Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

Κοραής Δαμάτης, Καλοήθη παράσιτα, εκδ. Βακχικόν

 



 

Η ανατομία μιας σύγχρονης προβληματικής ελληνικής οικογένειας στην οποία ο καθένας κουβαλά και το δικό του τραύμα…

 

            Οφείλω να παρατηρήσω ότι όσες φορές έχω διαβάσει λογοτεχνικό πόνημα γραμμένο από άνθρωπο του θεάτρου, συνήθως μου αρέσει. Και αυτό διότι ο τρόπος γραφής είναι συνήθως θεατρικός, τα νοήματα βαθύτερα και ο λόγος καλά δουλεμένος και δομημένος.

            Στην παραπάνω κατηγορία υπάγεται, επομένως, και το μικρό μυθιστόρημα του Κοραή Δαμάτη, συγγραφέα γεννημένου στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου με σπουδές στο θέατρο, τον χορό και τη σκηνοθεσία. Τα «Καλοήθη παράσιτα» αποτελούν το δεύτερό του μυθιστόρημα και μας προσφέρουν μία τοιχογραφία μιας προβληματικής ελληνικής οικογένειας-διόλου ασυνήθιστης, όμως, σήμερα, που θα μας δώσει άφθονη τροφή για σκέψη και προβληματισμό.

Η παρουσίαση της υπόθεσης και των προσώπων λαμβάνει χώρα με πρωτότυπο τρόπο, όπως τη χρονική ακολουθία των ημερών της εβδομάδας, με εναλλαγές τριτοπρόσωπης και πρωτοπρόσωπης αφήγησης για τον κάθε ένα από τους χαρακτήρες χωριστά.

Ο Ανέστης, ο παππούς, μένει μαζί με την οικογένεια της κόρης του της Αγγέλας και προσπαθεί να εξιλεωθεί για τις αμαρτίες του μέσα από συνεχείς απαγγελίες χωρίων εκκλησιαστικών κειμένων. Προτού, όμως, διαπράξει κι αυτός τις αμαρτίες του, είχε ταλαιπωρηθεί από την ίδια τη ζωή, βλέποντας την αγαπημένη του σύζυγο να χάνει τη ζωή της με τραγικό τρόπο….

Αδελφή του η θεία Δόμνα, μία αγαθή ύπαρξη που συνεχώς υπηρετεί τους άλλους, ανύπαντρη και καταδικασμένη να μείνει στην αφάνεια από τους γονείς της εξαιτίας της ασχήμιας και της αναπηρίας της…

Η Αγγέλα, η κόρη του Ανέστη, είναι η τυπική Ελληνίδα μάνα που τρέχει να τα προλάβει όλα,  συγκρούεται με την κόρη της που είναι στη δύσκολη φάση της εφηβείας, βρίσκεται μέσα σε έναν γάμο που καταρρέει, όντας υποχρεωμένη να ανεχτεί την εξωσυζυγική σχέση του άντρα της και πληρώνει τις αμαρτίες του πατέρα της, που έχουν αφήσει βαθύ τραύμα στην παιδική ψυχή της.

Ο Μανώλης, ο σύζυγος είναι μπουχτισμένος από τη μόνιμη γκρίνια της γυναίκας του για τα οικονομικά, ψοφάει στη δουλειά δουλεύοντας σε δύο δουλειές ταυτόχρονα και έχει ως έξοδο διαφυγής την Έλσα την ερωμένη του.

Η Ελσα, είναι μία Ουκρανή που αντί να υλοποιήσει τα παιδικά της όνειρα βρίσκεται από την Ουκρανία στα χέρια ενός νταβατζή στην Ελλάδα και προσπαθεί να ορθοποδήσει δουλεύοντας πλέον μόνη της ως ιέρεια του έρωτα.

