Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

Άννα Γρίβα, Η ελληνίδα σκλάβα, εκδ. Μελάνι

 

 

Ένα βιβλίο για τον εφιάλτη της δουλείας και του δουλεμπορίου υπογράφει η γνωστή συγγραφέας Άννα Γρίβα. Με αφορμή την περίπτωση της Γαρυφαλλιάς Μιχάλβεη, της μικρής Ελληνίδας σκλάβας που έγινε γλυπτό, η συγγραφέας επιλέγει να παρουσιάσει μία πλήρη τοιχογραφία του φαινομένου της δουλείας σε Ελλάδα και σε Αμερική κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα.

 

Η περίπτωση της μικρής Γαρυφαλιάς Μιχάλβεη, που επιβίωσε από την καταστροφή των Ψαρών το 1824 και έζησε ως σκλάβα για τρία ολόκληρα χρόνια της παιδικής της ηλικίας πριν την αγοράσει και την απελευθερώσει ο Αμερικανός Τζόζεφ Λάνγκτον, είναι γνωστή. Η μικρή Γαρυφαλλιά έζησε στη Βοστώνη ελεύθερη για τρία χρόνια στην οικογένεια του Αμερικανού διπλωμάτη, προτού ο ταλαιπωρημένος οργανισμός της υποκύψει σε μία ασθένεια σε ηλικία μόλις δεκατριών ετών.

 

Η τραγική περίπτωσή της μικρής Ελληνίδας που δεν πρόλαβε να χαρεί τη ζωή ενέπνευσε κάποια χρόνια μετά, το 1843, ένας Αμερικανό γλύπτη τον Χάιραμ Πάουερς να φτιάξει ένα γλυπτό, μια αλυσοδεμένη Αφροδίτη ουσιαστικά με τον τίτλο «Η Ελληνίδα σκλάβα». Και η ζωγράφος Αν Χολ όμως φιλοτέχνησε το πορτρέτο της μικρής Ελληνίδας σκλάβας, ενώνοντας τη δική της φωνή με όσους διαμαρτύρονταν εκείνη την περίοδο για τον επονείδιστο θεσμό της δουλείας. Έτσι η μικρή Γαρυφαλλιά από τα Ψαρά κατέληξε να γίνει σύμβολο όλων των μαύρων σκλάβων της Αμερικής που εκείνη  την εποχή πάλευαν για την ελευθερία της.

 

Η Γρίβα, με αφορμή το ιστορικό αυτό γεγονός, δημιουργεί μία μυθιστορία πλέκοντας τα αληθινά ιστορικά γεγονότα με τον δικό της μύθο, που μας αφηγείται τη σύντομη ζωή της Γαρυφαλλιάς. Έτσι, παραλλάσσει το όνομα και την ιδιότητα του Αμερικανού σωτήρα της, αλλά και τον τόπο διαμονής της στην Αμερική, βάζοντας την οικογένεια του διπλωμάτη Φίλιπ Κέρτις να κατοικεί στην Ουάσινγκτον. Μέσω των επιστολών που ανταλλάσσουν ο Φίλιπ με τη σύζυγο και τον πατέρα του, αλλά και μέσω της πρωτοπρόσωπης μαρτυρίας της ίδιας της Γαρυφαλλιάς, η συγγραφέας μας αφηγείται τα γεγονότα της ζωής, αλλά και του δέκατου ένατου αιώνα από τη σκοπιά όλων των ηρώων της ιστορίας της.

 

Το ενδιαφέρον όμως στο συγκεκριμένο πόνημα είναι ότι η Γρίβα δεν μένει απλά στην αφήγηση της γνωστής αυτής ιστορίας, αλλά προχωρά ένα βήμα παραπέρα, ανατέμνοντας με τέχνη τα βαθύτερα συναισθήματα ενός ανθρώπου που έχει την ατυχία να πουληθεί ως δούλος. Επιπλέον, δημιουργώντας κι άλλες ηρωίδες-τη Ζοζεφίν, μία μαύρη σκλάβα, αλλά και την Τιτούμπα από την επίσης πολύ γνωστή υπόθεση της Αμερικής με τις δίκες του Σάλεμ το 1692, δημιουργεί μία ευθεία αναλογία μεταξύ των σκλάβων της Ελληνικής Επανάστασης και τον μαύρων της Αμερικής, επιμένοντας κυρίως στη γυναικεία υπόσταση της σκλαβιάς. Διότι οι γυναίκες είναι αυτές που, λόγω της φύσης τους, καθίστανται υποχείρια στις ορέξεις των αντρών και γεννούν κι άλλους δούλους, παρά τη θέλησή τους.

