Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2023

Σταύρος Παναγιωτίδης, Μύθοι παρεξηγήσεις και άβολες αλήθειες της ελληνικής ιστορίας, εκδ. Κέδρος

 

 

 Μα δεν είπε ποτέ ο Τσώρτσιλ τη διάσημη φράση «Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες;» Στον χορό του Ζαλόγγου χόρεψαν και άντρες; Συμμαχούσαν οι ήρωες της Επανάστασης ενίοτε και με τους Τούρκους; Η Μάνη ήταν ποτέ φόρου υποτελής στους Τούρκους;

 

Τα βιβλία τα οποία «ξεσκεπάζουν» τους μύθους της Ιστορίας αποτελούν μόδα στις μέρες μας, και δικαίως θα μπορούσε να πει κανείς, αφού η Ιστορία είναι μία επιστήμη της οποίας τα πορίσματα διαρκώς αναθεωρούνται. Επιπλέον, η «εθνικιστική» θεώρηση της ιστορίας έχει πλέον ξεπεραστεί και το ελληνικό κράτος είναι πλέον αρκετά «παλιό» ώστε να μην χρειάζεται να αναπαράγει διαρκώς μύθους παρμένους από την Ιστορία προκειμένου να καλλιεργήσει την εθνική συνείδηση στους πολίτες του.

 

Με τέτοιους μύθους, γνωστούς και μη στο ευρύ κοινό, ασχολείται το νέο βιβλίο του κοινωνιολόγου και ιστορικού Σταύρου Παναγιωτίδη. Όπως μας λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου του, το πόνημά του δεν έχει να προσφέρει κάτι νέο στην ιστοριογραφία, ούτε να «ξεσκεπάσει» μύθους που δεν ισχύουν, αφού όλα όσα γράφονται εδώ έχουν αποδειχθεί κατά το παρελθόν. Η συμβολή του εν λόγω βιβλίου αποσκοπεί περισσότερο στο να προσφέρει μία εξαιρετικά χρήσιμη σταχυολόγηση των μύθων αυτών για τους ιστορικούς, παρά να τους συστήσει σε αυτούς-προσωπικά γνώριζα τη μυθολογική διάσταση της συντριπτικής πλειοψηφίας των μύθων στους οποίους αναφέρεται ο συγγραφέας, βρήκα όμως πολύ χρήσιμη τη συγκέντρωσή τους σε έναν μικρό και εύχρηστο τόμο.

 

Από την άλλη, το ευρύ κοινό ίσως σήμερα να έχει ακούσει πλέον πολλάκις ότι το Κρυφό Σχολειό ανήκει στους μύθους που αφορούν την τουρκοκρατία, αλλά ίσως δεν θα γνωρίζει για πολλά άλλα υποτιθέμενα «γεγονότα» τα οποία αποτελούν μύθους και συναπαρτίζουν το εν λόγω πόνημα, όπως, για παράδειγμα, τον Καιάδα στον οποίο οι Σπαρτιάτες υποτίθεται ότι πετούσαν τα βρέφη, το «όχι» που υποτίθεται ότι είπε ο Μεταξάς και άλλα πολλά.

 

Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μεγάλα κεφάλαια που «αποδομούν» τα λάθη που έχουν περάσει στην Ιστορία: στην αρχαιότητα και το βυζάντιο, στους μύθους της τουρκοκρατίας και της Ελληνικής Επανάστασης, στους μύθους που αφορούν τον εικοστό αιώνα και στις διάσημες φράσεις που φέρεται να ειπώθηκαν, αλλά τελικά δεν ειπώθηκαν ποτέ, όπως αποδεικνύει ο συγγραφέας παραθέτοντας αδιάσειστα στοιχεία και αποσπάσματα από  μελέτες καταξιωμένων ιστορικών.

 

Οι περισσότεροι από τους μύθους αυτούς καλλιεργούνται και αναπαράγονται για εθνικιστικούς λόγους. Όταν είναι γνωστή η πηγή και ο τρόπος δημιουργίας του μύθου ο συγγραφέας πάντοτε αναφέρεται σε αυτούς και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους επικράτησε να θεωρείται αληθινό ένα γεγονός το οποίο δεν έγινε ποτέ, ή πως αυτό κατέληξε να παραποιηθεί. Δεν υπάρχουν επομένως αξιώματα στην Ιστορία. Η επιστήμη αυτή είναι προορισμένη να αναθεωρείται διαρκώς υπό το πρίσμα νέων πηγών  που έρχονται κατά καιρούς στο φως.

