Δευτέρα 10 Ιουνίου 2024

Ραφαέλ Σανταντρέου, Χωρίς φόβο, εκδ.Gema, 2024

 

Πολλοί αναγνώστες συνηθίζουν να διαβάζουν βιβλία αυτοβελτίωσης και να εφαρμόζουν τις συμβουλές των ειδικών ψυχολόγων- συγγραφέων στην πράξη, με θαυμαστά, πολλές φορές, αποτελέσματα. Ο Ραφαέλ Σανταντρέου είναι ένας από αυτούς τους συγγραφείς και το βιβλίο του «Ευτυχισμένος στην Αλάσκα» γνωστό και εξαιρετικά δημοφιλές στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Ο ίδιος συγγραφέας επιστρέφει στον αναγνωστικό στίβο με ένα πόνημα το οποίο υπόσχεται να διώξει κάθε φόβο από τη ζωή μας, μετά από την ανάγνωσή του, και να μας κάνει ευτυχισμένους.

 

Ο Ραφαέλ Σανταντρέου είναι ένας από τους πιο καταξιωμένους ψυχολόγους της Ισπανίας με σπουδές τόσο στην Αγγλία όσο και την Ισπανία και αλλοτινός συνεργάτης του διάσημου Τζόρτζιο Ναρντόντε, ψυχολόγου στο Κέντορ Στρατηγικής Θεραπείας στο Αρέτζο της Ιταλίας. Σήμερα έχει αφιερώσει τη ζωή του στην ψυχοθεραπεία ασθενών και στη μεταλαμπάδευση των γνώσεών του σε νεότερους συναδέλφους του. Εκτός από το «Ευτυχισμένος στην Αλάσκα», ο Σανταντρέου είναι επίσης συγγραφέας των παγκοσμίου σημασίας βιβλίων στον τομέα της ψυχολογίας παγκοσμίως «Η τέχνη της ευτυχισμένης ζωής» και «Τίποτα δεν είναι τόσο φοβερό». Το τελευταίο του πόνημα που μεταφράστηκε στα ελληνικά από τη Χριστίνα Αμαργιανού και τις εκδόσεις Gema έχει τίτλο «Χωρίς φόβο» και υπότιτλο «Η τεκμηριωμένη μέθοδος για να ξεπεράσουμε το άγχος, τις ιδεοληψίες, την υποχονδρίαση και οποιονδήποτε αβάσιμο φόβο».

 

Το μόνο που έχουμε να κάνουμε, επομένως, για να ξεπεράσουμε τους φόβους μας, σύμφωνα με τον Σανταντρέου, είναι να επαναπρογραμματίσουμε τον εγκέφαλό μας προς τη σωστή και επωφελής για εμάς κατεύθυνση. Κατάθλιψη,  κρίσεις πανικού, άγχος, υπερβολική ντροπαλότητα, υποχονδρίαση, όλα τα παραπάνω αποτελούν όψεις του ίδιου νομίσματος και ανήκουν στον τομέα των ιδεοψυχαναγκαστικών αναταραχών. Η θεραπεία για όλους αυτούς τους αβάσιμους φόβους είναι, επομένως, μονάχα μία η οποία βασίζεται στην αρχή της ομοιοπαθητικής και σε τέσσερα βασικά βήματα: αντιμετώπιση- έκθεση, αποδοχή, κοιτάζω από ψηλά και αφήνω τον χρόνο να κυλά. Έτσι ονοματίζει τα τέσσερα βασικά βήματα της θεραπείας του ο συγγραφέας. Η θεμελιώδης αρχή της θεραπείας είναι ότι αν σταματήσουμε να αποφεύγουμε διαρκώς αυτό που φοβόμαστε και εκτεθούμε σε αυτό σε καθημερινή βάση, εν τέλει θα καταφέρουμε να το ξεπεράσουμε. Πρόκειται για έναν τον τομέα της ψυχολογίας που αποκαλείται συμπεριφορική ψυχολογία και έχει να κάνει καθαρά με τον δικό μας νου και τον τρόπο σκέψης μας. Αν καταφέρουμε, επομένως, να επιβληθούμε εμείς στο μυαλό μας και όχι το μυαλό μας σε εμάς, θα μάθουμε επιτέλους να συμβιώνουμε με δυσάρεστα συναισθήματα και τελικά να τα αποδεχόμαστε και να τα αγκαλιάσουμε, έως ότου αυτά δεν θα μας ενοχλούν πλέον.