 

«Όλα στη σκλαβιά τα έχω συνηθίσει, εκτός από ένα: τον ύπνο. Γιατί ο ύπνος των σκλάβων φέρνει μαζί του παράξενα όνειρα. Βλέπεις πάντοτε αυτά που έχασες, λες και οι σκέψεις σου ανήκουν οριστικά πια σε όσα έχεις χάσει. {…} Τα πρόσωπα του παρελθόντος στον ύπνο έρχονται ολοζώντανα, δεν σε αφήνουν να ησυχάσεις».

 

Πλην όμως των παραπάνω, η Γρίβα δεν διστάζει να δώσει ακόμη πιο οικουμενική διάσταση στο πόνημά της, μην παραλείποντας να αναφέρει και τους αυτόχθονες Ινδιάνους της Αμερικής που εξοντώθηκαν και αυτοί κατά εκατομμύρια κατά τη «λευκή» επέλαση του δέκατου ένατου αιώνα.

 

Πρόκειται, επομένως, για ένα βιβλίο που είναι κάτι πολύ περισσότερο από τη αφήγηση μιας απλής ιστορίας από την Ελληνική Επανάσταση. «Η Ελληνίδα σκλάβα» είναι, θα λέγαμε, ένα βιβλίο που δεν γνωρίζει έθνη και σύνορα, ένα βιβλίο οικουμενικό που διατρανώνει μία κραυγή αγωνίας ενάντια σε όλες τις φυλετικές και κάθε είδους ρατσιστικές  προκαταλήψεις, οι οποίες, δυστυχώς, δεν έχουν εκλείψει μέχρι σήμερα. Διότι μπορεί το δουλεμπόριο των μαύρων της Αμερικής και σκλαβοπάζαρα της Ανατολής να έχουν πλέον εκλείψει, η ανθρώπινη κακομεταχείριση όμως, η μισαλλοδοξία και ο ρατσισμός υπάρχουν ακόμη σε πολλά μέρη του πλανήτης μας και απειλούν την ύπαρξη όλων αδυνάτων.

 

«Η Ελληνίδα σκλάβα» περιλαμβάνει πολλές τραγικές ιστορίες γυναικών: της μικρής Γαρυφαλλιάς που χάνει την οικογένειά της σε τρυφερή ηλικία και ζει το δράμα τα σκλαβιάς και της προσφυγιάς, της Ινδιάνας Τιτούμπα, που θεωρήθηκε μάγισσα και θανατώθηκε άδικα, της Ζοζεφίν, της μαύρης σκλάβας στην Αμερική, αλλά και της Λουίζ, μιας λευκής που έκανε το λάθος να αγαπήσει έναν μαύρο και τιμωρήθηκε για αυτό.

 

Οι τραγικές ιστορίες των γυναικών αυτών δεν ανήκουν μόνο σε εκείνες, αλλά, αντίθετα, αντιπροσωπεύουν τις τραγικές ιστορίες όλων των γυναικών της ανθρωπότητας, σε κάθε εποχή, παλιά και σημερινή. Η Άννα Γρίβα γράφει με λεπτότητα, ευαισθησία και εξαιρετικά καλοδουλεμένο λόγο ένα μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί από ανθρώπους σε όλα τα έθνη της γης, αφού αφηγείται την οικουμενική ιστορία όλων των αδυνάτων του πλανήτη που έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης από τους δυνατούς. Και, δυστυχώς, καταλήγει όπως και ο εκάστοτε τραγουδιστής στο τραγούδι «Κεμάλ» του Μάνου Χατζηδάκη ότι «αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ. Καληνύχτα».

