Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

Άννα Δαμιανίδη, Δυο καλοκαίρια και μισό φθινόπωρο, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2023

 

Την τρυφερή ιστορία της ενηλικίωσης και της αποφοίτησης τεσσάρων κοριτσιών που μεγαλώνουν στην Αθήνα της Χούντας μας παραδίδει η δημοσιογράφος, νομικός και συγγραφέας, απόφοιτος της Γαλλικής Φιλολογίας, Άννα Δαμιανίδη στο βιβλίο της με τίτλο "Δυο καλοκαίρια και μισό φθινόπωρο".

Όσοι από τους αναγνώστες του βιβλίου σπούδασαν στη Αθήνα ή τελείωναν το λύκειο κατά τα χρόνια της Χούντας, σίγουρα θα νιώσουν νοσταλγία όταν θα γυρίζουν τις σελίδες του. Και εμείς οι νεώτεροι όμως, έχουμε ακούσει αρκετά από τους γονείς μας, τόσο για τη Χούντα, όσο και για τη ζωή στην Αθήνα τη δεκαετία του 1970, οπότε οι περιγραφές του βιβλίου θα μας φανούν σίγουρα οικείες.

Οι τέσσερις νεαρές πρωταγωνίστριες του βιβλίου, η Δάφνη, η Μαργαρίτα, η Λυδία και η Αλίκη είναι όλες αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους χαρακτήρες. Εντούτοις, όμως, έχουν τις ίδιες νεανικές ανησυχίες σχετικά με το επαγγελματικό μέλλον τους, το σχολικό παρόν τους και τους πρώτους τους τους έρωτες. 

Τόσο η Δάφνη όσο και η Μαργαρίτα έχουν πατέρα δικηγόρο. Η οικογένεια της Δάφνης όμως είναι αριστερών πεποιθήσεων και ο πατέρας της θέλει οπωσδήποτε να σπουδάσει η κόρη του. Η οικογένεια της Μαργαρίτας, από την άλλη, είναι μικροαστική κεντρώων πεποιθήσεων. Και οι δύο κοπέλες είναι του πρακτικού τομέα, η Μαργαρίτα όμως ονειρεύεται να γίνει γιατρός.

Η Λυδία και η Αλίκη είναι του κλασικού σχολικού τομέα. Η πανέμορφη Λυδία ονειρεύεται περισσότερο τον γάμο παρά τις σπουδές και κουβαλά το τραύμα της εγκατάλειψής της από τη μητέρα της. Η Αλίκη έχει μία πολύ αυστηρή μάνα που έχει χωρίσει με τον πατέρα της, κάτι πρωτοφανές για εκείνα τα χρόνια και έχει μπαμπά αρχιτέκτονα.

Το βιβλίο παρακολουθεί τις προσπάθειες των κοριτσιών στο σχολείο τους, τα ιδιαίτερα μαθήματα που κάνουν με τον μεγαλύτερο αδελφό της Δάφνης, τον Χάρη, και τους φοιτητές φίλους του, αλλά και τις σχολικές κοπάνες και τις εξόδους τους. Η οικογενειακή ζωή των τεσσάρων κοριτσιών, οι σχέσεις τους με τους γονείς και τους συνομηλίκους τους, οι αντιλήψεις και οι συνήθειες της κάθε οικογένειας, αλλά και οι σκέψεις και οι πιο μύχιες επιθυμίες των κοριτσιών γεμίζουν τις σελίδες του βιβλίου. Η αυλαία θα πέσει όταν τα κορίτσια θα δώσουν τις περίφημες εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο  και θα αποφοιτήσουν από το σχολείο, η συγγραφέας, όμως, πού έξυπνα προσφέρει στους αναγνώστες της ένα αφηγηματικό εφεύρημα το οποίο θα ξαφνιάσει τους αναγνώστες.


