώπη είναι μία βιτρίνα μόνο, παραγνωρίζοντας την όποια ουσία.

Μέσα από δώδεκα κεφάλαια του βιβλίου του και μέσα από τα μάτια ενός υπαλλήλου της ΕΕ στις Βρυξέλλες, θίγει μία σειρά από θέματα που σχετίζονται με τη λειτουργία του Συμβουλιου της Ευρώπης και των θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα, αλλά και σχετικά με τη ζωή που κάνουν όσοι διαμένουν στις Βρυξέλλες.

Στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Ο υπάλληλος της σημαίας», ο Φιλοκράτης, ο πρωταγωνιστής φονξονάριος του βιβλίου, ευρωσκώληκας κατά συνείδηση, κάνει μία ανάρτηση στα ΜΚΔ σχετικά με τη δουλειά του εκεί και την Ευρώπη. Εδώ ο συγγραφέας μας παρέχει πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία των θεσμών της Ευρώπης, τις καταβολές, την ίδρυσή της και άλλα. Εν συνεχεία, ο Φιλοκράτης μας ενημερώνει για το «χριστουγεννιάτικο δέντρο της ευρωκρατίας». Σύμφωνα με τα λεγόμενα του συγγραφέα:

« Το «The Brussel’s Christmas tree» είναι έκφραση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον τρόπο των ευρωκρατών να προσθέτουν ολοένα και περισσότερα στοιχεία σε μια νομοθετική πρόταση ή «δέσμη»-σαν να στολίζουν υπερβολικά ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο- μέχρι που υπερφορτώνεται με παράπλευρα μέτρα, εξαιρέσεις, απαλλαγές και συμβολικές ποσθήκες».

Ακολούθως ο συγγραφέας, διαμέσου του Φιλοκράτη,  μας περιγράφει πως λειτουργούν όλα αυτά μέσα στα ΜΚ και πως βρίσκουν τη θέση τους οι υποθέσεις των χωρών μέσα στην ίδια την Ευρώπη. Τα δύο επόμενα κεφάλαια είναι πιο ανάλαφρα περιγράφοντας τις σχέσεις των υπαλλήλων μεταξύ τους- και τις ερωτικές-στις Βρυξέλλες- και το πως περνάνε τα Σάββατά τους εκεί -με ψώνια και ταξίδια, αφού πρόκειται για μία πολύ ευνοημένη δουλειά με καλές παροχές. Εν συνεχεία, ο Φιλοκράτης μας μιλά για τα δημοψηφίσματα και το πόσο τα φοβούνται στην Ευρώπη, αλλά και για το πως είδαν την περιπέτεια της Ελλάδας το 2015 οι Ευρωπαίοι μέσα από τις οθόνες τους.

Το επόμενο κεφάλαιο βάζει τον Φιλοκράτη να δίνει σε έναν δημοσιογράφο μία συνέντευξη «off the record», εκθέτοντας ανώνυμα όλα τα κακώς κείμενα της Ευρώπης. Μετά μας τίθεται το ερώτημα αν η ΕΕ θα μπορούσε να έχει Πρόεδρο. Το βιβλίο τελειώνει με την αποχώρηση του Φιλοκράτη από τη θέση του στις Βρυξέλλες, με τη συνταξιοδότησή του, δηλαδή, και με την επάνοδό του στην Ελλάδα.

Ένα πολύ ιδιαίτερο, επομένως, βιβλίο, πρωτότυπης θεματολογίας, είναι το εν λόγω πόνημα που απευθύνεται σε ψαγμένους αναγνώστες που τους αρέσει να προβληματίζονται.


Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2026

Βασίλης Ραφαηλίδης, (Μυθ)ιστορία των βάρβαρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

 

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης είναι σίγουρα ο αγαπημένος ιστορικός όσων νέων επιθυμούν σήμερα να μάθουν ιστορία. Ελάχιστοι ιστορικοί καταφέρνουν να αφηγηθούν με τόσο φλέγμα τα γεγονότα και κυρίως με τόσο πολύ χιούμορ και αυτοσαρκασμό.

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης θα μπορούσε, επίσης, να είναι και ο αγαπημένος ιστορικός όλων των Ελλήνων αν δεν έλεγε τα πράγματα ως ακριβώς έχουν-όντας δηλαδή, πολλές φορές, κάπως άβολα για τους Έλληνες σοβινιστές. Σε αυτή την καταπληκτική μελέτη του σχετικά με την καταγωγή των Ευρωπαίων ξεκαθαρίζει, πρώτα από όλα, ευθέως, ότι πουθενά στον κόσμο δεν υπάρχει σήμερα λαός με αμιγή φυλετική καθαρότητα. Και αυτό προς απάντηση όλων όσων επιμένουν να λένε ότι εμείς οι Νεοέλληνες καταγόμαστε φυλετικά από τους Αρχαίους Έλληνες. Διότι η γλωσσική συνέχεια δεν αποδεικνύει και τη φυλετική, απεναντίας μάλιστα…

«(Μυθ) ιστορία των βάρβαρων προγόνων των σημερινών Ευρωπαίων», όχι απλώς Ιστορία, έτσι ονομάζει ο Ραφαηλίδης την μελέτη του και ορθώς, αφού αναφέρεται σε εποχές της προϊστορίας οπότε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μύθου και Ιστορίας δεν είναι πάντα εφικτό να γίνει με ακρίβεια.

Αυτή είναι, επομένως, η ιστορία των λαών που αποτέλεσαν τη βάση των σημερινών Ευρωπαίων, όλων εκείνων των βαρβάρων οι οποίοι, όπως αρέσκονται να λένε περιχαρής μερικοί από εμάς, έτρωγαν βελανίδια όσο εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, αλλά, όπως συμπληρώνει  πολύ ρεαλιστικά ο Ραφαηλίδης, «όταν εκείνοι θα χτίζουν νέους Παρθενώνες στο φεγγάρι, εμείς δεν θα τρώμε ούτε βελανίδια, γιατί δεν θα έχουμε ούτε βελανίδια»!

Κέλτες, Άβαροι, Σλάβοι, Γερμανοί, Γότθοι, Σκανδιναβοί, Βουργουνδοί, Λίγυρες, Ετρούσκοι, Λατίνοι, Πελασγοί, Ούννοι, Ιλλυριοί, Ίβηρες και πολλοί άλλοι συμπληρώνουν τα εθνολογικό ανακάτεμα των σημερινών λαών της Ευρώπης και γεμίζουν με ποικιλία την καθηλωτική και αποκαλυπτική αυτή μελέτη.

Συν τοις άλλοις, το βιβλίο αυτό δρα και ως γλωσσολογικό οδηγός, αφού θα απαντήσει σε πολλές απορίες μας σχετικές με την προέλευση κάποιων ονομάτων χωρών, λαών και τόπων και θα εξηγήσει πολλά πράγματα σχετικά με τη σημερινή κατάσταση της Ευρώπης. Και, φυσικά, πολλοί μύθοι θα καταρριφθούν με αυτή τη μελέτη που δεν αφορά ακριβώς εμάς τους Έλληνες, αλλά έχει πολλές αναφορές στην ιστορία του ελληνικού χώρου, του Βυζαντίου και των Νεοελλήνων.

