Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

Δημήτρης.Α. Σταματόπουλος (επιμ.)Πόλεμος και Επανάσταση στα Οθωμανικά Βαλκάνια (18ος-20ος αι.), εκδ. Επίκεντρο, 2019, σελ.395



Το βιβλίο αυτό σε επιμέλεια του Δημήτρη Σταματόπουλου, καθηγητή Βαλκανικής και Ύστερης Οθωμανικής ιστορίας, περιέχει άρθρα ξένων και Ελλήνων καθηγητών στα πανεπιστήμια της χώρας μας και του εξωτερικού. Η θεματική αφορά τον επονομαζόμενο και "μακρύ", τον 19ο δηλαδή αιώνα, τον αιώνα των αλλαγών και των εθνικισμών, σε ό,τι όμως αυτός σχετίζεται με τη ιστορία των βαλκανικών χωρών.

Οι παλαιότερες θεωρητικές προσεγγίσεις έβλεπαν την ιστορία των Βαλκανίων και της ΝΑ Ευρώπης σαν ένα κομμάτι της ιστορίας του δυτικού ιμπεριαλισμού και του Ανατολικού Ζητήματος. Οι νεότερες όμως προσεγγίσεις είδαν και την άλλη όψη του νομίσματος, εκείνη του αναδυόμενου βαλκανικού εθνικισμού ως αποτέλεσμα της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της επίδρασης στους βαλκανικούς λαούς των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού. Οι επαναστάσεις αυτές υπήρξαν σχεδόν πάντοτε επιτυχημένες πολιτικά, αλλά όχι στρατιωτικά. 

Η πράξη της ίδρυσης εθνικών κρατών στα Βαλκάνια σχετίζεται με τους ανταγωνισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων. Κατά πόσον όμως οι επαναστάσεις στα Βαλκάνια έχουν ομοιότητες με τις αντίστοιχες επαναστάσεις της Ευρώπης την ίδια εποχή; Σαφέστατα και οι βαλκανικές μπορούν να θεωρηθούν επίσης επαναστάσεις κοινωνικές, εφόσον συμμετείχαν σε αυτές αγρότες και άνθρωποι χαμηλών κοινωνικών τάξεων, ακριβώς δηλαδή όπως και στην Ευρώπη. Έτσι οι ομοιότητες μεταξύ τους είναι εμφανείς.

Επομένως, οι βαλκανικές επαναστάσεις μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες: πρώτον, η σερβική και η ελληνική επανάσταση, οι οποίες εκδηλώθηκαν ως αποτέλεσμα της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεόντειων Πολέμων. Δεύτερον, το βουλγαρικό, το κροατικό και το ρουμανικό εθνικό κίνημα αναπτύσσονται κυρίως μεταξύ των δύο "επαναστατικών" ετών του 1830 και του 1848. Και, τέλος, με το τρίτο και τελευταίο κύμα μετά το 1871, ολοκληρώνονται τα παραπάνω κινήματα και εκδηλώνεται το σλαβομακεδονικό και το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Το βιβλίο δεν προτίθεται να προσφέρει μία ολοκληρωμένη ιστορία των επαναστάσεων στα Βαλκάνια κατά τους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας, αλλά επιχειρεί να φωτίσει ορισμένες παραμελημένες και πιο άγνωστες πτυχές της βαλκανικής ιστορίας. Έτσι ο αναγνώστης θα πληροφορηθεί περί των-σχετικά λησμονημένων- ρωσικών σχεδίων το 1915 που αφορούσαν την Κωνσταντινούπολη, θα μελετήσει όψεις του βουλγαρικού εθνικισμού, θα πληροφορηθεί την άποψη την οποία έτρεφαν οι Φαναριώτες και το Πατριαρχείο για τη Γαλλική Επανάσταση και θα γνωρίσει από πρώτο χέρι τις αντιλήψεις του Ελευθερίου Βενιζέλου σχετικά με το θέμα των επαναστάσεων και του πολέμου στα Βαλκάνια. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η μνεία των συγγραφέων σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο συγκεκριμένα ιστορικά θέματα επέδρασαν στη συλλογική μνήμη, όπως για παράδειγμα οι μνήμες του Μεγάλου Πολέμου στη δημόσιο ελληνικό βίο του Μεσοπολέμου και η βία στην Ελληνική Επανάσταση ως μέρος της λαϊκής μνήμης μέσα από τις μαρτυρίες των δημοτικών τραγουδιών.

