Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

Γιώργος Βογιατζάκης, 18 περιπτώσεις από το "Γραφείο Ιδεών" του κου Καββαδία, εκδ. γραφή

 

Δεκαοκτώ περιπτώσεις, δεκαοκτώ διηγήματα που αποτελούν στιγμιότυπα από τις ζωές δεκαοκτώ πολύ διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων ανασύρει ο συγγραφέας Γιώργος Βογιατζάκης από το «γραφείο ιδεών» του κου Καββαδία. Η ιδέα προέρχεται από το ομώνυμο διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη σχετικά με το μυθιστορηματικό πρόσωπο του κου Καββαδία.

Ο συγγραφέας αναφέρει στην εισαγωγή του ότι ανακάλυψε τυχαία στο γραφείο του κου Καββαδία τον φάκελο των ιδεών και αυτά που διάβασε μας τα παραθέτει ως καταγραφή δεκαοκτώ ιστοριών. Γράφει συγκεκριμένα:

«Τις διάβασα και τις ξαναδιάβασα αρκετές φορές. Δέθηκα με τους πρωταγωνιστές τους και άρχισα να τις αφηγούμαι νοερά, μπαίνοντας κυριολεκτικά στους εκάστοτε ρόλους: πριν με πάρει ο ύπνος, όταν ήμουν μόνος στο αυτοκίνητο, περιμένοντας το μετρό. Το φανταστικό μου ακροατήριο αποτελούσε ο Κ. Καββαδίας, ο πατέρας μου, ο εαυτός μου σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του, οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές των ιστοριών, όπως και μερικοί ακόμη περαστικοί (ανοίγοντας τον κύκλο). {…} Κατέγραψα τις ιστορίες σε νέες σελίδες Α4, σαν μία προσπάθεια να διατηρηθούν στις μνήμες, όσο ασήμαντες κι αν μοιάζουν, ανάμεσα σε αυτές που γράφουν την ιστορία».

Πρόκειται για ιστορίες ρεαλιστικές, οι οποίες ασχολούνται, κατά κύριο λόγο, με τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, τον έρωτα, τον γάμο, τα συζυγικά προβλήματα και το πώς βλέπει ο ένας τον άλλον μέσα σε μία σχέση. Όλα τα διηγήματα αφήνουν τον αναγνώστη με την αίσθηση του μετέωρου, αφού το τέλος του συχνά είναι κάπως απότομο, απρόσμενο, αλλά αμφίσημο κάποιες φορές. Οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι εξομολογούνται τις ζωές τους στον κο Καββαδία και αυτός καταγράφει τα στιγμιότυπά τους ήθελαν να πραγματοποιήσουν μία κατάθεση ψυχής, όπως μας λέει και ο συγγραφέας στο παρακάτω απόσπασμα:

«Του άνοιγαν εύκολα την καρδιά τους, ενώ η επίσκεψη για να ζητήσουν μία ιδέα ήταν σε πολλές περιπτώσεις πρόφαση. Η ανάγκη της εξομολόγησης ήταν μεγαλύτερη από την ίδια την «ιδέα» για την οποία αρχικά τον είχαν επισκεφθεί, τουλάχιστον ορισμένοι. Αυτό το συμπέρασμα είχα βγάλει, κρίνοντας από τη φύση των ιστοριών. Κουβέντα στην κουβέντα λυνόταν η γλώσσα τους, ή ίσως και να τους ψάρευε εκείνος. Γιατί όχι; Να ήταν- ή να έγινε στην πορεία- ένα είδος συλλέκτη ιστοριών. Να έβρισκε εκείνους που ήταν διαθέσιμοι να βγάλουν τα εσώψυχά τους ή που θέλουν να ξαναζήσουν μια στιγμή στη ζωή τους διηγώντας την και διανθίζοντάς την με διάφορα επινοημένα στοιχεία. Δεν είναι και τόσο σπάνιο είδος ανθρώπου όλοι αυτοί».

