Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

Pip Williams, Το λεξικό των χαμένων λέξεων, εκδ. Κλειδάριθμος

 


 

Ένα βιβλίο για τις λέξεις και την ιστορία τους. Για τις λέξεις που χάθηκαν ανά τους αιώνες. Για εκείνες που έχουν άλλη σημασία για τις γυναίκες και άλλες για τους άνδρες. Αλλά και ένα βιβλίο για τις ίδιες γυναίκες ως ανθρώπινα όντα και την ιστορία της Μεγάλης Βρετανίας στο γύρισμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα.

 

«Το λεξικό  των χαμένων λέξεων» είναι ένα βιβλίο για όλα τα  παραπάνω, ένα βιβλίο το οποίο έχει μεταφραστεί ήδη σε είκοσι οκτώ γλώσσες. Η Βρετανίδα συγγραφέας του, Πιπ Γουίλλιαμς ομολογεί στον επίλογο του βιβλίου της ότι πάντοτε είχε μία σχέση αγάπης και μίσους  για τις λέξεις και τα λεξικά.  Το έναυσμα, όμως, για τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου ήταν πρωτίστως το ερώτημα μήπως οι λέξεις σημαίνουν διαφορετικά πράγματα για τους άνδρες και για τις γυναίκες. Έτσι γεννήθηκε «Το λεξικό των χαμένων λέξεων» το οποίο δεν είναι άλλο από την ιστορία συγγραφής  του λεξικού της Οξφόρδης στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Μία ιστορία η οποία αποδίδεται μυθιστορηματικά μεν, περιέχει όμως και κάποιους πραγματικούς χαρακτήρες, όπως όλοι οι άνδρες επιμελητές και οι βοηθοί για τη συγγραφή του λεξικού και ο δεσπόζων χαρακτήρας Δόκτωρ Μάρεϋ. Επίσης, ο κύριος Μέινταν και ο κύριος Νίκολσον ήταν πράγματι οι βιβλιοθηκονόμοι της Βιβλιοθήκης Μπόντλιαν κατά την περίοδο στην οποία διαδραματίζεται η υπόθεση του μυθιστορήματος και η εξελισσόμενη συγγραφή του λεξικού.

 

Πρωταγωνίστρια στο βιβλίο είναι η μικρή ορφανή Εσμέ,  η οποία μεγαλώνει μέσα σε ένα σκριπτόριο ενός μικρού σπιτιού στην Οξφόρδη μέσα στο οποίο ο πατέρας της, μαζί με άλλους λεξικογράφους, συγκεντρώνουν λέξεις για να εκδώσουν το πρώτο λεξικό της Οξφόρδης. Μια μέρα, ενώ η Εσμέ κάθεται κάτω από το τραπέζι της διαλογής θα ανακαλύψει τυχαία ένα παραπεταμένο χαρτάκι με τη λέξη bondmaid, δηλαδή δούλα. Η Εσμέ αποφασίζει να κρύψει το χαρτάκι και θα το εμπιστευτεί στη φύλαξη της υπηρέτριας Λίζι. Και θα ακολουθήσουν και άλλα… Τότε θα διαπιστώσει ότι κάποιες λέξεις οι άντρες επιμένουν σκόπιμα να τις αγνοούν…

 

Η Εσμέ μεγαλώνει στην Αγγλία της εποχής των φεμινιστικών αγώνων, αλλά και των μεγάλων κοινωνικών διαφορών. Το αίτημα για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών  βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη την εποχή εκείνη στην Αγγλία και οι γυναίκες αγωνίζονται για έναν κόσμο στον οποίο θα έχουν ίδια δικαιώματα με τους άντρες.

 

Καθώς η Εσμέ ενηλικιώνεται θα βιώσει όλες τις καταστάσεις που σχετίζονται με τη γυναικεία της φύση: σχέση εκτός γάμου, γέννηση νόθου και τελικά γάμος. Παράλληλα, όμως, θα συνεχίσει να δουλεύει και εκείνη ως λεξικογράφος, αν και γυναίκα.

