Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2025

Εύα Λεοντιάδου, Η ελευθερία της Ελευθερίας, εκδ. βακχικόν

 

Πώς να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας;

 

            Πιστεύω ότι ακράδαντα ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να γράψει κανείς ένα πετυχημένο θρίλερ. Ομολογώ πως δεν διαβάζω συχνά βιβλία τέτοιου τύπου, διότι είναι πράγματι, δύσκολο να γράψει κάποιος κάτι καλό σε αυτό το είδος, το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδυάζει το θρίλερ και το αστυνομικό-μυστηριακό στοιχείο με το κοινωνικό μυθιστόρημα και θίγει ευαίσθητα θέματα.

Ο λόγος για το βιβλίο της Κύπριας συγγραφέως Εύας Λεοντιάδου, στην οποία και αξίζουν τα εύσημα για την πετυχημένη συγγραφή ενός μυθιστορήματος που διάβασα μέσα σε τέσσερις ώρες μετακινούμενη μονάχα από τον καναπέ του σπιτιού μου, στο τραπέζι  της κουζίνας και στο κρεβάτι μου. Η αλήθεια είναι ότι, πράγματι, δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου, και όλοι οι βιβλιόφιλοι γνωρίζουμε καλά ότι δεν συμβαίνει συχνά αυτό…

Το μυθιστόρημα της Εύας Λεοντιάδου αποτελεί τη δεύτερη συγγραφική της προσπάθεια και τιτλοφορείται με τον κυριολεκτικού περιεχομένου τίτλο «Η ελευθερία της Ελευθερίας», αφού πράγματι μιλάει για την ελευθερία που προσπαθεί να κερδίσει η Ελευθερία, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου.

Η Ελευθερία είναι παρούσα σε όλες τις σκηνές του βιβλίου, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα. Και πως θα μπορούσε να γίνει, εξάλλου, διαφορετικά, αφού η συγγραφέας μα αφηγείται τη συγκλονιστική ιστορία της Ελευθερίας δια στόματος της ίδιας που μας περιγράφει την οδύσσειά της σε πρώτο ενικό πρόσωπο.

Η Ελευθερία, λοιπόν, είναι μία νεαρή κοπέλα που μεγάλωσε δίχως πατέρα και έχασε τη μητέρα της σε μικρή ηλικία. Κατά συνέπεια ζει μόνη της και βγάζει τα προς το ζην δουλεύοντας σε δύο δουλειές. Τα καταφέρνει όμως μια χαρά, δεν χρωστάει πουθενά και έχει στρωμένη τη ζωή της, στην οποία τον ρόλο της οικογένειας έχουν οι δύο επιστήθιες φίλες της, η Στέλλα και η Αλεξάνδρα. Όλα αυτά μέχρις ότου η Ελευθερία αποφασίζει να πραγματοποιήσει επιτέλους το παιδικό της όνειρο με τα χρήματα που μάζευε επί χρόνια στον  κουμπαρά της: να επισκεφθεί τις ΗΠΑ. Η απόφασή της, όμως,  αυτή θα της γυρίσει μπούμερανγκ όταν θα συλληφθεί στο αεροδρόμιο, αρχικά επειδή έχασε το διαβατήριό της, στη συνέχεια, όμως, επειδή αποδεικνύεται ότι διέπραξε φονικό στην Καλιφόρνια!

