Παρασκευή 10 Μαΐου 2024

Γιάννης Δενδρινός, Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους, εκδ. Διόπτρα

 

Κοινή παραδοχή είναι ότι όλοι κουβαλάμε μέσα μας κάποια τραύματα, ανεξαρτήτως του πόσο βαθιά είναι αυτά, μερικοί από εμάς από την παιδική μας ηλικία. Άλλα από αυτά κλείνουν με το πέρασμα των χρόνων, τα περισσότερα όμως μένουν πάντοτε ανοιχτά μέσα μας, έτοιμα να αιμορραγήσουν και πάλι όταν δοθεί μια κατάλληλη αφορμή. Έτσι, λοιπόν, καταλήγουμε να αγαπούμε τα τραύματά μας, αφού, εν τέλει, μαθαίνουμε να ζούμε με αυτά.

 

Αυτό φαίνεται να είναι, πάντως, το κεντρικό νόημα του τίτλου στην ολιγοσέλιδη νουβέλα του Γιάννη Δενδρινού, ενός λογοτέχνη που έλκει την καταγωγή του από τη νήσο του Οδυσσέα, την Ιθάκη. Το «Όλοι αγαπούν τα τραύματά τους» είναι το δεύτερο βιβλίο του Δενδρινού, ένα βιβλίο που μιλάει για το οδυνηρό παρελθόν, για τραυματικά βιώματα και για την προσπάθειά μας να συμβιώσουμε με αυτά.

 

Η υπόθεση του βιβλίου μας δίνεται μέσα από δύο διαφορετικές οπτικές δύο εντελώς διαφορετικών ανθρώπων υπό μορφή αστυνομικής κατάθεσης, της Φωτεινής και του Ορέστη. Οι καταθέσεις αυτές αφορούν ένα αινιγματικό πρόσωπο, τη Γαλάτεια, μία μουγκή γυναίκα η οποία βρέθηκε σε ηλικία δέκα περίπου ετών σε ένα νησί του Ιονίου υπό απροσδιόριστες συνθήκες, υιοθετήθηκε, μεγάλωσε εκεί και έφυγε όταν μεγάλωσε και παντρεύτηκε. Ο Ορέστης είναι ένας παιδικός της φίλος- με τον οποίο υπάρχει μια αδιόρατη και λανθάνουσα ερωτική χημεία που δεν εκδηλώνεται, όμως, ποτέ ανοιχτά- και της κόρης της, της Φωτεινής.

 

Ο χρόνος που συμβαίνουν όλα αυτά κάθε άλλο παρά τυχαίος είναι: 1949, λίγο πριν από το τέλος του Εμφυλίου. Και τα τραύματα που αναφέρει ο Δενδρινός στον τίτλο του βιβλίου του σχετίζονται με τον Εμφύλιο, ένα γεγονός το οποίο αποτελεί ακόμη μία χαίνουσα πληγή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία.

 

Ποιο είναι το μυστηριώδες αυτό κορίτσι; Πώς βρέθηκε ξαφνικά εκεί στο νησί και τι τραύματα κουβαλάει; Όλη η υπόθεση του βιβλίου χτίζεται ουσιαστικά γύρω από τη μυστηριώδη και αινιγματική ταυτότητα της Γαλάτειας. Είναι τελικά όλα τυχαία; Ή μήπως όχι;

 

«Στη ζωή μας, λένε, κάθε μέρα τραβάμε  λαχνούς. Αν με ρωτάτε, όμως, ούτε στην τύχη ούτε στη μοίρα πιστεύω εγώ. Μικρές και μεγάλες αποφάσεις είναι όλα, δικές μας και των άλλων. Και οι συμπτώσεις είναι απλώς συμπτώσεις. Ακόμη κι όταν κάποιες φορές νιώθουμε πως η ζωή λοξοδρομεί, ο κόσμος γυρνά ανάποδα και, χωρίς να έχουμε διόλου φταίξει, ό,τι αγαπάμε διαλύεται σαν υδρατμός»

 

