Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Μαριάννα Αβούρη, Το σπίτι μέσα μας, εκδ. Βακχικόν

 

Μια νουβέλα ενηλικίωσης και σχέσεις ζωής

 

 

«Και κάπως έτσι θα αποχαιρετήσουμε το σπιτάκι μας, που ολοκληρώθηκε με πολύ κόπο αλλά άξιζε κάθε προσπάθεια. Το σπίτι που στέγασε την παιδική μας ανεμελιά, τη φιλία και τα όνειρά μας. Το σπίτι μέσα στο οποίο τέσσερα παιδιά ανακάλυψαν ότι, αν και τους έλειπαν πολλά, είχαν όλα τους περίσσευμα σε κάτι. Στην αγάπη. Αυτήν που άλλοι γυρεύουν να βρουν στα πιο απίθανα μέρη, κι εμείς τη βρήκαμε στο σπίτι μέσα μας».

            Με την παραπάνω παράγραφο επιλέγει να κλείσει την πρώτη της νουβέλα η συγγραφέας και μεταφράστρια Μαριάννα Αβούρη, με μία μεγάλη αλήθεια: δεν χρειάζεται να ψάχνουμε αλλού γύρω μας την αγάπη. Αυτή είναι μέσα μας, φτάνει μόνο εμείς να μπορέσουμε να την ανακαλύψουμε. Αυτή είναι «Το σπίτι μέσα μας», όπως τιτλοφορεί η συγγραφέας τη νουβέλα της.

Τέσσερα παιδιά συγκατοικούν σε μία πολυκατοικία στην Αθήνα και φτιάχνουν ένα σπίτι στον ακάλυπτο. Ένα σπίτι που θα στεγάσει τα συναισθήματά και τα όνειρά τους, εκτός από τα παιχνίδια τους. Και αυτό το σπίτι του ακάλυπτου, θα γίνει το σπίτι των αναμνήσεων και της παιδικής τους ηλικίας.

Η Μαρήλια, ο Ιάσονας, ο Άγγελος και η Ζωή θα συναντηθούν τυχαία ένα καλοκαίρι και μαζί θα ανακαλύψουν την έννοια της φιλίας, της αγάπης και της μοιρασιάς. Κι όταν, όμως, θα χρειαστεί να αποχωριστούν ο ένας από τον άλλο, ο δεσμός τους δεν θα αποδυναμωθεί, γιατί οι παιδικές φιλίες είναι, τελικά, και αυτές που κρατούν περισσότερο στη ζωή.

«Μαρήλια, δεν ξέρω πως είσαι μαθημένη, αλλά εγώ στη ζωή μου δέχομαι κάθε χαρά που θα έρθει προς το μέρος μου. Δεν την αναλύω, δεν σκέφτομαι πως και γιατί, απλά τη δέχομαι. Γιατί, ποιος ξέρει πόσο θα κρατήσει; Άρα, αυτό που χρωστάω τον εαυτό μου είναι να την εκμεταλλευτώ όσο μπορώ παραπάνω. Και να προσπαθήσω να μου φτάσει, μέχρι να έρθει η επόμενη».

Τέτοια μαθήματα ζωής μας παραδίδει η Αβούρη στη νουβέλα της, δια στόματος της φίλης της Ζωής. Πως η φυσική εγγύτητα που αναπτύσσεται ανάμεσα στα παιδιά μπορεί να φέρει κοντά και τους ενήλικες πολλές φορές. Και πως τα παιδιά μπορεί να μάθουν από τέτοιες σχέσεις και δημιουργήσουν δεσμούς ζωής…

Θα περίμενε, ίσως, κανείς, αυτή η, φαινομενικά απλή ιστορία ενηλικίωσης με πρωταγωνιστές τέσσερα παιδιά, να μην είναι και τόσο ενδιαφέρουσα αναγνωστικά. Κι όμως, με αυτό το τόσο αθώο, τρυφερό, συγκινητικό και ανάλαφρο πόνημα, η συγγραφέας καταφέρνει να μιλήσει μέσα στην ψυχή μας και, παράλληλα, να μας κάνει να νοσταλγήσουμε και τα δικά μας παιχνιδοκαμώματα όταν ήμασταν μικροί.