Πρόκειται, το δίχως άλλο, για μία καλοστημένη πλεκτάνη, πώς, όμως, θα μπορέσει η Ελευθερία να αποδείξει την αλήθεια, εφόσον το τεστ DNA βγαίνει ταυτόσημο με το DΝΑ της δολοφόνου;

Η συγγραφέας δράττεται της ευκαιρίας για να μιλήσει, δια στόματος της ηρωίδας της για ευαίσθητα κοινωνικά θέματα, όπως για τη διαβίωση στις φυλακές, για την απώλεια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, για το ψυχολογικό βάρος που σηκώνει ένας αθώος όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με ανθρώπους που τον αντιμετωπίζουν σαν δολοφόνο, για την αξία της φιλίας, για τη λάθος άποψη που οι περισσότεροι έχουμε για το τι είναι σημαντικό στη ζωή και τι όχι, για το να μεγαλώνει κάποιος δίχως πατέρα,  γα τις συνθήκες των φυλακών, για την αληθινή δικαιοσύνη, για την υιοθεσία, για την ελπίδα που δεν πεθαίνει, για το σθένος που πρέπει να έχουμε να μην σταματάμε να αγωνιζόμαστε ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες, αλλά και για τη θανατική ποινή. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι η συγγραφέας καταφέρνει να γράψει ένα πόνημα που θα κρατήσει καθηλωμένο τον αναγνώστη, θα τον αγχώσει, αλλά και θα τον οδηγήσει τελικά στην κάθαρση. Διότι το μυθιστόρημα αυτό είναι πολλά περισσότερο από ένα απλό θρίλερ μυστηρίου. Είναι, επιπροσθέτως, ένα κοινωνικό μυθιστόρημα που αγγίζει ευαίσθητα θέματα και μπορεί να ιδωθεί από πολλές διαφορετικές όψεις.

«Μόλις σφραγίσει το κελί του θανατοποινίτη, ξέρεις ότι δεν υπάρχει επιστροφή. Δεν υπάρχει γυρισμός. Δεν υπάρχει ελπίδα. Και βλέπεις μόνο σκοτάδι. Δεν έχεις τίποτα να αναμένεις παρά μόνο το τέλος σου. Αλλά… Όταν συνειδητοποιήσεις ότι αυτό το τέλος θα φέρει τελικά τη λύτρωσή σου, αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι ακόμα και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι μπορείς να βρεις το μονοπάτι που οδηγεί στην ελευθερία».

Κατερίνα Λιασή, Καλοκαίρια βαθιά χωμένα μέσα στην άμμο, εκδ. Βακχικόν

 

Κύπρος, 1974

 

            Πολλά έχουμε διαβάσει, αλλά και γνωρίζουμε για τον «Αττίλα» του 1974, την τουρκική, δηλαδή, εισβολή στην Κύπρο, καθώς έχουν γραφτεί πάμπολλα ιστορικά έργα, αλλά και ιστορικά μυθιστορήματα που αφορούν και αφηγούνται τα τραγικά γεγονότα εκείνων των ημερών. Μπορώ να πω, όμως, με σιγουριά ότι κανένα βιβλίο που διάβασα ως τώρα δεν αποτυπώνει τα συμβάντα του καλοκαιριού με τον τρόπο που το κάνει το μυθιστόρημα της Κατερίνας Λιασή, γεννημένης στην Κύπρο, όπου ζει, εργάζεται- και γράφει- ως φαρμακοποιός.

            Το βιβλίο τιτλοφορείται ως «Καλοκαίρια βαθιά χωμένα μέσα στην άμμο» και δεν αποτελεί μία γραμμική εξιστόρηση των γεγονότων του θέρους του 1974, αλλά αποτυπώνει περισσότερο το φορτισμένο κλίμα εκείνων των ημερών. Εξάλλου δεν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά για μυθιστόρημα εποχής. Η αναφορά στην εισβολή του Αττίλα και στις ανθρώπινες απώλειες στο νησί χρησιμοποιείται ως το τραγικό φινάλε της ιστορίας της Αντριάννας, της πρωταγωνίστριας του βιβλίου.

Η Αντριάννα ήταν αρραβωνιασμένη προτού να φύγει για τις σπουδές της στη Θεσσαλονίκη με τον Δήμο, έναν αινιγματικό κομμουνιστή, ο οποίος δεν της ήταν, εν τέλει, ιδιαίτερα πιστός κατά την απουσία της. Και η ίδια η Αντριάννα, όμως, θα γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο κάποιου άλλου, επομένως το μέλλον της σχέσης τους θα παραμείνει αβέβαιο, όπως και το μέλλον του νησιού, εξάλλου, όταν αυτή επιστρέψει οριστικά στο νησί.