Το βιβλίο τελειώνει κάπως απότομα, αφήνοντάς μας να φανταστούμε τη συνέχεια στις φοιτητικές ζωές των κοριτσιών. Οι αναγνώστες, όμως, δεν θα είχαν αντίρρηση, πιστεύω, να διαβάσουν τη συνέχεια της συναρπαστικής ιστορίας τους σε ένα δεύτερο βιβλίο, συνέχεια του πρώτου…

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2024

Γιώργος Μελίτος, Χρακ!, εκδ. Άνω τελεία, 2022

 

Ένα πολύ ενδιαφέρον και εξαιρετικά πρωτότυπο πόνημα υπογράφει ο νεοεμφανιζόμενος στον ελληνικό λογοτεχνικό στίβο συγγραφέας, ο Ξανθιώτης Γιώργος Μελίτος. Το πόνημά του θίγει έξυπνα τα προβλήματα της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας τα οποία σχετίζονται με τα δημόσια έργα, προβλήματα διαφθοράς και διαπλοκής. Παράλληλα, όμως, ο συγγραφέας στοχάζεται πάνω στη φύση του τόσο δημιουργικού επαγγέλματος του αρχιτέκτονα, αλλά και των μηχανικών γενικότερα. Όλα αυτά μέσα από τα μάτια ενός νεαρού αρχιτέκτονα, του Γιάννη και των προσώπων από τη δουλειά με τα οποία σχετίζεται, μέσα στα οποία και μία Ηλεκτρολόγος μηχανικός, η Ξένια, το έτερον ήμισυ του Γιάννη, του Παναγιώτη-με το παρατσούκλι Παπάς-ενός συνεργάτη πολιτικού μηχανικού και διαφόρων άλλων.

 

Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη και η γλώσσα αυθόρμητη και πηγαία, όπως ακριβώς δείχνει και το επιφώνημα στον τίτλο του βιβλίου, το «Χρακ!». Το επιφώνημα αυτό αποτελεί ένα σταθερά επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο βιβλίο και ένα έξυπνο εφεύρημα από πλευράς του συγγραφέα, ο οποίος το χρησιμοποιεί κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο.

 

Ο συγγραφέας παρουσιάζει την καθημερινότητα ενός αρχιτέκτονα, καθώς και τα προβλήματα με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος. Συνάμα μας μυεί στον τρόπο σκέψης των αρχιτεκτόνων. Ο συγγραφέας θέτει ακόμη πολλά ερωτήματα με βάση τη φύση της δουλειάς των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων.

 

Η αρχιτεκτονική είναι μεν επιστήμη, θεωρείται όμως και τέχνη. Είναι μία ειδικότητα η οποία συχνά αντιμετωπίζεται με «σνομπισμό» από τι άλλες ειδικότητες των μηχανικών, όπως μας αναφέρει ο συγγραφέας στο βιβλίο του:

 

«Το κοινό αστείο είναι ότι ο αρχιτέκτονας δεν είναι ακριβώς μηχανικός, αλλά περισσότερο καλλιτέχνης. Οι συνάδελφοι άλλων ειδικοτήτων συχνά μας περιφρονούν, μας βλέπουν σαν ελαιοχρωματιστές πολυτελείας ή σαν αναγκαίο κακό».

 

Κι όμως, σύμφωνα με τον Γιώργο Μελίτο ο αρχιτέκτων Γιάννη «…προτείνει σε όποιον δεν ξέρει τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει, να σπουδάσει αρχιτεκτονική», αφού αυτή είναι μία τέχνη-επιστήμη μοναδικά δημιουργική.  Ο Γιάννης είναι  ένας άνθρωπος που διαρκώς διχάζεται. Τέχνη ή επιστήμη η αρχιτεκτονική; Θεωρείται καλλιτέχνης ή μηχανικός; Ο ίδιος τι να επιλέξει, την τιμιότητα ή την ατιμία; Να δράσει σύμφωνα με τη λογική ή το συναίσθημα;

 

Πρωτότυπο και καλογραμμένο, εν κατακλείδι είναι το «Χρακ!» του Γιώργου Μελίτου, ένα πόνημα που θα συστήσει «εκ των έσω» στους αναγνώστες τα μυστικά του επαγγέλματος της αρχιτεκτονικής, ιδωμένα μέσα στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.

 

Τάκης Καμπύλης, Το κόμμα του καλού θεού, εκδ. Καστανιώτη, 2023

 

 

Με ειρωνεία, σκωπτικότητα και ρεαλισμό περιγράφει τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας ο Τάκης Καμπύλης στο νέο του μυθιστόρημα με τίτλο «Το κόμμα του καλού θεού».