“«Παιδιά μου, δυο πράγματα θέλω να σας πω μόνο και δεν θα ανακατευτώ ξανά. Να θυμάστε ότι τα σίδερα είναι η βάση σας, χρησιμεύουν στο να είναι γερό και σταθερό το σπίτι. Τα ξύλα, από την άλλη μεριά, είναι η επένδυσή σας, ώστε να γίνει το σπίτι ζεστό και φιλόξενο. Εξίσου αναγκαία και τα δύο» είπε {ο μπαμπάς} και έκανε να φύγει. Τον σταμάτησα εγώ. «Σαν να μιλάμε για τους ανθρώπους» σχολίασα, χωρίς να το πολυσκεφτώ. «Για να χτίσεις μια γερή σχέση, πρέπει πρώτα απ’ όλα να έχεις απέναντί σου έναν καλό άνθρωπο. Αν έχεις αυτό, μπορείς στη συνέχεια να επενδύσεις με αισθήματα»”.

Έτσι λοιπόν, έχτισαν τα τέσσερα παιδιά το σπιτάκι τους στη νουβέλα της Αβούρη και έτσι επένδυσαν ο ένας στον άλλον και δημιούργησαν μία δυνατή φιλία που κράτησε μια ολόκληρη ζωή.

 

 

Τετάρτη 28 Μαΐου 2025

Θανάσης Πέτρου, 1941, Αυστηρά Συσκότισις, εκδ. 'Ίκαρος

 


 

            Τις δουλειές του εικονογράφου, συγγραφέα και απόφοιτου της γαλλικής φιλολογίας Θανάση Πέτρου, τις έχουμε πολλαπλώς ξεχωρίσει, είναι η αλήθεια, τόσο οι ιστορικοί, όσο και οι αναγνώστες κάθε ηλικίας. Οι περισσότερες από αυτές αφορούν τη νεώτερη ιστορία της Ελλάδος. Πράγματι, ο Θανάσης Πέτρου έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με ημερομηνίες-ορόσημα για την Ελλάδα, όπως στο κόμιξ «1922  το τέλος ενός ονείρου», όταν έγραψε και εικονογράφησε  για τη μικρασιατική καταστροφή, στο «1923 εχθρική πατρίδα», όταν ανέλυσε τα επακόλουθα στην πολιτική σκηνή της χώρας μας μετά τη μικρασιατική καταστορφή, στο «1936 ετοιμόρροπη δημοκρατία» όταν επικεντρώθηκε στα γεγονότα που οδήγησαν στην επιβολή της μεταξικής δικτατορίας και τώρα στο τελευταίο του πόνημα με τίτλο «1941 αυστηρά συσκότισις» στο οποίο ζουμάρει κατευθείαν στη Θεσσαλονίκη της γερμανικής κατοχής.

            Στο «1941» φεύγει πλέον από τον κόσμο της πρωτεύουσας και επιστρέφει για να περιγράψει τη γενέτειρά του, τη Θεσσαλονίκη, όπως αυτή ήταν κατά τη διάρκεια μίας από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ιστορίας της: τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Ο συγγραφέας και εικονογράφος πιάνει από την αρχή το νήμα της αφήγησης, συγκεκριμένα από το 1937 την εποχή της μεταξικής δικτατορίας και των διώξεων των κομμουνιστών από το καθεστώς. Ο πρωταγωνιστής Γιώργης Αμπατζής είχε διατελέσει φυλακή υπό το μεταξικό καθεστώς, όπως και ο φίλος του ο Γιάννης Οικονόμου. Όταν αποφυλακίζεται βρίσκει δουλειά σε έναν μαραγκό και παντρεύεται τελικά μία χήρα, την Ιουλία, με δύο παιδιά, τον Κωνσταντή και την Ελένη. Σε αυτή την κατάσταση θα τους βρει ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος που θα ξεσπάσει για την Ελλάδα τον δεκαπενταύγουστο  του 1940 με τον τορπιλισμό του καταδρομικού «Έλλης» στο λιμάνι της Τήνου. Ο γιος της Ιουλίας, ο Κωνσταντίνος θα πολεμήσει στο ελληνοϊταλικό μέτωπο και η ζωή των Θεσσαλοκικιών θα αλλάξει άρδην. Θα ακολουθήσει η ελληνική νίκη επί των Ιταλών, αλλά και η ήττα τους από τους συμμάχους των Ιταλών, τους Γερμανούς του Χίτλερ που θα μπουν στη συμπρωτεύουσα στις 9 Απριλίου 1941.