 

Μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο σε μαρτυρίες ανθρώπων που βρήκαν τη γαλήνη και την ευτυχία μετά από την εφαρμογή της συγκεκριμένης θεραπείας, μαρτυρίες πραγματικά χρήσιμες για τον αναγνώστη διότι του προσφέρουν έναν καθοδηγητή στη δική του δύσκολη πορεία. Διότι η πορεία προς την ευτυχία δεν θα είναι εύκολη, λέει ο Σανταντρέου. Θα έχει πισωγυρίσματα, τα οποία δεν πρέπει όμως να φοβόμαστε, αφού θα μας κάνουν πιο δυνατούς ώσπου στο τέλος θα καταφέρουμε να νικήσουμε τους φόβους μας. Εξυπακούεται ότι η θεραπεία του Σανταντρέου είναι εντελώς απαλλαγμένη από οποιαδήποτε φάρμακα. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι απλή και κατανοητή και τα παραδείγματα θα καλύψουν μεγάλο φάσμα περιπτώσεων, ωθώντας τον αναγνώστη να ταυτιστεί σε κάποιες περιπτώσεις με τους παθόντες.

Kristin Hannah, Οι γυναίκες, εκδ. Κλειδάριθμος, 2024

 

Δεν υπερβάλλω διόλου αν παραδεχτώ ευθέως ότι η Kristin Hannah είναι μία από τις αγαπημένες μου σύγχρονες συγγραφείς. Πιστεύω ότι μέσω του παγκόσμιου best-seller της με τίτλο «Το αηδόνι» πολλοί αναγνώστες ανά τον κόσμο την αγάπησαν, όπως συνέβη και με εμένα άλλωστε. Κάθε ένα από τα βιβλία της, είτε άπτεται ενός ιστορικού θέματος, είτε ενός φλέγοντος κοινωνικού, είτε και των δύο συγχρόνως, το μόνο σίγουρο είναι  ότι θα γεννήσει πολύ δυνατά συναισθήματα στον αναγνώστη.

 

Η Kristin Hannah επιλέγει να αφηγηθεί τις ιστορίες της πάντοτε με έμφαση στα συναισθήματα και τον ψυχισμό των πρωταγωνιστών της, με απρόσμενες ανατροπές στην υπόθεση των έργων της, αλλά και με ρεαλισμό, τόσο ακραίο και ωμό που πολλές φορές σοκάρει τον αναγνώστη. Ένα θέμα όπως ο πόλεμος είναι από μόνο του εξαιρετικά συγκλονιστικό και ανατριχιαστικό, συχνά, στην ωμή περιγραφή του. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στο τελευταίο βιβλίο της Hannah με τίτλο «Οι γυναίκες» το  οποίο πραγματεύεται τον πόλεμο του Βιετνάμ, ένα εξαιρετικά σπουδαίο γεγονός της σύγχρονης ιστορίας των ΗΠΑ. Η συγγραφέας επιλέγει όμως να προσεγγίσει το θέμα αυτό από μία σκοπιά άγνωστη στους περισσότερους ως τώρα: επιχειρεί να αποτίσει φόρο τιμής στις γυναίκες που υπηρέτησαν κυρίως ως νοσοκόμες στο Βιετνάμ, αλλά και ως γιατροί, ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, ανταποκρίτριες, στελέχη των μυστικών υπηρεσιών ή εθελόντριες του Ερυθρού Σταυρού. Οι γυναίκες αυτές υπήρξαν ουκ ολίγες στον αριθμό, αν σκεφτεί κανείς ότι 10.000 περίπου Αμερικανίδες ανέλαβαν κάποιον από αυτούς τους ρόλους στα είκοσι χρόνια που κράτησε ο φρικτός αυτός πόλεμος (1955-1975). Ένας ρόλος ο οποίος πολλές φορές αποσιωπήθηκε και αγνοήθηκε δυστυχώς, αφού οι μετέπειτα κυβερνήσεις των ΗΠΑ αγνόησαν την προσφορά τους ή και τα μεταπολεμικά ψυχικά τους τραύματα.