 

Ο Τάκης Καμπύλης είναι δημοσιογράφος, επομένως διατηρεί μία πλήρη εποπτεία στο σύγχρονο ελληνικό γίγνεσθαι. Φαίνεται πως η σύγχρονη προβληματική ελληνική πραγματικότητα εμπνέει πολλάκις τον συγγραφέα στο λογοτεχνικό του έργο, αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι τα δύο προηγούμενα πονήματά του είχαν ως αφετηρία το ένα αφενός τον αναρχισμό και το δεύτερο την πανδημία.

 

Είναι κοινός τόπος η παραδοχή ότι η πολιτική ζωή της χώρας μας γνωρίζει σήμερα ραγδαία παρακμή. Με την άποψη αυτή συντάσσεται και ο συγγραφέας, αφού η υπόθεση του βιβλίου του κινείται γύρω από τη βασική θέση ότι ένας αχυράνθρωπος μπορεί να παίξει σπουδαίο ρόλο στο σύγχρονο πολιτικό γίγνεσθαι, εφόσον πλαισιωθεί φυσικά από τους κατάλληλους ανθρώπους. Μάλιστα ο συγγραφέας  θεωρεί ότι κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει πραγματικότητα και μέσα σε πολύ λίγο χρόνο, σε χρονικό διάστημα μόλις τριών μηνών.

 

Οι αναλογίες και οι συνειρμοί στην υπόθεση του βιβλίου με τη σύγχρονη-αρκετά ασταθή και ταραγμένη είναι η αλήθεια- ελληνική πολιτική ζωή είναι εύλογες. Ο τίτλος του κόμματος μας παραπέμπει ευθέως στο κόμμα της «Νίκης» και στον αστραπιαίο τρόπο με τον οποίο μπορεί ένα τέτοιο νεοπαγές, συντηρητικό και θρησκόληπτο κόμμα να επηρεάσει τους ψηφοφόρους-όπως και πράγματι έγινε-, ενώ ο «αχυράνθρωπος» του βιβλίου στον Στέφανο Κασσελάκη. Όσο για την «Πλατεία» τον υποτιθέμενο φανταστικό χώρο στην Αθήνα όπου λαμβάνουν χώρα τα τεκταινόμενα του βιβλίου, αυτός παραπέμπει ευθέως σε λόμπι ελίτ νεοαστών που θεοποιούν το χρήμα.

 

Ο Μάνος Καραργύρης είναι επίκουρος καθηγητής στη Νομική Σχολή των Αθηνών και διανύει τη γνωστή κρίση της μέσης ηλικίας, τόσο στα επαγγελματικά του, όσο και στα οικογενειακά του. Προφανώς δεν είναι ο μόνος πενηντάρης που θα ανακαλύψει ότι έχει έναν γκέι γιο, ενώ αντιμετωπίζει και προβλήματα στον γάμο του.  Κι όμως, ο Μάνος θα κληθεί να πρωτοστατήσει στη δημιουργία ενός νέου κόμματος που έρχεται στον ελληνικό πολιτικό στίβο κυριολεκτικά από το «πουθενά». Παράλληλα εμπλέκεται άθελά του σε μία υπόθεση σεξουαλικής  κακοποίησης στη Σχολή του. Όλα αυτά με «φόντο» μια Αθήνα χριστουγεννιάτικη που ψήνεται από τη ζέστη και ταλαιπωρείται από την ανομβρία- μία αναφορά στην κλιματική αλλαγή.

 

Το κουβάρι των προσώπων είναι μπερδεμένο, όπως μπερδεμένος είναι και ο ίδιος ο Καραργύρης, αλλά και οι καταστάσεις που θα οδηγήσουν το νεοσυσταθέν κόμμα στην επιτυχή πορεία του. Ο συγγραφέας επιλέγει να σχολιάσει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα μέσα από ένα μυθιστόρημα, του οποίου η υπόθεση, όμως, δεν ανήκει εντελώς στη σφαίρα της φαντασίας, αλλά, αντιθέτως, αντλεί έμπνευση κατευθείαν από γνωστές σε όλους μας καταστάσεις.

