Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2024

Κάτια Μαυρίδη, Το μυστικό του μοναστηριού, εκδ. Μιχάλη Σιδέρη

 


Ένα ιστορικό μυθιστόρημα για τον Ελληνικό Εμφύλιο του 1945-1949  γράφει η Κάτια Μαυρίδη με τίτλο «Το μυστικό του μοναστηριού». Πρόκειται για το πρώτο από μία σειρά μυθιστορημάτων με ανάλογο περιεχόμενο, εμπνευσμένων από την Κατοχή και τον Εμφύλιο Πόλεμο.

Η συγγραφέας πρωτοεμφανίζεται στον λογοτεχνικό στίβο με τη συγγραφή διηγημάτων από παιδί ακόμη, το παρόν πόνημα, όμως, αποτελεί την πρώτη επίσημη συγγραφική της προσπάθεια. Η συγγραφέας έχει πραγματοποιήσει σπουδές στην Ιστορία και την Οικονομία, ενώ σήμερα εργάζεται στον χώρο των οπτικοακουστικών μέσων και της διαφήμισης. Για τη συγγραφή του παρόντος έργου αξίζει να σημειωθεί ότι η συγγραφέας προέβη σε επιτόπια έρευνα στην περιοχή της Κορινθίας, ενώ οπωσδήποτε συμβουλεύτηκε και πληθώρα συγγραμμάτων, αφού το βιβλίο της περιέχει πολλές ιστορικές πληροφορίες.

Η αφήγηση γίνεται υπό τη μορφή αναδρομής στο παρελθόν της Χριστίνας, μιας νεαρής δασκάλας η οποία αναζητά την καταγωγή της. Η αναζήτηση λαμβάνει χώρα με αφορμή μια εκδρομή της Χριστίνας στον Φενεό Κορινθίας και στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου που υπάρχει εκεί.

Πίσω στη δεκαετία του 1930, οι πρόγονοι της Χριστίνας, δηλαδή μία άλλη Χριστίνα και ο αγαπημένος της ο Δημήτρης, θα είναι οι πρωταγωνιστές μιας ιστορίας η οποία έχει μεν ως βασικούς ήρωες μυθιστορηματικά πρόσωπα από το χωριό Μάζι της Κορινθίας, θα μπορούσε, όμως, κάλλιστα να έχει συμβεί στ’ αλήθεια… Και πραγματικά η ιστορία του Δημήτρη και της Χριστίνας, του Λάμπρου και της Διαλεκτής, του Γιάννη και των τόσων άλλων ηρώων του βιβλίου, αντικατοπτρίζει τις προσωπικές ιστορίες όλων εκείνων των ανθρώπων που η ζωή τους σαρώθηκε από την ίδια την Ιστορία.

Η Χριστίνα είναι μία φτωχή κοπέλα που μεγαλώνει μαζί με τον Δημήτρη και τον Γιάννη, τα παιδιά του τσιφλικά της περιοχής. Οι ταξικές διαφορές τους δεν είναι φυσικά, μικρές, όμως, ο έρωτας δεν κοιτά τέτοια πράγματα και τα δύο αγόρια θα καταλήξουν να ερωτευτούν την παιδική τους φίλη. Η ίδια η Χριστίνα θα επιλέξει τον Δημήτρη για αγαπημένο της, ο πατέρας του Δημήτρη , όμως, δεν θα είναι σύμφωνος με μία τέτοια ένωση.

Οι δύο νέοι θα αποφασίσουν να είναι μαζί κόντρα στις κοινωνικές συμβάσεις, αλλά ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, η Κατοχή και ο Εμφύλιος θα ανατρέψουν και πάλι τη ζωή και τις επιλογές των δύο νέων. Πιο συγκεκριμένα, ο πόλεμος και η Αντίσταση θα χωρίσουν τους κατοίκους του χωριού και γενικότερα της ελληνικής υπαίθρου σε δύο στρατόπεδα, στους αντιστασιακούς του ΕΑΜ και στους ταγματασφαλίτες και τους συνεργάτες των κατακτητών. Δεν είναι όμως μονάχα αυτές οι δύο παρατάξεις… Κοντά τους υπάρχουν και οι μετριοπαθείς, οι ουδέτεροι, αυτοί που δεν θέλουν να συνταχθούν με κανένα από τα δύο στρατόπεδα. Καμία από τις δύο παρατάξεις, όμως, δεν θα ανεχθεί ουδέτερους σε αυτή την τόσο ολέθρια εμφύλια διαμάχη.