Ζώης Κάσαρης-Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Bar Italia, εκδ. Ψυχογιός

 

 

            Δύο φίλοι που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη Θεσσαλονίκη, σπούδασαν νομικά και πλέον ζουν στην Αθήνα, ο Ζώης Κάσαρης και ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, μοιράζονται, εκτός από τη συγγραφή του παρόντος βιβλίου με τίτλο «Bar Italia» και ένα άλλο κοινό: την αγάπη τους για τη γείτονα χώρα, την Ιταλία. Αποφασίζουν, λοιπόν, να καταθέσουν την εμπειρία της εκεί επίσκεψής τους στο αναγνωστικό κοινό, εν είδει ημερολογιακής καταγραφής.

            Οι δυο τους αποφάσισαν να ταξιδέψουν στην Ιταλία χωριστά, ο Ζώης μόνος του και ο Γιάννης μαζί με την Κ.-πρόσωπο που  δεν κατονομάζεται στο βιβλίο. Από καιρού εις καιρόν βρίσκονται σε ένα μπαρ στην Αθήνα, το Bar Italia, προκειμένου να καταθέσουν τις εμπειρίες τους και να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους από την επίσκεψή τους στην ωραιότερη-γι’ αυτούς-χώρα του κόσμου. Και η αλήθεια είναι ότι κάμποσοι Έλληνες θα συμφωνούσαν μαζί τους, ως λάτρεις της ιταλικής κουλτούρας- και πρώτα πρώτα εγώ! Σε αυτούς τους λάτρεις της Ιταλίας πρωτίστως, λοιπόν, αλλά και σε κάθε αναγνώστη που του αρέσει να διαβάζει ταξιδιωτικά πονήματα, απευθύνεται, κατά κύριο λόγο, το βιβλίο αυτό.

            Ο Ζώης πραγματοποίησε την επίσκεψή του στις αρχές Μαΐου του 2004, μία εποχή κατά την οποία τη γείτονα χώρα δεν σαρώνουν-ακόμη- τη χώρα οι ατέλειωτες ορδές τουριστών του καλοκαιριού που δυσκολεύουν την περιήγηση των ταξιδιωτών, αλλά και τη ζωή των ντόπιων. Ο Ζώης επισκέφθηκε την Ανκόνα. Εκεί έφτασε με το πλοίο από την Ελλάδα και καταλήγει, καθώς την περιηγείται, ότι πρόκειται για μία πόλη όμορφη, κι ας μην είναι γνωστή γι’ αυτό.

Εν συνεχεία, ο Ζώης επισκέφθηκε την πόλη που έχει καταγραφεί στη μνήμη των Ιταλών ως η παχιά, η κόκκινη και η μορφωμένη-παχιά εξαιτίας της διάσημης μπολονέζ της, κόκκινη εξαιτίας του χρώματος των κτιρίων της και μορφωμένη για τα διάσημα πανεπιστήμιά της. Εξάλλου εκεί ιδρύθηκε το πρώτο πανεπιστήμιο της Δυτικής Ευρώπης, το 1058. Ακολουθεί η Τεργέστη στην περιήγησή του, η διάσημη Βενετία και τέλος η πρωτεύουσα της μόδας, το Μιλάνο. Η καταγραφή του Ζώη είναι χρονολογική και προσπαθεί να αποτυπώσει την αίσθηση που αφήνει στους επισκέπτες η κάθε πόλη. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μία απλή καταγραφή των μνημείων και  των αξιοθέατων κάθε πόλης.

Στον ίδιο ρυθμό κινείται και η δεύτερη ημερολογιακή καταγραφή του βιβλίου, εκείνη του συγγραφέα Γιάννη Μπαλαμπανίδη. Ο Γιάννης, σε αντίθεση με τον Ζώη, έχει γράψει κι άλλα βιβλία και ήταν αυτός που είχε την ιδέα της συνεταιριστικής συγγραφής του παρόντος πονήματος.

Ο Γιάννης θα μας μιλήσει αποκλειστικά για τη Νάπολη, μία από τις πιο ιδιαίτερες πόλεις της Ιταλίας. Μαζί με τη Νάπολη επισκέπτεται και το Κάπρι, αλλά και την πασίγνωστη και συγκλονιστική Πομπηία.

Αν δεν μπορέσετε, επομένως, να ταξιδέψετε στην Ιταλία, διαβάστε το παρόν πόνημα που θα σας ταξιδέψει στην πανέμορφη γείτονα χώρα. Η αφήγηση των συγγραφέων είναι γεμάτη χιούμορ, συναίσθημα και όμορφες εικόνες και υπόσχεται να μας συναρπάσει.


Άννα Γριμάνη, Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, 600 μολύβια και 10 ποιήματα, εκδ. Γκοβόστη

 


 

          Δεν χωρά αμφιβολία ότι η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, η οποία απεβίωσε προσφάτως, στις 16 Φεβρουαρίου του τρέχοντος έτους, υπήρξε όχι μόνο μία από τις μεγαλύτερες βυζαντινολόγους παγκοσμίως, αλλά και μία από τις μεγαλύτερες Ελληνίδες που τίμησαν με τη δράση τους την καταγωγή τους και τη χώρα μας.

          Όπως συμβαίνει συνήθως, ο πρόσφατος θάνατός της αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον σχετικά με τα γραπτά της περί της βυζαντινής ιστορίας, αλλά και περί των όσων έχουν γραφτεί για την ίδια.

Σε αυτή την τελευταία κατηγορία ανήκει, επομένως, το πόνημα για το οποίο θα μιλήσουμε εδώ, το βιβλίο με τον τίτλο «Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, 600 μολύβια και 10 ποιήματα» της συγγραφέως και δημοσιογράφου Άννας Γριμάνη. Το πόνημά της δεν είναι δοκίμιο, ούτε όμως και αυτοβιογραφία της μεγάλης Ελληνίδος. Αποτελεί περισσότερο ένα εξαίσιο λεύκωμα που επικεντρώνεται στο να αναδείξει ορισμένες πτυχές από τη ζωή της Αρβελέρ σε μία αποσπασματική, θα λέγαμε, εξιστόρηση, η οποία δεν είναι γραμμική.

Η εξιστόρηση αυτή διανθίζεται με φωτογραφίες από τη ζωή της και με την παράθεση στο τέλος του βιβλίου δέκα ποιημάτων που έγραψε η Αρβελέρ, διότι, εκτός από διάσημη  βυζαντινολόγος, υπήρξε και ποιήτρια.

Η Αρβελέρ ήταν η πρώτη γυναίκα πρύτανης του πανεπιστημίου της Σορβόννης το 1976. Στην πολυτάραχη ζωή της έκανε πάντα αυτό που ήθελε, όπως μας λέει στο βιβλίο της η Γριμάνη. Η Γριμάνη συνομίλησε μαζί της πολλές φορές και μας μεταφέρει εδώ το απόσταγμα από τις συζητήσεις της με τη μεγάλη Ελληνίδα, καθώς και λίγη από τη σοφία της.

