Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024

Μάνος Κοντολέων, Τα δώρα, εκδ. Πατάκη

 

 

Όλα τα μικρά παιδιά, μα  ιδιαίτερα τα μοναχοπαίδια, έχουν πολλά να μάθουν και να κερδίσουν από τη συμβίωση με ένα μικρό ζωάκι. Ένα ζωάκι θα προσφέρει, πάνω απ’ όλα, συντροφιά, χαρά και φιλία στον ιδιοκτήτη του. Θα τον κάνει να σχεδιάζει το μέλλον μαζί του και να αναπολεί το παρελθόν, τις ωραίες στιγμές που έζησαν παρέα. Θα τον εφοδιάσει με ισχυρή θέληση για να πετύχει ορισμένα πράγματα και με διάθεση για νέες ανακαλύψεις στις μεταξύ τους περιπέτειες. Θα τον κάνει να ονειρεύεται όμορφα πράγματα, ιδιαίτερα αν μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Θα του μάθει όμως και τι θα πει απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, πόνος και θλίψη, όταν, δυστυχώς, όπως συμβαίνει με όλα τα ζωάκια σε σχέση με τους ανθρώπους, αυτό θα φύγει νωρίτερα για το μεγάλο ταξίδι… Προτού όμως γίνει αυτό, ένα παιδί θα έχει βιώσει και άλλα συναισθήματα, όπως προσμονή, ελπίδα και φόβο για τη ζωή του φίλου του,  πριν τον τελικό αποχαιρετισμό, ο οποίος θα συνοδεύεται αναπόφευκτα από την αίσθηση της απώλειας. Οι μνήμες όμως όσων έζησαν μαζί και οι ευχάριστες αναμνήσεις θα συντροφεύουν για πάντα αυτόν που μένει πίσω…

Στην περίπτωση του μικρού Μάρκου, του ήρωα του βιβλίου με τίτλο «Τα δώρα», ανάμεσα στα δώρα που ένα μικρό ζωάκι προσφέρει στον Μάρκο-ένα γατάκι ονόματι Νεφερτίτη στην εν λόγω περίπτωση, συγκαταλέγεται και η δημιουργία, αφού ο Μάρκος, ως ανταπόδοση για τις όμορφες στιγμές που έζησε με τη μικρή Νεφερτίτη, πριν αυτή αρρωστήσει και πεθάνει τελικά, θα πάρει την απόφαση να καταγράψει τις αναμνήσεις του στο χαρτί, δημιουργώντας έτσι το πρώτο του μυθιστόρημα…

Κάπως έτσι γεννιέται ένας συγγραφέας… Μόνο που ο μικρός Μάρκος, το μικρό, θλιμμένο μοναχοπαίδι που βρήκε τη φιλία στο πρόσωπο της Νεφερτίτης δεν είναι άλλος από τον μεγάλο και γνωστό συγγραφέα Μάνο Κοντολέων, που αποφασίζει να μοιραστεί με τους αναγνώστες του μία πολύ προσωπική του ιστορία φερμένη από τα παλιά, η οποία αποκαλύπτει τον αναπάντεχο τρόπο με τον οποίο έγινε τελικά ο ίδιος συγγραφέας…  Διότι πολλές φορές μία ασήμαντη, εν τέλει, αφορμή μπορεί να έχει συνέπειες τις οποίες ποτέ δεν είχαμε φανταστεί. Και η ίδια η ζωή, επομένως, προσφέρει άφθονες ιστορίες για συγγραφή.

Η προσωπική αυτή εξομολόγηση και ιστορία του συγγραφέα πήρε σάρκα και οστά υπό το πινέλο της Ιφιγένειας Καμπέρη, η οποία αναπαρήγαγε με πολύ κέφι και χρώμα την ιστορία του συγγραφέα στο χαρτί. Και το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο τρυφερό και συγκινητικό που θα αγγίξει ιδιαίτερα τους ζωόφιλους, αλλά και όσαους αισθάνονται μοναξιά στη ζωή τους.