 

Μία τέτοια περίπτωση είναι η Φράνσις, μία κοπέλα στην πρώτη νιότη της μεγαλωμένη στα πούπουλα στο νησί Κορονάντο της πολιτείας της Καλιφόρνια. Η Φράνσις, όπως κάθε γυναίκα του καιρού της, προορίζεται να παντρευτεί και να αποκτήσει παιδιά. Κανείς δεν διανοείται ένα διαφορετικό μέλλον για τις γυναίκες τη δεκαετία του ’60 στις ΗΠΑ, πόσο μάλλον αν αυτές προέρχονται από ευκατάστατη οικογένεια. Η Φράνσις όμως, επιλέγει να υπηρετήσει εθελοντικά ως νοσοκόμα στο Βιετνάμ, ακολουθώντας τον αδελφό της. Οι γονείς της δεν συμφωνούν με την απόφασή της αυτή και η ίδια, βέβαια, δεν ξέρει τι δυσκολίες, θλίψη και πόνο συνεπάγεται η απόφασή της.

 

Η Φράνσις θα υπηρετήσει δύο χρόνια στο Βιετνάμ, θα γνωρίσει εκεί τον έρωτα και θα κάνει καλλιεργήσει αδελφικές φιλίες με άλλες νοσοκόμες. Θα γίνει, επίσης, μία από τις καλύτερες νοσηλεύτριες, όταν όμως θα επιστρέψει στην πατρίδα, το φιλειρηνικό κίνημα κατά του πολέμου θα βρίσκεται στο απόγειό του και η ίδια θα δει πως δεν θα είναι εύκολο ούτε να αναγνωριστεί η προσφορά της, αλλά ούτε και να ξεπεράσει τα μεταπολεμικά της τραύματα.

 

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα δυνατό αντιπολεμικό έπος, καλογραμμένο και καθηλωτικό, που εστιάζει στη γυναικεία προσφορά, αλλά και θα συστήσει από κοντά στους αναγνώστες όλη τη φρίκη ενός μάταιου πολέμου που κόστισε στους Αμερικανούς μισό εκατομμύριο περίπου νεκρούς.

 

 

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Ο Θεός φταίει που έκανε τον κόσμο τόσο ωραίο, εκδ. Κέδρος

 

Ένα βιβλίο-ανθολογία που αποδεικνύει ότι ο Καζαντζάκης ήταν, δίχως υπερβολή, ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες όλων των εποχών, υπογράφει ο γνωστός συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος συγκεντρώνοντας 259 συνολικά αλληγορίες από το σύνολο του καζαντζακικού έργου, όλες σε έναν τόμο, μεταλαμπαδεύοντας το απόσταγμα της καζαντζακικής σοφίας  στους αναγνώστες του.

Το βιβλίο τιτλοφορείται «Ο Θεός φταίει που έκανε τον κόσμο τόσο ωραίο» και αποτελεί, αν μη τι άλλο, ένα κατάλληλο μέσο προκειμένου να γνωρίσουμε καλύτερα τον μεγάλο Νίκο Καζαντζάκη, τόσο ως συγγραφέα, όσο και ως άνθρωπο, να προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε στο μυαλό του και να κατανοήσουμε πως ακριβώς έβλεπε τον κόσμο το τόσο ευρύ αυτό και πολυμαθές πνεύμα.

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος είναι γνωστός για την αγάπη που τρέφει στον Καζαντζάκη και έχει ασχοληθεί κι άλλες φορές με το συγκεκριμένο θέμα –ένα από τα προηγούμενα βιβλία του Ραπτόπουλου με τίτλο «Ανέγγιχτη» ήταν ένα ιστορικό μυθιστόρημα που αφορούσε κυρίως τη σχέση του Καζαντζάκη με τις γυναίκες εμπνευσμένο από τη ζωή του). Πιστεύει ακράδαντα στη διαχρονική αξία του καζαντζακικού έργου και δικαίως και θεωρεί πως όλοι οι Έλληνες λογοτέχνες κατά βάθος φιλοδοξούν αν του μοιάσουν, εφόσον κανένας άλλος Έλληνας λογοτέχνης δεν κατάφερε ποτέ να έχει την απήχηση που είχε ο Καζαντζάκης διεθνώς- κι ας μην έλαβε ποτέ του το πολυπόθητο Νόμπελ. Γράφει, επομένως, ο Ραπτόπουλος στον επίλογο του βιβλίου του:

«Η αλήθεια είναι ότι  ως συγγραφέας ο δημιουργός του Ζορμπά δεν συγκρίνεται με τους περισσότερους από εμάς. Και δεν αναφέρομαι  μόνο στη μοναδική θεματολογία του, για την οποία επίσης τον κατηγόρησαν, υποτιμώντας την ως φολκλόρ. Ή για την καταλυτική παρουσία του στοχασμού και των φιλοσοφικών ιδεών στο έργο του.