Η Μυρσίνη-ή Μύρσα, όπως  θέλει να την αποκαλούν, είναι μία οργισμένη έφηβη που αψηφά τις εντολές των μεγάλων και έχει αγανακτήσει από τις συμβουλές και τις νουθεσίες των μεγάλων, όπως, άλλωστε, κάθε έφηβος στην ηλικία της που συγκρούεται με τους γονείς του.

Ο φίλος της Μύρσας, ο Ρουμάνος Ερμάλ, «πουλήθηκε» από τους φτωχούς γονείς του στη Ρουμανία σε κάτι θείους του στην Ελλάδα, προκειμένου αυτοί εκεί να μπορέσουν να μεγαλώσουν τα αδέλφια του. Το γεγονός αυτό έχει αφήσει, όπως είναι φυσικό, ανεξίτηλα σημάδια στην ταραγμένη καρδιά του. Στο πρόσωπο της Μύρσας θα γνωρίσει τον έρωτα και εκείνη από πλευράς της θα τον έχει ως διέξοδο από  το δυστοπικό οικογενειακό περιβάλλον της.

Οι παιδικές μνήμες των πρωταγωνιστών τους ακολουθούν. Δεν μπορούν να τις λησμονήσουν όπου κι αν πάνε, ό,τι κι αν γίνει, αλλά τις  κουβαλούν μέσα τους. Και αυτό ακριβώς είναι και το μήνυμα του βιβλίου. Κανείς δεν ξεφεύγει από την οικογένειά του…

Χαρούκι Μουρακάμι, Για τι μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο, εκδ. Ψυχογιός

 

Ένα βιβλίο για δρομείς, αλλά και συγγραφείς!

 

   «Ο χρόνος μου, η κατάταξή μου, η εξωτερική μου εμφάνιση-όλα αυτά είναι ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας. Για έναν δρομέα σαν κι εμένα, αυτό που έχει ουσιαστικά σημασία είναι να πιάσω τον στόχο που θέτω στον εαυτό μου, με τις δικές μου δυνάμεις. Βάζω τα δυνατά μου, υπομένω ό,τι πρέπει να υπομείνω,   και μπορώ, με τον δικό μου τρόπο, να αισθάνομαι ικανοποιημένος. Μέσα από τις αποτυχίες και τις χαρές προσπαθώ πάντοτε να αποκομίζω κάποιο συγκεκριμένο μάθημα.(Πρέπει να είναι συγκεκριμένο, όσο μικρό κι αν είναι). Κι ελπίζω ότι, με τον καιρό, καθώς ο ένας αγώνας θα διαδέχεται τον άλλο, στο τέλος θα φτάσω σε ένα σημείο με το οποίο θα είμαι ικανοποιημένος. Ή ίσως καταφέρω να το διακρίνω φευγαλέα. (Ναι, αυτό είναι μία ακριβέστερη διατύπωση)».

 

            Το εν λόγω καταληκτικό απόσπασμα μπορούμε να θεωρήσουμε ότι είναι το απόσταγμα από το μικρό αυτοβιογραφικό δοκίμιο με θέμα το τρέξιμο που συγγράφει ένας από τους γνωστότερους συγγραφείς της σύγχρονης Ιαπωνίας, ο Χαρούκι Μουρακάμι, ένας συγγραφέας με πολλές βραβεύσεις και υποψηφιότητες για Βραβείο Νόμπελ.

Το δοκίμιό του έχει τίτλο «Για τι μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο» και αποτελεί μία εκ βαθέων εξομολόγηση για την οπτική που ο ίδιος ο συγγραφέας διατηρεί για τη συνήθεια του τρεξίματος, αλλά και για τις διάφορες παραμέτρους της συνήθειας αυτής και τη ζωή του  Μουρακάμι ως δρομέας και, δευτερευόντως, και ως συγγραφέας.