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2024

Λευτέρης Γιαννακουδάκης, Τα φαντάσματα του Δεκέμβρη, εκδ. Καστανιώτης, 2023

 

«Ένα κράτος που σκοτώνει τα παιδιά του δεν μπορεί να έχει μέλλον, και η Ελλάδα το φροντίζει αυτό με διάφορους τρόπους τα τελευταία χρόνια: με το καθημερινό άγχος για επιβίωση, την κακή εκπαίδευση, τις «εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις» που ανακοίνωνε κάθε νεοεκλεγείσα κυβέρνηση, τις ψυχοφθόρες και αδηφάγες «Πανελλήνιες». Πάνω απ’ όλα, όμως, τα σκότωνε πουλώντας τους ένα σκοτεινό μέλλον και απαγορεύοντάς τους να κάνουν όνειρα. Τώρα τα σκότωνε και με σφαίρες…»

 

Αυτή είναι η άποψη που έχει ο συγγραφέας Λευτέρης Γιαννακουδάκης από το Ηράκλειο της Κρήτης περί του σύγχρονου νεοελληνικού κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου, μία άποψη που δεν διστάζει να καταθέσει ευθέως στις σελίδες του βιβλίου του. Η άποψη αυτή μπορεί να φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, κάπως απαισιόδοξη, δυστυχώς, όμως, πρόκειται για την αλήθεια στην Ελλάδα της χρηματοπιστωτικής κρίσεως μετά το 2008.

 

Το μυθιστόρημά του με τίτλο «Τα φαντάσματα του Δεκέμβρη» αποτελεί, πάνω απ’ όλα, μία κριτική στο κοινωνικοπολιτικό κατεστημένο της χώρας μας. Τα φαντάσματα του Δεκέμβρη είναι πολλά, το τέλος βέβαια του βιβλίου αισιόδοξο, αφού οι ήρωες θα καταφέρουν τελικά να κάνουν τα φαντάσματα αυτά να σιγήσουν.

 

Πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο άντρας που ακούει στο αλλόκοτο όνομα Αλεξάγγελος Ελεφαντής, λάτρης της ροκ μουσικής και πρώην πυγμάχος. Η ζωή του θα αλλάξει όταν θα κληρονομήσει, σχεδόν από το πουθενά, ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, μία μυστηριώδη κόρη και έναν σκύλο. Όλα αυτά εν τω μέσω μιας πρωτοφανούς ταραχής για την πρωτεύουσα, η οποία δημιουργείται από τη δολοφονία ενός δεκαπεντάχρονου μαθητή από έναν αστυνομικό. Το ατυχές αυτό γεγονός πρόκειται να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου και να δημιουργήσει μία σειρά από γεγονότα, απρόβλεπτα και αναπάντεχα.

 

Το καταιγιστικό αυτό κουβάρι των γεγονότων δεν ξεδιαλύνεται εύκολα, πάντως Χρυσαυγίτες και αντεξουσιαστές, αστυνομικοί και ονειροπόλοι νέοι έχουν τον πρώτο λόγο στην αρκετά μπερδεμένη αυτή υπόθεση του βιβλίου, η οποία έχει ως αφετηρία έμπνευσης τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Μέσω μιας γλώσσας σύγχρονης, ρεαλιστικής και μιας διόλου ωραιοποιημένης αφήγησης τραγικών γεγονότων, ο συγγραφέας υψώνει μία φωνή διαμαρτυρίας για τη σημερινή κατάσταση της χώρας μας.

 

«Πόσους θανάτους έχουμε ζήσει; Όχι φίλων, συγγενών, κοινών γνωστών κτλ. Δικούς μας θανάτους: τον θάνατο της παιδικής ηλικίας, της εφηβείας, της νεότητας, της μοναχικότητας, του έρωτα. Ο θάνατος του έρωτα… Του πρώτου, του δυνατού, του μοναδικού. Από αυτόν δεν συνέρχεται κανείς ποτέ. Ένα φάντασμα κολλημένο σαν βδέλλα στο σώμα μας. Δεν μας αφήνει να ανασάνουμε, δεν μας αφήνει να δούμε τον κόσμο χωρίς το πέπλο του τέλους. Και η καταδίκη να συνεχίσουμε να ζούμε με τη γνώση της απώλειας…»