Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Χριστίνα Πουλίδου, Πέρα Δώθε, εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2018, σελ.449

     Η Χριστίνα Πουλίδου, νομικός και δημοσιογράφος, στο δεύτερο μυθιστορηματικό της πόνημα μας προσφέρει μία πολύ δελεαστική περιγραφή της Σύρου στην εποχή της μεγάλης της ακμής και όχι μόνο. 
    Μας τοποθετεί στο 1846 στην Ερμούπολη, η οποία εκείνη ακριβώς την εποχή διαμορφώνεται ως πόλη όπως ακριβώς τη γνωρίζουμε σήμερα, κάτω από το μεγάλο κύμα των Χιωτών προσφύγων που συνέρρευσαν εκεί μετά την καταστροφή του νησιού τους από τους Τούρκους το 1822. Μέσα από την ιστορία της οικογένειας Χωρέμη, μίας οικογένειας πλοιοκτητών και εμπόρων, του Στέφανου και της Σμαράγδας και των παιδιών τους, θα ρίξουμε μια καλοζυγισμένη ματιά στην πρώιμη ιστορία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, στην οικονομία του, στο προσφυγικό ζήτημα, επίκαιρο και σήμερα, αλλά και κεντρικό θέμα του βιβλίου, καθώς και στη ζωή της ανώτερης τάξης στο πλούσιο νησί τον 19ο αιώνα. Ταυτόχρονα όμως θα δούμε και τις μεταπτώσεις που γνώρισε η ναυσιπλοΐα στο νησί τη εποχή της ατμοπλοΐας και την τελική παρακμή του νησιού στο γύρισμα του αιώνα. 
     Με κίνητρα δράσης για τους ήρωες τον φθόνο, τον πανταχού παρόντα έρωτα και τον νόστο των ξενιτεμένων, με τη σφιχτή, πλούσια γλώσσα της και τη συγγραφική της δεινότητα, η κυρία Πουλίδου μας εναποθέτει μία πολύ καλή, ηθογραφική και εξαιρετικά καλογραμμένη εναλλακτική πρόταση για τις μοναχικές, χαλαρωτικές στιγμές της ανάγνωσης.
   Θεματικά, πέρα από τις πλούσιες ιστορικές πληροφορίες για το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας μας στα τέλη του 19ου αιώνα, η συγγραφέας θίγει θέματα όπως η θέση των γυναικών στην κοινωνία της εποχής, ο έρωτας που ξεπερνιέται με την εργασιομανία, ο φθόνος για την επιτυχία των άλλων, αλλά και τα συναισθήματα των προσφύγων και η συμπεριφορά των άλλων απέναντι στους πρόσφυγες, κάτι που καθιστά το βιβλίο εξαιρετικά επίκαιρο. Ο τίτλος, εξάλλου, του βιβλίου, δεν μπορεί παρά να αντικατοπτρίζει το αδιάκοπο πέρα δώθε στο οποίο είναι αναγκασμένοι να επιδίδονται οι πρόσφυγες. Το ίδιο συμπεραίνεται και από το γεγονός ότι, με την ευκαιρία της μνείας των προσφύγων, το βιβλίο μας προσφέρει και μικρές ματιές στη Συρία, τη Χίο, το Παρίσι αλλά και τον Πειραιά εκείνης της εποχής, εκτός από τη Σύρο, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης.
     Αυτό που το ξεχωρίζει  από παρόμοια βιβλία που έχουν γραφτεί για την εποχή και το ίδιο θέμα, είναι αναμφισβήτητα ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας διαπλάθει τους χαρακτήρες της, καθώς και η γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί. Οπωσδήποτε θα το λατρέψουν όσοι διαβάζουν τις καθιερωμένες "κλασικές" πλέον κυρίες της ελληνικής λογοτεχνίας, οι οποίες χειρίζονται άψογα τη γλώσσα, αλλά και οι φίλοι της ιστορίας, αφού αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της ζωής στη Σύρο του 19ου αιώνα.
 