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2022

Αλέξης Πανσέληνος, Λάδι σε καμβά, εκδ. Μεταίχμιο

 

‘Ένα επίκαιρο βιβλίο, λόγω των πρόσφατων εορτασμών για την επέτειο του Πολυτεχνείου, γράφει ο Αλέξης Πανσέληνος, περνώντας ένα ηχηρό αντιφασιστικό μήνυμα  μέσα από μια ανάλαφρη καλοκαιρινή περιπέτεια, εν είδει μυθιστορίας. Όπως, όμως, γίνεται φανερό από το τέλος του βιβλίου, πολλές φορές αυτές οι αθώες καλοκαιρινές περιπέτειες των διακοπών μας καταλήγουν να μας σημαδεύουν για μια ολάκερη ζωή.

 

Το βιβλίο έχει τίτλο «Λάδι σε καμβά», τίτλος απόλυτα ταιριαστός αν σκεφτεί κανείς πως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο φοιτητής της Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, Σπύρος. Ο τελευταίος θα επισκεφθεί ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί προκειμένου να περάσει δύο εβδομάδες από τις θερινές διακοπές του στο σπίτι ενός διάσημου ζωγράφου, ο οποίος ζει εκεί αποτραβηγμένος από την κοσμική και καλλιτεχνική ζωή της πρωτεύουσας. Ο ζωγράφος έχει τρία παιδιά: ένα αγόρι στην ηλικία του Σπύρου, μία φοιτήτρια, την Ειρήνη, λίγο μεγαλύτερή του και τη Γωγώ-Μαριγώ, το στερνοπούλι της οικογένειες που το καλοκαίρι του 1966 είναι μόλις δώδεκα ετών. Τα δύο κορίτσια θα φλερτάρουν με τον τρόπο τους τον εικοσάχρονο Σπύρο, ο οποίος θα βρεθεί αντιμέτωπος με διλήμματα και σκέψεις που ποτέ δεν φανταζόταν ότι θα του τύχαιναν στη ζωή του.

 

Το καλοκαίρι του 1966 είναι ξένοιαστο στο νησί και έρχεται σε  ζοφερή αντίθεση με τα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν το 1967, λίγους μήνες μόλις μετά, όταν η χώρα θα ολισθήσει στη στυγνή δικτατορία των Συνταγματαρχών. Τότε η ζωή του Σπύρου θα αλλάξει οριστικά και αμετάκλητα, αφού ο πατέρας του, ως κομμουνιστής, θα εκτοπιστεί στη Μακρόνησο. Αυτό το γεγονός θα σηματοδοτήσει το οριστικό τέλος της ανεμελιάς του Σπύρου, θα τον «ενηλικιώσει» απότομα  και θα τον φέρει αντιμέτωπο με τα πραγματικά προβλήματα της ζωής. Θα καταφέρει να ολοκληρώσει το όνειρό του και να γίνει καλλιτέχνης ή η ζωή θα τον παρασύρει σε απρόβλεπτες ατραπούς;

 

Ο αναγνώστης μέσα από τις σελίδες του βιβλίου θα ρίξει μία πολύ καλή ματιά στην Αθήνα, αλλά και την επαρχία της δεκαετίας του ’60. Οι μικρότεροι ηλικιακά αναγνώστες θα μάθουν και οι μεγαλύτεροι θα νοσταλγήσουν τα γεγονότα και την εποχή.

 

Οι χαρακτήρες του βιβλίο διαθέτουν μία ισχυρή υπόσταση θεατρικότητας. Η αφήγηση είναι εξαιρετικά στρωτή και ο συγγραφέας αρέσκεται να περιγράφει γλαφυρά και διεξοδικά, με τη χρήση πολλών επιθέτων, κυρίως τον χώροι στον οποίο κινείται ο βασικός ήρωάς του, ο Σπύρος. Σαν τον πρωταγωνιστή της ιστορίας του, ο συγγραφέας μοιάζει να μπολιάζει τον καμβά-βιβλίο του με πολλά διαφορετικά χρώματα όλων των αποχρώσεων και να χειρίζεται τον λόγο με μικρές, κοφτές και επιδέξιες πινελιές.