Αυτό ακριβώς, είναι, επομένως, το βιβλίο αυτό. Μία συλλογή  προσωπικών βιωμάτων, προσωπικών στιγμών που αποτυπώνεται στον χωροχρόνο. Το πρώτο διήγημα αφορά ένα γκροτέσκο στιγμιότυπο από τη συζυγική ζωή του αντισυνταγματάρχη πεζικού Καραδημητρίου Ηλία, ο οποίος έχει μία διαφωνία με τη γυναίκα του. Μια γυναίκα ταξιδεμένη από την Αμερική φλερτάρει ξεδιάντροπα με το αγόρι της στρουμπουλής αφηγήτριας στο δεύτερο διήγημα, που τυχαίνει να είναι και ξαδέλφη της. Ακολούθως, εξιστορείται μια αναστάτωση που φέρνει σε ένα ζευγάρι ένα γράμμα που παραδίδεται κατά λάθος στο σπίτι τους. Μία πράξη εκδίκησης για έναν χωρισμό αφορά την περίπτωση νούμερο τέσσερα, ενώ μία υποτιθέμενη πράξη απιστίας ταλανίζει ένα ζευγάρι στην πέμπτη περίπτωση. Πως ο γάμος και η καθημερινότητα σκοτώνουν τον έρωτα είναι το θέμα του επόμενου διηγήματος. Ένας άντρας, η νυν και όλες οι πρώην του, ένας παλιός έρωτας που αναβιώνει, ένας μονόλογος μιας γυναίκας που ψάχνει σύντροφο και ένας πλακατζής άνθρωπος που προσπαθεί να διασκεδάσει το τραγικό τέλος μιας σχέσης του είναι τα θέματα των παρακάτω περιπτώσεων στο βιβλίο. Ακολούθως, ένας νεαρός με αυστηρό μπαμπά προσπαθεί να μάθει τρομπέτα, ενώ μετά θα παρακολουθήσουμε τις γυναικοσυζητήσεις τριών παντρεμένων ανδρών. Ένα ζευγάρι αφηγείται ο ένας στον άλλο τα όνειρα και τους εφιάλτες του, ένα λαϊκό ζευγάρι βρίσκεται ξαφνικά καλεσμένο σε ένα κοσμικό πάρτι της καλής κοινωνίας της Αθήνας, αυτά είναι τα κεντρικά θέματα των παρακάτω διηγημάτων του βιβλίου. Εν συνεχεία παιδευόμαστε σχετικά με το εάν είναι τελικά τόσο δύσκολο να ταΐσει κανείς έναν πεισματάρη παπαγάλο που όλο δημιουργεί προβλήματα, βλέπουμε από κοντά μία δύσκολη συγκατοίκηση νύφης και πεθεράς και διαβάζουμε για έναν κύριο να αναπολεί παλιές στιγμές της ζωής του σε μία παλιά φωτογραφία που κάποιος λείπει. Τέλος, ένας θεατής της ζωής την παρακολουθεί από τα μετόπισθεν και αναρωτιέται γιατί δεν είναι αυτός ο πρωταγωνιστής.

Δεκαοκτώ πολύχρωμα στιγμιότυπα βγαλμένα κατευθείαν από τη ζωή, δεκαοκτώ ενσταντέ γραμμένα με μεράκι, έμπνευση και ρεαλισμό αποτελούν το βιβλίο του Γιώργου Βογιατζάκη.

 

Τρίτη 12 Αυγούστου 2025

Richard Stites, Οι τέσσερις καβαλάρηδες, Καλπάζοντας προς την ελευθερία στη μεταναπολεόντεια Ευρώπη, εκδ. Αλεξάνδρεια

 


 

Τέσσερις από τις πρώτες επαναστάσεις του των αρχών του 19ου αιώνα στο μικροσκόπιο του Αμερικανού ιστορικού σε μία συγκριτική μελέτη που αποτελεί το κύκνειο άσμα του.

 

            Όλοι γνωρίζουμε τους τέσσερις καβαλάρηδες της Αποκαλύψεως από το ομώνυμο βιβλίο που προκαλούσαν φόβο και τρόμο στους Ευρωπαίους κατά την περίοδο του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Αυτοί συμβόλιζαν τον πόλεμο, τον λιμό, τον λοιμό και τον θάνατο. Όμως ο συγγραφέας και ιστορικός Richard Stites μας μιλάει στο κύκνειο άσμα του-πέθανε το 2010-για άλλους τέσσερις καβαλάρηδες οι οποίοι με τον τρόπο τους κατάφεραν να αλλάξουν τον κόσμο. Πρόκειται για τους Ραφαέλ ντελ Ριέγο, Γκουλιέλμο Πέπε, Αλέξανδρο Υψηλάντη και Σεργκέι Μουράβιοφ- Αποστόλ. Από τους τέσσερις αυτούς, μονάχα ο Αλέξανδρος Υψηλάντης θα είναι πιθανότατα γνωστός στον Έλληνα αναγνώστη.