Με τέτοια ποιητική, καλοδουλεμένη και στρωτή στην αφήγηση γλώσσα αποδίδει τα νοήματα της νουβέλας του ο Δενδρινός. Καταφέρνει ακόμη να διατηρήσει γρήγορη την εξέλιξη της πλοκής παρά  το γεγονός ότι χρησιμοποιεί πολλές φορές μία έντονα περιγραφική γλώσσα. Το λογοτεχνικό εφεύρημα της λογοτεχνικής αφήγησης υπό μορφή αστυνομικής κατάθεσης είναι εξαιρετικά πρωτότυπο και θαυμαστό. Όλα αποκαλύπτονται όταν οι δύο καταθέσεις συναντώνται υπό μορφή μιας τρίτης, ανεξάρτητης αφήγησης, η οποία λαμβάνει χώρα το έτος 1986 και τα ξεκαθαρίζει όλα, εν τέλει, στους αναγνώστες. Ο συγγραφέας κατορθώνει έξυπνα, όμως, να διατηρήσει το μυστήριο μέχρι το τέλος του βιβλίου και να αποκαλύψει πολύ σταδιακά όσα θέλει να μας πει, οδηγώντας το έργο του στην τελική κορύφωση μόλις στις τελευταίες σελίδες.

 

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Ελένη Πριοβόλου, Βαθύ το σκοτάδι πριν την αυγή, εκδ. Καστανιώτη

 

 

Το πιο βαθύ σκοτάδι είναι ακριβώς πριν από την αυγή. Αυτή είναι μια κοινή ρήση που ισχύει κυριολεκτικά και μεταφορικά. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση της Ελληνικής Επανάστασης και της πολυπόθητης ελληνικής ελευθερίας. Το πιο βαθύ σκοτάδι της ελληνικής σκλαβιάς δεν ήταν τον 15ο αιώνα, αλλά τον 18ο, λίγο πριν από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 δηλαδή.

 

 Ήταν η περίοδος που ο Μεσαίωνας έσβηνε στη χώρα μας, ως Σκοτεινοί Χρόνοι, και η χώρα μας ετοιμαζόταν να εισέλθει στους Νέους Χρόνους, οι οποίοι όμως στην υπόλοιπη Ευρώπη είχαν ήδη αρχίσει από τότε που εμείς είχαμε γνωρίσει την οθωμανική κατάκτηση, στα μέσα του 15ου αιώνα. Τότε ήταν που κάποιοι φωτισμένοι λόγιοι της Ορθοδοξίας άρχισαν να έρχονται σε ρήξη με το παραδοσιακό συντηρητικό ορθόδοξο κατεστημένο και θέλησαν να μεταλαμπαδεύσουν τα φώτα της Δύσης και του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού στη χώρα μας. Αυτό, όμως, δεν ήταν κάτι που έγινε εύκολα. Η ηγεσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας που είχε διατηρήσει την εξουσία της πάνω στους υπόδουλους Έλληνες μαζί με τον Οθωμανό σουλτάνο δεν θέλησε έτσι εύκολα να χάσει την πρωτοκαθεδρία της και να αφήσει την εκπαίδευση των υπόδουλων έρμαιο στις δυτικές επιρροές. Αντίθετα, επέμενε σταθερά στις παγιωμένες συντηρητικές θέσεις της περί εκπαίδευσης οι οποίες απέρριπταν συλλήβδην τη νέα δημώδη γλώσσα, τις θετικές επιστήμες και, γενικότερα, οτιδήποτε, νέο.

 

Μία τέτοια περίπτωση λογίου ήταν και εκείνη του Χριστόδουλου Ευστάθιου Παμπλέκη εξ Ακαρνανίας, ενός λογίου ο οποίος γεννήθηκε το 1733 στο Ξηρόμερο της Αιτωλοακαρνανίας και πέθανε το 1793 στη Λειψία μετά από έναν βίο ταραχώδη. Τη ζωή αυτού ακριβώς του λογίου και τις διαμάχες του με τους συντηρητικούς λογίους της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας αφηγείται σε μία έξοχη μυθιστορηματική βιογραφία η αγαπημένη συγγραφέας Ελένη Πριοβόλου, μία συγγραφέας η οποία έχει ζωντανέψει την Ιστορία πολλές φορές έως τώρα μέσα από τα πονήματά της.

 

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα καθαρά ανθρωποκεντρικό και στραμμένο εξολοκλήρου στον αφηγητή και πρωταγωνιστή του, τον ίδιο τον λόγιο δηλαδή, ο οποίος αφηγείται τη ζωή του στους αναγνώστες του μέσα από μία de profundis εξομολόγηση. Η ταύτιση μεταξύ του αφηγητή- λογίου και της συγγραφέως είναι πραγματικά απόλυτη και αυτό  ακριβώς αποτελεί το δυνατό σημείο του βιβλίου. Ο αναγνώστης δεν θέλει και πολύ για να πιστέψει ότι, αν πράγματι ο Παμπλέκης μας εξομολογούταν τη ζωή του, θα μας έλεγε για αυτήν ό,τι επέλεξε να μας διηγηθεί η Πριοβόλου.