 

Μένιος Σακελλαρόπουλος, Πικρό γάλα, εκδ. Ψυχογιός, 2019, σελ.479


     Ένα πρωτότυπο ταξίδι στην Ελλάδα των μέσων του 20ου αιώνα αποτελεί το τελευταίο πόνημα του γνωστού και μη εξαιρετέου συγγραφέα και δημοσιογράφου Μένιου Σακελαρόπουλου.
     Το βιβλίο στηρίζεται στην αληθινή μαρτυρία μίας ταλαιπωρημένης ψυχής, του Φώτη, που μεγάλωσε σε μία από τις περίφημες παιδουπόλεις της Φρειδερίκης τα ταραγμένα χρόνια μετά τον ελληνικό εμφύλιο. Τα γεγονότα του βιβλίου βασίζονται στις περιπέτειες του ευεργέτη των Ιωαννίνων Φώτη Ραπακούση, συνεπώς πρόκειται εν μέρει για αληθινή ιστορία που εμπλουτίζεται παράλληλα με μυθοπλαστικά στοιχεία από τη γόνιμη φαντασία του συγγραφέα.

     Η υπόθεση του μυθιστορήματος εξελίσσεται ανάμεσα σε τρεις κόσμους: εκείνον του χωριού, της πόλης και της παιδουπόλης του Ζηρού, όλοι στην Ήπειρο. Ποικίλα λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία για τα Γιάννενα δίνονται στον αναγνώστη.  Η εξαθλίωση και η φτώχεια στα χωριά της Ελλάδας τη δεκαετία του '60, οι νωπές ακόμη αναμνήσεις του τρομερού εμφυλίου, ο ακήρυχτος μα υπαρκτός πόλεμος Αριστεράς-Δεξιάς, το δίλημμα της μάνας που έχει να επιλέξει ανάμεσα στο να καταδικάσει τα παιδιά της στη φτώχεια και την ανέχεια προκειμένου να τα έχει μαζί της και στο να τα αποχωριστεί αν είναι να μεγαλώσουν σε ένα απάνθρωπο περιβάλλον μόνο και μόνο για να έχουν φαγητό και μία αξιοπρεπή διαβίωση που η ίδια δε μπορεί δυστυχώς να τους προσφέρει.

    Είναι άραγε η πράξη αυτή μίας μάνας καταδικαστέα ή αξιέπαινη; Είναι ένα τελευταίο απελπισμένο διάβημα μιας μάνας που θέλει να προσφέρει ό,τι καλύτερο στο παιδί της, έστω κι αν αναγκαστεί να το αποχωριστεί, ή είναι μια εύκολη λύση η οποία θα έπρεπε να έχει αποφευχθεί; Οι γνώμες για το θέμα διίστανται. Κι όχι μόνο των ερευνητών και των απλών ανθρώπων σχετικά με το εάν οι μανάδες αυτές έπραξαν τελικά το σωστό, αλλά και σχετικά με τις συνθήκες στις οποίες μεγάλωναν τα παιδιά σε εκείνες τις παιδουπόλεις. Ακόμη όμως και μεταξύ όσων φιλοξενήθηκαν σε αυτές οι γνώμες διίστανται. Άλλοι τις παρουσιάζουν ως κολαστήρια φρικτής καταπίεσης κι άλλοι δεν φαίνεται να έχουν συνδέσει τα μέρη αυτά με δυσβάσταχτες αναμνήσεις.
    Όπως και να ’χει, τα μηνύματα που θέλει να μας περάσει ο συγγραφέας μέσα από την Οδύσσεια του μικρού Φώτη Ραπακούση είναι πολλά: να παίρνουμε τη ζωή όπως μας έρχεται και να προσαρμοζόμαστε σε αυτήν και να μην μας νοιάζουν τα λόγια του κόσμου. Το ότι η ευτυχία είναι κάτι που κρύβεται στα μικρά καθημερινά πράγματα και ότι το χρήμα σίγουρα δεν μας φέρνει κοντά σε αυτήν. μα πάνω απ’ όλα το γεγονός ότι η φιλία είναι πολύτιμο αγαθό και ότι αν εμείς φερόμαστε με καλοσύνη και δικαιοσύνη, ασχέτως με ό,τι πράττουν οι άλλοι γύρω μας, ο Θεός κάποτε θα μας το ξεπληρώσει.