Νίκος Καζαντζάκης, Σπασμένες ψυχές, εκδ. Διόπτρα


 

«Ωιμέ, τι αδιάφορη και τι σκληρή είναι η ζωή σ’ εμάς-κι εμείς πόσο την αγαπούμε!»

 

Λυρικό, φιλοσοφικό και χρωματισμένο με κάποια νότα απαισιοδοξίας είναι το πρώτο μυθιστόρημα που συνέγραψε το 1908 στο Παρίσι, ο μεγαλύτερος ίσως σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας, ο Νίκος Καζαντζάκης. Ο μεγάλος στοχαστής, εκπονούσε την εποχή εκείνη μεταπτυχιακές σπουδές στη γαλλική πρωτεύουσα. Είχε προηγηθεί, μόλις τρία χρόνια νωρίτερα η συγγραφή του «Όφις και κρίνο», το οποίο όμως οι περισσότεροι το συγκαταλέγουν ως είδος στα πεζογραφήματα και όχι στα μυθιστορήματα.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης δεν άφησε καμία πτυχή του γραπτού λόγου που να μην ασχοληθεί μαζί της, από θεατρικό ως νεανικό μυθιστόρημα, μέχρι ποίηση, φιλοσοφία και ταξιδιωτική λογοτεχνία. Η καθαρότητα του λόγου του και η ανατρεπτική σκέψη του διαφαίνονται ήδη από το πρώτο του αυτό πόνημα, παρά το γεγονός ότι ως βιβλίο δεν το διακρίνει η ίδια περιπλοκότητα που διακρίνει τα πιο ώριμα έργα του, όπως το «Αναφορά στον Γκρέκο».

 

Το «Σπασμένες ψυχές» έχει μία κατά βάση απλή υπόθεση, η οποία εκτυλίσσεται στο Παρίσι των αρχών του εικοστού αιώνα, μα βρίθει περίπλοκων και δυσνόητων καμιά φορά φιλοσοφικών και ανθρωπολογικών στοχασμών που άπτονται της ουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης. Πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο Ορέστης, ένας διδακτορικός φοιτητής της φιλοσοφίας στο Παρίσι που φιλοδοξεί να ιδρύσει μία νέα θρησκεία με τη διδακτορική διατριβή του, την οποία ονομάζει «Καινή Διαθήκη». Γύρω του τοποθετούνται άλλα δύο πρόσωπα: η ήσυχη και άβουλη νεαρή Χρυσούλα, η γυναίκα δηλαδή που συζεί μαζί του ως αρραβωνιαστικιά του και ο Γοργίας, ένας ηλικιωμένος καθηγητής φιλολογίας ο οποίος έχει επιλέξει να παραφράσει το όνομά του προκειμένου αυτό να προσιδιάζει στον μεγάλο σοφιστή της αρχαιότητας. Ο Γοργίας είναι κρυφά ερωτευμένος με τη Χρυσούλα, κάτι που δημιουργεί ένα εξαιρετικά αλλόκοτο ερωτικό τρίγωνο.

 

Το βάρος όμως δεν πέφτει στον έρωτα σε αυτό το βιβλίο αλλά και στις τρεις αυτές «σπασμένες» ψυχές, κάθε μία από τις οποίες παραμένει «σπασμένη» και θλιμμένη για τους δικούς της λόγους. Κάθε ένας από τους τρεις πρωταγωνιστές αντιμετωπίζει τη δική του «μεγάλη χίμαιρα». Ο μεν Ορέστης ευαγγελίζεται να αλλάξει τον κόσμο με το μανιφέστο του, την Καινή διαθήκη, αλλά χλευάζεται από τον περίγυρό του. Παράλληλα τρέφει έναν ανεκπλήρωτο έρωτα όχι για την αρραβωνιαστικιά του τη Χρυσούλα, αλλά για τη μυστηριώδη Νόρα. Η Χρυσούλα, από την άλλη, είναι αναγκασμένη να ζει στη σκιά της μυστηριώδους Νόρας και δεν εισπράττει πίσω το μεγάλο απόθεμα αγάπης που επενδύσει στον Ορέστη. Τέλος, ο Γοργίας υποφέρει από τον ανεκπλήρωτο πόθο του για τη Χρυσούλα, αλλά και από τις απεγνωσμένες προσπάθειες που κάνει για να εκδώσει ένα βιβλίο για τον Σοφοκλή. Τελικά και οι τρεις πρωταγωνιστές θα μείνουν «σπασμένοι», δεν θα μπορέσουν να αγγίξουν την ευτυχία και θα έχουν, εν τέλει, άδοξο τέλος.