            Ο Richard Stites φιλοτεχνεί εδώ το πορτρέτο κάθε ενός από αυτούς και της επανάστασης την οποία προκάλεσε. Τέσσερις επαναστάσεις που συνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα σε τέσσερις διαφορετικές χώρες: Ισπανία –Ανδαλουσία, Ιταλία-Νάπολη, Μολδοβλαχία-Ελλάδα, Ρωσία-Ουκρανία. Τέσσερις στιγμές που άλλαξαν τον κόσμο οριστικά και αμετάκλητα μετά από το «εθνικό ξύπνημα» του 19ου αιώνα.

            Η επανάσταση στην Ανδαλουσία έλαβε χώρα το 1820 και είναι η πρώτη από τις μεγάλες εθνικές επαναστάσεις στον αιώνα του ρομαντισμού, τον 19ο αιώνα. Πρόκειται για μία κοινωνική, αλλά και εθνική επανάσταση που συνδύασε το αίτημα για παραχώρηση συντάγματος με το αίτημα εκδίωξης του Ναπολέοντα. Η επανάσταση οδήγησε σε μία ελεύθερη τριετία 1820-1823, αλλά μετά απέτυχε κάτω από την πίεση των Γάλλων και ο άτυχος Ριέγο δικάστηκε και εκτελέστηκε.

Η επανάσταση του Γκουλιέλμο Πέπε στη Νάπολη στο Βασίλειο των Δύο Σικελιών συνέβη λίγο μετά, το ίδιο έτος, και είχε τη βοήθεια των Καρμπονάρων. Στρεφόταν και αυτή κατά του βασιλέα Φερδινάνδου Α΄ και κατέληξε στο να αποδεχθεί τελικά  αυτός το Σύνταγμα του 1812. Η επανάσταση αυτή επηρεάστηκε πολύ από την επανάσταση της Ισπανίας. Ο Γκουλιέλμο Πέπε κατέληξε στην εξορία και απεβίωσε το 1855.

Στους Έλληνες αναγνώστες είναι πολύ γνωστή, όπως είναι φυσικό, η επανάσταση του Αλέξανδρου Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία, η οποία απέτυχε μεν εκεί, αλλά κατέληξε στην επανάσταση στην Πελοπόννησο που στέφθηκε τελικά με επιτυχία και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Η επανάσταση αυτή ήταν καθαρά εθνικού χαρακτήρα αφού στρεφόταν κατά της οθωμανικής κυριαρχίας. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης μετά από την αποτυχημένη επανάστασή του φυλακίστηκε και πέθανε στη φυλακή το 1828.

Ο τέταρτος καβαλάρης, ο Σεργκέι Μουράβιοφ-Αποστόλ, ήταν ο αρχηγός της αποκαλούμενη επανάστασης των Δεκεμβριστών στη Ρωσία, την επανάσταση που αποκαλείται και ως πρώτη ρωσική επανάσταση. Η επανάσταση αυτή έγινε το 1825, δεν πέτυχε, αλλά άνοιξε τον δρόμο για τις μεταγενέστερες κοινωνικές ρυθμίσεις στη Ρωσία.

Ο συγγραφέας εξετάζει συγκριτικά τις τέσσερις αυτές επαναστάσεις και εντοπίζει στην εισαγωγή του τα κοινά μεταξύ τους σημεία. Όλες είχαν μια καλή γεύση βοναπαρτισμού, όλες στρέφονταν κατά της απολυταρχίας και όλες οι χώρες στις οποίες συνέβησαν είχαν απαρχαιωμένα χαρακτηριστικά, όπως δουλοπάροικους. Φυσικά, οι επαναστάσεις είχαν και πολλές διαφορές μεταξύ τους, όλες τους όμως συνδέονται μεταξύ τους και οι δύο πρώτες του 1820  επηρέασαν τις δύο τελευταίες, εκείνης στην Ελλάδα και τη Ρωσία.

Μετά από την αναλυτική παρουσίαση των αιτιών κάθε μίας χωριστά, των γεγονότων της, της κατάληξής της και των αποτελεσμάτων της, αλλά και της πλήρους παρουσίασης του καθενός από τους τέσσερις καβαλάρηδες, ο συγγραφέας συνοψίζει τα πορίσματά του στο τελευταίο κεφάλαιο με τίτλο «Ρωγμές της μνήμης».