 

Το βιβλίο έχει πολλές αληθινές λογοτεχνικές αναφορές στις σελίδες του. Έτσι, εκτός από την ιστορία των λέξεων, των γυναικών και της Αγγλίας των αρχών του 20ου αιώνα, το βιβλίο συνιστά και έναν ύμνο στη απώλεια, τη λογοτεχνία και την αγάπη.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2024

Ελένη Κεκροπούλου, Η ποδηλάτισσα του Πράτερ, εκδ. Ωκεανός

 

Πόσοι από εμάς γνωρίζουν άραγε ότι η πρωταγωνίστρια στην τραγωδία του Μάγερλινγκ, Μαρία Βετσέρα, ήταν ελληνικής καταγωγής; Και ότι η μητέρα της, Ελένη Μπαλτατζή-Βετσέρα, ήταν μία από τις πλουσιότερες και γνωστότερες αριστοκράτισσες της εποχής στη Βιέννη των τελών του δέκατου ένατου αιώνα;

 

Τη ζωή αυτήν ακριβώς της μεγάλης Ελληνίδας έρχεται να καταγράψει, υπό τη μορφή μυθιστορηματικής βιογραφίας, η γνωστή συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων, εκδότρια, επιμελήτρια και μεταφράστρια, Ελένη Κεκροπούλου. Το νέο της πόνημα τιτλοφορείται με τον ευφάνταστο –όσο και αινιγματικό κάπως- τίτλο «Η ποδηλάτισσα του Πράτερ». Η ποδηλάτισσα του Πράτερ δεν ήταν άλλη από την Ελένη Μπαλτατζή Βετσέρα  στη δύση του βίου της.

 

Η Ελένη Μπαλτατζή ήταν κόρη του μεγιστάνα της Κωνσταντινούπολης Θοδωρή Μπαλτατζή και της Δέσποινας Βούκοβιτς, που απεβίωσε, όμως, νέα.  Ο Θοδωρής Μπαλτατζής παντρεύτηκε ξανά με την όμορφη Ελίζα Σάρελ, με αποτέλεσμα η Ελένη, το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας να αποκτήσει οκτώ συνολικά αδέλφια. Η Ελένη βρέθηκε να ηγείται της μεγάλης αυτής οικογένειας, όταν μετά από τον θάνατο του πατέρα της, απεβίωσε και η μητριά της και η ίδια παντρεύτηκε τον Αυστριακό διπλωμάτη στην Κωνσταντινούπολη Άλμπιν Βετσέρα. Να σημειώσουμε ότι η οικογένεια της Ελένης διέθετε ήδη την αυστριακή υπηκοότητα και, τυπικά, ήταν καθολική στο θρήσκευμα. Έτσι η Ελένη θα βρεθεί στη Βιέννη στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου τότε χτυπούσε, εκτός από την καρδιά του βιεννέζικου βαλς και η καρδιά της πολιτιστικής ζωής της Ευρώπης. Εκεί θα ανέλθει στην ανώτερη αριστοκρατία της πόλης και θα συγχρωτιστεί με τους γαλαζοαίματος χάρη στην αμύθητη περιουσία της. Θα αποκτήσει τέσσερα παιδιά με πιο φημισμένο την καλλονή Μαρία Βετσέρα, αυτή την οποία θα ερωτευθεί ο διάδοχος του αυστριακού θρόνου Ροδόλφος. Η σχέση τους όμως θα καταλήξει σε τραγωδία… Παράλληλα κι άλλες απρόσμενες συμφορές θα χτυπήσουν την οικογένεια της Ελένης με αποκορύφωμα τον Μεγάλο Πόλεμο. Και η ζωή της θα αλλάξει δραματικά.

 

Η ζωή της Ελένης παρουσιάζεται με γρήγορες εναλλαγές και μέσα από τη δυνατή πένα της συνονόματής της, Ελένης Κεκροπούλου. Το μυθιστόρημα απεικονίζει θαυμάσια της Βιέννη των Αψβούργων και μία εποχή μεταβατική μέσα από τα μάτια μιας άγνωστης, στους περισσότερους από εμάς, μορφής του απόδημου ελληνισμού, της Ελένης Βετσέρα-Μπαλτατζή.

 

Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο τέλος του βιβλίου περιλαμβάνονται και φωτογραφίες των ηρώων του βιβλίου, οι οποίες είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες.

Βλάσης Αγτζίδης, Μεταξύ Σεβρών και Λωζάννης, εκδ. πατάκης

 

Ένα εξαιρετικό πόνημα στη βιβλιογραφία που σχετίζεται με τη Μικρασιατική και την ταραγμένη περίοδο του Μεσοπολέμου στη χώρα μας έρχεται να προσθέσει ο ειδικευμένος ιστορικός για τη συγκεκριμένη εποχή, Βλάσης Αγτζίδης. Ο Αγτζίδης είναι γνωστός στην ελληνική ιστοριογραφία μέσα από μία πληθώρα έργων του τα οποία σχετίζονται με το εν λόγω ζήτημα, όπως  το «Πόντος» , το «Μικρασιατική καταστροφή» και το «Μικρά Ασία», βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει μέσα στην προηγούμενη δεκαετία.