Κυρίως, είναι η τερατώδης, ασυναγώνιστη διεθνής επιτυχία του αυτή που κάνει οποιονδήποτε  ντόπιο συνάδελφό του να νιώθει απέναντί του μειονεκτικά. Αν δεν είσαι προσγειωμένος και στη θέση σου, αν έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου, ο Καζαντζάκης γίνεται κόψη ξυραφιού, επάνω στην οποία πετσοκόβεσαι. Οπότε και περιφρονώντας τον ξεμπερδεύεις».

Περιφρονώντας τον ή-όπως έκαναν πολλοί κατά καιρούς-αποκαλώντας τον Καζαντζάκη όχι λογοτέχνη, αλλά φιλόσοφο. Η αλήθεια όμως είναι ότι ο Καζαντζάκης ήταν πολλά πράγματα συγχρόνως, λόγιος, διανοούμενος, μεταφραστής, μυθιστοριογράφος, φιλόλογος, επιμελητής, θεατρικός συγγραφέας, φιλόσοφος, στοχαστής, δοκιμιογράφος, ποιητής, συγγραφέας έργων για παιδιά, συγγραφέας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας και πόσα ακόμα.

 

Αν μη τι άλλο, πάντως, το βιβλίο αυτό αποδεικνύει το γεγονός ότι ο Καζαντζάκης ήταν τόσο λογοτέχνης όσο και φιλόσοφος, αφού δύσκολα κάποιος θα απέδιδε με τόσο όμορφη χρήση της γλώσσας τέτοια βαθιά φιλοσοφικά νοήματα. Ο Ραπτόπουλος πέρα από τη γλώσσα-η οποία μεταφέρθηκε στη νέα ελληνική-δεν άλλαξε τίποτε στις μικρές καζαντζακικές αλληγορίες που σταχυολογεί προσεκτικά και μεταφέρει στους αναγνώστες του. Έτσι το καζαντζακικό πνεύμα διατηρείται αυτούσιο και, όπως θα διαπιστώσουν οι αναγνώστες, πάντοτε επίκαιρο. ΟΙ αλληγορίες του αφορούν κυριολεκτικά τα πάντα, από τον μοναχισμό, τον Θεό, τη θρησκεία και την ανατολική βουδιστική θεώρηση του κόσμου, μέχρι εμπειρίες που ο συγγραφέας είχε αποκομίσει από τα ταξίδια του, ιστορικά συμβάντα, ιστορία συγκεκριμένων τοποθεσιών, αλλά και ρήσεις για το μεγαλείο της φύσης και πως αυτή είναι τόσο άμεσα συνδεδεμένη με τον Θεό. Οι εμπειρίες από τη Μεγαλόνησο Κρήτη είναι ουκ ολίγες κάτι που είναι απολύτως λογικό, αφού ο Καζαντζάκης ήταν βαθύτατα συνδεδεμένος με το νησί του, την κρητική λεβεντιά και την αγάπη των Κρητικών για την ελευθερία, αλλά και την τόσο αιματοβαμμένη ιστορία της.

Κυριακή 2 Ιουνίου 2024

Kristin Harmel, Η κόρη του Παρισιού, εκδ. Μίνωας

 

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος θεωρείται, και δικαίως, ένα από τα κορυφαία ιστορικά γεγονότα το οποίο έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τον κινηματογράφο, το θέατρο, αλλά και τη λογοτεχνία. Έχουν γραφτεί κυριολεκτικά άπειρα ιστορικά βιβλία, αλλά και ιστορικά μυθιστορήματα. Ένα από αυτά είναι και το παρόν πόνημα της Αμερικανίδας συγγραφέως Κριστίν Χάρμελ με τίτλο «Η κόρη του Παρισιού».