Ο Μάνος Κοντολέων με εξομολογητική διάθεση θα μας αποκαλύψει στο τέλος του βιβλίου ακόμη και το πρώτο του λογοτεχνικό ψευδώνυμο με το οποίο υπέγραφε από τότε, από όταν δηλαδή έχασε τον καλύτερο του φίλο, τη Νεφερτίτη, τις πρώτες συγγραφικές του προσπάθειες. Το ερώτημα βέβαια, παραμένει: αν η Νεφερτίτη δεν είχε υπάρξει ποτέ, ο Μάνος Κοντολέων θα είχε γίνει συγγραφέας; Οπωσδήποτε, όμως, οφείλουμε να παραδεχτούμε, κρίνοντας από τον αριθμό των βιβλίων που έχει συγγράψει ο Κοντολέων σήμερα, ότι η Νέα Ελληνική Λογοτεχνία θα ήταν κατά πολύ φτωχότερη, αν δεν είχε υπάρξει η μικρή γατούλα με το όνομα Νεφερτίτη…


Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

Απόστολος Παπαγεωργίου, Η κότα η Κοκό και ο Αστακός και Ο εργασιομανής τζίτζικας, εκδ. Πηγή



Ο Απόστολος Παπαγεωργίου είναι επαγγελματίας εκφωνητής, κειμενογράφος διαφημιστικών και παραγωγός ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σποτ. Ωστόσο, πάντοτε δήλωνε εραστής των τεχνών, οπότε, από τότε που έγινε πατέρας αποφάσισε να συνδυάσει δύο του ταλέντα σε ένα: να γράψει το κείμενο και να εικονογραφήσει δύο παιδικά βιβλία για παιδιά ηλικίας προσχολικής ηλικίας ή των πρώτων  τάξεων του δημοτικού. Τα δύο πονήματα που του ανήκουν εξολοκλήρου σε ό,τι αφορά, επομένως, τόσο το κείμενο, όσο και την εικόνα, ακούν στους τίτλους «Η κότα η Κοκό και ο αστακός» και «Ο εργασιομανής τζίτζικας». Οπωσδήποτε δεν είναι σύνηθες κάποιος να μπορεί να είναι συγχρόνως ο συγγραφέας, όσο και ο εικονογράφος ενός βιβλίου. Ο Παπαγεωργίου, όμως, το καταφέρνει μια χαρά.

Στο πρώτο βιβλίο ήρωες είναι δύο αρκετά ετερόκλητα μεταξύ τους ζώα: ένας αστακός και μία κότα. Φυσικά, στην αληθινή ζωή δεν θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να συναντηθούν δύο τέτοια ζώα  και αυτό ακριβώς το γεγονός κάνει πιο ενδιαφέρον το παραμύθι. Η κότα είναι λαίμαργη και δεν διστάζει να φτάσει μέχρι και στην απάτη προκειμένου να γεμίσει την κοιλιά της. Ο αστακός, όμως, βρίσκεται εκεί ως η φωνή στην ηθική και έχει σκοπό να τη νουθετήσει.

Το δεύτερο παραμύθι έχει μία ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αφετηρία: αποτελεί μία πολύ έξυπνη αντιστροφή του γνωστού μύθου του Αισώπου με τον τζίτζικα και τον μέρμηγκα. Όλοι γνωρίζουμε τον τζίτζικα ως τον τεμπέλη που τραγουδά όλη μέρα τα καλοκαίρια και τον χειμώνα μένει δίχως φαγητό, αφού δεν μεριμνούσε όταν έπρεπε, αλλά διασκέδαζε, και, επομένως, πεθαίνει. Τι συμβαίνει, άραγε, όμως, όταν ένας τζίτζικας θα αποδειχθεί υπερβολικά εργασιομανής  και φιλότιμος, φτάνοντας, μάλιστα, στο άλλο άκρο; Σε αυτό το σημείο, επομένως, έρχεται ένας φίλος του, το σκαθάρι, για να του θυμίσει το μέτρο και το ότι οι υπερβολές είναι καλό να αποφεύγονται.

 Και τα δύο βιβλία είναι πλούσια εικονογραφημένα και ευκολοδιάβαστα σαν ποιήματα, αφού ο συγγραφέας επιλέγει την έμμετρη μορφή για τα κείμενά του, αποφεύγοντας περιττές λεπτομέρειες στις περιγραφές και δημιουργώντας ένα κείμενο λυρικό, μα απλό, κατάλληλο για μικρά παιδιά που επικεντρώνονται περισσότερο στις εικόνες σε ένα βιβλίο και λιγότερο στο κείμενο. Εν κατακλείδι, πρόκειται για δύο παραμύθια που τα μεγαλύτερα παιδιά θα διαβάσουν μόνα τους, ή τα μικρότερα θα ακούσουν με χαρά τους γονείς τους να τους το αναγιγνώσκουν , ενώ αυτά θα κοιτούν τις πολύχρωμες εικόνες.