Εκ πρώτης όψεως, το τρέξιμο δεν θα έπρεπε να έχει την παραμικρή σχέση με τη διαδικασία της συγγραφής. Να, όμως, που ο Μουρακάμι μας διαψεύδει και μας εξηγεί ότι συνεχίζει να τρέχει, εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια, προκειμένου να μπορεί να διατηρείται σε φόρμα για την επώδυνη διαδικασία της συγγραφής. Και όταν ο Χαρούκι Μουρακάμι μιλάει για τρέξιμο, δεν εννοεί απλά έναν γύρο γύρω από το πάρκο. Απεναντίας, μας μιλάει για τρέξιμο σε έναν Μαραθώνιο μία φορά τον χρόνο σε διάφορα μέρη του κόσμου, για τρίαθλο και γενικότερα για αθλητικούς αγώνες.

Ένα από τα μέρη στα οποία έτρεξε ο Μουρακάμι- και αποδείχτηκε τελικά πολύ δύσκολο για τρέξιμο- ήταν ο Μαραθώνιος στην Αθήνα το 1983, μία εμπειρία που θυμάται λόγω της αφόρητης ζέστης στη χώρα μας, αλλά και εξαιτίας της πληθώρας των πατημένων από αυτοκίνητα αδέσποτων που συνάντησε στον δρόμο του, γεγονός που του έκανε, αρνητική, φυσικά, εντύπωση.

Το, εν μέρει, αυτό αυτοβιογραφικό δοκίμιο είναι κάτι που πάντοτε ήθελε να κάνει ο συγγραφέας. Σε αυτό καταθέτει την προσωπική του εμπειρία από το τρέξιμο και μας εξηγεί πως δομεί τη ζωή του με γνώμονα τη σκληρή δουλειά που κάνει ως δρομέας, αλλά και ως συγγραφέας.

 

 «Οι περισσότεροι άνθρωποι, όμως, διακρίνουν μόνο την επιφανειακή διάσταση της συγγραφής και νομίζουν ότι οι συγγραφείς εμπλέκονται σε μία ήσυχη, πνευματική εργασία, η οποία συντελείται στο γραφείο τους. Νομίζουν πως, αν έχεις τη δύναμη να σηκώσεις ένα φλιτζάνι του καφέ, μπορείς να γράψεις μυθιστόρημα. Μόλις, όμως, επιχειρήσεις να το κάνεις, σύντομα διαπιστώνεις πως δεν είναι μία τόσο  γαλήνια δουλειά όσο φαντάζει. Η όλη διαδικασία- το να καθίσεις στο γραφείο σου, να εστιάσεις τις σκέψεις σαν να ήταν ακτίνα λέιζερ, να φανταστείς να ξεπροβάλλει κάτι από το πουθενά, να δημιουργήσεις μια ιστορία, να επιλέξεις τις κατάλληλες λέξεις, μία προς μία, να διατηρήσεις σε σειρά την όλη ροή της ιστορίας-απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια, στην πορεία ενός μεγάλου διαστήματος, από ό,τι θα φαντάζονταν οι περισσότεροι άνθρωποι. Μπορεί να μην μετακινείς το σώμα σου, όμως μέσα σου συντελείται μία βασανιστική, δυναμική διαδικασία. Όλοι χρησιμοποιούν τον νου τους όταν σκέφτονται. Ένας συγγραφέας, όμως, μια φορά μια στολή που ονομάζεται αφήγημα και σκέφτεται με όλο του το είναι. Και για τον μυθιστοριογράφο η διαδικασία αυτή απαιτεί την εμπλοκή του συνόλου των σωματικών αποθεμάτων του, συχνά σε βαθμό υπερκόπωσης».

 

Το βιβλίο του Μουρακάμι είναι πολλά πράγματα μαζί: στοχαστικό-φιλοσοφικό δοκίμιο, αυτοβιογραφία, ταξιδιωτικό χρονικό, ημερολόγιο προπόνησης. Σίγουρα, όμως, είναι ένας άριστος οδηγός για όσους τρέχουν-ή σκοπεύουν να αρχίσουν το τρέξιμο-ή  σε όσους συγγράφουν-ή σκοπεύουν να αρχίσουν τη συγγραφή.