Η Μαυρίδη απεικονίζει έξοχα τις συγκρούσεις και την αδελφοκτόνα σύρραξη του Εμφυλίου στην ορεινή Πελοπόννησο, αλλά και την καθημερινή ζωή και τις δυσκολίες και τη φτώχεια  της ζωής των απλών ανθρώπων στην ύπαιθρο στα μέσα του  εικοστού αιώνα.

Το βιβλίο διατηρεί γρήγορο ρυθμό, ενώ αναφέρεται στις βιαιοπραγίες που διέπραξαν και οι δύο παρατάξεις κατά τον Εμφύλιο, τηρώντας αμερόληπτη στάση. Αποδεικνύεται επομένως, ότι ο φανατισμός και των δύο παρατάξεων υπήρξε καταστροφικός για τη χώρα μας σε μία εποχή που η ενότητα του λαού ήταν κάτι περισσότερο από απαραίτητη.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2024

Καλή Δοξιάδη, Μια ιστορία μόνο, Μερικά μυστικά, εκδ. Μεταίχμιο

 


«Τα λουλούδια με ακριβώς αυτόν τον χρωματισμό η μητέρα της τα θυμόταν με νοσταλγία από τα παιδικά της χρόνια στον Μπουρνόβα. Εκεί τα μοβ κεφάλια με τα σπαθωτά φύλλα φύτρωναν και άπλωναν μόνα τους, σχεδόν άγρια, στους κήπους αλλά και στις αλάνες και στα χαντάκια. Αποκεί, φαίνεται, κάποιοι πρόσφυγες είχαν φέρει μαζί τους μερικά ριζώματα, γιατί στα χαμόσπιτα του Πολυγώνου πίσω απ’ τη Σχολή Ευελπίδων κάθε Μάρτη φούντωναν στριμωγμένα, όχι μόνο στις μικρές αυλές αλλά παντού. Αλλιώς, στην Αττική δεν έβρισκες ψηλές ίριδες σ’ αυτά τα χρώματα.

            Τη γειτονιά αυτή την αποκαλούσαν «Προσφυγικά», αλλά δεν είχε καμία σχέση με τα άλλα προσφυγικά, τα ομοιόμορφα και καλοκτισμένα πέτρινα στη λεωφόρο Αλεξάνδρας και τα άλλα στους πρόποδες του Υμηττού λίγο πιο χαμηλά απ’ το μοναστήρι της Καισαριανής. Ήταν πρόχειρα  αυτοσχέδια καλύβια και στέγαστρα φτιαγμένα από τσίγκινα κουτιά, σάπια κόντρα πλακέ, παλιοσανίδες, σκουριασμένες λαμαρίνες, σφιχτοπλεγμένες καλαμωτές, σπασμένα τούβλα και κεραμίδια κι ό,τι πέτρες μπορούσαν να ξεσκάψουν και κάπως  να πελεκήσουν μόνοι τους οι κάτοικοι, που ήσαν εκεί «προσωρινά» για πολλά χρόνια, ώσπου να φτάσει η σειρά τους στον κλήρο των καλοχτισμένων συνοικιών. Παρ’ όλη την προχειρότητα, η συνοικία ασβεστωνόταν συχνά και έμοιαζε καθαρή και οργανωμένη. Ήσαν νοικοκυραίοι οι Μικρασιάτες».

 

            Τέτοιες γλαφυρές περιγραφές χρησιμοποιεί η Καλή Δοξιάδη στο βιβλίο της προκειμένου να περιγράψει τον χώρο στον οποίο κινούνται οι ήρωές της, από τα λουλούδια των κήπων, τις μοβ όμορφες ίριδες στους κήπους, αλλά και τα ίδια τα προσφυγόσπιτα και της προσφυγικές συνοικίες της Αθήνας.