Οπωσδήποτε το καλοκαίρι του 1974 πολλοί Έλληνες και πολλοί Κύπριοι θα ήθελαν να χωθεί βαθιά μέσα στην άμμο και να μην ξαναβγεί, αφού οι περισσότεροι θα ήθελαν να ξεχάσουν και να ξορκίσουν από τη μνήμη τους τα αιματοβαμμένα γεγονότα εκείνου του καλοκαιριού. Η Αντριάννα, ωστόσο, εξακολουθεί να κρατά τα δικά της καλοκαίρια, πριν το 1974, βαθιά χωμένα στη δική της άμμο, στην άμμο της ψυχή της, κουβαλώντας τις μνήμες της από τη Λεμεσό, τη Λευκωσία, την πατρογονική, δηλαδή, γη της, αλλά και από την αγαπημένη της Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου σπούδαζε νομική προτού επιστρέψει στο νησί της το μοιραίο καλοκαίρι του 1974.

Η αφήγηση στο βιβλίο κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν και η Κατερίνα Λιασή διαθέτει το δικό της, ιδιαίτερο και ξεχωριστό, αφηγηματικό ύφος με τις συνεχείς αναδρομές που πραγματοποιεί. Οι αναφορές της συγγραφέως στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο και στην κατάσταση του νησιού πριν από το 1974, όπως για παράδειγμα στα Ματωμένα Χριστούγεννα του 1963, αλλά και στις σχέσεις των Τουρκοκύπριων με τους Έλληνες του νησιού δίνουν το ιστορικό στίγμα στο κείμενο, δίχως όμως η Ιστορία να παίρνει ποτέ το προβάδισμα από τη μυθοπλασία. Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο τη συγγραφέα είναι η αποτύπωση του ταραγμένου κλίματος της εποχής, η οποία ευθυγραμμίζεται με την ταραγμένη ψυχική διάθεση των πρωταγωνιστών.

 

«Η Αντριάννα δεν μπορούσε να καταλάβει τον Δήμο και όλο αυτό το πάθος και τον ζήλο για έναν αγώνα που βαθιά μέσα της πίστευε πως ήταν αναίτιος. Ζώντας στον προστατευμένο κόσμο που δημιούργησαν οι γονείς της, στη φούσκα του οικογενειακού της περίγυρου αρχικά, και αργότερα στη Θεσσαλονίκη σε μια άλλη φούσκα απομόνωσης που δημιούργησε η ίδια, γλιστρούσε, θαρρείς, παράλληλα με τα τρομακτικά γεγονότα που εκτυλίσσονταν σε Ελλάδα και Κύπρο. Άλλωστε τρομακτικά πράγματα γίνονταν παντού, σε όλον τον κόσμο, και θα συνέχιζαν να συμβαίνουν, ό,τι κι αν έκαναν οι άνθρωποι».

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

Αντώνης Χαριστός, Έμπορος κατά συνείδηση, εκδ. Υψικάμινος

 



αρχείο λήψης.jpg

 

            Ο Πρόεδρος του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, ο συγγραφέας Αντώνης Χαριστός, έχει αποδείξει πολλάκις μέχρι τώρα ότι του αρέσει να ταράζει τα νερά, να πρωτοτυπεί θεματικά, αλλά και  να θίγει θέματα δύσκολα με τις γραφές του. Αυτό ακριβώς αποδεικνύει για άλλη μία φορά με το θεατρικό του έργο που τιτλοφορείται «Έμπορος κατά συνείδηση». Πρόκειται για ένα έργο που παρουσιάζει θεματική συνάφεια με το μυθιστόρημά του «Αγία Οικογένεια», αφού αμφότερα τα έργα θίγουν το θέμα της παιδικής-και σεξουαλικής- κακοποίησης.