Ένα βιβλίο, επομένως, που απευθύνεται πρωτίστως σε συγγραφείς και δρομείς, αλλά και στους λάτρεις της λογοτεχνίας και του Μουρακάμι ειδικότερα. Το στυλ γραφής είναι ανάλαφρο και παιχνιδιάρικο καθιστώντας το όλο πόνημα εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο.

Lesley Downer, Σύντομη ιστορία της Ιαπωνίας, εκδ. Μεταίχμιο

 

Η συνοπτική ιστορία της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου

 

            Για την ιστορία της Κίνας, είναι η αλήθεια, έχουμε ακούσει και γνωρίζουμε, σαφέστατα, περισσότερα πράγματα, σε σχέση με άλλες χώρα της Άπω Ανατολής. Σχετικά, όμως, με τη «Νιχόν», τη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, η αλήθεια είναι ότι όλα όσα γνωρίζουμε για αυτήν περιορίζονται συνήθως στην τελετή του τσαγιού, στις πολεμικές τέχνες, τους σαμουράι και τις γκέισες. Κι, όμως, η χώρα αυτή έχει να παρουσιάσει μία πλούσια και ενδιαφέρουσα ιστορία, αυτό αποδεικνύει τουλάχιστον η  Λέσλι Ντάουνερ στο μικρό, εύληπτο, μα τεκμηριωμένο ιστορικά, βιβλίο της για την ιστορία της Ιαπωνίας με τίτλο «Σύντομη ιστορία της Ιαπωνίας».

            Ο αναγνώστης, κατ’ αρχάς, θα εντυπωσιαστεί όταν πληροφορηθεί, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου,  ότι τα πρώτα κεραμικά αγγεία της ιστορίας δεν πρωτοκατασκευάστηκαν στη  Μεσοποταμία γύρω στο 7.000 π.Χ., αλλά στην Ιαπωνία ακόμη παλαιότερα, γύρω στο 14.000 π.Χ.! Πρόκειται για τον πολιτισμό των Τζόμον και τους πρώτους γηγενείς κατοίκους της νησιωτικής αυτής χώρας, η οποία δέχτηκε τους πρώτους εποίκους από την ξηρά μόλις το 11.000 π.Χ.-προηγουμένως τα νησιά στα οποία βρέθηκαν τα αγγεία ήταν ενωμένα με την ηπειρωτική χώρα.

Ακολούθως η χώρα δέχτηκε πληθώρα εποίκων από την Κορέα-σε σημείο που το DNA των δύο λαών να είναι και σήμερα παρόμοιο, αλλά και πάμπολλες κινεζικές και βουδιστικές επιδράσεις από τον πολύ προηγμένο κινεζικό πολιτισμό της αρχαιότητας.

Την περίοδο του Μεσαίωνα η επιρροή του βουδιστικού κλήρου συνεχίζει να αυξάνεται, σύμφωνα με τη συγγραφέα, ενώ ο σιντοϊσμός, η αρχέγονη ανιμιστική παραδοσιακή ιαπωνική θρησκεία συνεχίζει να υπάρχει παράλληλα με τον βουδισμό. Οι γνωστοί μας σαμουράι ως τάξη δημιουργούνται γύρω στο 1000 μ.Χ., ενώ η θεωρούμενη ως η πρώτη γκέισα της Ιστορίας, η Κικούγια, χρονολογεί την ύπαρξή της γύρω στο 1750.

Η Ιαπωνία απέκρουσε επιτυχώς μία κινεζική εισβολή τον 13ο αιώνα μ.Χ. και οι Πορτογάλοι τον16ο αιώνα ήταν εκείνοι που έβαλαν τέλος στην απομόνωση της χώρας. Έτσι ξεκίνησε μία πολύ μακρά διαδικασία εκδυτικισμού, η οποία έβαλε, επιπροσθέτως τέλος και στην κυριαρχία των σαμουράι. Αυτή η διαδικασία κορυφώθηκε κατά την περίοδο των Μεϊτζί, δηλαδή κατά τα τέλη του 19ου αιώνα.