Τότε θα πράγματα θα χειροτερέψουν ακόμη περισσότερο για την οικογένεια του Γιώργη. Ο Κωνσταντίνος, που θα επιστρέψει σώος από το μέτωπο, θα ταχθεί με το μέρος των δωσίλογων, ενώ η Ελένη με το ΕΑΜ στα κρυφά. Τα τρόφιμα θα γίνουν δυσεύρετα, το ίδιο και οι δουλειές και ο κόσμος θα προσπαθήσει να επιβιώσει όπως μπορεί. Όταν, όμως, φύγουν οι Γερμανοί, ένας νέος κίνδυνος θα προκύψει: ο εμφύλιος μεταξύ εκείνων που πήραν το μέρος των κατακτητών και όσων τους αντιστάθηκαν.

Ο Πέτρου περιγράφει με ακραίο ρεαλισμό και παραστατικότητα, τόσο με εικόνες, όσο και με λόγια το κλίμα και τις συνθήκες ζωής των κατοίκων στην κατοχική Θεσσαλονίκη. Μέσω των εικόνων, αλλά και των διαλόγων, ο συγγραφέας-εικονογράφος μας δίνει αρκετές λεπτομέρειες για την κατοχική Θεσσαλονίκη και για τη δύσκολη καθημερινότητα των κατοίκων της. Και, φυσικά, εφόσον πρόκειται για γκράφικ νόβελ, το έργο προορίζεται να διαβαστεί από αναγνώστες κάθε ηλικίας, ακόμη και μεγάλα παιδιά και θα είναι εξαιρετικά χρήσιμο σε εκπαιδευτικούς που διδάσκουν Ιστορία.

Ο Πέτρου στο τέλος του κόμικ μας υπόσχεται τη συνέχεια, σε ό,τι αφορά τα γεγονότα του εμφυλίου, αφού τερματίζει κάπως απότομα το έργο του. Αν, πάντως, υπάρχει όντως συνέχεια, εμείς ανυπομονούμε να τη διαβάσουμε!

Τρίτη 27 Μαΐου 2025

Βανέσα Τσαν, Η θύελλα που σπείραμε, εκδ. Ψυχογιός

 

Για την ιαπωνική κατοχή στη Μαλαισία κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

 

Όποιος σπέρνει ανέμους θερίζει θύελλες. Έτσι μας λέει, τουλάχιστον, η ομώνυμη παροιμία και έτσι φαίνεται ότι έκαναν οι Ιάπωνες στα μέσα του περασμένου αιώνα στην προσπάθειά τους να γίνουν η μεγαλύτερη αποικιακή δύναμη στην Ασία. Η προσπάθειά τους αυτή, χάριν στην οποία τάχθηκαν στο πλευρό των δυνάμεων του Άξονα κατά του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν καταδικασμένη να αποτύχει από τη στιγμή που οι ΗΠΑ, μια δύναμη με ατέλειωτους πόρους και τεράστια βιομηχανία μπήκαν στον χορό του πολέμου.

Τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν οι Ιάπωνες σε όλες τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, ιδίως εκείνα κατά των Κινέζων, είχαν τα ίδια ακριβώς φυλετικά και ρατσιστικά κίνητρα που είχαν και οι Γερμανοί προκειμένου να διαπράξουν τα δικά τους εγκλήματα πολέμου κατά των Εβραίων και άλλων μειονοτήτων… Μόνο που τα ιαπωνικά εγκλήματα δεν έτυχαν της απαραίτητης δημοσιότητας, προκειμένου να ξεσκεπαστούν, όπως επέτασσε η ηθική, τουλάχιστον στην Ευρώπη. Αυτό προφανώς συνέβη αφού οι περισσότεροι Ευρωπαίοι αισθάνονται ότι ο πόλεμος στον Ειρηνικό μεταξύ των ετών 1941-1945 είναι κάτι που δεν τους αφορά. Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι και οι ίδιοι οι Αμερικανοί συνέβαλαν στην αποσιώπηση των ιαπωνικών εγκλημάτων πολέμου με αντάλλαγμα πολλά από τα πορίσματα των ερευνών που είχαν διεξάγει υπό τη μορφή πειραμάτων Ιάπωνες επιστήμονες σε Κινέζους αιχμαλώτους.