            Η συγγραφέας, αν και γέννημα θρέμμα της Αθήνας, έχει ζήσει σε πολλά μέρη του κόσμου, από τις ΗΠΑ και τη Μαδρίτη μέχρι και την Αυστραλία. Επίσης, έχει εργαστεί σε πολλούς τομείς, όπως τον εκδοτικό, τον πολιτικό και τον δημοσιογραφικό στίβο. Αυτός ο κοσμοπολιτισμός της αντανακλάται στους ήρωες της τριλογίας της με τίτλο «Μια ιστορία μόνο». Η τριλογία  αποτελείται από τα βιβλία «Το σπίτι στα βράχια», «Η κληρονομιά» και «Μικρά μυστικά», για το οποίο μιλάμε στο παρόν άρθρο, το οποίο εκδόθηκε το τρέχον έτος.

Στην τριλογία η επιτυχημένη δημοσιογράφος Ανθή Βελισσάρη, έχοντας ζήσει κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στο εξωτερικό αποφασίζει, εν τέλει, να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής της, την Κέρκυρα- Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει, βέβαια, και με τη ζωή της συγγραφέως, επομένως, είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι δεν υπάρχει καμία συγκαλυμμένη αυτοβιογραφική αναφορά  στην τριλογία της.

Η Ανθή Βελισσάρη αποφασίζει πλέον να ζήσει μόνιμα στο σπίτι πλάι στα βράχια, τη Βίλα Άνθιμη, μία βίλα η οποία κουβαλά όμως πολλά οικογενειακά μυστικά από το παρελθόν.

Η συγγραφέας ολοκληρώνει την τριλογία της ενώνοντας όλα τα κομμάτια του παζλ και λύνοντας όλα τα ερωτήματα που είχαν μείνει αναπάντητα για τη ζωή της κοσμοπολίτικης οικογένειας της Βελισσάρη. Παράλληλα, ανατρέχει στην αφήγησή της στην ελληνική ιστορία του 19ου και του 20ου αιώνα και σε πόλεις από την Τεργέστη, την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα, τη Χίο, τη Βιέννη, το Λονδίνο, το Κάιρο και την Κέρκυρα.

Μέσα από την περιπλάνηση στον χώρο και στον χρόνο, μέσα από τα σπαράγματα των αναμνήσεων που θα της αφηγηθούν τα μέλη της οικογένειάς της και την αποσπασματική-και όχι γραμμική αφήγηση της συγγραφέως- η Ανθή θα συνθέσει το δικό της ψηφιδωτό των οικογενειακών της αναμνήσεων, αλλά και θα ανακαλύψει και τον βαθιά κρυμμένο εαυτό της μέσα από τις ιστορίες των άλλων…

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2024

Ευγενία Φακίνου, Έρως, θέρος, πόλεμος, εκδ. Καστανιώτη

 

Προσωπικά την Ευγενία Φακίνου τη θεωρούσα πάντοτε μία πολύ αξιόλογη συγγραφέα, τόσο ως παιδί με την περίφημη «Ντενεκεδούπολη», όσο και ως ενήλικας αναγνώστης από τα πολυάριθμα πονήματά της από τα οποία ξεχωρίζω ενδεικτικά εδώ τα βιβλία «Στο αυτί της αλεπούς», «Η μέθοδος της Ορλεάνης», αλλά και το «Γράμματα στη Χιονάτη».

            Θα ήταν άδικο, όμως, να υποτιμήσουμε και το εν λόγω βιβλίο, το «Έρως, θέρος, πόλεμος», το οποίο αποτελεί, στην ουσία, τη μυθιστορηματική βιογραφία της μητέρας της Ευγενίας Φακίνου. Παράλληλα με την ιστορία της ζωής της μητέρας της, η Φακίνου μας αφηγείται συγχρόνως και την ιστορία της Ελλάδας κατά τον 20ο αιώνα, από το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τη Μεταπολίτευση.           