 

Η αλήθεια είναι ότι το ελληνικό κοινό που λατρεύει να διαβάζει ιστορικά μυθιστορήματα σχετικά με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ήδη ξεχωρίσει τη συγκεκριμένη συγγραφέα με το έτερο βιβλίο της που μεταφράστηκε πρόπερσι και κυκλοφόρησε στα ελληνικά (εκδόσεις Μίνωας, 2022), το οποίο τιτλοφορούνταν ως «Το βιβλίο των χαμένων ονομάτων». Και η αλήθεια είναι ότι και αυτό υπήρξε ένα εξαιρετικό πόνημα. «Η κόρη του Παρισιού», όμως, οφείλω να ομολογήσω ότι είναι από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που έχω διαβάσει για τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όχι μόνο κατά τη φετινή εκδοτική χρονιά, αλλά και γενικότερα στη ζωή μου. Δύσκολα θα βρει ο αναγνώστης τέτοιο άψογο συνδυασμό ιστορικής έρευνας, καταιγιστικής δράσης και έντονων συναισθημάτων κατά την ανάγνωση.

 

Η υπόθεση στο μυθιστόρημα, όπως και στο «Βιβλίο των χαμένων ονομάτων», διαδραματίζεται στη Γαλλία. Πιο συγκεκριμένα, εν έτει 1939, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, δύο νεαρές μητέρες, η Ελίζ και η Ζουλιέτ γνωρίζονται τυχαία και αναπτύσσουν μία βαθιά φιλία. Η Ελίζ έχει μία κόρη, τη Ματίλντ και είναι παντρεμένη με τον γνωστό ζωγράφο Ολιβιέ Λε Κλερ, ο οποίος όμως δείχνει να αδιαφορεί τόσο για τον γάμο του όσο και για την Ελίζ, δίνοντας προτεραιότητα στη δική του καριέρα. Η Ελίζ είναι και η ίδια καλλιτέχνιδα, για την ακρίβεια ξυλογλύπτρια, ζει όμως στη σκιά του διάσημου συζύγου της.

 

Η Ζουλιέτ, από την άλλη, διατηρεί μαζί με τον σύζυγό της ένα όμορφο βιβλιοπωλείο σε κεντρικό σημείο του Παρισιού και έχει έναν θαυμάσιο σύζυγο που τη λατρεύει και τρία παιδιά, τον Κλοντ, τον Αλφόνς και τη Λουσί. Μοναδική σκιά στη ζωή της η απώλεια της ενός μόλις έτους Αντουανέτ, η οποία απεβίωσε από το Σύνδρομο Αιφνίδιου Βρεφικού Θανάτου, αφήνοντας τη μάνα της βυθισμένη στις τύψεις, τις οποίες όμως καταφέρνει να υπερκεράσει χάρη στην υπόλοιπη οικογένειά της. Η ζωή όλων όμως θα αλλάξει προς το χειρότερο με το ξέσπασμα του πολέμου: ο κομμουνιστής σύζυγος της Ελίζ θα θέσει την ίδια και την κόρη τους τη Ματίλντ σε κίνδυνο και θα την αναγκάσει να αφήσει τη Ματίλντ στη φροντίδα της καλύτερής της φίλης, προκειμένου αυτή να επιβιώσει. Εντούτοις, μία βόμβα που θα πέσει κατά λάθος στο βιβλιοπωλείο θα έχει ως αποτέλεσμα να διαλυθούν για πάντα οι δύο οικογένειες…

 

Το βιβλίο αποτελεί ένα αντιπολεμικό έπος, αλλά και έναν ύμνο στη μητρική αγάπη και στις θυσίες που πρέπει να κάνουν οι γονείς, αλλά και όλοι οι άνθρωποι εν καιρώ πολέμου. Αποτελεί επίσης έναν φόρο τιμής στα χιλιάδες αθώα θύματα όχι μόνο των διαβόητων στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά και των βομβαρδισμών που διενεργήθηκαν από τους Συμμάχους και πολλές φορές αστόχησαν και στοίχισαν τη ζωή σε πολλούς αθώους.

 

Το βιβλίο κρύβει πολλές εκπλήξεις και δένει καταπληκτικά με την Ιστορία. Οι αναγνώστες θα ταυτιστούν με τους χαρακτήρες, οι οποίοι είναι καθαρά ανθρώπινοι, δίχως ωραιοποιήσεις και εξωραϊσμούς. Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα πολύ συγκινητικό πόνημα, το οποίο θα μας μάθει πολλά για την ανασφάλεια που νιώθουν οι άνθρωποι σε καιρό πολέμου, αλλά και για το πόσα πολλά υπέφεραν στην καθημερινότητά τους εξαιτίας του πολέμου.