      Το δυνατό σημείο του βιβλίου είναι η ταχύτητα με την οποία μπορεί να διαβαστεί, κυριολεκτικά χωρίς να σηκώσει κεφάλι ο αναγνώστης. Πρόκειται για ένα ανάγνωσμα που θίγει ένα ευαίσθητο θέμα, σχετικά με το οποίο οι γνώμες των πολλών ακόμη παραμένουν διχασμένες. Πάντως, απευθύνεται σε όλους τους εραστές της λογοτεχνίας, πολλούς από τους οποίους θα συγκινήσει.
 

Τίτσα Πιπίνου, Το κορίτσι του Αλεσάντρο, εκδ. Κλειδάριθμος, 2019, σελ.570

                                                 
Έχουν γραφτεί πολλά πονήματα, σε ό,τι αφορά το μυθιστόρημα, για τη γερμανική κατοχή στην Ελλάδα, ακόμη και για τη βουλγαρική κατοχή της Θράκης. Ελάχιστα όμως έχει απασχολήσει την ελληνική μυθιστορηματική θεματική η Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα.
"Το κορίτσι του Αλεσάντρο" της Τίτσας Πιπίνου έρχεται να συμπληρώσει αυτό το κενό.
Η πρωταγωνίστρια Άννα, είναι η τρίτη στη σειρά από τρεις αδελφές, μετά την Περσεφόνη και τη Φραγκίσκη. Μεγαλώνει στο κλειστό, αυστηρό περιβάλλον ενός μικρού νησιού των Δωδεκανήσων υπό ιταλική κατοχή στον Μεσοπόλεμο σε μια εποχή με συντηρητικά ήθη εν μέσω μιας οικογένειας που επιμένει να την αγνοεί και να συνθλίβει την ξεχωριστή της προσωπικότητα.
Όταν όμως θα μεταβεί στην πιο κοσμοπολίτικη Ρόδο και θα καταστεί μία επιδέξια ράφτρα, θα πάρει τη ζωή στα χέρια της και όλα θα αλλάξουν. Εκεί θα γνωρίσει και τον γοητευτικό Ιταλό μηχανικό Αλεσάντρο Κιοράντο και μαζί του τον έρωτα. 
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας και η γερμανική κατοχή που διαδέχεται την Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα στο τέλος του πολέμου θα αλλάξει τη ζωή της ακόμη μία φορά. Οι εκπλήξεις και οι ανατροπές όμως θα συνεχιστούν μέχρι το τέλος του βιβλίου, σε μία καλοδουλεμένη εναλλαγή ιστορίας και μυθοπλασίας που φτάνει μέχρι και την ένωση των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα.
Παράλληλα με την ιστορία της Άννας εκτυλίσσονται οι ιστορίες της ζωής της Περσεφόνης, της Φραγκίσκης αλλά και της Βερονίκης, εξαδέλφης της Άννας που κατοικεί στη Ρόδο.
Ο λόγος είναι μακροπερίοδος, με διάθεση διεξοδικής περιγραφής η οποία αποσκοπεί στο να αποτυπώσει επακριβώς τις σκέψεις και τις βουλές όλων των ηρώων, ακόμη και των δευτερευουσών χαρακτήρων, χωρίς πολλούς διαλόγους.
Το βιβλίο εστιάζει κυρίως στην περίοδο διοίκησης στα Δωδεκάνησα του σκληροπυρηνικού Τσεζάρε Μαρία ντε Βέκι από το 1937 και εξής, ενός διοικητή που επιχείρησε τον ανθελληνισμό των νησιών με την κατάργηση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία. Καταρρίπτεται έτσι ο μύθος ότι η ιταλική κατοχή ήταν κατά πολύ ελαφρύτερη από την αντίστοιχη γερμανική και βουλγαρική σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Η σκληρότητα βέβαια, την οποία θα επιδείξουν οι ίδιοι οι Γερμανοί μετά το 1943 στους πρώην συμμάχους τους Ιταλούς είναι κάτι που επίσης θα καταπλήξει πολλούς αναγνώστες.
Το βιβλίο αποτελεί μία εναλλακτική αναγνωστική πρόταση για όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τις πιο άγνωστες πτυχές του.