            Η μητέρα της Ευγενίας, η Μαρία, γεννήθηκε και μεγάλωσε            στην ακριτική Σύμη των Δωδεκανήσων στα χρόνια της ιταλικής κατοχής της. Ήταν κόρη ενός βοσκού, και το τρίτο στη σειρά από έξι αδέλφια-εκτός των οποίων μόνο το ένα ήταν αγόρι-αλλά ήθελε, εξαρχής, να φύγει από το νησί της. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίο, επομένως, η συγγραφέας μας αφηγείται σε τρίτο πρόσωπο τη δύσκολη ζωή στα νησιά στις αρχές του αιώνα και τα παιδικά χρόνια της μητέρας της. Όλα αυτά έως το 1931 που αυτή αποφασίζει να φύγει για την Αλεξάνδρεια, στην οποία τότε άκμαζε μία ισχυρή ελληνική παροικία. Εκεί θα τη βρει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος να εργάζεται ως νοσοκόμα και να προσπαθεί να ορθοποδήσει. Η ζωή της εκεί αποτελεί το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, το οποίο φτάνει χρονολογικά έως το 1945, οπότε και, με το τέλος του πολέμου, η παντρεμένη πια και μητέρα Μαρία, μετοικεί στην Αθήνα κοντά στην οικογένεια του άνδρα της. Εκεί η Μαρία θα αφήσει πίσω της τα καλά χρόνια και θα βιώσει από κοντά τις ελλείψεις των ειδών και τις δυσκολίες στη μεταπολεμική Ελλάδα. Εδώ τη σκυτάλη της αφήγησης θα πάρει η ίδια η Ευγενία, εξιστορώντας τα γεγονότα στη ζωή της μητέρας της όπως τα βίωσε η ίδια και σε πρώτο πρόσωπο. Η αφήγησή της φτάνει ως το 1990, μέχρι τον θάνατο δηλαδή της μητέρας της.

            Όπως μας λέει και οη ίδια στον επίλογο του βιβλίου μας ποτέ δεν τα μαθαίνουμε όλα για τους γονείς μας… Και αυτό γιατί δεν τους ζήσαμε από κοντά όταν ήταν νέοι και δεν μας είχαν. Επομένως για τη νιότη τους γνωρίζουμε μόνο όσα  εκείνου θέλουν να μας αποκαλύψουν.

 

«Γρήγορα συνειδητοποίησα πως όσο κι αν λέμε ότι γνωρίζουμε τους γονείς μας, τελικά υπάρχει η νεότητά τους που είναι ανεξιχνίαστη. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει με τα παιδιά μας. Από την εφηβεία τους και μετά, γνωρίζουμε όσα εκείνα θέλουν να μας αποκαλύψουν»

            Να σημειώσουμε, τέλος, ότι στην παρούσα αναθεωρημένη έκδοση συμπεριλαμβάνεται ένας πολύ ειλικρινής και απολαυστικό επίλογος της συγγραφέα που θα λύσει τις όποιες απορίες μας σχετικά με το πόνημά της και την επαναφέρει στον συγγραφικό στίβο-όπως δηλώνει η ίδια- μετά από κάποια χρόνια απουσίας.

            Ένας φόρος τιμής, επομένως, για τη μητέρα της, ένα έξοχο πόνημα, αλλά και ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, δροσερό και ευκολοδιάβαστο, αποτελεί το εν λόγω πόνημα της μεγάλης συγγραφέως που επανεκδίδεται σήμερα, μετά από την πρώτη του έκδοση εν έτει 2003.

Μαρίνα Πετράκη, Μεταξάς Βενιζέλος, Μια παράδοξη σχέση, εκδ. Πατάκη

 

            Στις μέρες μας πλέον έχουν εκδοθεί πάμπολλα βιβλία, γραμμένα τόσο από Έλληνες όσο και από ξένους συγγραφείς, τα οποία αφηγούνται τα ιστορικά γεγονότα στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της χώρας μας. Επομένως, οποιαδήποτε μελέτη η οποία εστιάζει σε ένα επιμέρους θέμα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας και φωτίζει κάποια παραμελημένη έως τώρα πτυχή της Ιστορίας, όπως αυτή για την οποία  θα μιλήσουμε σήμερα, είναι, φυσικά, καλοδεχούμενη.

Ο λόγος, λοιπόν, για την έξοχη μελέτη της ιστορικού και συγγραφέως Μαρίνας Πετράκη, με τίτλο «Μεταξάς Βενιζέλος, Μια παράδοξη σχέση». Το εν λόγω ιστορικό πόνημα επιχειρεί να ρίξει φως στην πολυκύμαντη σχέση δύο μεγάλων προσωπικοτήτων της πολιτικής τον καιρό του Μεσοπολέμου στη χώρα μας, του πολιτικού και στρατιωτικού Ιωάννη Μεταξά  και του Γενάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου.