Το έργο απευθύνεται σε αναγνώστες που είναι ιστορικοί ή έχουν διαβάσει αρκετή ιστορία στη ζωή τους, καθώς έχει αρκετές λεπτομέρειες και αναλύσεις.  Το συνολικό αποτέλεσμα, πάντως, αποζημιώνει τον αναγνώστη. Η ελληνική έκδοση, στη μετάφραση του Μενέλαου Αστερίου, συνοδεύεται στο τέλος από σημειώσεις, εκτενή βιβλιογραφία και ευρετήριο.

Μαρίλλη Διαμαντή, Ο επιζών, εκδ. Αγγελάκη

 

 

Μια ζωή με τραγικά γυρίσματα σαν μυθιστόρημα

 

            Πολλές φορές οι προσωπικές οικογενειακές μας ιστορίες, οι ιστορίες των προγόνων μας, είναι τόσο συναρπαστικές που αποδεικνύονται συχνά καλύτερες και από μυθιστόρημα. Αυτό  συμβαίνει στην περίπτωση της Μαρίλλης Διαμαντή και της οικογενειακής της ιστορίας, την οποία και αποφάσισε να μετατρέψει σε ιστορικό-βιογραφικό αφήγημα με τίτλο «Ο επιζών».

Το ιστορικό αυτό αφήγημα αφορά την προσωπική ιστορία του πατέρα της συγγραφέως, του Παύλου Διαμαντή και των αδελφών του, οι οποίοι πολέμησαν στην Εθνική Αντίσταση κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα.

Η οικογένεια της συγγραφέως έλκει την καταγωγή της από το χωριό κόμμα του νομού Φθιώτιδος και εκεί διαδραματίζονται τα όσα μας εξιστορεί.

«Ο αγώνας βρισκόταν στο απόγειό του και οι απαιτήσεις ήταν πολλές. Ο χρόνος έτρεχε και τα παιδιά ακολουθούσαν τον δικό τους κώδικα επικοινωνίας με απόλυτη μυστικότητα και ταυτόχρονα αναποτελεσματικά. Τα μηνύματα, τα όπλα, οτιδήποτε κρινόταν αναγκαίο για τον αγώνα, άλλες φορές μεταφερόταν μέσα σ’ ένα καλάθι με φρούτα και ζαρζαβατικά ή σ’ ένα κονσερβοκούτι ανάμεσα σε άλλα τρόφιμα, άλλοτε στο στρίφωμα του παντελονιού,  μέσα σ’ ένα καρβέλι ψωμί… οπουδήποτε. Πολλές φορές η σχολική τσάντα του Παύλου, ανάμεσα στα βιβλία, έκρυβε τέτοια μηνύματα. Και όταν συναντούσε κάποιους στον δρόμο, από ή προς το σχολείο, του έδιναν πακέτα λέγοντάς του φράσεις όπως: «Αυτά να τα πας στο χωριό» ή «Δώσ’τα  στον  αδερφό σου να τα στείλει στους συγγενείς μου στην Αθήνα» ή «Αυτά είναι για το κτήμα». Ήταν φράσεις γνώριμες, συνθηματικές, και ήξερε σε ποιον έπρεπε να δώσει τη σκυτάλη» .

Με τρόπους όπως τον παραπάνω περιγράφει η συγγραφέας την αντιστασιακή δράση του πατέρα της, μαζί με τα αδέλφια του, τον Χρήστο, την Κατίνα, τον Θεόδωρο και τον Ευθύμιο. Ο Παύλος ήταν ο βενιαμίν της οικογένειας και, δυστυχώς, ο μοναδικός που επέζησε από τα παιδιά της οικογένειας που συμμετείχαν στην αντιστασιακή δράση. Ο Παύλος ήταν ακόμη τελειόφοιτος στο σχολείο όταν συνελήφθη, κλείστηκε στα κελιά της Γκεστάπο, βασανίστηκε και, τελικά, οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα, από το οποίο γλίτωσε κυριολεκτικά ως εκ θαύματος. Τα άλλα αδέλφια του, ο Θεόδωρος και ο Ευθύμιος, που οδηγήθηκαν μαζί του στο εκτελεστικό απόσπασμα δεν είχαν την ίδια τύχη… Ο άλλος του αδελφός ο Χρήστος πέθανε επίσης κατά τη διάρκεια της αντιστασιακής του δράσης, ενώ η Κατίνα «έφυγε» το 1944 από το χτικιό στο Νοσοκομείο Σωτηρία. Συνολικά, από τα δώδεκα παιδιά που είχαν αποκτήσει ο Κωνσταντίνος και η Παναγιούλα, οι γονείς του Παύλου, μονάχα τα πέντε έζησαν. Πώς θα αισθανόταν, άραγε, ο Παύλος ως ο μοναδικός επιζών του εκτελεστικού αποσπάσματος; Ιδού τι μας καταθέτει η συγγραφέας:

«Σήμερα καταλαβαίνω ότι ο Παύλος ήταν ένας ήρωας γιατί κατάφερε για τριάντα εφτά ολόκληρα χρόνια να αντέξει μια άλλη μάχη, ένα άλλο βασανιστήριο: να ζει με ενοχές και τύψεις. Να ζει με τον πόνο ότι εκείνος έζησε ενώ οι άλλοι έφυγαν νωρίς».

