Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2022

Τζανφράνκο Καλίγκαριτς, Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, εκδ. Ίκαρος


 

Βασισμένο στις εμπειρίες που αποκόμισε ο ίδιος ο συγγραφέας από την Αιώνια Πόλη, τη Ρώμη, την οποία επισκέφθηκε γύρω στο 1970, είναι το cult μυθιστόρημα "Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη" του Μιλανέζου συγγραφέα και δημοσιογράφου Τζανφράνκο Καλίγκαριτς. 

Ο συγγραφέας γεννήθηκε στην Ασμάρα της Ερυθραίας, μεγάλωσε στο Μιλάνο και μετοίκησε κάποια στιγμή της ζωής του στη Ρώμη. Το ίδιο θα πράξει και ο ήρωας του βιβλίου του, ο νεαρός μποέμ από το Μιλάνο, Λέο Γκατζάρα, με τη μόνη διαφορά ότι αυτός θα επιστρέψει κάποια στιγμή στη γενέτειρά του, σε αντίθεση με τον συγγραφέα.

Ο Τζανφράνκο, επομένως, χτίζει ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε προσωπικές του εμπειρίες και δημιουργεί ένα βιβλίο-ύμνο στη Ρώμη, η οποία είναι στην πραγματικότητα ο αληθινός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος. 

Προφανώς ο συγγραφέας ενσωματώνει και αυτοβιογραφικά στοιχεία στον χαρακτήρα που δημιουργεί και αποτυπώνει τα δικά του βιώματα από τα νυχτοπερπατήματα και τα γλέντια στην Αιώνια Πόλη.

Ο Λέο Γκατζάρα, που είναι και αυτός δημοσιογράφος όπως και ο συγγραφέας, βρίσκει δουλειά σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό όταν αποφασίζει να μετοικήσει στη Ρώμη. Αυτό του αφήνει άφθονο ελεύθερο χρόνο, αλλά και χρήμα για να διάγει μία έντονη dolce vita στην πόλη του έρωτα. Οι φίλοι που θα αποκτήσει θα είναι όλοι μορφωμένοι και τα ενδιαφέροντά τους κινούνται ανάμεσα στη φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, τη μουσική και την τέχνη. Οι διασκεδάσεις όμως με τις εφήμερες "πεταλούδες της νύχτας" θα τερματιστούν απότομα όταν ο Λέο γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο της Αριάννα. Παράλληλα όμως θα χάσει τη δουλειά του και θα αποβεί δέσμιος κάποιων δουλειών του ποδαριού, που δεν αποφέρουν καλές απολαβές. Και κάπου εκεί θα τελειώσει και το όνειρο και ο πρωταγωνιστής θα ξεκαβαλικέψει από το ροζ συννεφάκι. Δυσάρεστα γεγονότα θα κηλιδώσουν την ευτυχία της παρέας, ενώ τελικά δεν είναι και τόσο εύκολο όσο φαίνεται να είναι μαζί οι δύο εραστές.

Το δυνατό σημείο του βιβλίου, όμως, δεν είναι τόσο η υπόθεσή του , αλλά οι περιγραφές της Αιώνιας Πόλης από τη λυρική και σχεδόν ποιητική, πολλές φορές, πένα του συγγραφέα. Μπαρ, τρατορίες, κάθε λογής καταγώγια όπου το αλκοόλ ρέει άφθονο στα ποτήρια αλλά και τις φλέβες των θαμώνων, οι διάσημες πλατείες της πόλης, όπως η Πιάτσα Ναβόνα, η Πιάτσα ντελ Πόπολο και η Πιάτσα ντελ Σπάνια, όλα αυτά περιγράφονται διεξοδικά με έναν λυρισμό που αφοπλίζει.

Συνάμα, όμως, αυτά παρουσιάζονται και υπό το πρίσμα μιας αδιόρατης μελαγχολίας, μίας φθινοπωρινής μουντάδας και απαισιοδοξίας η οποία απλώνεται σαν νέφος πάνω από την πόλη και από τις καρδιές των μποέμ νεαρών πρωταγωνιστών. Πράγματι, το όλο σκηνικό θα μας θυμίσει ενίοτε τους "Μποέμ" του Πουτσίνι.

Η αντίθεση μεταξύ του ατόμου και της πόλης, της μοναξιάς και του πλήθους, του ατομικού και του συλλογικού είναι ιδιαίτερα έντονη. Και εν τέλει, αυτό ακριβώς είναι που φωτίζεται στο μυθιστόρημα: η σχέση που μπορεί να δημιουργήσει ένας άνθρωπος με τον χώρο που τον περιβάλλει, και εδώ, πιο συγκεκριμένα, με την πόλη στην οποία κινείται καθημερινά.