Ποιο ήταν άραγε το μυστικό της επιτυχίας της; «Από τύχη» μας λέει και «από ιστορική συγκυρία» και συνεχίζει: «Η μεγαλύτερη ανήθικη πράξη για μένα είναι η έλλειψη αυτογνωσίας». Αυτό που την ένοιαζε για τη ζωή της κόρης της, δεν ήταν να φοιτήσει στα καλύτερα σχολεία, αλλά να είναι, πάνω απ’ όλα, ευτυχισμένη.

Σε ό,τι αφορά την ιστορία, η ίδια προτρέπει να διαβάζουμε τους ιστορικούς που έζησαν και έγραψαν για την εκάστοτε εποχή. Οφείλουμε, επίσης, να ξέρουμε τον περίγυρο των γεγονότων που μελετούμε. Πολύτιμες, πραγματικά, συμβουλές, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας, ότι η συγκεκριμένη καθηγήτρια ήταν πάντοτε εξαιρετικά αγαπητή στους φοιτητές της. Εξάλλου, μαζί τους ήταν που αγωνίστηκε και εκείνη τον περίφημο Μάιο του 1968 που τη βρήκε στο Παρίσι…

Η Αρβελέρ δεν έπαψε ποτέ να αγωνίζεται. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην Ελλάδα όπου βρισκόταν ακόμη, προτού μετοικήσει και παντρευτεί στο Παρίσι. Η Αρβελέρ έμαθε στη ζωή της να κρατά το ουσιώδες και ήξερε πάντοτε ποια είναι η θέση της. Αυτό τουλάχιστον τη συμβούλευε πάντοτε η μητέρα της, όπως μας μεταφέρει η Γριμάνη από τις συζητήσεις της.

Το δίχως άλλο το δυνατότερο σημείο του βιβλίου της Άννας Γριμάνη, είναι η παράθεση των πάμπολλων φωτογραφιών από τη ζωή της Αρβελέρ, φωτογραφιών που περιλαμβάνουν τις δημόσιες συναντήσεις της με εξέχοντα πρόσωπα, όπως, π.χ. ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Φρανσουά Ολάντ, ο Νέλσον Μαντέλα, τη Μαριάννα Βαρδινογιάννη και άλλους πολλούς, από ομιλίες της, αλλά και πολλές από τα παιδικά της χρόνια και τις ιδιωτικές στιγμές της με τους φίλους της, τους γονείς της, τον σύζυγό της Ζακ Αρβελέρ και την κόρη της Μαρί Ελέν, ακόμη και από τις διακοπές της στις ελληνικές θάλασσες.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα πόνημα που θα μας επιτρέψει να ρίξουμε μία γρήγορη ματιά στη ζωή μίας από τις μεγαλύτερες Ελληνίδες, μίας μεγάλης μορφής των παγκόσμιων γραμμάτων.


Γιώτα Γουβέλη, Η ένοχη, εκδ. Διόπτρα

 

            Τη Γιώτα Γουβέλη τη γνωρίζουμε χρόνια και την εμπιστευόμαστε όταν χρειαζόμαστε ένα ανάγνωσμα ελαφρύ μεν, αλλά καλογραμμένο μεν και με συναρπαστική υπόθεση. Πράγματι, σε πολλά βιβλία της η πρωτοτυπία της υπόθεσης και ο τρόπος που την εξελίσσει καθιστούν τα περισσότερα από τα βιβλία της καθηλωτικά και, επομένως, άκρως κατάλληλα, για τις ζεστές μέρες της ραστώνης του ελληνικού καλοκαιριού και των διακοπών μας. Μπορώ να πω, επομένως, με σιγουριά, ότι «Η ένοχη» είναι από τα καλύτερα βιβλία της, κυρίως για τον πρωτότυπο τρόπο που εξελίσσει την υπόθεση του μυθιστορήματός της ξαφνιάζοντας, πολλές φορές τον αναγνώστη. Διότι η Γιώτα Γουβέλη δεν αρέσκεται, και ορθώς, να ακολουθεί την πεπατημένη οδό στις γραφές της.

            Τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, σε ένα χωριό της περιοχής των Σερρών, γύρω στο 1870. Εκεί ζει ο παπα-Γιακείμης μαζί με τη σύζυγό του, την πρεσβυτέρα Αργύρα και τα τέσσερα κορίτσια τους: τη Ζόλια και τη Ρήνα, τις υιοθετημένες, δηλαδή, θυγατέρες του που διανύουν τα είκοσι χρόνια τους, και τις δικές του κόρες που έκαναν μετά την υιοθεσία μαζί με την Αργύρα, τη Λουκία και τη μικρότερη, τη Βγέρω. Η Λουκία είναι δεκαοκτώ ετών και είναι εκείνη που παντρεύτηκε πρώτη στα δεκαπέντε της, από τύχη. Σύζυγός της είναι ο Αδάμος, ένα πρόσωπο κλειδί στην ιστορία της Γουβέλη. Αυτός είναι που θα ζήσει έναν απαγορευμένο έρωτα με μία από τις κόρες του παπα-Γιακείμη, όχι, όμως, με τη Λουκία, τη νόμιμη σύζυγό του…

Και εδώ είναι που θα αρχίσουν τα προβλήματα για την παπαδοοικογένεια, προβλήματα που θα διαταράξουν ανεπανόρθωτα την οικογενειακή τους γαλήνη και θα δώσουν το υλικό στη συγγραφέα για να στήσει το συναρπαστικό της μυθιστόρημα Διότι η κοινωνία της εποχής δεν συγχωρεί απαγορευμένους έρωτες και δεν επιτρέπει στις γυναίκες μνα κάνουν αυτό που επιθυμούν… Την εποχή εκείνη οι γυναίκες είχαν μία επιθυμία μόνο και έναν προορισμό: έναν καλό γάμο και την απόκτηση απογόνων.

Ενώ οι πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι, αναντίρρητα, τα μέλη της παπαδοοικογένειας, ωστόσο η Γουβέλη χτίζει επιδέξια γύρω τους ένα μωσαϊκό χαρακτήρων που συμπληρώνουν αριστοτεχνικά το παζλ μιας τουρκοκρατούμενης, συντηρητικής κοινωνίας στη Βόρειο Ελλάδα, που κατά βάθος, ονειρεύεται την ένωση με την Ελλάδα, παρ’ όλο που το χωριό στο οποίο διαδραματίζονται τα καθέκαστα έχει αμιγώς ελληνικό πληθυσμό.

Παράλληλα θίγει θέματα, όπως η υιοθεσία, ο έρωτας στο πλαίσιο του γάμου, η τουρκοκρατία στη Μακεδονία στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, ο ρόλος που έπαιζαν τα πανηγύρια και οι θρησκευτικές εορτές στην καθημερινότητα των χριστιανών τότε, η αδελφική αγάπη, αλλά και η γονεϊκή αγάπη προς τα παιδιά, η μαγεία τον 19ο αιώνα και οι λαϊκές δοξασίες του κόσμου της εποχής.

Από τους χαρακτήρες του έργου ξεχωρίζει η Λυούσα, η ξορκίστρα της περιοχής. Στο πρόσωπό της η συγγραφέας απεικονίζει όλες τις λαϊκές δοξασίες της εποχής, τους φόβους των απλών ανθρώπων και τις δράσεις τέτοιων γυναικών που κατείχαν τα «γιατροσόφια» τότε, δίχως να είναι σπουδαγμένες.