            Στο νέο του θεατρικό έργο ο Χαριστός στηλιτεύει για άλλη μία φορά την απάθεια, την υποκρισία και την αδιαφορία της κοινωνίας απέναντι στις νοσηρές συμπεριφορές που η ίδια πολλές φορές επαίσχυντα καλύπτει.

Στον ρόλο του «κακού» αυτή τη φορά είναι  ένας έμπορος κατά συνείδηση, ο αντιπαθής  και σπαγκοραμμένος-ως άλλος Εμπενίζερ Σκρουτζ- Πολυχρόνης, ένας άνδρας στη μέση ηλικία και ιδιοκτήτης καταστήματος μεταχειρισμένων βιβλίων. Ο Πολυχρόνης είναι φοβερά φιλοχρήματος, τσιγκούνης και αντιπροσωπεύει τη διαφθορά της ελληνικής κοινωνίας μαζί με άλλους τρεις χαρακτήρες του έργου, τον αστυνόμο Νίκο Δενδρινό, που είναι μέγας τάξεως χαρτόμουτρο, τον Πέτρο Γιώτη που είναι προϊστάμενος της Εφορίας και τον επιστήθιο φίλο του και συνταξιούχο δάσκαλο Ανδρέα Παπαδόπουλο-φυσικά το επίθετό του μας παραπέμπει στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Τα αθώα θύματα του Πολυχρόνη είναι δύο πρόσφυγες, ο είκοσι δυάχρονος Αλί και η δωδεκάχρονη Καρίνα Λαβί από τη Συρία. Ο Αλί δουλεύει στο μαγαζί του Πολυχρόνη ως ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές και είναι αναγκασμένος να υπομένει τις παραξενιές του μεσήλικα, την απανθρωπιά, αλλά και τη τσιγγουνιά του.

Οι δύο έτεροι χαρακτήρες του έργου, μία γυναίκα στέλεχος του προγράμματος μετανάστευσης και ασύλου και  ένας άνδρας με την ίδια ιδιότητα είναι δευτερεύοντες μεν και δεν διαδραματίζουν μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης, αλλά αναγκαίο να κάνουν την εμφάνισή τους στο έργο.

Ο Χαριστός με αφορμή την πρόταση που θα δεχτεί ο Πολυχρόνης για να φιλοξενήσει το μικρό δωδεκάχρονο κορίτσι από τη Συρία στο σπίτι του-με το αζημίωτο φυσικά- ξεδιπλώνει όλον τον καλά κρυμμένο κάτω από την επιφάνεια παλιοχαρακτήρα του Πολυχρόνη, τα σαδιστικά του ένστικτα και την υποκρισία του. Δεν θα διστάσει να πουλήσει το σώμα του άτυχου παιδιού προκειμένου να αποκομίσει κέρδος.

Ο παραλληλισμός με την ιστορία του αθώου Χριστού είναι, φυσικά, εύλογος, όπως μας λέει και ο Κωνσταντίνος Κυριακού  στην εισαγωγή που αναλύει τις συνισταμένες του έργου. Πρόκειται, επομένως, για ένα ωμά ρεαλιστικό θεατρικό σε τρεις πράξεις που αποτελεί γροθιά στο στομάχι των αναγνωστών και θα συγκλονίσει με κάποιες από τις αποτρόπαιες σκηνές κακοποίησης που περιέχει. Συν τοις άλλοις, ο συγγραφέας δεν διστάζει να ειρωνευτεί πολλάκις και τη φαινομενικά φοβερή αφοσίωση των τεσσάρων ανήθικων χαρακτήρων στα ιδεώδη της χριστιανικής ηθικής.