Η απαισιοδοξία που διατρέχει το κείμενο είναι ολοφάνερη ήδη από τις λέξεις "τελευταίο καλοκαίριτου τίτλου. Αυτό προϊδεάζει τον αναγνώστη ήδη από την πρώτη στιγμή ότι κάτι ωραίο στη Ρώμη έχει τελειώσει και έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Και πράγματι, αυτές οι μποέμ, ξένοιαστες μέρες της νιότης μας αναπόφευκτα τελειώνουν κάποια στιγμή καθώς μεγαλώνουμε. Η εξάρτηση από το αλκοόλ μπορεί να φέρει δυσάρεστα αποτελέσματα στο σώμα μας. Η απώλεια της νιότης φέρνει, μοιραία, και την απώλεια της αστείρευτης αισιοδοξίας μας. Διότι ξέρουμε καλά ότι ο χρόνος μας σε αυτή τη γη λιγοστεύει όσο γερνάμε και αυτό δεν μπορεί παρά να μας γεμίζει μελαγχολία. Τίποτε δεν είναι για πάντα, ούτε ο έρωτας, ούτε τα νυχτοπερπατήματα και οι κρασοκατανύξεις της νιότης μας, ούτε οι φιλίες μας, ούτε καν η ίδια η "Αιώνια" Πόλη, η Ρώμη. 

Το βιβλίο δικαίως χαρακτηρίστηκε ως "ξεχασμένο διαμάντι της ιταλικής λογοτεχνίας", αφού ήδη από την πρώτη του έκδοση στη Ρώμη το 1973 αποτέλεσε εκδοτικό φαινόμενο και σήμερα έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι χώρες. Στα ελληνικά έχουμε την τύχη να διαβάσουμε το αρχικό ιταλικό κείμενο με τρόπο που διατηρεί όλον τον λυρισμό και τη μουσικότητα της ιταλικής γλώσσας εξαίσια μεταφρασμένης από τη Δήμητρα Δότση.


Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2022

Συλλογικό έργο, Χριστουγεννιάτικες ιστορίες, εκδ. Ελληνοεκδοτική

 

Τα Χριστούγεννα σαν εποχή έχουν κάτι το μαγικό. Κανένας δεν μπορεί να το αρνηθεί αυτό είτε λατρεύει τα Χριστούγεννα είτε όχι. Όπως και να χει, η γιορτή αυτή έχει ταυτιστεί στη μνήμη μας με έννοιες όπως αγάπη, οικογένεια, παιδικές αναμνήσεις, γενναιοδωρία, θρησκευτική κατάνυξη, μαγεία της Παραμονής των Χριστουγέννων, αλλά και με έννοιες κάπως πιο «πεζές», όπως πολύχρωμα φωτάκια, χιόνι, μελομακάρονα, κουραμπιέδες, φαγοπότι, κάλαντα και ρεβεγιόν.

 

Αναπόφευκτα, επομένως, πολλές από τις θεματικές των Χριστουγεννιάτικων ιστοριών που ανθολογεί και επιμελείται για άλλη μία φορά ο γνωστός λογοτέχνης Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης, εμπίπτουν στις προαναφερθέντες θεματικές κατηγορίες.  Τριάντα τέσσερις καταξιωμένοι Έλληνες λογοτέχνες γράφουν από ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα με γνώμονα τις προσωπικές προτιμήσεις και τα βιώματά τους. Αποτέλεσμα είναι να δημιουργηθεί ένα βιβλίο πολυποίκιλο και πολύχρωμο, παρά το γεγονός ότι όλα τα διηγήματα έχουν μία κοινή συνιστώσα: διαδραματίζονται, ως επί τω πλείστον, κατά την περίοδο του Δωδεκαημέρου και των χριστουγεννιάτικων γιορτών.