Στον εικοστό αιώνα η Ιαπωνία προσπάθησε να βρει κι αυτή μία δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στις αποικιοκρατικές δυνάμεις της Δύσης, το τραγικό, όμως, αποτέλεσμα για αυτήν, του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου την ώθησε να κάνει στην ουσία μία νέα αρχή, προκειμένου να γίνει γ δυνατή οικονομία που είναι σήμερα και που ξεπέρασε επάξια την καταστροφή της Φουκοσίμα το 2011.

Ο αναγνώστης θα εκπλαγεί διαβάζοντας για το πόσο σημαντικές ήταν ορισμένες γυναίκες αυτοκράτειρες στην Ιαπωνία, μία χώρα με ισχυρή πατριαρχία. Κάποια άλλα θέματα, όπως π.χ. η σφαγή της Ναντσίνγκ στην οποία προέβη η Ιαπωνία εναντίον των Κινέζων το 1937, είναι περισσότερο γνωστή, όπως, άλλωστε και η συμμετοχή της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Δυνάμεων του Άξονα.

Η συγγραφέας μας εξιστορεί όλη αυτή τη μακρά διαδρομή της χώρας ανά τους αιώνες με ανάλαφρο τρόπο γραφής και χωρίς υπερβολική ανάλυση των γεγονότων και διανθισμό τους με πολλές λεπτομέρειες που θα κουράσουν τους αναγνώστες. Άλλωστε, αυτός είναι και ο σκοπός της σειράς αυτών των βιβλίων από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, να προσφέρουν σύντομες ιστορίες για διάφορα επιμέρους θέματα στους αναγνώστες του με βιβλία μικρά και ευκολοδιάβαστα από μη ειδήμον ιστορικό κοινό.

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Εθνικός Διχασμός, εκδ. Πατάκη


 

Για τον Εθνικό Διχασμό που ξεκίνησε το 1915 στη χώρα μας έχουν χυθεί κυριολεκτικά τόνοι μελάνης, καθώς, μαζί με τη Μικρασιατική Καταστροφή το συγκεκριμένο γεγονός είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας. Ωστόσο, τα περισσότερα από τα πονήματα που έχουν γραφτεί μέχρι τώρα ασχολούνται με αυτά καθεαυτά τα γεγονότα του Διχασμού ή με τα αίτια και τις αφορμές του. Ελάχιστα έχουν ασχοληθεί με τις βαθύτερες και σε βάθος χρόνους μακροπρόθεσμες επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στην ελληνική κοινωνία, στους θεσμούς και στην πολιτική κουλτούρα. Αυτό ακριβώς, όμως, που μας λείπει από την ελληνική ιστοριογραφία για το εν λόγο ζήτημα είναι που κάνει η νέα μελέτη του διδάκτορα της Ιστορίας των Διεθνών Σχέσεων Ευάνθη Χατζηβασιλείου με τίτλο «Εθνικός Διχασμός, Οι επιπτώσεις στους θεσμούς και στην πολιτική κουλτούρα».

            Το μικρό, καλογραμμένο και ευκολοδιάβαστο αυτό βιβλίο θα βοηθήσει τον μελετητή της ελληνικής ιστορίας, αλλά και τον με μυημένο στην μελέτη της Ιστορίας Έλληνα αναγνώστη, να ξεκαθαρίσει ορισμένες από τις βασικές του Εθνικού Διχασμού και να συνειδητοποιήσει την τεράστια, πραγματικά, επίδραση που είχε το φαινόμενο αυτό στην ελληνική κοινωνία, τους θεσμούς και την πολιτική ιδεολογία της.