 

Ο Παμπλέκης έζησε ταραγμένα παιδικά χρόνια, μένοντας ορφανός από μητέρα σε πολύ μικρή ηλικία και έζησε διαρκώς υπό το καθεστώς  του κυνηγημένου, αφού ο πατέρας του ήταν επικηρυγμένος αρματολός, τον οποίο είχε την ατυχία να δει να πεθαίνει μετά από φρικτά βασανιστήρια μπροστά στα μάτια του. Ο Χριστόδουλος είχε προσβληθεί, επίσης, από ευλογιά, με αποτέλεσμα να χάσει την όρασή του από το ένα μάτι και αν μείνει «βλογιοκομμένος» σε όλη του τη ζωή. Τα γεγονότα αυτά σημάδεψαν, αλλά και ατσάλωσαν τον χαρακτήρα του, έναν χαρακτήρα που έδειξε να αγαπά τη γνώση από πολύ μικρή ηλικία.

 

Ο Παμπλέκης έζησε σε πολλά μέρη και σπούδασε παρά τον φημισμένο Ευγένιο Βούλγαρη. Λιτόχωρο Πιερίας, Αθωνιάδα Σχολή του Αγίου Όρους, Ραψάνη Θεσσαλίας, Βρανιανά Ηπείρου ήταν ορισμένα από τα μέρη όπου έζησε και από εκεί στα πιο μεγάλα κέντρα του ελληνισμού στο εξωτερικό: Βενετία, Βιέννη, Λειψία. Ο Παμπλέκης υπήρξε  ένας αληθινός εραστής της γνώσης,  ένας άνθρωπος που δεν πρόδωσε ποτέ τα πιστεύω του και δεν δίστασε να συγκρουστεί με το καθεστώς της θεοκρατίας προκειμένου να στηρίξει τις ιδέες του.

 

Κοντά στον Παμπλέκη θα γνωρίσουμε και άλλους διάσημους λογίους της εποχής, όπως τον Ιώσηπο Μοισιόδακα, τον Ευγένιο Βούλγαρη, αλλά και τους αντιπάλους τους της συντηρητικής παράταξης. Με οδηγό την βαθιά, εσωτερική και καλοδουλεμένη γραφή της Ελένης Πριοβόλου θα γνωρίσουμε από κοντά τη ζωή ενός λογίου της εποχής του Διαφωτισμού στην οθωμανοκρατούμενη Ελλάδα και στα κέντρα ελληνισμού του εξωτερικού. Ένα βιβλίο διαφορετικό, εν ολίγοις, από τα υπόλοιπα  της συγγραφέως που μας μιλάει για την αναζήτηση της ατομικής ελευθερίας του ανθρώπου και για το πάθος της υπεράσπισης των ιδεών του.


Κυριακή 5 Μαΐου 2024

Στέφανος Δάνδολος, Τα αηδόνια της σιωπής, εκδ. Ψυχογιός

 

 

Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας στο Καφενείον του Ζαχαράτου στα χρόνια του Εμφυλίου

 

Με ιστορική αφετηρία το θρυλικό Καφενείον του Ζαχαράτου στη συμβολή των οδών Βασιλέως Γεωργίου Α΄ και Σταδίου στο κέντρο της Αθήνας και τα δεινά των Δεκεμβριανών στην Αθήνα στο πλαίσιο του Ελληνικού Εμφυλίου, ο οποίος ακολούθησε την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς, ο γνωστός συγγραφέας Στέφανος Δάνδολος συνθέτει μία γοητευτική μυθιστορία με τίτλο «Τα αηδόνια της σιωπής».