Ο Παύλος έζησε, επομένως, άλλα τριάντα εφτά ολόκληρα χρόνια μετά από το συμβάν,-«έφυγε», τελικά το 1981-  παντρεύτηκε και έκανε μία κόρη, τη συγγραφέα, η οποία μας αφηγείται την ιστορία του.

Η συγγραφέας στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου της, εξηγεί ότι αποφάσισε να διηγηθεί την εν λόγω ιστορία χάριν της διατήρησης της μνήμης του πατέρα της και της δράσης του, τόσο του ίδιου όσο και των αδελφών του. Αυτός ήταν ο στόχος της.

Η αφήγησή της εξιστορεί συνοπτικά τα γεγονότα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και τα συνδέει με την Ελλάδα και ιδιαίτερα την περιοχή της Λαμίας, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το πατρικό τους σπίτι στο Κόμμα, στις όχθες του Σπερχειού, χωρίς να λησμονήσει να φιλοτεχνήσει και το πορτρέτο των αδελφών του πατέρα της. Μας δίνει, επίσης, όψεις της ζωής του χωριού πριν από τον πόλεμο, αλλά και κατά τη διάρκειά του.

Το βιβλίο προσφέρει, εν συνόλω, μία καλή ματιά στην καθημερινότητα και τη δύσκολη καθημερινή ζωή των ανθρώπων κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και της Εθνικής Αντίστασης.

Η αφήγησή της περιέχει όσες λεπτομέρειες χρειάζεται και δεν πλατειάζει. Μετά από την παράθεση   του επιλόγου ακολουθούν οι βιβλιογραφικές αναφορές, καθώς και ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον φωτογραφικό παράρτημα με φωτογραφίες-ντοκουμέντα από τη ζωή του Παύλου,  καθώς και κάποιες ιδιόχειρες επιστολές και έγγραφα που σχετίζονται με γεγονότα της ζωής του.

Η συγγραφέας Μαρίλλη (Μαρία-Έλλη) Διαμαντή , γεννημένη στην Αθήνα, έχει σπουδάσει Διεθνείς Σχέσεις και εργάζεται στον τομέα των τηλεπικοινωνιών με έμφαση στις Διεθνείς Σχέσεις. Το ιστορικό της αφήγημα «Ο επιζών» είναι το πρώτο βιβλίο που εκδίδει.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2025

Πρίμο Λέβι, Η ανακωχή, εκδ. Πατάκη

 

 

Η δημοφιλής συνέχεια του γνωστού έργου του Πρίμο Λέβι «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» που περιγράφει την οδύσσεια της επιστροφής του από το Άουσβιτς στο Τορίνο

 

            Αν το έργο του Πρίμο Λέβι «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» είναι ένα έργο το οποίο, ακόμη κι αν δεν το έχουν διαβάσει, το γνωρίζουν, τουλάχιστον, όλοι οι βιβλιόφιλοι ανά την υφήλιο, δε συμβαίνει το ίδιο με τα υπόλοιπα έργα του γνωστού Ιταλοεβραίου συγγραφέα. Για την ακρίβεια, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν ότι ο Πρίμο Λέβι δεν έγραψε απλώς ένα και μόνο βιβλίο στο οποίο κατέγραψε τις φρικαλεότητες που έζησε στο Άουσβιτς, αλλά, αντιθέτως, υπήρξε επαγγελματίας συγγραφέας, εκτός από χημικός.

            Έτσι λοιπόν, εκτός από το βιβλίο του «Η ανακωχή» για το οποίο θα μιλήσουμε εδώ, ο Λέβι έγραψε επίσης ποιήματα, νουβέλες, διηγήματα και μία συλλογή από φιλοσοφικούς στοχασμούς με τίτλο «Το περιοδικό σύστημα».  Το όλο έργο του Λέβι  αποπνέει μία μελαγχολία, αφού ο συγγραφέας έπασχε από κατάθλιψη, κάτι διόλου περίεργο, βέβαια, αν αναλογιστούμε τα όσα έζησε στο Άουσβιτς.       