            Ο Εθνικός Διχασμός υπήρξε η μακροβιότερη πολιτική -και όχι ένοπλη- σύγκρουση στην ελληνική ιστορία. Όλοι γνωρίζουμε ότι ξεκίνησε το 1915, κανένας, όμως, δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πότε ακριβώς τοποθετείται το τέλος του, καθώς τα απόνερά του έφτασαν, σύμφωνα με τον συγγραφέα, μέχρι και τα τέλη του εικοστού αιώνα.

            Σύμφωνα με την άποψη του γράφοντος, η σύγκρουση αυτή-που δεν μπορεί να αποκληθεί εμφύλιος, αφού δεν υπήρξε καθαρή ένοπλη σύγκρουση, ήταν –ή τουλάχιστον ως τέτοια ξεκίνησε- μία διαφωνία των εκσυγχρονιστικών ομάδων της χώρας μας υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο, έναντι των πιο παραδοσιακών και συντηρητικών στις απόψεις τους οπαδών του βασιλέως Κωνσταντίνου. Στην ουσία, ο Εθνικός Διχασμός υπήρξε μία κρίση μιας οικονομικά και κοινωνικά υποανάπτυκτης κοινωνίας, μία κρίση που μπορεί να θεωρηθεί ότι ξεπεράστηκε μόλις το 1974-57, στη Μεταπολίτευση δηλαδή, τα απόνερά του, όμως, φαίνεται να διήρκεσαν ως και  την αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα.

Μετά από την παράθεση μιας εισαγωγής και ενός εξαιρετικά χρήσιμου χρονολογίου του Εθνικού Διχασμού, ο συγγραφέας ξεκινά τη μελέτη του με τη διερεύνηση της φύσεως της εν λόγω σύγκρουσης και ασχολείται με τα προβλήματα της ορολογίας που αντιμετωπίζει ο μελετητής του Εθνικού Διχασμού, πριν εξετάσει αναλυτικότερα τη σύγκρουση και τα πρώτα στάδια του Εθνικού Διχασμού.

Εν συνεχεία ο μελετητής επικεντρώνεται στις θεσμικές εκβολές του Εθνικού Διχασμού μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά και στις νοοτροπίες που αυτός καλλιέργησε, νοοτροπίες, οι οποίες, δυστυχώς «εκπαίδευσαν» τον πολιτικό κόσμο της Ελλάδας κατά τον εικοστό αιώνα με εντελώς λανθασμένο τρόπο. Ο Εθνικός Διχασμός ήταν αυτός που ανέδειξε τον στρατό σε φετίχ της ελληνικής πολιτικής σκηνής και κληροδότησε πολλές από τις επώδυνες τακτικές που ακολουθήθηκαν αργότερα στον Ελληνικό Εμφύλιο του  1943-45 με 1949.

Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου κρίνει με αμερόληπτη και αντικειμενική μάτια τα γεγονότα και τα αναλύει με έξοχο τρόπο, καταφέρνοντας να διαφωτίσει τον αναγνώστη και να λύσει πολλές από τις απορίες του. Παράλληλα θίγει και όλα τα «παράπλευρα» ζητήματα του Εθνικού Διχασμού, όπως τη Μικρασιατική Καταστροφή, τη βία και τις δικτατορίες που κυριάρχησαν στην ελληνική πολιτική σκηνή μετά το 1922, το έργο της τελευταίας τετραετίας που κυβέρνησε ο Βενιζέλος, δηλαδή της περιόδου από το 1928 μέχρι και το 1932 και τη χούντα του 1963. Συγχρόνως, κρίνει και αναλύει το έργο και άλλων πολιτικών της εποχής, όπως του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, του Νικολάου Πλαστήρα κ.α., αλλά και ασχολείται με το φαινόμενο του «βενιζελισμού».

Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία σημαντική προσθήκη στη βιβλιογραφία για τον Εθνικό Διχασμό και για ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο στον μελετητή της Νεοελληνικής Ιστορίας.