Αξιοπρόσεκτη είναι και η γλώσσα των χαρακτήρων, μπολιασμένη με τουρκικές λέξεις, η οποία προσιδιάζει τα μέγιστα σε αυτή που μιλούσαν οι λαϊκοί άνθρωποι της εποχής.

Τελικά, το μήνυμα που θέλει η συγγραφέας να μας μεταδώσει με το έργο της αυτό είναι το ακόλουθο: ότι ο-απαγορευμένος- έρωτας που μένει κρυφός έχει πάντοτε και το τίμημά του, και το τίμημα αυτό μπορεί, ενίοτε, να είναι φοβερό και άκρως καταστρεπτικό όχι μόνο για τους ίδιους τους ερωτευμένους, αλλά και για τους γύρω τους!


Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Πάνος Παντελούκας, Οι έξι καμπίνες του Καλυψώ, εκδ. Βακχικόν

 

το τέταρτο βιβλίο της σειράς μυστηρίου του Παντελούκα


 

το τέταρτο βιβλίο της σειράς μυστηρίου του Παντελούκα

 

            Το τέταρτο βιβλίο της αστυνομικής σειράς μυστηρίου των εκδόσεων Βακχικόν του Πάνου Παντελούκα με ήρωα τον Ιταλό εγκληματολόγο Οράτσιο Σπινέλλι έχει τίτλο «Οι έξι καμπίνες του Καλυψώ». Τα δύο πρώτα βιβλία της σειράς με τίτλο «Έγκλημα στο Πότζο» και «Μυστήριο στην Παλμαρόλα» έχουν υπόθεση μυστηρίου που διαδραματίζεται στην Ιταλία, ενώ στο τρίτο βιβλίο της σειράς «Ο Σπινέλλι στον Κάμπο» το προς εξιχνίαση έγκλημα λαμβάνει χώρα στον Κάμπο της Χίου. Ομοίως συμβαίνει και στο παρόν πόνημα, στο τέταρτο βιβλίο της σειράς, όπου και πάλι ο καθηγητής Σπινέλλι ταξιδεύει στην Ελλάδα για διακοπές, τελικά, όμως, για άλλη μία φορά το έγκλημα φαίνεται πως τον κυνηγάει, όπως και στη Χίο.

            Αυτή τη φορά το σκηνικό τοποθετείται στην όμορφη Ανάβυσσο της Αττικής, στο πολυτελές ξενοδοχείο Καλυψώ, όπου ο Σπινέλλι αποφασίζει να περάσει τις διακοπές του, παρέα με την Ασσούντα, τη σύζυγό του, και ένα φιλικό τους ζευγάρι, τον αστυνόμο Μήτρου και τη γυναίκα του, οι οποίοι τους συνοδεύουν στις γειτονικές τουριστικές περιπλανήσεις τους στο Λαύριο, την Αίγινα και τη γύρω περιοχή.

            Στο ξενοδοχείο αυτό, όλως τυχαίως άραγε;- βρίσκεται και ο επίσης διάσημος Ισπανός εγκληματολόγος Μιγκέλ Αντουρίθ με την αγαπημένη του Μπεατρίς. Ο καθηγητής Σπινέλλι, πάντως, διόλου δεν χαίρεται με το συναπάντημα αυτό, αφού είναι σε διακοπές και το μόνο που θέλει είναι να ξεχάσει τη δουλειά του για λίγο… Δεν είναι, όμως, γραπτό κάτι τέτοιο από ότι φαίνεται…

Όλα ξεκινούν όταν ο καθηγητής Σπινέλλι βρίσκει τα πράγματα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του ανακατεμένα. Τα πράγματα χειροτερεύουν επικίνδυνα όταν βρίσκεται δολοφονημένος με όπλο ο Αργεντίνος επιχειρηματίας  Κάρμινε Πάολο Μινιέρα, ο οποίος παραθέριζε κι αυτός στο ίδιο ξενοδοχείο. Ακολουθεί ένα θύμα ακόμα, η επίσης επιχειρηματίας Τζέσικα Κουίκσιλβερ.

Ποιος κρύβεται άραγε πίσω από τις δολοφονίες αυτές; Τι σχέση έχει ο ορυκτός πλούτος της Ελλάδας με τις δολοφονίες αυτές και πως συνδέονται με τους υπόλοιπους ενοίκους του ξενοδοχείου που μοιάζουν αθώοι; Είναι, τελικά, τυχαία η παρουσία στο «Καλυψώ» του Ισπανού εγκληματολόγου; Και, θα καταφέρει, τέλος, ο Σπινέλλι, αν και απροετοίμαστος να λύσει τον γρίφο;

Προς αρωγή του έχει τον ικανότατο Έλληνα αστυνόμο Διονύση Βενετσάνο, αλλά και το καταπληκτικό μυαλό του ίδιου του εαυτού του, το οποίο παίρνει, πραγματικά, πολύ γρήγορα στροφές, συνδυάζοντας όλα τα, φαινομενικά άσχετα, δεδομένα μεταξύ τους και προσέχοντας μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια.

Ο Σπινέλλι ξεχωρίζει χάρη στο απίστευτο φλέγμα του και το εύστροφο μυαλό του. Ο Παντελούκας δεν αρέσκεται στις μακροσκελείς περιγραφές, ούτε και στο να μας εξηγεί, βήμα βήμα, πως  ο Σπινέλλι φτάνει σταδιακά στη λύση του μυστηρίου. Αντίθετα, μέχρι τη στιγμή που ο ίδιος ο Καθηγητής θα ανακοινώσει τον ένοχο και το σκεπτικό του για την αιτία των φόνων, ο αναγνώστης δεν υποψιάζεται απολύτως τίποτε. Χάρη στον γρήγορο ρυθμό της αφήγησης, όμως, και τις γρήγορες αλλαγές σκηνικών, θα απολαύσει οπωσδήποτε την ανάγνωση. Συν τοις άλλοις, ο συγγραφέας προσφέρει στο βιβλίο του μερικές μυθολογικές παρενθέσεις σχετικές με την ιστορία το τόπου στον οποίο διαδραματίζεται η υπόθεση του βιβλίου. Εξάλλου, ποιος είναι καλύτερος στο να γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα από ότι ένας απόφοιτος της νομικής σχολής και μαχόμενος δικηγόρος, όπως ο Πάνος Παντελούκας;


Ελένη Βεζύρογλου, Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά, εκδ. Μίνωας

 

Μία πρωτότυπη αναγνωστική πρόταση καταθέτει στο ελληνικό  αναγνωστικό κοινό η συγγραφέας και Κοινωνική Λειτουργός από τη Θεσσαλονίκη, Ελένη Βεζύρογλου, μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος με το νέο της μυθιστόρημα (το τρίτο στη σειρά εν μέσω και άλλων λογοτεχνικών πονημάτων) με τίτλο «Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά». Η υπόθεση του βιβλίου της διαδραματίζεται εν έτει 1897 στην τουρκοκρατούμενη ακόμα Κάρπαθο.