 

Η μικρομέγαλη Γωγώ φαίνεται ότι είναι ο πιο αλλοπρόσαλλο, αλλά και αινιγματικός χαρακτήρας του έργου. Τι θα μείνει άραγε από αυτούς τους ανέμελους καλοκαιρινούς έρωτες μετά από χρόνια εκτός από τις αναμνήσεις; Στο φόντο αυτών των θερινών ερώτων υποβόσκουν η εγκαθίδρυση της Δικτατορίας και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, που περιγράφονται με έξοχο τρόπο από τον συγγραφέα.

 

Ένα βιβλίο, χαρούμενο, δροσερό και τρυφερό, σαν τα γλυκά θερινά βράδια στα νησιά μας που όμως λήγει με μια νότα απαισιοδοξίας, υπενθυμίζοντάς μας ότι αναπόφευκτα όλοι μας μεγαλώνουμε και οι όμορφες μέρες της νιότης μας φεύγουν και χάνονται…

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2022

Ethan Hawke, Μια λαμπερή αχτίδα από σκοτάδι, εκδ. Ελληνικά γράμματα

 

Ευθύς στα βαθιά απόνερα της τέχνης, και δη της υποκριτικής, βουτάει ο γνωστός ηθοποιός και συγγραφέας Ίθαν Χοκ με το μυθιστόρημά του που ακούει στον αντιφατικό τίτλο «Μια Λαμπερή Αχτίδα από Σκοτάδι». Διότι δεν γίνεται, φυσικά, μια λαμπερή αχτίδα να αποτελείται από σκοτάδι. Φαίνεται όμως πως στη ζωή ενός ηθοποιού έτσι συμβαίνει συνήθως, και ιδίως στους ηθοποιούς αυτούς που αγωνίζονται, ξεπερνώντας τα όποια προσωπικά τους προβλήματα, να ανακαλύψουν τον πραγματικό εαυτό τους και να φτάσουν την τέχνη τους-αλλά και τους εαυτούς τους- στην ύψιστη κορύφωση και τελείωση.

 

Μία τέτοια περίπτωση είναι και ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος του Χοκ, ένας νέος άντρας γύρω στα τριάντα, ο Γουίλιαμ Χάρντινγκ, φτασμένος ηθοποιός του κινηματογράφου που αποπειράται να κάνει το ντεμπούτο του στο θέατρο με ένα δύσκολο σαιξπηρικό έργο, το Βασιλιάς Ερρίκος Δ΄.  Ο Γουίλιαμ, παντρεμένος με μία εξίσου διάσημη τραγουδίστρια και πατέρας δύο μικρών παιδιών, αντιμετωπίζει προβλήματα στον γάμο του και φαίνεται πως έχει φτάσει πλέον κοντά στο διαζύγιο. Αυτό μοιάζει πλέον αναπόφευκτο, αφού ο Γουίλιαμ έχει ήδη περάσει το κατώφλι της συζυγικής απιστίας, έχοντας επιπλέον και τους παπαράτσι να του θυμίζουν τη μοιραία στιγμή της αδυναμίας του μέσα από ένα σωρό εξώφθαλμους τίτλους εφημερίδων που το έχουν βάλει για τα καλά σκοπό να μην τον αφήσουν σε ησυχία.