Ένα βιβλίο, επομένως, που ξεσκεπάζει τα εν λόγω εγκλήματα και διαφωτίζει τους Έλληνες αναγνώστες για ένα τόσο μακρινό και απρόσιτο σε μας ζήτημα, δεν μπορεί παρά να είναι καλοδεχούμενο. Ο λόγος, λοιπόν, εδώ,  για το πρώτο βιβλίο της Μαλαισιανής συγγραφέως Βανέσα Τσαν , η οποία ζει σήμερα στις ΗΠΑ, με τίτλο «Η θύελλα που σπείραμε».

Η Μαλαισία ανήκε στις χώρες του Βρετανικού Στέμματος ήδη από τον 18ο αιώνα. Οι κάτοικοί της προσδοκούσαν μία «Ασία για τους Ασιάτες», κι έτσι έπεσαν στην παγίδα των Ιαπώνων οι οποίοι ασκούσαν εκεί κατασκοπευτική δράση εις βάρος των Βρετανών ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου, πριν από το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μόνο που πλανήθηκαν οικτρά. Διότι στην ουσία αντάλλαξαν μία πιο ήπια κατοχή με μία πολύ χειρότερη. Αυτό ακριβώς έπαθε και η Σέσιλι Αλκάνταρα, μία Μαλαισιανή με πορτογαλικές ρίζες και δέρμα λευκότερο από τους περισσότερους συμπατριώτες της.

Η Σέσιλι έχει τρία παιδιά: την μεγάλη της, την Τζούτζουμπ που δουλεύει, εν έτει 1945 σε ένα τεϊποτείο που συχνάζουν Ιάπωνες, τον δεκαπεντάχρονο γιο της, τον Έιμπελ, που εξαφανίζεται μία μέρα μυστηριωδώς, όπως συμβαίνει σε πολλά παιδιά και εφήβους κατά τη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής και τη μικρή, την Τζάσμιν, η οποία κρύβεται μονίμως στο υπόγειο του σπιτιού τους, προκειμένου να μην καταλήξει σκλάβα του σεξ. Πώς έγινε, όμως, έτσι η ζωή της οικογένειας; Τι συνέβη κατά τα προηγούμενα από την ιαπωνική κατοχή χρόνια;

Η συγγραφέας εναλλάσσει τις αφηγήσεις της μεταξύ των ετών 1945, επί ιαπωνικής κατοχής,  και  του 1935, επί βρετανικής κατοχής. Το 1935 η Σέσιλι είχε γνωρίσει τον στρατηγό Φουτζιγουάρα, ο οποίος και την οδήγησε τελικά στην κατασκοπεία για λογαριασμό των Ιαπώνων. Ο άντρας της Σέσιλι δεν ήταν παρά ένας χαμηλόβαθμος υπάλληλος της βρετανικής διοίκησης. Οπότε η Σέσιλι-νόμιζε πως- άρπαξε την ευκαιρία να βοηθήσει τη χώρα της, αλλά και να «ανεβάσει» κοινωνικά τη θέση της οικογένειάς της.

Δέκα χρόνια μετά, η κατάσταση της οικογένειάς της έχει αποδειχθεί πολύ χειρότερη και η ίδια έχει πλέον βεβαιωθεί πως έκανε λανθασμένες επιλογές. Πόσο εύκολες, όμως, είναι οι επιλογές όλων μας εν καιρώ πολέμου; Ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος; Δύσκολα ερωτήματα που αναζητούν τις απαντήσεις τους αναφύονται μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος της Βανέσα Τσαν, ένα μυθιστόρημα που θα μας ξεναγήσει σε άλλες εποχές και σε άλλες ηπείρους και καταστάσεις, αρκετά πιο μακρινές από τις δικές μας, μέσα από τις διαδοχικές και εναλλασσόμενες αφηγήσεις των τεσσάρων ηρώων: της Σέσιλι, της Τζάσμιν, της Τζούτζουμπ και του Έιμπελ.