 

Οι παιδικές αναμνήσεις πρωταγωνιστούν, όπως και το σμίξιμο των οικογενειών, όπως είναι φυσικό. Ο μαγικός ρεαλισμός και η προσωποποίηση έχουν και αυτά τη θέση τους στο βιβλίο όταν ένας σκύλος μας μιλάει για τις γιορτές από τη δική του σκοπιά και ένα χριστουγεννιάτικο έλατο. Τα διηγήματα είναι συνήθως γραμμένα στο πρώτο ενικό πρόσωπο και μας μεταφέρουν πολλές αυτούσια τα βιώματα των συγγραφέων, αλλά και σε τρίτο ενικό. Κάποιες από τις ιστορίες είναι εντελώς φανταστικές, ενώ άλλες ενέχουν στοιχεία κοινωνικού προβληματισμού όπως η νευρική ανορεξία, η παιδική ψυχολογική κακοποίηση, το Αλτσχάιμερ ή το θέμα των αστέγων. Δε λείπουν βέβαια και, στο πλαίσιο πάντοτε των γιορτών, και κάποιες αναφορές σε αληθινά ιστορικά γεγονότα όπως τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών και τον Εμφύλιο. Επιπλέον, αρκετές από τις ιστορίες στηρίζονται στη ναυτική παράδοση της χώρας μας και αφορούν ναυτικούς, καπετάνιους, τις οικογένειές τους και το σμίξιμό τους κατά την περίοδο των γιορτών.

 

 Κάποιες από τις ιστορίες θα μας συγκινήσουν. Μερικές θα μας προβληματίσουν. Και άλλες θα μας φέρουν στον νου τις δικές μας παιδικές χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις. Εξάλλου πρόκειται για ιστορίες που σίγουρα απευθύνονται περισσότερο στο συναίσθημα παρά στη λογική των αναγνωστών. Και ενίοτε αυτοί θα ξαφνιαστούν με την κατάληξη κάποιων από αυτές τις ιστορίες. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όλες τους είναι γραμμένες με μεγάλο μεράκι και φροντίδα από έμπειρους στον χώρο λογοτέχνες. Ο ανθρωπισμός, η αγάπη, η μυσταγωγία και το μαγικό στοιχείο των ημερών, το πνεύμα των Χριστουγέννων, η θρησκευτικότητα, αλλά και η οικογένεια είναι οι αληθινοί πρωταγωνιστές.

 

Εν κατακλείδι πρόκειται για ευκολοδιάβαστες και ευχάριστες γενικά ιστορίες που απευθύνονται σε αναγνώστες κάθε ηλικίας και μπορούν να διαβαστούν ευχάριστα και αποσπασματικά  την περίοδο των γιορτών -και όχι μόνο- προκειμένου να μας βάλουν στο πνεύμα των ημερών.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2022

Nafida Mohamed, Η δίκη του Ματάν, εκδ. Διόπτρα

 

Η καταδίκη ενός αθώου

 

1952, Μεγάλη Βρετανία, Τάιγκερ Μπέι του Κάρντιφ. Ένας κόσμος ναυτικών, επιχειρηματιών, βιομηχανίας και ναυπηγείων, εργατών και κάθε λογής τυχοδιωκτών, γηγενών λευκών και μαύρων από την Αφρική και τις Δυτικές Ινδίες. Αυτός είναι ο κόσμος στον οποίο ανήκει ο Σομαλός Μαχμούτ Ματάν, Σομαλός τυχοδιώκτης και καιροσκόπος, παντρεμένος με λευκή των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, αλλά στην παρούσα φάση σε διάσταση από τη σύζυγό του, και πατέρας τριών παιδιών.

 

Ο Μαχμούτ είναι μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, χωρίς να έχει όμως ιδιαίτερα πάρε δώσε με τη θρησκεία. Πράγματι, οι περιορισμοί που αυτή επιβάλει συνήθως δεν αρκούν προκειμένου να αποτρέψουν τον Μαχμούτ από το να γίνει και ελαφρώς κλεφτρόνι κάποιες φορές. Ούτε από το να στοιχηματίσει στον ιππόδρομο ή στο πόκερ. Ο Μαχμούτ είναι λάτρης του τζόγου και δεν το κρύβει. Δεν είναι πλούσιος, αλλά για έναν μυστήριο λόγο καταφέρνει πάντα να τα φέρνει βόλτα. Πάντως, αν και είναι λιγουλάκι κατεργαράκος, δεν θα μπορούσε να πειράξει ούτε μύγα, πόσο μάλλον να δολοφονήσει κάποιον.