Στο έργο αυτό τίποτε δεν είναι τυχαίο. Ο Χαριστός έχει μεριμνήσει για την επιλογή κάθε ονόματος, κάθε λέξης που θα προφέρει κάποιος ήρωάς του, αλλά και κάθε κίνησης την οποία θα κάνει. Έτσι, προκειμένου να κρατήσει συγκεντρωμένη την προσοχή των θεατών στα τεκταινόμενα της σκηνής, εφαρμόζει «οικονομία» στον αριθμό των ατόμων που τοποθετεί κάθε φορά επί σκηνής, ποτέ δηλαδή πάνω από  τρία ομιλούντα άτομα. Επίσης, οι δύο ημερομηνίες των κρασιών που αναφέρονται, το  1935 και το 1963 δεν είναι διόλου τυχαίες. Το 1935 είναι το έτος που σημειώνεται στην Ελλάδα το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα, αλλά και το έτος που ο Χίτλερ θα ψηφίσει στη Γερμανία τους ρατσιστικούς Νόμους της Νυρεμβέργης. Το 1963, από την άλλη, λαμβάνει χώρα η δολοφονία Λαμπράκη, αλλά και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ εκφωνεί τον διάσημο λόγο του « I have a dream».

Ο ρόλος του συγγραφέα είναι από τη μία καταγγελτικός και διδακτικός προς τους αναγνώστες του και από την άλλη ψυχογραφικός, αφού ο Χαριστός φιλοδοξεί να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο ενός καλά κρυμμένου εγκληματία, από αυτούς που συναντάμε καθημερινά γύρω μας να κυκλοφορούν ελεύθεροι, ανενόχλητοι και φαινομενικά αθώοι. Στόχος του είναι να διεγείρει την ανθρωπιά των αναγνωστών, αλλά και να καταγγείλει όλα τα κακώς κείμενα και τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας.

Η κορύφωση του δράματος έρχεται στο τέλος της Τρίτης Πράξης, μετά από μία ακόμα κορύφωση που είχε προηγηθεί στο τέλος της Δεύτερης. Το έργο έχει γρήγορο ρυθμό και διαβάζεται εύκολα, φιλοδοξούμε δε και ευχόμαστε να το δούμε σύντομα να παίρνει σάρκα και οστά στο παλκοσένικο.


Απόστολος Θηβαίος, Κλημεντίνες, εκδ. Μονόκλ

 


 

Μια μικρογραφία της κοινωνίας μας σε ένα τσίρκο

 

            Υπήρχε κάποτε ένα τσίρκο με ακροβάτες, θηριοδαμαστές, μπαλαρίνες  και άλλους καλλιτέχνες που περιόδευσε σε όλη την Ευρώπη… Οι άνθρωποί του γελούσαν, διασκέδαζαν, θύμωναν, ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, ερωτεύονταν αλλά και ζήλευαν και εχθρεύονταν ο ένας τον άλλον…

            Αυτός είναι, με δυο λόγια, ο κόσμος της νουβέλας που συγγράφει ο Απόστολος Θηβαίος, τεχνίτης των λέξεων, γλωσσοπλάστης και δημιουργός, στο έργο του με τίτλο «Κλημεντίντες» και υπότιτλο «Η πικρή ιστορία αγάπης της δίδας Άντζι Καστέλο». Πρόκειται για ένα κωμικοτραγικό πόνημα μαγικού ρεαλισμού με χαρακτήρες ξεκάθαρα πλασμένους, χαρακτήρες οι οποίοι αντιγράφουν όμως την πραγματική ζωή, όπως άλλωστε και το ίδιο το τσίρκο.