Λίγοι από εμάς το γνωρίζουν, αλλά οι δύο μεγάλοι αυτοί άνδρες διατηρούσαν μία αρκετά παράδοξη σχέση σε όλα τα χρόνια μετά από την άνοδο του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εξουσία, μέχρι και τον θάνατο του τελευταίου το 1936. Η σχέση τους πότε ήταν γόνιμη και θεμελιωμένη σε βάση εκτίμησης και πότε έφτανε στα όρια της απροκάλυπτης έχθρας και ρήξης με τις αντίστοιχες, φυσικά, ολέθριες συνέπειες για τον τόπο. Πιο συγκεκριμένα, η σχέση των δύο ανδρών φαίνεται πως πάντοτε ακροβατούσε μεταξύ των συγκρούσεων, των συμφιλιώσεων και του αλληλοθαυμασμού, αφού, αναντίρρητα, επρόκειτο για δύο χαρισματικές προσωπικότητες, τόσο στην πολιτική ο Βενιζέλος όσο και στην στρατιωτική τακτική και σκέψη ο Μεταξάς.

Η συγγραφέας ανατρέχει σε πρωτογενείς πηγές της εποχής προκειμένου να εξετάσει τη σχέση των δύο ανδρών- και, εμμέσως, την πολιτική ιστορία της Ελλάδος την περίοδο του Μεσοπολέμου. Αντλεί πληροφορίες πρωτίστως από άρθρα εφημερίδων και από επιστολές των δύο ανδρών-προς αλλήλους ή προς τρίτους-αλλά και από το ημερολόγιο του Ιωάννη Μεταξά το οποίο αποτελεί σπουδαία πηγή για τα πολιτικά γεγονότα της περιόδου 1910-1936, τα οποία εξετάζονται στο βιβλίο.

Ο Ιωάννης Μεταξάς διετέλεσε αρχικά υπασπιστής του τότε πρωθυπουργού Βενιζέλου. Στο πόνημα της Πετράκη γίνεται σαφές ότι, ενώ ο Βενιζέλος από την πρώτη στιγμή της συνεργασίας του περιέβαλε τον Μεταξά με εμπιστοσύνη, εκείνος, εντούτοις πάντοτε αμφιταλαντευόταν ως προς τις κρίσεις που επέφερε για το πρόσωπο του Γενάρχη. Παρ’ όλα αυτά, ο Μεταξάς συμπαραστάθηκε αρκετά στον Βενιζέλο κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Ωστόσο, οι δύο άνδρες βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού, αφού ο Μεταξάς τάχθηκε με το πλευρό του Βασιλέως Κωνσταντίνου σε ό,τι αφορά την περίφημη διαμάχη σχετικά με τη συμμετοχή ή όχι της Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων.

Η ρήξη αυτή στις σχέσεις μεταξύ των δύο ανδρών θα λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις κατά τα χρόνια της Μικρασιατικής περιπέτειας του ελληνισμού, εναντίον της οποίας τάχθηκε ο Μεταξάς αναφανδόν από την πρώτη στιγμή.

Το βιβλίο της Πετράκη εξετάζει λεπτομερώς τις σχέσεις των δύο ανδρών μεταξύ των ετών 1910-1936 και διατηρεί έναν πολύ εύπεπτο λόγο και έναν γρήγορο ρυθμό αφήγησης για τους αναγνώστες κάθε ηλικίας και αναγνωστικής νοοτροπίας. Να σημειώσουμε εδώ, επίσης, πως το βιβλίο αυτό μπορεί να αποτελέσει και ένα έξοχο βοήθημα για όσους διδάσκουν Ιστορία στην τρίτη τάξη του Λυκείου, προκειμένου να αποσαφηνίσουν τα γεγονότα της ταραγμένης αυτής περιόδου για τον ελληνισμό και να τα γνωρίσουν και οι ίδιοι καλύτερα για να τα διδάξουν αποτελεσματικότερα.