 

Η ζωή του όμως θα αλλάξει δραματικά όταν θα κατηγορηθεί για τον φόνο μιας λευκής Εβραίας ιδιοκτήτριας μαγαζιού. Ευθύς οδηγείται στη φυλακή και αρχίζει ένας δικαστικός κυκεώνας που απειλεί να τερματίσει στον βίο του στην κρεμάλα. Τα στοιχεία δεν επαρκούν για να καταδικαστεί- οι αστυνομικοί δεν βρίσκουν πάνω του ούτε όπλο, ούτε χρήματα, αλλά ούτε και δαχτυλικά αποτυπώματα στον τόπο του εγκλήματος. Παρ’ όλα αυτά, θα καταδικαστεί εις θάνατον διά απαγχονισμού. Πώς γίνεται αυτό; Πώς μπορεί να καταδικαστεί ένας αθώος για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε;

 

Φαίνεται πως στη Μεγάλη Βρετανίας των μέσων του εικοστού αιώνα, κάτι τέτοιο δεν ήταν και τόσο δύσκολο να γίνει. Ας μην ξεχνάμε ότι η Ευρώπη, αλλά και οι ΗΠΑ των μέσων του περασμένου αιώνα ήταν ένας κόσμος ρατσιστικός και μισαλλόδοξος, ιδιαίτερα προς τους έγχρωμους. Η αποικιοκρατία έπνεε, πλέον, τα λοίσθια, οι έγχρωμοι όμως που είχαν επιλέξει την Ευρώπη για την αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης αντιμετωπίζονταν με καχυποψία από τις αστυνομικές αρχές.

 

Επιπλέον, ο Μαχμούτ έχει πολλούς εχθρούς. Δεν είναι άνθρωπος που χαϊδεύει τα αυτιά των άλλων, αντιθέτως, είναι διεκδικητικός και αιχμηρός στις κρίσεις του πολλές φορές. Επίσης έχει πολλούς «ανοιχτούς» λογαριασμούς με πολλά ταραχοποιά στοιχεία στο Τάιγκερ Μπέι και έχει την τάση να αψηφά τις αρχές και να είναι ιδιαίτερα επικριτικός μαζί τους. Χώρια το ότι έχει απασχολήσει τις αρχές για μικροαδικήματα και στο παρελθόν. Όλα αυτά, λοιπόν, αρκούν προκειμένου να ωθήσουν όσους τον αντιπαθούν να ψευδομαρτυρήσουν εναντίον του.

 

«Η δίκη του Ματάν» είναι ένα βιβλίο ορόσημο. Είναι πολλά πράγματα συγχρόνως. Έπος της αντιρατσιστικής λογοτεχνίας, ιστορία της μεταπολεμικής κοινωνίας της Αγγλίας, ψυχογράφημα της ψυχολογίας των επιζώντων Εβραίων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ιστορία της εποχής της αποαποικιοποίησης, ιστορία της Σομαλίας, δικαστικό θρίλερ, συναρπαστικό και συγκλονιστικό μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινά γεγονότα. Πάνω απ’ όλα όμως είναι μία σπαρακτική διήγηση για έναν βασανισμένο άνθρωπο που έπεσε θύμα της μισαλλοδοξίας και του άδικου συστήματος και έχασε τη ζωή του τόσο άδικα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η οικογένειά του στιγματίστηκε μετά από την εκτέλεσή του και ότι η μνήμη του αποκαταστάθηκε μόλις το 1996 όταν οι βρετανικές αρχές αναγνώρισαν ότι ο Ματάν είχε καταδικαστεί με πλημμελή στοιχεία για τον φόνο. Κλείνοντας, αξίζει να δούμε τις σκέψεις του ίδιου του Ματάν όταν, κλεισμένος στη φυλακή, βασανιζόταν από την αβεβαιότητα για το μέλλον του:

 

«Απ’ όταν γεννήθηκε και μέχρι τα είκοσί του χρόνια όλα είχαν πάει καλά με ελάχιστη προσπάθεια από πλευράς του, αλλά από τότε και έπειτα, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, η γκαντεμιά τον είχε τυλίξει σαν ομίχλη. Οι λιγοστές μικρές ανάσες τύχης στον ιππόδρομο ή στο πόκερ δεν είχαν αλλάξει τίποτα ουσιαστικό στη ζωή του ούτε είχαν αποκαταστήσει την  παλιά καλή του μοίρα. Θέλει να τον ακούσει ο Θεός ,να τον δει μέσα σ’ αυτή την ελεεινή φυλακή,  ανάμεσα στους άσπλαχνους ξένους, και να τον επιστρέψει στην οικογένειά του. Και αυτός σε αντάλλαγμα θα κόψει τον τζόγο και την αθεΐα».