            Το γεγονός, βέβαια, ότι η Κάρπαθος τελεί ακόμη υπό τουρκική κατοχή δεν είναι κάτι που αφορά τους αναγνώστες, αφού, ως γνωστόν, η παρουσία των Τούρκων στα νησιά του Αιγαίου- πλην της Κρήτης- και ειδικά την εποχή εκείνη ήταν σκιώδης. Επομένως, η τουρκική κατοχή εδώ μπλέκεται με την υπόθεση του βιβλίου μονάχα σε ό,τι αφορά το γεγονός ότι το νησί δεν αποτελούσε τότε ελληνικό έδαφος, όπως π.χ. η Αθήνα, στην οποία διαδραματίζεται επίσης μεγάλο μέρος της υπόθεσης του βιβλίου. Εξάλλου, ο πληθυσμός του νησιού εκείνη την εποχή αποτελούταν σχεδόν  εξολοκλήρου από χριστιανούς ορθοδόξους, πλην ένα δυο μόνο Τούρκων διοικητικών υπαλλήλων.

Αυτό που μας ενδιαφέρει, όμως, στην Κάρπαθο, είναι το έθιμο του κανακάρη και της κανακαράς, ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στο νησί και κυρίως στο χωριό Όλυμπος και αποτέλεσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το έναυσμα της συγγραφέως για τη δημιουργία του βιβλίου της. Σύμφωνα με το έθιμο αυτό, το πρώτο αγόρι της οικογένειας ήταν αυτό που κληρονομούσε μόνο την πατρική περιουσία και, αντιστοίχως, το πρώτο κορίτσι την περιουσία από την πλευρά της μητέρας. Τα παιδιά αυτά έφεραν επίσης και το όνομα του αντίστοιχου παππού ή της γιαγιάς, υποχρεωτικά ίδιο με αυτούς.

Όπως είναι επόμενο, το έθιμο αυτό, αν και επέτρεπε τη διατήρηση της περιουσίας, χωρίς να διαιρούνται οι κλήροι της γης σε ένα φτωχό μέρος, ήταν εξορισμού πολύ άδικο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας, τα οποία, μην έχοντας πόρους να ζήσουν, έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς, ή κατέληγαν να ζουν ως υπηρέτες στα σπίτια των πρωτοκανακάρηδων. Εξυπακούεται επίσης, ότι το έθιμο αυτό στην πράξη χώριζε την κοινωνία της Καρπάθου σε δύο τάξεις: τους πρωτοκανακάρηδες και τις πρωτοκανακαρές που επιδίωκαν να παντρεύονται μεταξύ τους και τους υπόλοιπους που δεν είχαν περιουσία.

Έτσι και στο μυθιστόρημα αυτό, επομένως, ο Μάχος Χανιωτάκης είναι ο ευνοημένος κανακάρης της οικογένειας σε σχέση με τον μικρότερο αδελφό του τον Νικήτα. Μόνο  που ο χαρακτήρας του Μάχου είναι ακριβώς το αντίθετο από εκείνον του αδελφού του… Ο Μάχος ελάχιστη αγάπη κρύβει στην καρδιά του και, σε μία δική του δύσκολη στιγμή, δεν θα διστάσει να φορτώσει το φρικτό έγκλημα που διέπραξε στον αδελφό του, αφήνοντας εκείνον να πληρώσει για τα δικά του κρίματα…

Η Αννεζίνα, από την άλλη, αγαπιέται με τον Νικήτα. Δυνάμεις πάνω από εκείνους, όμως, δεν θα τους επιτρέψουν να μείνουν μαζί, σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί το άδικο. Κοντά τους θα συναντήσουμε πολλούς ακόμα χαρακτήρες που μοιάζουν βγαλμένοι θαρρείς από παραμύθι: την κακιά μητριά Ερνιά, την αθώα και ευκολόπιστη Μεταξία, το παραπεταμένο παραπαίδι, τον Λιωνή, τον τίμιο γέροντα Λιμπο, τον απατεώνα Αποστόλη, τον πιστό φίλο Θανασό, τη γλυκιά Πατούλα και άλλους πολλούς.

Η συγγραφέας, αξοιποιώντας κατάλληλα και το γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής στο βιβλίο της, δημιουργεί μία καλοστημένη και ευκολοδιάβαστη ιστορία, γεμάτη σασπένς, όπου κυριαρχεί το άδικο σχεδόν εξολοκλήρου πριν καταφέρει τελικά να θριαμβεύσει η δικαιοσύνη και να δώσει το δικό της happy end στην περιπέτειά τους. Ο Παράδεισος, λοιπόν, μπορεί να φαντάζει πολύ μακριά για όλους, τελικά, όμως, οι ήρωες θα καταφέρουν να τον βρουν…


Magali Discours, Επιστροφή στο Παλέρμο, εκδ. Ψυχογιός

 

Ένα μυθιστόρημα ατμοσφαιρικό με πρωταγωνιστή το Παλέρμο της Σικελίας

 

«Το Παλέρμο είναι φτιασιδωμένο σαν πόρνη και περήφανο σαν αριστοκράτισσα. Κάτω από τα κορδόνια του κορσέ του χτυπάει μια καρδιά Ισπανίδας ηγεμονίδας και κάτω από το βρόμικο μεσοφόρι ριγά το σώμα μιας Ελληνίδας θεάς που κρύβει όσα μπορεί μέσα στην αραβική της σεμνότητα».

 

            Το Παλέρμο της Σικελίας είναι ένας πολύ ιδιαίτερος και όμορφος τόπος. Ελάχιστες πόλεις στον πλανήτη μας μπορούν να περηφανευτούν ότι διαθέτουν κτίρια χτισμένα σε αραβο-νορμανδικό ρυθμό και το Παλέρμο είναι, αναντίρρητα, μία από αυτές. Το Παλέρμο, λοιπόν, δεν απλώς αποτελεί το σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται το μυθιστόρημα της Κορσικανής συγγραφέως Μαγκαλί Ντισκούρ, αλλά είναι και ο βασικός πρωταγωνιστής του, θα μπορούσαμε να πούμε, μαζί με την Κονστάνς.

            Όλοι μας γνωρίζουμε ότι η Νότια Ιταλία διαφέρει κατά πολύ από τη Βόρεια, τόσο σε χαρακτήρες ανθρώπων, οργάνωση κράτους, κλίμα, ήθη, αλλά και έθιμα. Στη Νότιο Ιταλία, και ιδιαίτερα στη Σικελία, ο μεσογειακός χαρακτήρα της χώρας γίνεται πολύ πιο εμφανής, οι μυρωδιές των εσπεριδοειδών και τα αρώματα της ιταλικής γης πολύ πιο έντονα.

Πάνω σε ένα τέτοιο άρωμα, το zagara, μία λέξη σικελική, αραβικής προελεύσεως, που σημαίνει άνθη εσπεριδοειδών, χτίζει το μυθιστόρημά της η συγγραφέας, ή, πιο σωστά ακόμα, το άρωμα αυτό γίνεται η αφορμή για τη συγγραφή του μυθιστορήματος με τίτλο «Επιστροφή στο Παλέρμο».