 

Κι ενώ η κοινή γνώμη είναι, όπως είναι φυσικό, με το μέρος της διάσημης και πανέμορφης εξαπατημένης συζύγου, ο Γουίλιαμ φαίνεται να επιλέγει μία δυνατή και πολλά υποσχόμενη θεατρική παράσταση που πρόκειται να ανέβει στο Μπρόντγουεϊ προκειμένου να καταφέρει να ξεπεράσει τα τραύματα του παρελθόντος και να ανακαλύψει τον αληθινό του εαυτό. Κανένα έργο πέρα από εκείνα του Σαίξπηρ, και ιδίως ο Βασιλιάς Ερρίκος Δ΄, δεν θα ήταν καταλληλότερο για αυτόν τον σκοπό, όπως επίσης και ο εξίσου απαιτητικός σκηνοθέτης του έργου, μαζί με το δυνατό χαρτί που αποτελεί το πολυδιαφημισμένο όνομα του Μπρόντγουεϊ. Γιατί, τελικά όταν ένας ηθοποιός αποφασίσει να ερμηνεύσει στο θέατρο Σαίξπηρ, μπορεί και αυτό να αλλάξει ολόκληρη της ζωή του.

 

Προφανώς ο Χοκ συνθέτει τη μυθιστορία του βασισμένος και στις δικές του εμπειρίες τόσο ως οικογενειάρχης και πατέρας, όσο και ως έμπειρος επαγγελματίας στον χώρο του θεάματος. Η διάθεση του συγγραφέα είναι ξεκάθαρα φιλοσοφική σε όλο το μήκος του έργου, με έμφαση στον πρωταγωνιστή και την ψυχολογία του που γνωρίζει διάφορα σκαμπανεβάσματα. Οι συμβουλές που δίνουν στον τριαντάχρονο άνδρα οι φίλοι και οι συνεργάτες του λογίζονται ξεκάθαρα ως συμβουλές ζωής που απευθύνονται σε όλους μας. Δεν λείπουν όμως και πιο ανάλαφρες σκηνές, με ποτά, ξενύχτια, σεξ, ακόμη και ελαφριά ναρκωτικά, πράγματα που δεν λείπουν από τον κόσμο του θεάματος.

 

Το εντυπωσιακό είναι όμως ότι ο Χοκ  προχωρά και σε μία βαθιά ανατομή του συγκεκριμένου θεατρικού έργου του Σαίξπηρ Βασιλιάς Ερρίκος Δ΄. Μάλιστα το ξεκίνημα των προβών, η πρεμιέρα και οι παραστάσεις ακολουθούν βήμα βήμα την εξέλιξη της υπόθεσης, αλλά και την πορεία του ίδιου του Γουίλιαμ προς τη γιατρειά της ψυχής του μέσα από το σαιξπηρικό δράμα και τον ρόλο που ερμηνεύει. Με τον ρόλο αυτόν πολλές φορές ταυτίζεται απόλυτα, ενώ είναι ολοφάνερες οι αναλογίες μεταξύ της ζωής του πρωταγωνιστή και του σαιξπηρικού ήρωα Χένρι Πέρσι, του αποκαλούμενου Χότσπερ.

 

Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Χοκ δεν διστάζει να απογυμνώσει και να απομυθοποιήσει για τα καλά τον κόσμο του θεάματος μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του, κάνοντας τον αναγνώστη να ρίξει μία πολύ καλή ματιά στα όσα κρύβονται πίσω από τις κουρτίνες και στα παρασκήνια μίας θεατρικής παράστασης, αλλά και μιας ζωής μέσα στα φώτα της δημοσιότητας, φαινομενικά ευτυχισμένης και λαμπερής, αλλά, συχνά, χωρίς ουσία και νόημα.

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2022

Irene Sola, Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει, εκδ. 'Ίκαρος

 

Το βουνό είναι ο πραγματικό πρωταγωνιστής του πολυβραβευμένου βιβλίου της Καταλανής συγγραφέως Ιρένε Σολά «Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει».

Όπως προδίδει και το εξώφυλλό του, πρόκειται για ένα βιβλίο στο οποίο πραγματικός πρωταγωνιστής είναι η άγρια φύση και, ιδίως, τα βουνά των Πυρηναίων.