Το βιβλίο του με τίτλο «Η ανακωχή» είναι ένα οδοιπορικό της επιστροφής του από το Άουσβιτς στην Ιταλία. Πρόκειται, επομένως, για βιβλίο αυτοβιογραφικό. Ουσιαστικά το βιβλίο αυτό αποτελεί τη συνέχεια του «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», γράφτηκε, όμως, αρκετά χρόνια μετά από αυτό. Ενώ, δηλαδή, το «Εάν αυτός είναι ο άνθρωπος» ο Λέβι το έγραψε το 1947, «Η ανακωχή» γράφτηκε το 1961-1962 και εκδόθηκε έναν χρόνο μόλις μετά.

«Από τα πράγματα που είχα μάθει στο Άουσβιτς, ένα από τα πιο σημαντικά ήταν ότι πρέπει πάντα να αποφεύγεις να είσαι «οποιοσδήποτε». Όλοι οι δρόμοι είναι κλειστοί σε όποιον φαίνεται άχρηστος, όλοι είναι ανοιχτοί σε όποιον κάνει μία δουλειά, ακόμα και την πιο ανούσια. Γι’ αυτό, αφού συνεννοήθηκα με τον Λεονάρντο, παρουσιάστηκα στη Μαρία και της πρότεινα τις υπηρεσίες μου ως πολύγλωσσος φαρμακοποιός».

Το παραπάνω απόσπασμα αποδεικνύει όχι μόνο τις απίστευτες δυσκολίες και κακουχίες που υπέστη ο συγγραφέας στο Άουσβιτς, αλλά και το γεγονός ότι όλες αυτές οι δυσκολίες δεν τελείωσαν, δυστυχώς, με την απελευθέρωση των κρατουμένων του στρατοπέδου από τους Ρώσους στις 27 Ιανουαρίου του 1945, αλλά αυτές συνεχίστηκαν με την οδύσσεια που έμελλε να ζήσει όχι μόνο ο Λέβι, αλλά όλοι οι επιζώντες, ώσπου να επιστρέψει στο σπίτι του στο Τορίνο.  Μέσα σε εμπορικά τρένα, ο Λέβι ξεκίνησε από την Πολωνία και διέσχισε άλλες πέντε χώρες προτού να φτάσει στην Ιταλία, τη Ρωσία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία και την Αυστρία.

Σε όλη αυτή τη μακρά πορεία ο συγγραφέας είχε συνοδοιπόρους τους συγκρατούμενούς του, πολλοί από τους οποίους είναι αξιομνημόνευτες μορφές, όπως ο γελαστός Έλληνας έμπορος, ο Τσέζαρε, ο αποκαλούμενος και ως «Μαυριτανός της Βερόνα» και άλλοι πολλοί.  Στο πολύμηνο αυτό ταξίδι άλλοι βοήθησαν τον συγγραφέα να φτάσει στον προορισμό του κι άλλοι τον εμπόδισαν. Άλλοι κατανόησαν τα δεινά που είχε ζήσει και τον συμπόνεσαν και άλλοι τον περιφρόνησαν. Κι η πορεία αυτή σίγουρα δυσκόλευε ακόμη περισσότερο αν λάβουμε υπόψη μας ότι ο Λέβι έφυγε από το Άουσβιτς όντας άρρωστος με οστρακιά.

Η αλήθεια όμως είναι ότι τα δεινά του συγγραφέα δεν τελείωσαν ούτε μετά από την επιστροφή του στο Τορίνο. Μπορεί να παντρεύτηκε, να έκανε παιδιά, να ξαναβρήκε δουλειά, αλλά δεν μπόρεσε να ξεχάσει όλα τα φρικτά που είχε ζήσει, κάτι που δεν κατόρθωσε και κανένας από τους επιζώντες των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Υπέφερε μια ζωή από κατάθλιψη ως τον θάνατό του το 1987 σε ηλικία 68 ετών, ο οποίος θεωρήθηκε από κάποιους ως αυτοκτονία.

Η παρούσα έκδοση της «Ανακωχής» σε μετάφραση της Άννας Παπασταύρου συνοδεύεται από επίμετρο του Ερνέστο Φερρέρο, καθώς και με ένα εκτενές χρονολόγιο της ζωής του Πρίμο Λέβι.