Και ποιος είναι αυτός που επιστρέφει στο Παλέρμο; Μα η Κονστάνς, μια νεαρή μεγαλωμένη στη Γαλλία, που είναι αποφασισμένη να ξεδιαλύνει το μυστικό της αγαπημένης της γιαγιάς, της Ροζ, ένα μυστικό που σχετίζεται άμεσα με το Παλέρμο, το μυστηριώδες και καλά κρυμμένο παρελθόν της γιαγιάς Ροζ και τους κατοίκους του, κάποιοι από τους οποίους θα αποδειχτούν, τελικά, και συγγενείς της Κοστάνς…

Η Κονστάνς μεγαλώνει στο Παρίσι και βιώνει έναν ιδιαίτερο δεσμό με την κομψή Παριζιάνα γιαγιά της, τη Ροζ. Η Ροζ ήταν μοδίστρα και ενδυματολόγος του κινηματογράφου στα νιάτα της, και μία ταινία από αυτές στις οποίες συμμετείχε φαίνεται ότι σημάδεψε μια για πάντα  τη ζωή της: η ταινία Γατόπαρδος του Λουκίνο Βισκόντι. Υπάρχει κάτι μυστηριώδες σε σχέση με τα όσα η Ροζ βίωσε στα γυρίσματα της ταινίας αυτής, όσο και σχετικά με κάποιον έρωτα που άφησε πίσω της και ο οποίος ακούει στο όνομα Ρουτζέρο. Το γεγονός, πάντως, ότι η Ροζ λαμβάνει κάθε χρόνο από το 1963 ένα άρωμα πορτοκαλανθών που της στέλνει ένας άγνωστος αποστολέας γίνεται η αφορμή προκειμένου η Κονστάνς να πάει η ίδια στο Παλέρμο και να εξερευνήσει το μυστηριώδες παρελθόν της γιαγιάς της.

            Εκεί θα μαγευτεί από την πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του νησιού και θα γνωρίσει ενδιαφέροντες ανθρώπους όπως τον Σάντρο, τον Νίνο, αλλά και τον ίδιο τον Ρουτζέρο που θα της αποκαλύψει τελικά, καρέ καρέ το άγνωστο παρελθόν της γιαγιάς της.

Η αφήγηση της Ντισκούρ είναι πραγματικά πολύ ιδιαίτερη και το μυθιστόρημα διαφορετικό και έξω από τα συνηθισμένα που έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε. Συν τοις άλλοις, οι επικεφαλίδες των επιμέρους κεφαλαίων περιέχουν αποφθέγματα στη σικελική διάλεκτο, ενώ παρεμβάλλονται ανάμεσα και κεφάλαια με ηχητικές αναμνήσεις από το Παλέρμο που μας βάζουν κατευθείαν στο κλίμα και μας ταξιδεύουν εκεί. Αν δεν έχετε επισκεφθεί, έως τώρα, πάντως, το Παλέρμο και τη Σίκελία, το μόνο σίγουρο είναι ότι το παρόν μυθιστόρημα θα σας ανοίξει την όρεξη να το κάνετε και να ταξιδέψετε εκεί!

Robert Kaplan, Έρημη Χώρα, εκδ. Διόπτρα

 

Ο δρόμος προς ένα χαοτικό μέλλον μέσα από τα μάτια του μεγάλου γεωπολιτικού επιστήμονα

 

Μία αυστηρή προειδοποίηση για το μέλλον και μία έξοχη γεωπολιτική ανάλυση της τρέχουσας κατάστασης στον πλανήτη μας επιχειρεί στο βιβλίο του με τίτλο «Έρημη Χώρα» ένας από τους μεγαλύτερους γεωπολιτικούς επιστήμονες της εποχής μας, ο Ρόμπερτ Κάπλαν. Ο Κάπλαν είναι Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Έχει συγγράψει ως τώρα πάνω από είκοσι βιβλία, μεταξύ των οποίων τα διάσημα «Η εκδίκηση της γεωγραφίας» και τα «Φαντάσματα των Βαλκανίων». Δεν είναι τυχαίο εξάλλου το γεγονός ότι το περιοδικό Foreign Policy τον έχει συμπεριλάβει δύο φορές ανάμεσα στους εκατό κορυφαίους διανοητές διεθνώς.

Γιατί, όμως, ο Κάπλαν να επιλέξει να δανειστεί για το βιβλίο του τον τίτλο ενός από τα πιο διάσημα ποιήματα στην ιστορία της λογοτεχνίας, της «Έρημης Χώρας» του Τ.Σ. Έλιοτ; Η «Έρημη Χώρα» που είχε γραφτεί το 1922 για να απεικονίσει όλο τον ζόφο που είχε βιώσει η ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου αντικατοπτρίζει και τον επικείμενο ζόφο της εποχής μας, τα δυσκολότερα που έχουμε μπροστά μας. Γι’ αυτό, λοιπόν, και επέλεξε να ονομάσει το -προφητικό κατά κάποιον τρόπο-έργο του κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Επιπλέον ο Κάπλαν συγκρίνει τη σημερινή κατάσταση του κόσμου μας με την επισφαλή Δημοκρατία της Βαϊμάρης, την εύθραυστη-όπως αποδείχτηκε-δημοκρατία που επικράτησε στη Γερμανία αμέσως μετά την ήττα των Γερμανών στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά που δεν έμελλε να μακροημερεύσει. Έτσι, λοιπόν, προβαίνει σε ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες αναλογίες της εποχής τότε με τη σημερινή σε τρία, μόλις, εκτενή κεφάλαια στο βιβλίο του.  Τα κεφάλαια αυτά τιτλοφορούνται «Η Βαϊμάρη γίνεται παγκόσμια», «Οι μεγάλες δυνάμεις σε παρακμή» και « Όχλος και χάος».

Σε αυτά αναλύει θέματα όπως την πολιτική και πολιτιστική παρακμή της Ευρώπης, τον πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και στη Γάζα, την αργή και σταδιακή αποσύνθεση των τριών υπερδυνάμεων, της Κίνας, της Ρωσίας και των ΗΠΑ, την παγκοσμιοποίηση, το έργο των ηγετών της Κίνας, του Ντενγκ Σιαοπίνγκ και του Σι Τζινπίνγκ, του Πούτιν και του Τραμπ, τη μεγάλη και τρομακτική πλέον δύναμη των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης σήμερα που δίνουν περαιτέρω δυνάμεις στον όχλο και άλλα. Όλα αυτά μέσα από την παράθεση πολλών παραδειγμάτων από την ιστορία της Ευρώπης και του κόσμου στον αιώνα που μόλις πέρασε: τον πόλεμο στο Κόσοβο, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Ψυχρό Πόλεμο, τον κομμουνισμό και τον φασισμό.

Ο Κάπλαν προειδοποιεί πως ο κόσμος μας σταδιακά θα αλλάξει προς το χειρότερο και πως ο κίνδυνος των ολοκληρωτικών καθεστώτων δεν είναι διόλου αμελητέος και καταλήγει:

«Ο ρους της Ιστορίας είναι άγνωστος. Δεν υπάρχει αυτό που λένε αυτόματη, γραμμική πρόοδος. Επομένως, δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε, καθώς το αποτέλεσμα δεν είναι προδιαγεγραμμένο για κανέναν μας. Η Βαϊμάρη υπερηφανευόταν για τους πολλούς φιλελεύθερους και την πραγματική πνευματική της άνθηση. Στη Βαϊμαρη υπήρχε περίσσια ελπίδα, αλλά όχι αρκετή τάξη. Το να αποφύγουμε τη μοίρα της Βαϊμάρης αποτελεί σήμερα το ύστατο καθήκον του κόσμου».