Κυριακή 25 Μαΐου 2025

Χ.Α. Χωμενίδης, Πανδώρα, εκδ. Πατάκης

 



αρχείο λήψης.jpg

 

Μία νεαρή σε ηλικία ηρωίδα σε ένα μυθιστόρημα με καταιγιστική δράση και σουρεάλ στοιχεία από τον πολυγραφότατο και πασίγνωστο συγγραφέα Χρήστο Χωμενίδη

 

«Λαχτάρισα να πλάσω μία ηρωίδα συνομήλικη με τον 21ο αιώνα», μας λέει ο ίδιος ο συγγραφέας στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του. Και πράγματι, δεν έμεινε μόνο στα λόγια, αλλά και στα έργα. Μετά τη «Νίκη», επομένως, την κατεξοχήν ηρωίδα του 20ου αιώνα και τα τελευταία του πονήματα που είχαν ήρωες άνδρες, δηλαδή τα μυθιστορήματα «Ο Τζίμης στην Κυψέλη» και «Η δίκη Σουάρεφ», αλλά και το εν μέρει αυτοβιογραφικό «Ξέρει η πάπια που είναι η λίμνη», ο Χωμενίδης δημιουργεί μία ηρωίδα απόλυτα σύγχρονη, ένα νέο κορίτσι του αιώνα μας, την «Πανδώρα». Η επιλογή του ονόματος, προφανώς, δεν είναι τυχαία, ιδίως αν αναλογιστούμε την Πανδώρα της ελληνικής μυθολογίας και της καταστροφικές επιλογές της…

Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πως τα φοβερά λάθη που έκανε η Πανδώρα της ελληνικής μυθολογίας τα επαναλαμβάνει και η Πανδώρα Σταφυλά του Χωμενίδη: είναι ένα νέο κορίτσι, τελειόφοιτος του Πολυτεχνείου Αθηνών που ζει όπως ένα νέο κορίτσι του σήμερα και αντιμετωπίζει τις προκλήσεις και τα διλήμματα που απασχολούν όλους τους νέους σήμερα. Αλλάζει τους γκόμενους στο κρεβάτι της σαν τα πουκάμισα και αρέσκεται να βγαίνει με την κολλητή της, συγχρόνως, όμως, δεν παύει να ονειρεύεται το μέλλον της, να προσπαθεί να χτίσει την καριέρα της, αλλά και να βρει τρόπο να κερδίζει περισσότερα χρήματα. Δεν φοβάται διόλου τη σκληρή δουλειά- εξάλλου, πρόκειται για μία μαθηματική διάνοια που πέρασε έβδομη στο Πολυτεχνείο.

Η ζωή της μοιάζει καθ’ όλα στρωμένη, στην αρχή του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας έχει φροντίσει να μας αποκαλύψει, εντέχνως, μερικές γαργαλιστικές λεπτομέρειες για το παρελθόν της και την οικογενειακή της κατάσταση που θα σχηματίσουν μπροστά στα μάτια του αναγνώστη ένα πλήρες πορτρέτο του χαρακτήρα της. Όλα αυτά έως ότου σκάσει ξαφνικά η βόμβα: ένας θείος εμφανίζεται ξαφνικά κυριολεκτικά από το πουθενά, από το μακρινό παρελθόν της οικογένειας του πατέρα της, και της υπόσχεται ότι, αν εκπληρώσει τις επιθυμίες στη διαθήκη του δικού του πατέρα,- αν καταφέρει, δηλαδή, να εκλεγεί βουλευτής στη γενέτειρά της, όπως πολλοί πρόγονοί της που είχαν ασχοληθεί με την πολιτική-τότε θα κληρονομήσει ένα πολυκατάστημα στο κέντρο των Αθηνών με μηνιαίο ενοίκιο είκοσι έξι χιλιάδες ευρώ. Ποιος από εμάς, άραγε, θα έμενε ασυγκίνητος μπροστά στην προοπτική του να λύσει το βιοποριστικό του πρόβλημα δια βίου; Η Πανδώρα μας, πάντως, ενώ φάνηκε αρχικά διστακτική, εντούτοις, αποφασίζει να το τολμήσει.