 

Το παρόν πόνημά του με τίτλο «Μεταξύ Σεβρών και Λωζάννης, πλευρές της μικρασιατικής τραγωδίας» αναλύει τις διπλωματικές πλευρές του φλέγοντος ζητήματος της Μικρασιατικής τραγωδίας, μίας από τις μεγαλύτερες που βίωσε ο ελληνισμός, και αποτελεί, πρωτίστως, ένα βιβλίο επεξήγησης του πως φτάσαμε στην καταστροφή και γιατί ελήφθησαν οι συγκεκριμένες αποφάσεις. Η έκδοση του βιβλίου σαφώς εντάσσεται στο πλαίσιο των επετειακών εκδόσεων που σχετίζονται με τη Μικρασιατική Καταστροφή με τη συμπλήρωση των εκατό χρόνων από αυτήν.

 

Ο Αγτζίδης αναλύει αρχικά τους όρους των δύο κομβικών για την ιστορία της Ελλάδος Συνθηκών: της Συνθήκης των Σεβρών και της Συνθήκης της Λωζάννης. Η πρώτη, το 1920,  αποτελεί τον μεγαλύτερο θρίαμβο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και η δεύτερη, τρία χρόνια μετά, την ταφόπλακα της Μεγάλης Ιδέας.  Ο Αγτζίδης εξηγεί με γλώσσα απλή και κατανοητή, αλλά και μέσω παράθεσης γραπτών ντοκουμέντων της εποχής, γιατί έγινε ό,τι έγινε και γιατί δεν μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό υπό τις παρούσες συνθήκες. Πράγματι, ο Βενιζέλος δεν μπορούσε τότε να πράξει κάτι διαφορετικό, από το να υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών, εφόσον ήθελε, πάνω απ’ όλα, να σώσει τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας και να τον προστατέψει από τις διώξεις των Νεοτούρκων. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επίσης δεν μπορούσαν να πράξουν αλλιώς από το να υποστηρίξουν τον Μουσταφά Κεμάλ, εφόσον ο Βενιζέλος ηττήθηκε στις εκλογές του 1920. Ο Αγτζίδης αναλύει διεξοδικά τους ακριβείς λόγους για τους οποίους η Ιταλία, η Γαλλία, η μπολσεβικική Ρωσία και η Μεγάλη Βρετανία επέλεξαν να στηρίξουν τον Κεμάλ και όχι τους Έλληνες στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1920-22.

 

Κατόπιν, σε επόμενα κεφάλαια του βιβλίου του, ασχολείται με το μείζονα θέμα των προσφύγων και της αποκατάστασής τους από το ελληνικό κράτος. Επιπροσθέτως, αφιερώνει μεγάλο μέρος του βιβλίου του στη σχέση των προσφύγων με την Αριστερά και το ΚΚΕ, αλλά και στους Έλληνες πρόσφυγες  στη Ρωσία, τους περίφημους «Ρωσοπόντιους». Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η ανάλυσή του σχετικά με τον λόγο για τον οποίον ο Λένιν επέλεξε να στηρίξει τον Μουσταφά Κεμάλ, αλλά και η παράθεση των αντίθετων απόψεων στους κόλπους της Αριστεράς στη Ρωσία, την Ελλάδα και τη Γερμανία- όπως της Λούξενμπουργκ, του Γληνού, του Σκληρού και του Τρότσκι, οι οποίοι διαφωνούσαν με τη βασική λενινική θέση.

 

Τέλος, ο Αγτζίδης αναφέρεται και σε μία ανατριχιαστική και εξίσου ενδιαφέρουσα πλευρά της Μικρασιατικής τραγωδίας, η οποία παραμένει άγνωστη στο ευρύ κοινό: το απεχθές εμπόριο οστών των νεκρών Ελλήνων της Μικράς Ασίας από τους Ευρωπαίους εμπόρους της εποχής, προκειμένου να γίνει με αυτά λεύκανση της ζάχαρης ή των πορσελάνων ή να χρησιμοποιηθούν στη βιομηχανία λιπασμάτων.