 

Το βιβλίο ως ένα βαθμό είναι αυτοβιογραφικό, αντανακλώντας τις νεανικές και φιλοσοφικές ανησυχίες του συγγραφέα ο οποίος ζούσε στο Παρίσι κατά την περίοδο της συγγραφής του, καθώς και έντονα επηρεασμένο από τη σκέψη και τον στοχασμό του Νίτσε. Είναι, επομένως ένα βιβλίο σταυροδρόμι στη συγγραφική πορεία του Νίκου Καζαντζάκη, το οποίο περιέχει κάτι λίγο από πολλά άλλα βιβλία του: τη νεανικότητα και τη φρεσκάδα των νεανικών έργων του, όπως το «Όφις και κρίνο», τη δομή ενός μυθιστορήματος όπως τα πολλά που θα γράψει αργότερα στη ζωή του ο μεγάλος συγγραφέας, τον στοχασμό και τη φιλοσοφική διάθεση της «Ασκητικής», αλλά και την αυτοβιογραφική και εξομολογητική διάθεση του «Αναφορά στον Γκρέκο».

 

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

Jonathan Harris, Βυζάντιο, ένας άγνωστος κόσμος, εκδ. Μεταίχμιο

 

Οπωσδήποτε όλοι οι ιστοριοδίφες έχουν διαβάσει αρκετά βιβλία για το Βυζάντιο. Και σίγουρα υπάρχει διαθέσιμη μία τεράστια βιβλιογραφία στην ελληνική γλώσσα, προσιτή σε όλους. Μεγάλο μέρος της βιβλιογραφίας αυτής προέρχεται από Έλληνες ιστορικούς, οπότε αρκετοί θα αναρωτιούνται ποιος λόγος  υπάρχει για να διαβάσουμε τι άποψη έχουν οι ξένοι ιστορικοί για το Βυζάντιο. Κι όμως, συνήθως, οι ξένες ματιές στη δικής μας Ιστορία είναι οι πιο αντικειμενικές και αμερόληπτες, όπως και η παρούσα προσέγγιση του μεγάλου Βρετανού ιστορικού, καθηγητή Βυζαντινής Ιστορίας στο Royal Holloway του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.

 

Η παρούσα προσέγγιση που επιχειρεί ο Harris για τη Βυζαντινή Ιστορία, εκτός από αμερόληπτη είναι και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αφού επιλέγει να σταθεί περισσότερο σε κάποια σημεία στα οποία δεν έχουμε συνηθίσει να δίνουν τόσο σημασία οι Έλληνες ιστορικοί. Από την άλλη, άλλα σημεία της Βυζαντινής Ιστορίας, τα οποία αναφέρονται κατά κόρον από Έλληνες ιστορικούς ως εξαιρετικά σημαίνοντα, ο Harris τείνει να τα αγνοεί. Πρόκειται, επομένως, για μία «αιρετική» προσέγγιση της Ιστορίας που θα συναρπάσει τους ιστορικούς και ίσως βέβαια ξενίσει κάπου κάπου τους Έλληνες ιστοριοδίφες, οι οποίοι δεν θα είναι συνηθισμένοι σε μία τέτοια «διαφορετική» οπτική της Βυζαντινής Ιστορίας. Από την άλλη, κάτι τέτοιο ορισμένοι θα το θεωρήσουν- και δικαίως- εξαιρετικά ενδιαφέρον.

 

Ο Harris, αν και δεν είναι Έλληνας, δεν σημαίνει ότι υποτιμά την κληρονομιά της βυζαντινής παράδοσης. Αντιθέτως, διαφωνεί πλήρως με την παραδοσιακή οπτική του ιστορικού Gibbon, που καταδίκαζε πάντοτε το Βυζάντιο ως μία απαρχαιωμένη συντηρητική οντότητα, και επιμένει να εστιάζει στην, αξιοθαύμαστη πραγματικά, ικανότητα του Βυζαντίου να επιβιώνει σε τόσο χαλεπούς καιρούς, περιστοιχισμένο μονίμως από εχθρούς στα σύνορά του για περισσότερο από χίλια έτη.