Η συμβολή της παρούσας μελέτης στην ελληνική ιστοριογραφία που αφορά την ιστορία των νεώτερων χρόνων στα Βαλκάνια είναι αναμφισβήτητη, κυρίως επειδή συγκεντρώνει μελέτες έγκριτων ιστορικών και επεκτείνεται σε μη τετριμμένες θεματικές.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

John Higgs, Μία ιστορία του 20ου αιώνα, εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ.423

     Μία εναλλακτική, ρηξικέλευθη και εντελώς ιδιαίτερη εξιστόρηση του πιο αμφιλεγόμενου αιώνα, του 20ου μας προσφέρει ο Βρετανός συγγραφέας, δημοσιογράφος και ιστορικός John Higgs. Οπαδός, όπως φαίνεται, της γαλλικής σχολής των Αnnales, η οποία επικεντρωνόταν στην ιστορία της κοινωνίας και των νοοτροπιών, ο Higgs αποσκοπεί στη συγγραφή μίας ιστορίας χωρίς χρονολογίες, πολιτικά πρόσωπα και γεγονότα. Αυτό που επιδιώκει, αντιθέτως, είναι να δημιουργήσει μία ιστορία νοοτροπιών, μία ιστορία ρευμάτων της επιστήμης, της τέχνης και της λογοτεχνίας και να δείξει πως αυτά τα ρεύματα καθόρισαν- άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο- τη στάση, τις αντιλήψεις και την αντίδραση της κοινωνίας στις καθοριστικές αλλαγές που επιφύλαξε ο καταιγιστικός 20ος αιώνας στον τομέα της τεχνολογίας.

 

   Στο πλαίσιο αυτό, ονόματα πολιτικών, χρονολογίες και γεγονότα της επίσημης ιστορίας αναφέρονται μόνο όπου είναι απαραίτητο και όταν η πορεία τους διασταυρώνεται με κάποιο ρεύμα ή κίνημα. Αυτό μας επιτρέπει να δούμε τον 20ο αιώνα αλλιώς, με οπτικές που, σε διαφορετική περίπτωση ούτε θα φανταζόμασταν πως υπάρχουν και, κατά συνέπεια, να τον κατανοήσουμε καλύτερα. Και μόνο γι' αυτό το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί.

    Το ξεκίνημα τοποθετείται στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, του 19ου, όταν προαναγγέλεται η επανάσταση στην επιστήμη με τη θεωρία της σχετικότητας του Αινστάιν. Στη συνέχεια παρακολουθούμε το κίνημα του μοντερνισμού στην τέχνη και πως αυτό επηρέασε όλες τις όψεις της κοινωνίας, όπως και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που ακολούθησαν και βοήθησαν να διαμορφωθεί η θεωρία του ατομικισμού, η οποία κυριάρχησε στο δεύτερο μισό του αιώνα.

     Ο Higgs δεν αφήνει καμία πτυχή της καθημερινής ζωής έξω από το βιβλίο του, από τη μουσική, την τεχνολογία, την επιστήμη, την αρχιτεκτονική και τη ζωγραφική μέχρι και τον αποκρυφισμό. Κατόπιν, η γυναικεία χειραφέτηση που ακολούθησε τους πολέμους και η αβεβαιότητα της κβαντομηχανικής, η οποία άλλαξε άρδην για ακόμη μία φορά τις αντιλήψεις μας για τον κόσμο που μας περιβάλλει έδωσαν την ώθηση για τα περαιτέρω χαρακτηριστικά που καθόρισαν τη φυσιογνωμία που πήρε το υπόλοιπο μισό του αιώνα: την επανάσταση του διαστήματος, της επιστημονικής φαντασίας στη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, τον μηδενισμό και τον υπαρξισμό, τα ναρκωτικά, τη σεξουαλική απελευθέρωση, την επανάσταση των εφήβων και τα νέα μουσικά είδη που προέκυψαν στα τέλη του αιώνα. Όλα αυτά οδήγησαν αλυσιδωτά στην τελευταία και πιο καθοριστική επανάσταση του 20ου αιώνα η οποία θα παίξει καθοριστικό ρόλο και στον 21ο: την επανάσταση των υπολογιστών και του διαδικτύου, το χάος που αυτή επέφερε γεννώντας το κίνημα του μεταμοντερνισμού και η ραγδαία περιβαλλοντική υποβάθμιση και η κλιματική αλλαγή που ήρθε ως αποτέλεσμα μιας αχαλίνωτης οικονομικής ανάπτυξης. 