 

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

Χαρούκι Μουρακάμι, Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου, εκδ. Ψυχογιός

 

            Ο Ιάπωνας συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι θεωρείται, και δικαίως, ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους λογοτέχνες παγκοσμίως. Μάλιστα, ο συγκεκριμένος συγγραφέας πολλές φορές υπήρξε υποψήφιος για το βιβλίο Νόμπελ της Λογοτεχνίας.

Ο Μουρακάμι έχει γράψει πολλά μυθιστορήματα, αλλά και δοκίμια. Κάθε νέο του μυθιστόρημα αποτελεί ένα γοητευτικό ταξίδι στην τόσο μακρινή και ενδιαφέρουσα για τους Έλληνες αναγνώστες, χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, την Ιαπωνία. Το νέο του μυθιστόρημα με τίτλο «Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου» δεν ξεφεύγει από τον γενικό κανόνα.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που έχει ως κύριο θέμα τον ανεκπλήρωτο ερωτικό πόθο, αυτό που στην καθομιλουμένη αποκαλούμε συνήθως  «ερωτικό απωθημένο».  Διότι, η αλήθεια είναι ότι ο ι εφηβικοί και οι παιδικοί έρωτες δεν ξεχνιούνται ποτέ, στις περισσότερες περιπτώσεις.

Έτσι και εδώ ο Χατζίμε, ένα ιδιαίτερο και κλειστό , θα λέγαμε, παιδί, που μεγαλώνει σε ένα προάστιο του Τόκιο στα μέσα του εικοστού αιώνα, δεν θα μπορέσει να ξεπεράσει την εφηβική του συμπάθεια που έτρεφε για την Σιμαμότο, μία πολύ επίσης ιδιαίτερη περίπτωση παιδιού.

Η Σιμαμότο έχει μία ελαφριά αναπηρία στο πόδι της που την κάνει να κουτσαίνει. Αυτό, βέβαια, δεν την κάνει λιγότερο χαριτωμένη, τουλάχιστον στα μάτια του Χατζίμε. Τα δύο παιδιά είναι μοναχοπαίδια σε έναν κόσμο όπου αυτά σπανίζουν και αντιμετωπίζονται με προκατάληψη. Η δισκοθήκη και το πικάπ του πατέρα της Σιμαμότο θα φέρουν κοντά τα δύο παιδιά, που θα περνούν ώρες ατέλειωτες συζητώντας και ακούγοντας μουσική. Και, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, αυτές τις στιγμές δεν θα τις ξεχάσουν ποτέ. Και είναι φυσικό, αφού φαίνεται πως τα δύο παιδιά έχουν μεταξύ τους μία πολύ ιδιαίτερη χημεία.

Μεγαλώνοντας, οι δύο νέοι θα φοιτήσουν σε διαφορετικά γυμνάσια και θα χαθούν καθώς περνούν τα χρόνια για αδιευκρίνιστη αιτία. Εμείς παρακολουθούμε τη ζωή του Χατζίμε μέσα από τη δική του πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μία αφήγηση που προσιδιάζει σε πολλά σημεία με χαρτογράφημα της ψυχής του Χατζίμε.

Ο Χατζίμε είναι ένας άνδρας που αναζητά την ευτυχία και που όλο νιώθει ότι κάτι του λείπει, στην ουσία ένας ανικανοποίητος άνθρωπος. Η Ιζούμη, η κοπέλα με την οποία θα γνωρίσει τον έρωτα, ως έφηβος, δεν θα καταφέρει να τον κάνει να βρει τον πραγματικό του εαυτό. Αντιθέτως, ο Χατζίμε αισθάνεται διαρκώς ότι πληγώνει, άθελά του, τους συνανθρώπους του. Επιπροσθέτως, ούτε η δουλειά του τον ικανοποιεί.  Όταν θα γνωρίσει την Γιούκικο, την οποία τελικά θα παντρευτεί κάνοντας και δύο κόρες, θα τολμήσει να πιστέψει ότι επιτέλους έγινε ευτυχισμένος. Θα ανοίξει δύο πολύ επιτυχημένα τζαζ κλαμπ και θα γίνει ο ορισμός του επιτυχημένου «γιάπη». Όταν, όμως, η Σιμαμότο κάνει την επανεμφάνισή της, ως ένα φάντασμα του παρελθόντος, όλα θα ανατραπούν και ο Χατζίμε θα αναγκαστεί να θέσει εκ νέου μεγάλα και βασικά ερωτήματα στον εαυτό του.