Ο κόσμος που πλάθει ο Θηβαίος θα μας ξυπνήσει μνήμες παιδικές, στις οποίες ήρθαμε σε επαφή, για πρώτη φορά ίσως στη ζωή μας σαν ήμασταν παιδιά, με τον κόσμο του τσίρκου και του θεάματος-βλέπε «Ντάμπο» ή «Πινόκιο» της Ντίσνεϊ, αγαπημένες παιδικές ταινίες. Η αρχή της υπόθεσης, ειδικά, θα μας φέρει στον νου τη γνωστή όπερα «Παλιάτσοι» του Ρουτζέρο Λεονκαβάλο: η πρωταγωνίστρια Νέντα- Άντζι αγαπάει έναν νεαρό τον Σίλβιο-Πέρι και ονειρεύεται να φύγει μαζί του. Συγχρόνως, όμως, την ποθεί και αυτός ο οποίος την έφερε στο τσίρκο σώζοντάς την από τη φτώχεια και την αφάνεια. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον ιδιοκτήτη του τσίρκου-θιάσου Κάνιο-Ντον Καστέλο. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για τους ηθοποιούς ενός περιπλανώμενου θιάσου και στη δεύτερη για τους ακροβάτες ενός περιοδεύοντος τσίρκου. Σε αυτό το σημείο, όμως, σταματούν οι ομοιότητες των «Παλιάτσων» του Λεονκαβάλο με τις «Κλημεντίνες» του Θηβαίου, αφού στο πρώτο έργο η τραγικότητα υπερισχύει σαφέστατα του γκροτέσκου στοιχείου, ενώ στη δεύτερο το τραγικό και το κωμικό στοιχείο βρίσκονται σε έναν διαρκή διάλογο, με κανένα από τα δύο στοιχεία να μην καταφέρνει να επικρατήσει οριστικά έναντι του άλλου μέχρι και την τελευταία σελίδα του έργου.

Ο Ντον Καστέλο παρουσιάζεται σκόπιμα αντιπαθής. Ηλικιωμένος, παχύς, φιλοχρήματος, δεν είναι παρά ένας διεφθαρμένος ιδιοκτήτης τσίρκου. Η Άντζι, από την άλλη, είναι η προσωποποίηση της αθωότητας και της καλοσύνης: μικρή, όμορφη, δροσερή, γεμάτη αγάπη για τους άλλους. Η Σομπιέσκα Κλημεντίνα είναι το πρόσωπο-κλειδί του έργου, μία καλλιτέχνιδα με υπέρμετρο εγωισμό και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της,  η οποία ζηλεύει τη νεότερή της Άντζι.

Πέρα από τους τρεις βασικούς αυτούς χαρακτήρες στη νουβέλα θα συναντήσουμε και άλλους ήρωες όπως τον κλόουν του τσίρκου, τον κύριο Λίμπσεϊ, αλκοολικό και  μορφινομανή, που παίζει τον ρόλο του «πατέρα» απέναντι στην Άντζι, τον μεγιστάνα κύριο Χιουζ που δεν θα διστάσει να αποτελέσει μέρος του τσίρκου προκειμένου να βρεθεί κοντά στην αγαπημένη του, την Κλημεντίνη, μα και τον αγαθό μαύρο γίγαντα Μακόμο με την καρδιά μαρουλιού, έναν χαρακτήρα που θα μας φέρει στον νου τον αγαθιάρη Τζον Κόφι από το «Πράσινο Μίλι».

Σε γενικές γραμμές, οι ήρωες που δημιουργεί ο Θηβαίος άλλοτε φαντάζουν υπερβολικοί στα μάτια μας και άλλοτε σαν ήρωες της διπλανής πόρτας. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, πρόκειται για ήρωες εντελώς ανθρώπινους, βγαλμένους μέσα από την ίδια τη ζωή, ήρωες που πρωταγωνιστούν στο ιδιόρρυθμο και πρωτότυπο αυτό παραμύθι με τον τίτλο «Κλημεντίνες» και τις πολλές προεκτάσεις και αλληγορίες που μπορεί να ανακαλύψει κανείς διαβάζοντάς το.Ένα έργο γραμμένο στο μεταίχμιο μεταξύ των ορίων του παραμυθιού και της αληθινής ζωής.