    Μία ιστορία λοιπόν που ξεφεύγει από τα στενά όρια της επίσημα καθορισμένης ιστορικής αφήγησης, μία ιστορία που διαβάζεται σαν λογοτεχνία μας προσφέρει ο Higgs με το εν λόγω ξεχωριστό πόνημα, το οποίο αναντίρρητα θα γεννήσει άφθονη τροφή για σκέψη σχετικά με το τι θα επακολουθήσει τον 21ο αιώνα.

Freddy Vinet, Η Μεγάλη Γρίπη του 1918, Η χειρότερη επιδημία του 20ου αιώνα, Ιστορία της ισπανικής γρίπης, εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ. 332


 

 

Πρόκειται για ένα βιβλίο που έρχεται να καλύψει ένα αρκετά μεγάλο βιβλιογραφικό κενό στην ελληνική γλώσσα σχετικά με τις γνώσεις μας για την επιδημία γρίπης του 1918, τη χειρότερη πανδημία του περασμένου αιώνα. Ταυτόχρονα είναι ένα βιβλίο το οποίο αναμφίβολα θα προκαλέσει ενδιαφέροντες συνειρμούς στους αναγνώστες σχετικά με την κατάσταση της πανδημίας που αντιμετωπίζει σήμερα ο πλανήτης μας.

   Την πανδημία αυτή της γρίπης την επισκίασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, τόσο από άποψη θανάτων, όσο και από άποψη σπουδαιότητας, με αποτέλεσμα αυτή να μη λάβει τη θέση που της άξιζε ως ιστορικό γεγονός στη συλλογική μνήμη. Αποτέλεσμα είναι να υπάρχει σήμερα έλλειψη στοιχείων γι' αυτήν, αλλά και αρκετά, ομολογουμένως, "σκοτεινά" σημεία τα οποία έχουν αποτύχει να διαλευκάνουν οι ειδικοί.

Η πανδημία της ισπανικής, όπως ονομάστηκε, γρίπης του 1918-20, η πιο θανατηφόρα από τον καιρό της Μαύρης Πανώλης που ενέσκηψε τον 14ο αιώνα στην Ευρώπη, διερευνάται διεξοδικά από τον καθηγητή Γεωγραφίας στο πανεπιστήμιο Paul-Valery του Montpellier Freddy Vinet. 

    Η ασθένεια της γρίπης εξετάζεται ως προς τις θεωρίες προέλευσής της, από τις οποίες καμία δεν έχει επιβεβαιωθεί ως σήμερα απόλυτα, τα αίτια και το εύρος της γεωγραφικής της εξάπλωσης, τον απολογισμό σε ανθρώπινες ζωές και τον δείκτη θνησιμότητας και μεταδοτικότητας, καθώς και τα συμπτώματα που παρουσίαζαν όσοι νοσούσαν. Ακόμη, εξετάζονται οι τρόποι αντιμετώπισης του κακού από τις κατά τόπους αρχές και οι επιπτώσεις του στην κοινωνία από άποψη κυρίως οικονομίας και κοινωνίας.

    Ο συγγραφέας εξηγεί γιατί η γρίπη αυτή ονομάστηκε ισπανική, αφού αυτή δεν γεννήθηκε τελικά στην Ισπανία ούτε μέτρησε εκεί τελικά πολύ περισσότερα θύματα απ' ότι οι υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη. Η γρίπη αυτή ονομάστηκε έτσι επειδή η σχετικά πρόσφατη στη συλλογική μνήμη επιδημία γρίπης του 1889-1890 είχε πάρει τότε το ίδιο όνομα. Ακόμη και χωρίς τις τόσο γρήγορες μετακινήσεις σε σχέση με σήμερα, η γρίπη του 1918 δεν άργησε να φτάσει σε κάθε γωνιά του κόσμου, μέχρι και την Πολυνησία, να μολύνει μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού και να χαρακτηριστεί πανδημία, με μία θνησιμότητα της τάξης του 2 με 3%.