Θάνος Βερέμης, 21 ερωτήσεις και απαντήσεις για το '21, εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ.226


    Ένα ξεχωριστό βιβλίο για το 1821 γραμμένο από έναν μεγάλο ιστορικό με τη μορφή ερωταποκρίσεων που καλύπτει όλες τις πτυχές της ιστορίας της ελληνικής επανάστασης, αλλά και της τουρκοκρατίας και του νεοσύστατου τότε Νεοελληνικού κράτους. 
     Ο Βερέμης θέτει ερωτήσεις κρίσεως και απαντά στις πιο καίριες απορίες των Ελλήνων σχετικά με την Παλιγγενεσία τους. Ξεκινά με το πιο σημαντικό ερώτημα, το πως δηλαδή αντιλήφθηκαν οι ίδιοι οι Έλληνες το περιεχόμενο της επανάστασής τους.
    Κατόπιν, εξετάζεται η κατάσταση των υπόδουλων Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας από τη σχέση τους με την καθολική και προτεσταντική Δύση, την υφή της ελληνικής κοινωνίας, τον πληθυσμό και τις επιδημίες που ενέσκηψαν στην ελληνική χερσόνησο μέχρι και τη φύση του καθεστώτος των Οθωμανών.
Ακολούθως ο Βερέμης επικεντρώνεται στα ερωτήματα που αφορούν την ίδια την Επανάσταση: τις εθνοσυνελεύσεις, τους ένοπλους του Αγώνα, τους ξένους ταξιδιώτες, τους Φιλέλληνες, τα επαναστατικά δάνεια και τα ξενικά κόμματα.
    Ο Θάνος Βερέμης δεν διστάζει να θέσει και ερωτήσεις κρίσεως, όπως ποια ήταν η σημασία της εκκλησίας στην Παλιγγενεσία, γιατί οι στρατιωτικές επιτυχίες των Ελλήνων τους οδήγησαν τελικά στη διχόνοια και γιατί ο Ιμπραήμ κατάφερε ως το τέλος να καταστείλει την επανάσταση στην Πελοπόννησο. Δεν αφήνει στο απυρόβλητο ούτε τις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας με τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, την Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Αυστροουγγαρία και τη Ρωσια.
    Στο σύνολό του, το νέο έργο του Θάνου Βερέμη απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες που τους ενδιεφέρει να μάθουν με εγκυρότητα τη νεώτερη και σύγχρονη ιστορία τους. Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και αποσπασματικά, εφόσον οι ερωτήσεις μπορούν να αναγνωσθούν με όποια σειρά είναι επιθυμητό, καθώς δεν υπάρχει συνέχεια μεταξύ τους, απλά θίγεται κάθε φορά ένα συγκεκριμένο, διαφορετικό κάθε φορά, θέμα. Έτσι ο αναγνώστης μπορεί να λύσει τυχόν απορίες ή να εμβαθύνει μόνο σε θέματα στα οποία επιθυμεί, σχηματίζοντας όμως παράλληλα μία ολοκληρωμένη εικόνα για τα τόσο σημαντικά για την ιστορία μας γεγονότα της Παλιγγενεσίας.