Βιβλίο διορατικό, προφητικό, βιβλίο βαθιάς ανάλυσης που βασίζεται σε λογικά συμπεράσματα και παραδείγματα από την πρόσφατη Ιστορία, δυστυχώς κάπως απαισιόδοξο, κρίνεται το παρόν πόνημα του Κάπλαν. Το μόνο σίγουρο είναι πως όποιος το διαβάσει θα αποκτήσει μία πολύ καλή εικόνα της σημερινής κατάστασης του κόσμου μας.


Ελευθερία Μεταξά, Καιρός του θερίζειν, εκδ. Μίνωας

 

 

          Το αστυνομικό μυθιστόρημα-συνδυασμένο μάλιστα με ιστορικά στοιχεία- γνωρίζει μεγάλη άνθηση στις μέρες μας, τόσο στο εξωτερικό, όσο και στη χώρα μας. Πόσο εύκολο, όμως, είναι να βρει κανείς ένα πραγματικά καλό αστυνομικό μυθιστόρημα ανάμεσα σε όλη αυτή την πληθώρα των βιβλίων που κυκλοφορεί στο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος; Το μυστικό είναι να ανακαλύψουμε, προφανώς, ποιοι είναι οι πραγματικά καλοί συγγραφείς στο είδος αυτό, είτε πρόκειται για Έλληνες, είτε για ξένους.

 Με μια τέτοια σιγουριά μπορώ να πω κι εγώ, επομένως, ότι η Ελευθερία Μεταξά είναι, οπωσδήποτε μία τέτοια συγγραφέας-εγγύηση για όσους αναγνώστες αναζητούν τη συγκίνηση, την έντονη συναισθηματική φόρτιση, το μυστήριο, την Ιστορία, τη δαιδαλώδη πλοκή, το σασπένς, την αγωνία και την καταιγιστική αστυνομική δράση μέσα στις αναγνωστικές επιλογές τους. Εν ολίγοις, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι αν κάποιος αναγνώστης αποζητά ένα ανάγνωσμα που δεν θα μπορεί να αφήσει στιγμή από το χέρι του, τα μυθιστορήματα της Ελευθερίας  Μεταξά θα του δώσουν αυτό που τόσο επιθυμεί, εφόσον επιλέξει να τα διαβάσει.

            Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ελευθερία Μεταξά γράφει ένα επιτυχημένο αστυνομικό μυθιστόρημα με πρωταγωνιστές τον συνταξιούχο αστυνομικό και νυν ιδιωτικό ερευνητή Μάνο Βαρσάμη και την ψυχολόγο Έλσα Γληνού. Αφού τους δημιούργησε ξεχωριστά ως χαρακτήρες σε παλαιότερά της πονήματα, στο παρόν της πόνημα και σε αρκετά άλλα μυθιστορήματά της, τους έβαλε να εξιχνιάσουν μαζί τις πιο δύσκολες υποθέσεις. Η Μεταξά, επίσης, βρίσκει, συνήθως, στα πονήματά της μία σύνδεση μεταξύ κάποιας ιστορικής περιόδου και του εγκλήματος που αποτελεί την υπόθεση του βιβλίου της.

Στον «Καιρό του θερίζειν» επιλέγει να συνδέσει το προς εξιχνίαση έγκλημα με την περίοδο της Χούντας των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα. Η σύνδεση αυτή στην αρχή φαντάζει εντελώς άσχετη και άνευ νοήματος στα μάτια του αναγνώστη, αλλά και των δύο ερευνητών. Όσο, όμως, η υπόθεση προχωρά και εξελίσσεται-και οι δολοφονίες αντί να σταματούν πυκνώνουν- τόσο τα κομμάτια του αινιγματικού αυτού παζλ ταχτοποιούνται στη σωστή τους θέση.

Ένα μενταγιόν, προϊόν κλοπής, που φτάνει μία μέρα στα γραφεία της αστυνομίας, γίνεται η αφορμή για να ξετυλιχτεί το κουβάρι μιας αλλόκοτης ιστορίας, συνδεδεμένης με έναν φόνο που έγινε πριν από είκοσι περίπου χρόνια, αλλά και με κάποιους εξόριστους από τη Χούντα στη Γυάρο. Ο αστυνόμος Οδυσσέας Γαβρόγλου, αναγνωρίζει ότι το μενταγιόν αυτό ανήκε, πέραν πάσης αμφιβολίας, στη μητέρα του που δολοφονήθηκε βάναυσα όταν αυτός ήταν μόλις δέκα ετών, και έτσι ανοίγει κυριολεκτικά ο ασκός του Αιόλου με ένα όργιο δολοφονιών οι οποίες πυροδοτούνται μέσω των αλυσιδωτών αντιδράσεων που έχει θέσει εν αγνοία του η παρατήρηση του Οδυσσέα σχετικά με την προέλευση του συγκεκριμένου μενταγιόν.

Από εκεί και έπειτα, η συγγραφέας χειρίζεται με εξαιρετική μαεστρία μία υπόθεση που, αρχικά τουλάχιστον, μοιάζει άλυτη και βήμα-βήμα, οδηγεί, τελικά τον ιδιωτικό ερευνητή Μάνο Βαρσάμη και την ψυχολόγο Έλσα Γληνού στη λύση του μυστηρίου, καταφέρνοντας, όμως, να εξάψει τα μέγιστα την περιέργεια και την αγωνία των αναγνωστών.

Είναι τελικά ο βουλευτής Αντίνοος  Σαρακηνιώτης ένοχος για όσα τον κατηγορούν ή εξακολουθεί να παραμένει ένας αμέμπτου ηθικής κύριος; Ποια είναι η σύνδεση μεταξύ της μητέρας του Οδυσσέα και μιας κυρίας  στο Δρομοκαΐτειο; Τι σχέση μπορεί να έχουν οι σημερινές δολοφονίες με τη σκοτεινή εποχή της Χούντας των Συνταγματαρχών; Και είναι τελικά τα πράγματα όπως δείχνουν ή κάποια καλά θαμμένα μυστικά του παρελθόντος απειλούν να θολώσουν την κρίση των ερευνητών;


X.A.Χωμενίδης, Δεκατρία, εκδ. Πατάκη

 

 

Επιστροφή στα χρόνια της αθωότητας

 

            Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Χρήστος Χωμενίδης επιλέγει να περάσει στο χαρτί και να μοιραστεί με το αναγνωστικό κοινό του κάποιες στιγμές από τον βίο και τις προσωπικές εμπειρίες του. Την τακτική αυτή είχε ακολουθήσει με συνέπεια ήδη από «Το σοφό παιδί», μία αγαστή αρμονική σύζευξη μυθοπλασίας με κάποιες αυτοβιογραφικές αναφορές, είχε συνεχίσει με τη «Νίκη», ένα μυθιστόρημα που αποτελεί, ουσιαστικά, τη βιογραφία της μητέρας του, αλλά και είχε σκιαγραφήσει και το περιβάλλον των νεανικών του χρόνων με το μυθιστόρημά του «Ο Τζίμης στην Κυψέλη». Το «Δεκατρία», όμως, το τελευταίο λογοτεχνικό του πόνημα, δεν αποτελεί παρά την κατάθεση της δικής του αφήγησης για τα δεκατρία πρώτα χρόνια της ζωής του. Και για άλλη μία φορά ο Χωμενίδης αποδεικνύει ότι μπορεί να μας καθηλώσει όχι μόνο με τη δύναμη της πένας του, αλλά και με αυτά τα οποία επιλέγει να μας αφηγηθεί.