    Εκείνο που κάνει τη συγκεκριμένη γρίπη να ξεχωρίζει είναι αδιαμφισβήτητα το ξέσπασμά της κατά το τελευταίο έτος του Μεγάλου Πολέμου, γεγονός το οποίο φυσικά δυσχέραινε την αντιμετώπισή της από τις πολιτικές αρχές. Το δράμα των στρατιωτών που έκρυβαν τα συμπτώματα που ένιωθαν, όπως τον δυνατό πονοκέφαλο και πυρετό, από φόβο μήπως κατηγορηθούν για δειλία, ήταν αναντίρρητα κάτι που δεν είχε ξαναγίνει ως τότε. Οι κυβερνήσεις δήλωναν απρόθυμες να πάρουν αυστηρά περιοριστικά μέτρα, καθώς υπήρχε ήδη οικονομική κρίση λόγω του πολέμου. Καραντίνες, απαγορεύσεις ταξιδιών, περιοριστικά μέτρα στην μετακίνηση των πολιτών και κλείσιμο των συνόρων, είναι μέτρα που θα μας θυμίσουν με δραματικό τρόπο ότι αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι, τελικά, πρωτόγνωρο για την ανθρωπότητα ακόμη κι αν δεν το έχουν ζήσει οι μεταπολεμικές γενιές, τουλάχιστον σε τόσο μεγάλη έκταση. Τα δημοσιεύματα του τύπου, η δράση των ιδιωτών, οι μάσκες, η συμφόρηση των νοσοκομείων, η πίστη σε θαυματουργές, αλλά αμφιβόλου αποτελεσματικότητας θεραπείες, τα φαινόμενα της κερδοσκοπίας, όλα αυτά θα κάνουν τον αναγνώστη να πιστέψει ότι, τελικά, παρά την παγκοσμιοποίηση, δεν έχουν αλλάξει και τόσο πολλά πράγματα από τότε, όπως ίσως μας αρέσει σήμερα να πιστεύουμε.

    Ο Vinet εξετάζει ακόμη τη σχέση της γρίπης με τον Πόλεμο. Άραγε θα είχε ενσκήψει η επιδημία αν δεν είχε γίνει ο Πόλεμος; Ποια  ακριβώς ήταν η σχέση μεταξύ των δύο αυτών κομβικών γεγονότων των αρχών του αιώνα και πώς επηρέασε το ένα το άλλο; Τέλος, ο συγγραφέας επισημαίνει την παραδοξότητα που χαρακτήριζε τη συγκεκριμένη γρίπη, ότι δηλαδή αυτή είχε μεγαλύτερα ποσοστά θνησιμότητας σε νέους, παρά σε ηλικιωμένους, και εξετάζει τη σχέση της με τις πανδημίες του 21ου αιώνα πριν τον σημερινό COVID-19.

    Ένα βιβλίο επίκαιρο που μας αφορά όλους, διότι, όπως μας λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας, μπορεί μεν οι πανδημίες να είχαν γνωρίσει υποχώρηση στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα σε σχέση με τις εκφυλιστικές νόσους, σήμερα όμως υπάρχει, δυστυχώς, αναζωπύρωση. Δεν θα πρέπει, επομένως, σε καμία περίπτωση να χαλαρώνουμε την επαγρύπνησή μας και ένας πολύ καλός τρόπος γι' αυτό είναι τα διδάγματα που αντλούμε από την ίδια την Ιστορία.

  


Λευτέρης Καντζίνος, Αθήνα 1204-1456, τα άγνωστα χρόνια, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ.298


 

 Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του, με το βιβλίο αυτό ο ιστορικός και συγγραφέας Λευτέρης Καντζίνος θέλει να επανορθώσει μία αδικία: να φωτίσει την περίοδο κατά την οποία η Αθήνα τέλεσε υπό φραγκική κατοχή. Ο όρος "Φράγκοι" περιλαμβάνει όλους τους Βουργουνδούς, Καταλανούς, Ναβαραίους, Αραγώνιους και Φλωρεντίνους κατακτητές που πέρασαν από την Αθήνα κατά τα "άγνωστα" αυτά χρόνια, ήτοι από το 1204-1456.

Αφορμή για να πατήσουν το πόδι τους οι Φράγκοι στην Ρωμανία-όπως αποκαλούνταν τότε τα εδάφη της Ελλάδας- ήταν οι Σταυροφορίες και, πιο συγκεκριμένα, η τέταρτη σταυροφορία η οποία στάθηκε και η αφορμή προκειμένου να καταλυθεί η βυζαντινή αυτοκρατορία για πρώτη φορά στη μακραίωνη ιστορία της. Έως και την ανασύστασή της το 1261, οι Φράγκοι θα επικρατήσουν στον ελλαδικό χώρο, εκμεταλλευόμενοι το κενό εξουσίας που προκύπτει από  τη διάλυσή της. Από το 1375 και έπειτα όμως, η παντοκρατορία τους στα εδάφη της Ρωμανίας θα αρχίσει να παρουσιάζει επικίνδυνους τριγμούς, λόγω της ανερχόμενης δύναμης των Βενετών και των Οθωμανών στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, αλλά και εξαιτίας των μεταξύ τους ερίδων.