 

Εν κατακλείδι, πρόκειται για ένα βιβλίο που εξηγεί την πορεία της χώρας προς την Καταστροφή και θα λύσει πολλές απορίες του αναγνωστικού κοινού σχετικά με το εν λόγω ζήτημα.

Θάνος Χ. Καψάλης, Το δωμάτιο με τις μύγες, εκδ. Επίκεντρο

 

Ακούγοντας ως τίτλο για βιβλίο «Το δωμάτιο με τις μύγες» το μόνο πεδίο στο οποίο δεν πήγε το μυαλό μου, είναι η αλήθεια, είναι η Βιολογία. Διαβάζοντας, όμως, το οπισθόφυλλο του βιβλίου του Βιολόγου και συγγραφέα Θάνου Καψάλη, κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο και δεν κρύβω ότι ενθουσιάστηκα.

 

Το δωμάτιο με τις μύγες, επομένως, δεν ήταν παρά το δωμάτιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε η σύγχρονη γενετική ως επιστήμη το 1910, τότε που ο διάσημος Αμερικανός βιολόγος Thomas Hunt Morgan και η ερευνητική του ομάδα έκαναν μέσα στο «δωμάτιο με τις μύγες» τις ανακαλύψεις εκείνες που θα επιβεβαίωναν τη Χρωμοσωμική Θεωρία. Η ατμόσφαιρα εκείνου του μικρού δωματίου στο πανεπιστήμιο της Κολούμπια, όπου ο Morgan και οι φοιτητές του εξέτρεφαν μύγες του είδους Drosophila Melanogaster ήταν πραγματικά μοναδική. Επρόκειτο για ένα δωμάτιο μέσα στο οποίο συζητιούνταν ανοιχτά οι ιδέες ολονών, φοιτητών και ερευνητών μέσα σε πνεύμα απόλυτης ισότητας, ένα δωμάτιο στο οποίο υπήρχε ανοχή στο διαφορετικό και χώρος για νέες, καινοτόμες ιδέες. Η τακτική αυτή του Morgan, να εμπιστευτεί, δηλαδή, τους φοιτητές του και να τους αναθέσει πολλές ευθύνες σε εκείνο το δωμάτιο ήταν που οδήγησε στις μεγαλύτερες ανακαλύψεις.

 

Την ιστορία του δωματίου αυτού μας αφηγείται ο Καψάλης μέσα από τα μάτια της βοηθού του Morgan, της  Edith Wallace, μίας επίσης νεαρού βιολόγου. Και η αλήθεια είναι ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς βιολόγος προκειμένου να βρει το συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο άπτεται του πεδίου της Βιολογίας και της Γενετικής, άκρως ενδιαφέρον. Ο Morgan τιμήθηκε τελικά με το βραβείο Νόμπελ το 1932, όπως και ο μαθητής του ο H. Muller.

 

Ο Morgan και οι φοιτητές του επιβεβαίωσαν τον ακριβή τρόπο λειτουργίας των γενετικών νόμων του Μέντελ και εξέδωσαν το βιβλίο «Ο Μηχανισμός της Μεντελικής Κληρονομιάς» το 1915 στο οποίο εξέθεταν τα πορίσματα των ερευνών τους από τα πειραματόζωά τους, τις μύγες του είδους Drosophila. Έτσι μπόρεσαν να αποδείξουν τη σχέση της κληρονομικότητας με το περιβάλλον, αλλά και με το τυχαίο που χαρακτηρίζει τη χιασματυπία κατά τον διαχωρισμό των χαρακτηριστικών που κληρονομούνται από τα γονίδια στους απογόνους μας. Το δίχως άλλο, η Γενετική δεν θα ήταν  η ίδια αν δεν υπήρχε το δωμάτιο αυτό με τις μύγες, και φυσικά, ο Morgan.

 

Ο Θάνος Καψάλης εμπνεύστηκε τη συγγραφή του παρόντος πονήματος ως τέταρτη γενιάς μαθητής του Morgan.  Όπως μας λέει ο ίδιος στην εισαγωγή του βιβλίου του, όλοι οι γενετιστές βιολόγοι σήμερα είναι «δισέγγονα» του μεγάλου αυτού γενετιστή.

 

Εν κατακλείδι, επομένως, πρόκειται για ένα μυθιστορηματικού τύπου βιογραφικό πόνημα, το οποίο άπτεται του πεδίου της βιολογίας, δεν απευθύνεται, όμως, μονάχα σε βιολόγους, αλλά σε όλους τους αναγνώστες.