Το μυθιστόρημα «Δεκατρία», επομένως, μας αφηγείται τα γεγονότα της ζωής του συγγραφέα από το 1966, το έτος της γέννησής του, μέχρι και το 1979, όταν αυτός θα χάσει τον πατέρα του από καρκίνο στην κρίσιμη εφηβική ηλικία των δεκατριών χρονών. Μαζί με τα γεγονότα της ζωής του συγγραφέα βιογραφείται, παράλληλα, και ολόκληρη η Αθήνα, και, κατ’ επέκταση, η ίδια η Ελλάδα. Διότι, ως γνωστόν, καμία αυτοβιογραφική διήγηση δεν μπορεί να αγνοήσει τα ιστορικά γεγονότα, αλλά και το εκάστοτε περιβάλλον και τις αλλαγές που αυτό υπέστη με το πέρασμα του χρόνου.

Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια αρκετά βιβλία Ελλήνων συγγραφέων περιέχουν αυτοβιογραφικές αναφορές, ιδίως από το δεύτερο μισό του, περασμένου πλέον, εικοστού αιώνα. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Ίσως είναι η νοσταλγία για τα νιάτα μας, που έχουν παρέλθει πλέον ανεπιστρεπτί, ίσως να είναι, όμως, και η νοσταλγία που νιώθουμε για έναν αλλοτινό κόσμο που δεν κυβερνιόταν από τα έξυπνα κινητά και την τεχνητή νοημοσύνη, έναν κόσμο που ανήκει πλέον στο παρελθόν και στην Ιστορία. Οπωσδήποτε, όμως, το χάρισμα της αφήγησης δεν είναι κάτι το οποίο διαθέτουν όλοι οι συγγραφείς που αποπειρώνται ένα τέτοιο εγχείρημα.

Ο Χωμενίδης ξεκινά την αφήγησή του μερικά χρονιά προτού να γεννηθεί ο ίδιος, συγκεκριμένα στις 3 Αυγούστου του 1957, όταν οι γονείς του, η Νίκη και ο Αλέξανδρος γνωρίστηκαν σε μία παράσταση του Τσίρκου της Μόσχας που είχε τύχει να επισκεφθεί τότε την Αθήνα. Το γεγονός ότι στην παράσταση αυτή οι γονείς του Χρήστου επέλεξαν να φιληθούν για πρώτη φορά, αλλά και το ότι ο ίδιος ο συγγραφέας έτυχε να γεννηθεί εννέα χρόνια αργότερα, πάλι στις 3 Αυγούστου, ο Χωμενίδης το θεώρησε σημαδιακό και, επομένως, το κατάλληλο γεγονός για να αρχίσει με αυτό την αφήγηση σε ένα βιβλίο το οποίο μπορεί να θεωρηθεί και ως η συνέχεια της «Νίκης», μία συνέχεια, όμως, η οποία διαβάζεται και εντελώς ανεξάρτητα.

Ο συγγραφέας δεν αγνοεί διόλου την ιστορία της οικογένειάς του πριν από αυτόν. Έτσι μας προσφέρει στο βιβλίο του ένα πλήρες κολλάζ με τις σύντομες βιογραφίες παππούδων, γιαγιάδων και θείων του, τόσο από τη μεριά των Χωμενίδηδων, όσο και των Νεφελούδηδων, από την πλευρά της μητέρας του.

Μας μεταφέρει, λοιπόν, στο χαρτί αυτούσια τη γνωριμία και την ερωτική ιστορία της Νίκης και του Αλέξανδρου που αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους δίχως τη συγκατάθεση των γονέων τους. Μας αποκαλύπτει σχεδόν τα πάντα: τα ερωτικά παραστρατήματα του πατέρα του, τη μοναδική ικανότητα της μητέρας του να ενθαρρύνει τους άλλους, τον έρωτα του ίδιου του συγγραφέα για την πρώτη του νταντά, την Ιωάννα, την απρόσμενη επικράτηση της χούντας και τις αλλαγές που αυτή επέφερε στη ζωή της πρωτεύουσας, τις τεχνολογικές εξελίξεις της εποχής, με το πολύ σινεμά, τη ροκ μουσική, την εισβολή της τηλεόρασης στα σπίτια και άλλα πολλά, όλα φιλτραρισμένα μέσα από τα μάτια της εποχής που Ψυχρού πολέμου.

Ο Χωμενίδης, όπως μα αφηγείται στο «Δεκατρία» μεγάλωσε μόνος του, δίχως αδέλφια, στο σπίτι της οδού Δροσοπούλου 4 στην Κυψέλη. Η μητέρα του δούλευε σε διάφορες εταιρείες, ο πατέρας του έγινε γνωστός εργατολόγος. Και οι δύο του γονείς είχαν αριστερές καταβολές, ωστόσο ούτε εκείνοι ούτε και ο ίδιος εντάχθηκαν ποτέ επισήμως στο ΚΚΕ. Και μπορεί να μην πήγαιναν τον συγγραφέα στην εκκλησία, τον μεγάλωσαν, όμως, με αγάπη, και, κυρίως, προσφέροντάς του άφθονα ερεθίσματα σε ότι αφορά τον τομέα του πολιτισμού. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ο συγγραφέας να ανακαλύψει σχετικά νωρίς την κλίση του στα γράμματα και να πάρει για δώρο το 1975, μια γραφομηχανή Adler.

Σε κάθε, σχεδόν, σελίδα του βιβλίου του γίνεται ολοφάνερη η αγάπη που έτρεφε ο συγγραφέας και για τους δύο του γονείς. Οπωσδήποτε τα πρώτα χρόνια της ζωής μας είναι εκείνα που μας σημαδεύουν και μέσα από το «Δεκατρία» η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται. Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, ενίοτε νοσταλγικό και συγκινητικό, αλλά και χιουμοριστικό, πολλές φορές, που θα μας γυρίσει πίσω στα νεανικά μας χρόνια, σε μια Αθήνα εντελώς διαφορετική από τη σημερινή και στα χρόνια μιας αθωότητας που έχει παρέλθει πλέον οριστικά και αμετάκλητα.


Daniel Silva, Η τσελίστα, εκδ. Ελληνικά γράμματα

  Ο γεννημένος στο Μίσιγκαν συγγραφέας Ντάνιελ Σίλβα το 1960 θεωρείται ένας από τους πιο επιτυχημένους συγγραφείς κατασκοπευτικών μυθιστορημ...