Το βιβλίο ξεκινά με μία σύντομη επισκόπηση της ιστορίας της πόλης των Αθηνών από τα αρχαία, τα ελληνιστικά και τα ρωμαϊκά χρόνια ως και τα βυζαντινά, προκειμένου να επικεντρωθεί στην περίοδο μετά από τη φραγκική κατάκτηση. Η περίοδος της φραγκοκρατίας στην Αθήνα από το 1204 ως το 1456 μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις επιμέρους περιόδους: στην περίοδο κυριαρχίας των Βουργουνδών (1204-1311), στην περίοδο κατοχής των Καταλανών, Ναβαραίων και Αραγωνέζων (1311-1388) και στην περίοδο κατοχής από τους Φλωρεντιούς Ατζαγιόλι (1388-1456). Κάθε μία από αυτές περιγράφεται διεξοδικά στο βιβλίο του Λ.Κ. με γλώσσα απλή αλλά και συνάμα γλαφυρή, από άποψη των πολιτικών γεγονότων και των ηγεμόνων που ασκούσαν την εξουσία, από την πλευρά της κοινωνικής και της θρησκευτικής οργάνωσης, αλλά και σε ό,τι αφορά τις σχέσεις που είχαν οι Φράγκοι κυρίαρχοι του Δουκάτου των Αθηνών με τους λοιπούς ανταγωνιστές τους στον ελλαδικό χώρο, δηλαδή τους Βυζαντινούς, τους Βενετούς και τους Οθωμανούς, αλλά και μεταξύ τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, το οποίο αφορά τη σχέση των ίδιων των Αθηναίων με τα κλασικά μνημεία της πόλης τους. Εδώ εξιστορείται και το χρονικό της καταστροφής του Παρθενώνα από τον Βενετό Μοροζίνι, παρότι αυτό τοποθετείται εκτός της εξεταζόμενης περιόδου, στα 1687. Περιλαμβάνονται, τέλος, και οι μαρτυρίες των ξένων περιηγητών που επισκέφθηκαν την Αθήνα κατά τον 17ο και 18ο αιώνα.

Ο αναγνώστης θα πληροφορηθεί με αμείωτο ενδιαφέρον για τη ληστρική δράση της Καταλανικής Εταιρείας στον ελλαδικό χώρο, ένα ιστορικό γεγονός την ύπαρξη και τη σημασία του οποίου αγνοούν οι περισσότεροι Έλληνες σήμερα, καθώς και για τα φράγκικα κτίσματα στην Αθήνα και την πόλη των Θηβών, εκείνων που επιβιώνουν ως σήμερα, όπως το Ριζόκαστρο, καθώς και εκείνων που κατεδαφίστηκαν, όπως ο Πύργος των Προπυλαίων στην Ακρόπολη.Τα λιγοστά αυτά αρχαιολογικά τεκμήρια, όπως και ορισμένα φραγκικά ονόματα τα οποία διατηρούνται ως σήμερα, αποτελούν και τους μοναδικούς σχεδόν μάρτυρες της κυριαρχίας των Φράγκων στον ελληνικό χώρο, καθώς, αν εξαιρέσει κανείς τις περιοχές οι οποίες ήταν υπό τον έλεγχο των Βενετών, δεν σημειώθηκαν περαιτέρω σημαντικές αλληλεπιδράσεις σε κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο μεταξύ Ελλήνων και Φράγκων.

Εν κατακλείδι, με το παρόν πόνημα τεκμηριώνεται η άποψη πως αυτή η συνεχής αναταραχή και η εναλλαγή των κατακτητών που επέφερε στα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας η τέταρτη σταυροφορία κατά τον 13ο αιώνα, ήταν το γεγονός το οποίο αναμφίβολα συνετέλεσε τα μέγιστα στη γένεση και τη διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού και της σημερινής ταυτότητας των Νεοελλήνων. Η τελευταία αποτελείται από στοιχεία τόσο αρχαιοελληνικά και βυζαντινά, όσο και από εκείνα των κατακτητών της Δύσης και της Ανατολής, ήτοι των Δυτικοευρωπαίων και των Οθωμανών.

Στο σύνολό του μπορούμε να πούμε ότι το παρόν πόνημα υλοποιεί τον στόχο του συγγραφέα να αναπληρώσει το βιβλιογραφικό κενό στην ιστορία της πόλης των Αθηνών και να εστιάσει σε αυτή τη λιγότερο προβεβλημένη απ' όλες τις ιστορικές περιόδους που αφορούν τη χώρα μας: εκείνη της φραγκοκρατίας.