 

Κεντρικοί ήρωες του μυθιστορήματος είναι ο ηλικιωμένος Αριστείδης Τσόκος, αρχισερβιτόρος στο Καφενείον του Ζαχαράτου από το έτος της ίδρυσής του από το 1895 και η καθαρίστρια του Καφενείου Ευδοξία Τριανταφυλλίδου. Οι δύο αυτοί ήρωες βιώνουν έναν λανθάνοντα έρωτα επί σαράντα συναπτά έτη, έναν έρωτα τον οποίον διστάζουν να εξομολογηθούν ο ένας στον άλλο για ποικίλους λόγους. Πάνω σε αυτή την ιδέα του ανεκπλήρωτου πόθου «χτίζει» ο Δάνδολος το μυθιστόρημά του, ένα μυθιστόρημα με πολλές αληθινές ιστορικές αναφορές, τόσο στον Εμφύλιο πόλεμο, στη γερμανική Κατοχή της Αθήνας, αλλά και σε γεγονότα που σχετίζονται με την πολιτική ιστορία της Ελλάδος από την εποχή του Τρικούπη, καθώς και με τον χώρο του Καφενείου.

 

Η αφήγηση του Δάνδολου είναι δυσυπόστατη: από τη μία μας εξομολογείται τον έρωτά του για την Ευδοξία ο ίδιος ο Αριστείδης και από την άλλη η Ευδοξία μας μεταφέρει τα συναισθήματά της για τον Αριστείδη υπό μορφή ημερολογιακής καταγραφής. Οι δύο αυτές αφηγήσεις μετακινούνται διαρκώς από τον παρελθόντα στον παρόντα χρόνο και τούμπλαλιν, χώρια κάποιες σκόρπιες αναφορές στο μελλοντικό χρόνο υπό μορφή πρόβλεψης και προοικονομίας.

 

Τα αηδόνια της σιωπής δεν είναι άλλα από τον Αριστείδη και την Ευδοξία. Δεν λαλούν, δεν τραγουδούν και, κυρίως, δεν ζουν όλα αυτά τα χρόνια που είναι χώρια. Στην ουσία απλά υπάρχουν χωρίς να γεύονται τις χαρές της ζωής και του έρωτα. Ο χρόνος για αυτούς πρόκειται να αρχίσει από τη στιγμή που θα είναι επιτέλους μαζί. Ο αόρατος εχθρός όμως, ο Εμφύλιος, παραμονεύει και απρόβλεπτα γεγονότα θα εμποδίσουν την  ένωση των δύο ερωτευμένων. Εδώ ακριβώς είναι που έρχεται ο συγγραφέας και με ένα ανατρεπτικό φινάλε θα αναστρέψει όλες τις λανθασμένες εντυπώσεις που θα έχει αποκομίσει ως τότε ο αναγνώστης για την έκβαση της μυθιστορίας.

 

Στα θετικά του βιβλίου πρέπει να συγκαταλεγεί το ανατρεπτικό φινάλε και η πραγματικά πολύ πιστή αναπαράσταση της εποχής και του κλίματος φόβου, καχυποψίας και μισαλλοδοξίας που επικρατούσε την εποχή των Δεκεμβριανών και του Εμφυλίου πολέμου στην Αθήνα. Επίσης, οι μνήμες του φόβου και της πείνας από τη γερμανική κατοχή, αλλά και οι μνήμες των πολυάριθμων πολεμικών συγκρούσεων από το 1897 στη χώρα αποδίδονται και αυτές μέσα από την πένα του συγγραφέα. Αναφορές υπάρχουν ακόμη και στην κοινωνική ιστορία της πρωτεύουσας για την περίοδο από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 20ου.


Δημήτρης Καμπουράκης, Μια σταγόνα μυθολογία, εκδ. Πατάκη

 

Η εκμοντερνισμένη, χιουμοριστική εκδοχή της αντίστοιχης -και κλασικής πλέον -μυθολογίας του Νίκου Τσιφόρου που θα μας εκπαιδεύσει και θα μας διασκεδάσει συγχρόνως!

 

«Να είσαι Έλληνας και να μη σ’ αρέσει η μυθολογία είναι σαν να είσαι νεογέννητο και να μη σ’ αρέσει το μητρικό γάλα. Γίνεται; Δε γίνεται. Έχουμε μάθει και βιώσει τόσο πολλά από τη μυθολογία μας, όχι τόσο στο σχολειό, που το ’χουμε χεσμένο, αλλά μέσα στην καθημερινότητά μας, στην ονοματοδοσία μας, στη γλώσσα μας και στα τοπωνύμιά μας, που και να θέλαμε να την αγνοήσουμε δε μας αφήνει αυτή. Είμαστε τόσο γεμάτοι με Άρηδες και Αφροδίτες, Ηρακλήδες και Περσεφόνες, Αχιλέες και Ευφροσύνες, λεωφόρους Ποσειδώνος και οδούς Θησέως, συλλόγους Αμάλθειες, εμφιαλωμένα νερά Διός και σχολές Όμηρος, που όλα γύρω μας μοιάζουν σαν να βγήκαν από τη «Θεογονία» του Ησιόδου».