Εξαφανίζεται, λοιπόν, από την Αθήνα και καταφεύγει στη γενέτειρά της, την οποία άλλοτε απέφευγε όπως ο διάβολος το λιβάνι, τη φανταστική Σταφιδούπολη, εν Πελοποννήσω. Εκεί, ο τοπικός βουλευτής θα προσπαθήσει να την μυήσει στον βρώμικο χώρο της πολιτικής και να την κάνει φαβορί για να βγει στις επόμενες εκλογές. Μία μικρή λεπτομέρεια σε όλο αυτό είναι ότι, ενώ ως τότε η Πανδώρα εντασσόταν ιδεολογικά στον χώρο της άκρας αριστεράς, τώρα, προκειμένου να εκλεγεί, δεν διστάζει να ταχθεί με ένα δεξιό κόμμα, λησμονώντας αρχές και ιδεολογίες. Και φυσικά εδώ δεν μπορούμε παρά να διακρίνουμε ένα καλά συγκαλυμμένο σχόλιο του συγγραφέα προς τον σύγχρονο πολιτικό κόσμο και τους ανθρώπους δίχως αρχές που αλλάζουν τις ιδεολογίες τους εν μέσω μίας νυχτής σαν τα πουκάμισα.

Και ενώ όλα φαίνεται να βαίνουν καλώς και ότι η Πανδώρα θα καταφέρει τελικά να εκλεγεί βουλευτίνα και να γίνει εισοδηματίας, συμβαίνει το απρόσμενο και τα όνειρά της γκρεμίζονται σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Κατόπιν και ενώ φαίνεται να έχει παραιτηθεί εντελώς από τη ζωή, ο έρωτας θα της χαμογελάσει. Και εδώ, όμως, διακρίνεται και  πάλι η μεγάλη μαεστρία του συγγραφέα στην επινόηση της πλοκής, αφού η υπόθεση θα μας ξαφνιάσει με μία νέα ανατροπή, λίγες μόνο σελίδες πριν από το τέλος…

Ο βουλευτής Αρέστης, η Ρίτα στο πολιτικό του γραφείο, ο πατήρ-θείος Γεβράσιος, Μητροπολίτης Μεξικού, ο λογιστάκος πατέρας της Πανδώρας, ήτοι ο Στέλιος Σταφυλάς, η τρελή μητέρα της, ήτοι η Δήμητρα, η φιλενάδα Σάντρα, η γιαγιά Χαριτίνη και ο καλλιτέχνης Νεκτάριος, όλοι τους παρουσιάζουν σουρεάλ στοιχεία, και είναι πλασμένοι, αναντίρρητα, με κάποια δόση λογοτεχνικής υπερβολής-όπως άλλωστε και η ίδια η Πανδώρα- είναι, όμως, συγχρόνως και ήρωες του σήμερα, άνθρωπου του καιρού τους, με όλες τις αδυναμίες, τα πάθη, αλλά και τα προτερήματά τους.

Η Πανδώρα Σταφυλά, φτιαγμένη στο πρότυπο της «Μαρίας Νεφέλης» του Οδυσσέα Ελύτη και της «Παράξενης κοπέλας» του Μανώλη Χιώτη, είναι μία ηρωίδα που όλοι θα αγαπήσουμε, τόσο οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναγνώστες για τη φρεσκάδα της νιότης της και τον αυθορμητισμό της, όσο και οι νεώτεροι αναγνώστες που θα αναγνωρίσουν κομμάτια του χαρακτήρα και του τρόπου σκέψης τους σε αυτήν.

Για άλλη μία φορά ο Χωμενίδης αποδεικνύει ότι μπορεί να δημιουργεί κάθε φορά ένα πόνημα εντελώς διαφορετικό από τα προηγούμενά του, με μία ενδιαφέρουσα μυθιστορηματική πλοκή η οποία ενσωματώνει σύγχρονους προβληματισμούς για την ελληνική κοινωνία του σήμερα, διατηρώντας παράλληλα και μία δροσερή και καλοδουλεμένη πρόζα, διανθισμένη με μία αδιόρατη απόχρωση ειρωνείας.