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα όμορφο και ευκολοδιάβαστο βιβλίο, τρυφερό και ευαίσθητο,  για τις υπαρξιακές ανησυχίες και της σχέσεις, για την ανακάλυψη του πραγματικού εαυτού μας, μέσα από τα μάτια και την υπέροχη γραφή ενός μεγάλου λογοτέχνη.


Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2024

Philipp Glass, Λέξεις χωρίς μουσική, εκδ. Ροπή


 Δεν περίμενα ποτέ ότι ένας επαγγελματίας μουσικός και τόσο γνωστός συνθέτης  θα μπορούσε να γράφει τόσο όμορφα. Διότι δεν είναι όλες οι αυτοβιογραφίες ευκολοδιάβαστες και ενδιαφέρουσες. Η εν λόγω αυτοβιογραφία, όμως, είναι πραγματικά κάτι μοναδικό.

Είναι, φυσικά, δεδομένο και αυτονόητο ότι μία τέτοια  αυτοβιογραφία θα ενδιαφέρει πρωτίστως τους μουσικούς. Κι όμως, όχι μόνο. Η εν λόγω αυτοβιογραφία παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και για όσους ανθρώπους ενδιαφέρονται για την ιστορία, αφού περιέχει πολλές πληροφορίες σχετικά με το πώς ήταν η ζωή στις ΗΠΑ στα μέσα του περασμένου αιώνα.

Ο Φίλιπ Γκλας, ένας από τους γνωστότερους συνθέτες του αιώνα που μας πέρασε και ιδρυτής της τεχνοτροπίας του μινιμαλισμού, γεννήθηκε στη Βαλτιμόρη το 1937 και βρίσκεται ακόμη εν ζωή. Ο πατέρας του διατηρούσε δισκοπωλείο με αποτέλεσμα να έρθει από μικρός σε επαφή με τη μουσική. Ο Γκλας συνειδητοποίησε από παιδί ακόμη την κλίση του στη μουσική και έκανε τα αδύνατα δυνατά προκειμένου ν σπουδάσει σε μία από τις πιο φημισμένες σχολές μουσικής παγκοσμίως, στην ιδιωτική σχολή Τζούλιαρντ  της Νέας Υόρκης. Δεν δίστασε, μάλιστα, να κάνει κάθε λογής εργασία προκειμένου να μπορέσει να ανταποκριθεί στις οικονομικές απαιτήσεις της σχολής. Εν συνεχεία, σπούδασε σύνθεση στο Παρίσι παρά τη φημισμένη Νάντια Μπουλανζέ και κατόπιν επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου δούλεψε όμως και ως ταξιτζής έως ότου κατορθώσει να ζήσει μονάχα από τις συνθέσεις του. Σπούδασε επίσης και παρά τον διάσημο Ινδό συνθέτη Ραβί Σανκάρ.

Η αυτοβιογραφία του εξετάζει όλες τις παραπάνω περιόδους της ζωής του, ακόμη και εκείνη όπου επισκέφθηκε την Ινδία μαζί με τη σύζυγό του εξαιτίας του ενδιαφέροντός του για τον βουδισμό. Στο τέλος του βιβλίο περιλαμβάνεται και  φωτογραφικό υλικό από προσωπικές και επαγγελματικές στιγμές του συνθέτη.

Μέσα από την αυτοβιογραφία του ο αναγνώστης μαθαίνει για τον Φίλιπ Γκλας όχι μόνο ως μουσικό, αλλά και ως άνθρωπο. Ο Γκλας δεν κουράζεται να αναπτύξει στους αναγνώστες του το σκεπτικό του σχετικά όχι μόνο με τη μουσική, αλλά και με πολλά άλλα θέματα, όπως τη δουλειά, τη λογοτεχνία, την οικογένεια, τη θρησκεία κ.α. Τη βιογραφία αυτή την έγραψε όταν είχε πατήσει πλέον τα  εβδομήντα έτη του. Περικλείει, επομένως, όλο το απόσταγμα που αποκόμισε ο συνθέτης από τη ζωή του. Δεν παύει, όμως, μέχρι σήμερα, να αναρωτιέται, όπως μας λέει, και να ψάχνει απάντηση στο εν λόγω ερώτημα: Από πού έρχεται η μουσική;