 

Αυτές τις μεγάλες αλήθειες μας λέει ο γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος Δημήτρης Καμπουράκης στο νέο του βιβλίο «Μια σταγόνα μυθολογία, Τότε που οι Θεοί έμοιαζαν πολύ με τους ανθρώπους» και έχει πράγματι απόλυτο δίκιο. Η αρχαία ελληνική μυθολογία είναι παντού γύρω μας σήμερα στην καθημερινή μας ζωή, αλλά, όντως, πόσοι από εμάς μπορούμε να πούμε ότι γνωρίζουν επαρκώς το αντικείμενο; Αναντίρρητα, οι περισσότεροι Έλληνες θα μπορούσαν να αναφέρουν σχετικά με την ελληνική μυθολογία, αν τους ρωτούσες, μονάχα τα ονόματα των Ολύμπιων Θεών, ίσως και τις ιδιότητές τους, άντε και τα ονόματα κάποιων μεγάλων ηρώων της μυθολογίας μας, του Ηρακλή, του Θησέα, του Οδυσσέα, του Ιάσονα και  κάποιων ακόμα ίσως. Ελάχιστοι από εμάς γνωρίζουν κάτι παραπάνω και, ιδίως, πως συνδέονται όλα τα μεγάλα γεγονότα και οι διαφορετικές παράμετροι της ελληνικής μυθολογίας μεταξύ τους.

 

Το βιβλίο του Δημήτρη Καμπουράκη είναι ένα κατάλληλο όχημα για όλους τους Νεοέλληνες, προκειμένου να εμπλουτίσουν αυτοί τις βασικές γνώσεις σχετικά με την αρχαία ελληνική μυθολογία τους. Μετά από τα πολύ επιτυχημένα τρία βιβλία της παλιάς σειράς «Μια σταγόνα Ιστορία», ο Δημήτρης Καμπουράκης επιχειρεί τη δημιουργία μιας αντίστοιχης σειράς στη μυθολογία.

 

Το πρώτο βιβλίο της σειράς ασχολείται με τη γέννηση του κόσμου και, κυρίως με τις ερωτικές περιπέτειες του μεγαλύτερου από τους Ολύμπιους Θεούς, του Δία. Οι περισσότεροι από τους αναγνώστες θα εκπλαγούν όταν μάθουν ότι, σύμφωνα με τον Ησίοδο, ο Δίας δεν είχε μία μόνο σύζυγο, τη ζηλιάρα Ήρα, αλλά εννέα στο σύνολο-χώρια οι ερωμένες του! Ο Καμπουράκης επιλέγει στο πρώτο αυτό τεύχος της μυθολογίας του να αναφέρει τις πιο γνωστές ερωτικές περιπέτειες  του αρχηγού των Θεών, διότι αυτές, όπως μας λέει, στην πραγματικότητα είναι αναρίθμητες!

 

Το δυνατό σημείο της συγγραφικής αυτής προσπάθειας προφανώς δεν είναι η πρωτοτυπία του θέματος- πολλά βιβλία εκδίδονται σήμερα με αναδιατυπώσεις και διασκευές από τους σύγχρονους συγγραφείς των αρχαίων μύθων μας- αλλά ο τρόπος απόδοσης των μύθων αυτών, δηλαδή το αστείρευτο χιούμορ, η αναλογία με τη σύγχρονη ζωή και η ελαφρά ειρωνεία που διαποτίζει τις σελίδες του βιβλίου. Επιπροσθέτως, ο Καμπουράκης δεν περιορίζεται στο να αναφέρει μονάχα μία εκδοχή του εκάστοτε μύθου, αλλά, αντίθετα, τις παρουσιάζει όλες στον αναγνώστη, ο οποίος συχνά θα διαπιστώσει ότι γνωρίζει τη μία μόνο από αυτές.

 

Το «Μια σταγόνα μυθολογία, Τότε που οι Θεοί έμοιαζαν πολύ με τους ανθρώπους» είναι εν κατακλείδι, ένα πολύ αξιόλογο, ευκολοδιάβαστο και διασκεδαστικό πόνημα το οποίο απευθύνεται σε αναγνώστες όλων των ηλικιών παρά το τετριμμένο θέμα που πραγματεύεται.