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2022

Πάνος Καρνέζης, Ο Λαβύρινθος, εκδ. Πατάκη

 

Τον αδιέξοδο λαβύρινθο σε ιστορικό, πολιτικό, αλλά και ψυχολογικό επίπεδο των Ελλήνων στρατιωτών το 1922 πραγματεύεται ο συγγραφέας Πάνος Καρνέζης σε μία γοητευτική αλληγορία με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού στη γραφή.

 

Βάθη της Ανατολίας, Σεπτέμβρης του 1922. Ο ελληνικός στρατός έχει ηττηθεί σε όλα τα μέτωπα και εγκαταλείπει τη Μικρά Ασία. Μία αποδεκατισμένη ελληνική μεραρχία περιπλανιέται ακόμη στην άγονη στέπα της Ανατολίας προσμένοντας τη σωτηρία. Ο διοικητής της είναι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, εθισμένος στη μορφίνη και την ελληνική μυθολογία, την οποία διαβάζει μανιωδώς. Ο συνταγματάρχης Νέστωρ θρηνεί ακόμη τον ξαφνικό θάνατο της γυναίκας του που συνέβη πριν από έναν χρόνο. Δίπλα του θα βρούμε κι άλλες τυπικές φυσιογνωμίες του ελληνικού στρατού της εποχής: φιλόζωους στρατιώτες, αλλά και ανάλγητους πολεμιστές, ιερείς που ποθούν να προσφέρουν παρηγοριά και να αλλάξουν τον κόσμο, και νέους στρατιώτες εμφορούμενους από τα νέα σοσιαλιστικά ιδεώδη της εποχής.

 

Η ατμόσφαιρα που καταφέρνει να δημιουργήσει ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα υποβλητική και θέση της απελπισίας στην οποία έχουν περιέλθει οι στρατιώτες απόλυτη, όπως και η αβεβαιότητα που νιώθουν. Παρακμή, κατάρρευση, απαισιοδοξία και ανατριχιαστική πραγματικότητα στο νοσοκομείο εκστρατείας, αυτά αποτελούν τη μουδιασμένη καθημερινότητα των στρατιωτών, οι οποίοι μοιάζουν τόσο εγκαταλειμμένοι όσο ήταν και οι Μύριοι του Ξενοφώντα. Η χαρά τους όταν θα φτάσουν σε μία εγκαταλειμμένη πόλη που δεν έχει αγγίξει ακόμη ο πόλεμος θα είναι αντίστοιχη εκείνης που είχαν οι Μύριοι όταν αντίκρισαν τη θάλασσα. Τίποτε όμως δεν θα γίνει, εν τέλει, όπως το προβλέπουν…

 

Το βιβλίο απεικονίζει ρεαλιστικότατα την ανατριχιαστική πραγματικότητα του πολέμου. Συνάμα όμως, υπάρχει κάτι το μαγικό στην ατμόσφαιρα, κάτι υπερφυσικό και αυτό ακριβώς είναι που εντάσσει το συγκεκριμένο πόνημα στον χώρο του μαγικού ρεαλισμού. Τα όρια ανάμεσα στον ονειρικό και τον πραγματικό κόσμο είναι πολύ ρευστά. Όλοι υποφέρουν από τον πόλεμο, τόσο τα ζώα, όσο και οι άνθρωποι. Οι αξίες, εν καιρώ πολέμου, έχουν χρεοκοπήσει, ο πόθος για τερματισμό της σύρραξης και επιστροφή στην ειρηνική καθημερινότητα είναι διαρκής και η κατάρρευση όχι μόνο του μετώπου, αλλά και των ψυχών των στρατιωτών είναι πλήρης.

 

Η εικόνα της πόλης που αντικρίζει η αποδεκατισμένη μεραρχία είναι και αυτή μια εικόνα παρακμής και εγκατάλειψης. «Η πόλη» αποτελεί το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Το πρώτο τιτλοφορείται «Η οπισθοχώρηση» και το τελευταίο «Η θάλασσα». Ύβρις, Νέμεσις και Κάθαρση δηλαδή.

 

Εν κατακλείδι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα-αλληγορία για τη Μικρασιατική Καταστροφή που δεν μοιάζει με κανένα από όσα έχετε διαβάσει. Ένα βιβλίο που δεν περιέχει ιστορικά στοιχεία και γεγονότα, αλλά εστιάζει στο ψυχολογικό κόστος και στη ψυχική και σωματική φθορά των ανθρώπων εν καιρώ πολέμου, περνώντας ένα ηχηρό αντιπολεμικό μήνυμα.