 

Εμένα προσωπικά το μόνο που με «ενόχλησε» στο εν λόγω βιβλίο, το οποίο διαβάζεται κυριολεκτικά απνευστί, είναι το γεγονός ότι τερματίζει απότομα την κατά τα άλλα αναλυτική αφήγησή του με τη βασιλεία του Ιωάννη Ε΄ του Παλαιολόγου και του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού. Και αυτό γιατί θεωρεί-και δικαίως βέβαια- ότι μετά τη βασιλεία του Καντακουζηνού το Βυζάντιο είχε ήδη τερματίσει την ύπαρξή του. Εγώ πάντως θα ήθελα να δω την πιο λεπτομερή εξιστόρηση και την άποψή του για τα γεγονότα της βασιλείας του Μανουήλ Β΄ και του Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου, αλλά και μια πιο λεπτομερή αφήγηση των γεγονότων της τελική πολιορκίας.

 

Μία ασυνήθιστη ματιά επομένως στον τόσο γνωστό, αλλά και συνάμα άγνωστο βυζαντινό κόσμο μας προσφέρει ο Harris με το βιβλίο του.

Pamela Κelley, To εστιατόριο, εκδ. Ελληνικά γράμματα

 

Ένα μικρό, ανάλαφρο και δροσερό βιβλίο υπογράφει η Αμερικανίδα Πάμελα Κέλι, συγγραφέας κοινωνικών και οικογενειακών ιστοριών. Η υπόθεση του τελευταίου της βιβλίου διαδραματίζεται στο μέρος όπου ζει και η ίδια, στη Βοστόνη και πιο συγκεκριμένα στο Ναντάκετ. Εκεί μία ηλικιωμένη γιαγιά αφήνει στις τρεις εγγονές της ένα εστιατόριο, με την προϋπόθεση, όμως, να το δουλέψουν και οι τρεις μαζί για έναν χρόνο προτού το πουλήσουν. Συνιδιοκτήτης είναι και ο Πολ, ο μάγειρας του εστιατορίου.

 

Οι τρεις γυναίκες έχουν άλλες ζωές, παρ’ όλα αυτά, επειδή βρίσκονται σε μία καμπή της ζωής τους αποφασίζουν να δοκιμάσουν τις δυνατότητές τους. Και το αστείο είναι τελικά ότι όλο αυτό καταλήγει να τους αρέσει. Οι δύο από τις τρεις γυναίκες έχουν γάμους που πνέουν τα λοίσθια-η μία μάλιστα και δύο παιδιά-ενώ η τρίτη είναι επιχειρηματίας και βρίσκεται διαρκώς με το κινητό στο χέρι. Το συγκεκριμένο εστιατόριο όμως και το κρυμμένο ημερολόγιο της γιαγιάς στο οποίο θα εξηγεί την αλήθεια για αυτό, θα αλλάξει τις ζωές και των τριών προς το καλύτερο, δείχνοντάς τους δρόμους εναλλακτικούς για τις ζωές τους, τους οποίους δεν είχαν σκεφτεί ποτέ να ακολουθήσουν.

 

Συν τοις άλλοις, το βιβλίο περιέχει και αρκετές γαστρονομικές προτάσεις, αφού πολλές σκηνές του διαδραματίζονται σε εστιατόρια. Συνδυάζει, επομένως, γαστρονομία και ρομαντισμό.

 

Εν κατακλείδι, το εν λόγω βιβλίο προτείνεται για αναγνώστες που θέλουν να διαβάσουν κάτι ελαφρύ για να ξεκουραστούν, όχι κάτι που απαιτεί σκέψη. Δεν περιέχει τίποτε βαθυστόχαστο, ούτε κάτι ιδιαίτερο στη γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας-αν και η μετάφραση του Χρήστου Μπαρουξή είναι εξαιρετική. Καμιά φορά, όμως, θέλουμε να κάνουμε διάλειμμα, είναι η αλήθεια και να διαβάσουμε κάτι πιο ανάλαφρο, όπως το παρόν πόνημα. Κλείνοντάς το, πάντως, οι αναγνώστες θα αποκομίσουν μια όμορφη αίσθηση που θα τους συντροφεύει για καιρό.