 

Βρισκόμαστε στα μέση της δεκαετίας του ΄60 στην ορεινή Καταλονία. Οι μνήμες του εμφυλίου και του ανταρτοπολέμου στα βουνά είναι ακόμη νωπές, ενώ το φρανκικό καθεστώς εξακολουθεί να ασκεί καταπιεστική πολιτική ενάντια στην ιδιαίτερη εθνοτική ομάδα των Καταλανών απαγορεύοντας τους να μιλούν στη γλώσσα τους, τα καταλανικά. Σε αυτό το μικρό χωριό των Πυρηναίων, βέβαια, που διαδραματίζεται η υπόθεση του μυθιστορήματος, υπάρχει σχετική ελευθερία δράσης και αυτονομία από τους κατοίκους, αφού οι αρχές είναι αρκετά μακριά για να επηρεάζουν την καθημερινότητα των ντόπιων.

 

Σε αντίθεση με τις αρχές, αυτή που επηρεάζει τα μάλα τη ζωή στα βουνά είναι η ίδια η φύση. Έτσι, κεραυνός θα σκοτώσει ακαριαία τον αγρότη Ντομένεκ, ο οποίος θα έχει την ατυχία να βρεθεί έξω στη φύση κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας και θα προσπαθήσει να απελευθερώσει ένα μοσχαράκι του κοπαδιού του από το σύρμα ενός φράχτη. Η ίδια η φύση, επομένως, δια μέσω του κεραυνού είναι αυτή που θα αφήσει χήρα τη Σιό και ορφανά τα παιδιά της, τη Μία και τον Ίλαρι.

 

Σε τέτοιες κοινωνίες η συλλογικότητα, αλλά και η αλληλεγγύη παίζει πολύ μεγάλο ρόλο και οι γυναίκες μετατρέπονται σε φορείς πολιτισμού. Τέσσερις γυναίκες θα βρουν τον άτυχο άνδρα και θα συμπαρασταθούν στη χήρα σύζυγό του. Οι γυναίκες θα προβούν σε αναδρομή των παλιών ευτυχισμένων ημερών και έτσι θα χτίσουν την ιστορία τη δική τους, της οικογένειάς τους, αλλά και των βουνών, αυτών των σιωπηλών μαρτύρων της Ιστορίας της περιοχής. Πολλές φορές αφηγούνται ακόμη και άψυχα όντα, με τη συγγραφέα να χρησιμοποιεί την τεχνική της προσωποποίησης. Έτσι, στην αρχή του βιβλίου είναι οι δυνατές σταγόνες της βροχής που ξεκινούν την αφήγηση. Αργότερα, ο πραγματικός πρωταγωνιστής του βιβλίου, το ίδιο το βουνό δηλαδή, θα μας αφηγηθεί τον τρόπο δημιουργίας του, για να συνεχίσουν οι άρκτοι των βουνών.

 

Η Σολά δανείζεται διάφορους μύθους και θρύλους της περιοχής και όψεις της καταλανικής μυθολογίας, ενώ σε ένα κεφάλαιο μας μιλάει για τα κατάλοιπα της μαγείας στην περιοχή, της οποίας, για άλλη μία φορά, φορείς είναι οι γυναίκες.

 

Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, λοιπόν, δομείται πάνω στις αυθόρμητες και πηγαίες αφηγήσεις των κυράδων του βουνού, αφηγήσεις που μοιάζουν με σαγηνευτικό παραμύθι. Η γραφή της Σολά είναι λυρικότατα και μοιάζει περισσότερο με αυθόρμητη καταγραφή, παρά με επιτηδευμένη άσκηση, από την οποία δεν λείπουν όμως οι προσεκτικά διαλεγμένες λέξεις. Συχνά ο λόγος γίνεται αλληγορικός και μεταφορικός., ενώ η προσωποποίηση των στοιχείων της φύσης μετατρέπεται σε βασικό αφηγηματικό παράγοντα.

 

Το βραβείο απέσπασε τέσσερα βραβεία: το Ευρωπαϊκό Βραβείο λογοτεχνίας το 2020, το Βραβείο Μυθιστορήματος ANAGRAMA, το Βραβείο ΝUVOL και το βραβείο CALAMO το 2019. Ένα βιβλίο ιδιαίτερο, με έντονο το καταλανικό χρώμα και τη μαγεία της φύσης των Πυρηναίων.